Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Yeah Yeah Yeahs - Mosquito



Το Σωκρατικό "εν οίδα ότι ουδέν οίδα" ταιριάζει απόλυτα σε κάθε αναζητητή της μουσικής. Δεν υπάρχει όρος "ξέρω" στην μουσική, γιατί πάντα θα υπάρχει κάτι κρυμμένο και πάντα θα βγαίνει κάτι καινούργιο, όσο και να φαίνεται κάποια εποχή στείρα δημιουργικά. Το όνομα Yeah Yeah Yeahs δε θα έλεγα, ότι μου δημιούργησε την περιέργεια, αλλά ακολουθώντας την αρχή "τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται", αποφάσισα να μπω στο μουσικό τους σύμπαν... και δεν διαψεύστηκα. Το τρίο από την Νέα Υόρκη έχουν και προσωπικότητα στον ήχο τους και οι συνθέσεις τους υπηρετούν πιστά την ποιότητα.
Αν και γνωριμία μαζί τους ήταν αρκετά πρόσφατη, το συγκρότημα υπάρχει από το 2000. Το όνομά τους είναι παρμένο από την μοντέρνα διάλεκτο της Αμερικάνικης μεγαλούπολης  αν και η σημασία του μου είναι άγνωστη. Η γνωριμία τους ξεκίνησε στα τέλη των '90s στο Oberlin College του Ohio. Η Karen O, φωνητικά και πιάνο, σπούδαζε μουσική μαζί με τον Brian Chase, τύμπανα. Η Karen O, σύντομα μετατάχθηκε στο New York University, για να γνωρίσει εκεί τον Nick Zinner, μετέπειτα κιθαρίστα και keyboardist του συγκροτήματος. Το 2009 προστέθηκε σε αυτούς, αλλά μόνο για τις ζωντανές εμφανίσεις, ο Imaad Wasif στην κιθάρα, για να συμπληρωθεί το σχήμα, έτσι όπως υπάρχει και σήμερα.
Τα πρώτα χρόνια ξεκίνησαν σαν ντουέτο με το όνομα "Unitard" οι Karen O και Brian Chase, συγκάτικοι με τα μέλη των μετέπειτα Metric. Λίγο αργότερα προστίθεται σε αυτούς και ο Nick Zinner, ορίζουν τον ήχο τους σαν "trashy, punky, grimy" και μετανομάζονται σε Yeah Yeah Yeahs. Σύντομα ξεκινάνε συναυλίες σαν support των The Strokes και The White Stripes και παράλληλα κυκλοφορούν και το πρώτο τους ΕΡ. Το 2003 κυκλοφορεί και το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ, το Fever to Tell. Πουλάει 750,000 αντίτυπα και το πρώτο σινγκλ το "Maps" μπαίνει στα "The 500 Greatest Songs of All Time" του περιοδικού Rolling Stone. Το Show Your Bones, του 2006 και το It's Blitz! του 2009 στερεώνουν απλά την θέση τους στην Alternative rock και indie rock σκηνή. Το Mosquito,του 2013, δεν μας ξαφνιάζει πλέον, μιας που με τον μοναδικό τους ήχο είναι έτοιμοι να σκαρφαλώσουν ακόμα ψηλότερα στην εκτίμηση των μουσικόφιλων,
Το άλμπουμ ξεκινάει με μια σίγουρη επιτυχία, το "Sacrilege" με την διακριτική χορωδία να κλέβει την προσοχή μας. Το δεύτερο "Subway" απαλό σαν μετάξι, στηρίζεται σε μια λιτή μελωδία, με την Karen O να την δένει με πολύ λυρισμό με τον ήχο του υπόγειου. Το ομώνυμο κομμάτι, με τον ήχο τους κάνει το ταπεινό κουνούπι να φαντάζει σαν το πιο σκοτεινό πλάσμα, η πιο punk στιγμή του δίσκου. Το "Under the Earth" συμπληρώνει την ήδη καλή εντύπωση των πρώτων κομματιών του δίσκου. Το "Slave" δείχνει την ποιότητα της φωνής της τραγουδίστριας του γκρουπ, που άνετα μπορεί να συγκριθεί με την Siouxsie. Το "These Paths" λιτό και συνθετικά, κάπως, μέτριο σε σχέση με τα προηγούμενα τραγούδια. "Area 52" δυναμώνει τον ήχο και μας υπενθυμίζει τις καταβολές τους από την punk. Το "Buried Alive" (featuring Dr. Octagon), βγαλμένο από τα τέλη των '80 και να θυμίζει πολύ τους EMF, χωρίς αυτό να είναι μειονέκτημα. Το μελωδικό "Always" έχει την φιλοδοξία να σκαρφαλωσεις στα τσαρτς, λιτό, απλό με όμορφα κρυμμένες μελωδίες. "Despair" , από τα πιο καλά κομμάτια του δίσκου, με πολύ καλές και εμπορικές βλέψεις. Το άλμπου τελείωνει με το "Wedding Song", μελωδικά, σαν υπόσχεση για ανάλογη συνέχεια.
Ουσιαστικά μπορώ να το χαρακτηρίσω σαν ακόμα μία πολύ καλή κυκλοφορία του 2013. Οι βάσεις τους χτίστηκαν στα προηγούμενα τους άλμπουμ και με το Mosquito, χτίζουν ακόμα περισσότερα σκαλιά που θα τους οδηγήσουν στην μεγαλύτερη ακόμα αναγνώριση.
Jacek Maniakowski

Sinead O' Connor - Nothing Compares To You



Παρακολουθώντας το συγκεκριμένο video clip, παρατήρησα δύο συναισθήματα να εναλλάσσονται στην έκφραση του προσώπου της με απόλυτη πειστικότητα… τη θλίψη και την οργή… Η ίδια δήλωσε, εκ των υστέρων, πως το γεγονός ότι δάκρυσε όταν τραγουδούσε το nothing compares to you, ήταν μια αυθόρμητη και απρογραμμάτιστη αντίδραση που της προκάλεσε ο στίχος "all the flowers that you planted mother, in the back yard, all died when you went away", εξαιτίας της περίπλοκης σχέσης που είχε με τη μητέρα της, η οποία την κακοποιούσε σωματικά όταν ήταν μικρή… Με τη σύνθεση και τους στίχους να ανήκουν εξ ολοκλήρου στον Prince και τα φωνητικά στην ιδιαίτερη Ιρλανδή Sinead O’Connor, το nothing compares to you κυκλοφόρησε το 1990 στο δεύτερο της άλμπουμ με τίτλο "I Do Not Want What I Haven’t Got"…

Σοφία Ταβαντίδου

Héroes del Silencio



Το ροκ γεωγραφικά παραπέμπει σε αγγλόφωνες χώρες και το πολύ σε Γερμανία, αλλά πάντα με αγγλικό στίχο.... πάντα???? Οι Héroes del Silencio μας διαψεύδουν και ευτυχώς δεν είναι μόνοι. Μας δήλωνουν, σαν Δον Κιχώτες της ροκ, ότι οι Ισπανοί εκτός από ποδόσφαιρο και φλαμέγκο ξέρουν να παίζουν και ροκ. Η ιστορία τους ξεκινά το 1984, όταν ακόμα έφηβος Juan Valdivia δημιούργησε μαζί με τους φίλους του τους Zumo de Vidrio. Μετά από μερικές αλλαγές στο γκρουπ εμφανίζεται ο Enrique Bunbury, οποίο αντικατέστησε τον μπασίστα, αλλά αποδείχτηκε και πολύ καλός στα φωνητικά. Έτσι αναλαμβάνει και τα δύο. Το 1986 ο Pedro Andreu αντικαθιστά τον προηγούμενο ντράμερ και μπάσο αναλαμβάνει ο Joaquin Cardielαφήνοντας τον Enrique Bunbury με μόνη ασχολία τα φωνητικά.Το συγκρότημα συμμετέχει σε διάφορες συναυλίες στην περιοχή της γενέτειράς τους, της Σαραγόσα ( Θαραγχοθα.... δεν συγκρατήθηκα), καθώς και σε διαφόρους τοπικούς διαγωνισμούς. Τα πράγματα γι αυτούς αλλάζουν όταν συναντούν τον Guillermo Montesano, που τους φέρνει σε επαφή με την δισκογραφική ΕΜΙ. Το Héroe de leyenda βρίσκεται στα ράφια των δισκοπωλείων το 1987 και οι Ήρωες τη Σιωπής (Héroes del Silencio ) ζουν πια τον ροκ μύθο τους.
Χάρη της καλής προώθησης από τη δισκογραφική τους εταιρία γίνονται γνωστοί σε όλη την Ισπανία. Το 1993 μαζί με το "Πνεύμα Του Οίνου" ( El espirítu del vino) το έκτο άλμπουμ τους, προσχωρεί στο συγκρότημα ο Boguslavsky, σαν πέμπτο μέλος. Αρχίζουν να να κάνουν τουρνέ σε όλη την Ευρώπη και την Λατινική Αμερική με μεγάλη ανταπόκριση από το κοινό. Το 1995 Μεταβαίνουν στην Αμερική και το Los Angeles να ηχογραφήσουν το Avalancha, το οποίο και του κάνει γνωστούς και στην έτερη Αμερική, την Βόρεια. Ένα χρόνο αργότερα όμως διαλύονται γι άγνωστο ακόμα λόγο. Το 2007 έκαναν μια τουρνέ στην Ισπανία, χωρίς όμως τον πέμπτο ήρωα τους τον Alan Boguslavsky. Έκτοτε κανείς δεν γνωρίζει κάτι σχετικό με αυτούς. 

OLYMPIANS



Οι OLYMPIANS είναι γνωστοί για ελληνικό στίχο, τις ελληνοποιήσεις τραγουδιών (Το Κοριτσι του Μάη-Venus) και φυσικά για τον Πασχάλη (Αρβανητίδη), πολύ πριν αρχίσει να ξεχνάει που "πυροβολεί" . Τον Πασχάλη, αργότερα είχε αντικαταστήσει ο Νίκος Παπάζογλου. Αλλά εδώ μιλάμε για το 1966 και δυο τραγούδια που έχουν γράψει με αγγλικό στίχο. Φυσικά κυκλοφόρησαν κριμένα τα «Go man go» και «Hopeless endless way» στις δεύτερες πλευρές κάποιων singles τους. είναι μακρά καλύτερα τους κομμάτια. Ειδικά το «Hopeless endless way» αξίζει την προσοχή μας περισσότερο. Είναι ένα μελαγχολικό κομμάτι με fuzz κιθάρα, σαξόφωνο και συναρπαστικές αλλαγές ρυθμού. Στην δεκαετία του 90 διασκευάστηκε από ένα garage rock γκρουπ από την Αθήνα τους The Sound Explosion, μια αρκετά ενδιαφέρουσα εκτέλεση. 
Jacek Maniakowski

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

APHRODITE’S CHILD - Rain and tears

Πάντα πριν από μια Ιθάκη υπάρχει και μια Οδύσσεια — και αν δεν υπήρχε αυτή, λίγη σημασία θα είχε το όμορφο νησί του Ιονίου Πελάγους. Έτσι, σε ένα τραγούδι, πολλές φορές έχουν μεγαλύτερη σημασία τα γεγονότα γύρω από τη δημιουργία του, παρά η ίδια η δημιουργία, που είναι απλώς μια τυπική διαδικασία.

Ένα σύνολο γεγονότων οδήγησε μια σύνθεση στην κορυφή μιας χώρας, η οποία βρισκόταν μέσα σε έναν κυκεώνα από τις πιο ιστορικές εξελίξεις της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής ιστορίας. Και έγινε σύμβολο μιας εξέγερσης, στην οποία οι δημιουργοί του τραγουδιού δεν είχαν ουδεμία συμμετοχή.



Υπήρξε όμως και αφορμή — ίσως και αιτία — για τα «βαφτίσια» ενός από τα πιο επιδραστικά συγκροτήματα στην ιστορία της progressive rock. Το τραγούδι Rain and Tears εκτόξευσε το συγκρότημα των Aphrodite’s Child, πουλώντας πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα στην εξεγερμένη Γαλλία. Αλλά αυτό ήταν μόνο το κερασάκι σε μια τεράστια τούρτα, την οποία θα αναλύσουμε στη συνέχεια.

Το συγκρότημα σχηματίστηκε έναν χρόνο πριν από τα γεγονότα του Παρισιού, το 1967, στην Ελλάδα, από τους Βαγγέλη Παπαθανασίου, Ντέμη Ρούσσο, Λουκά Σιδερά και Αργύρη Κουλούρη. Δεν είχαν ακόμη βρει όνομα για το νέο τους σχήμα. Έτσι, αποφάσισαν — μετά από παρότρυνση κάποιου Άγγλου (;) μάνατζερ — να πάνε στη Μεγάλη Βρετανία για μια νέα καριέρα, εν μέσω της χούντας στην πατρίδα τους.

Η περιπέτειά τους ξεκινά τον Ιανουάριο του 1968, όταν φτάνουν στο Καλαί οι Ντέμης Ρούσσος και Λουκάς Σιδεράς, με σκοπό να περάσουν στη Βρετανία και να ηχογραφήσουν ένα άλμπουμ στη μουσική αυτή υπερδύναμη. Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου θα ακολουθούσε, ενώ ο Αργύρης Κουλούρης αναγκαστικά εγκατέλειψε το συγκρότημα λόγω της στρατιωτικής του θητείας.

Το πρώτο εμπόδιο (ευτυχώς, σε καλό) παρουσιάστηκε στα σύνορα, όπου οι αστυνομικοί ανακάλυψαν μια φωτογραφία τους ως μπάντα και δεν τους επέτρεψαν την είσοδο στη χώρα, προφασιζόμενοι ότι ήρθαν για εργασία και όχι για τουρισμό, όπως δήλωσαν τα μέλη της — αβάπτιστης ακόμη — μπάντας. Αναγκαστικά καταφεύγουν στο Παρίσι, αναμένοντας τον πληκτρά τους και μια πρόσκληση εργασίας από τον Άγγλο μάνατζερ, όπως διηγείται ο Λουκάς Σιδεράς στον Μανώλη Νταλούκα το 2005.

Φυσικά, ο «αγγλικός τους σύνδεσμος» είχε ξεχάσει την ύπαρξή τους, και οι «διακοπές» τους στη γαλλική πρωτεύουσα κάθε άλλο παρά ευχάριστες ήταν. Ο Παπαθανασίου σκέφτεται μέχρι και να στραφεί στη ζωγραφική, πουλώντας έργα του στον δρόμο. Ευτυχώς, η συνάντηση με τον Έλληνα παραγωγό Νίκο Αντύπα αλλάζει τα δεδομένα για το μουσικό τρίο. Τους προτείνει για ακρόαση σε μια γαλλική δισκογραφική εταιρεία, όπου γίνονται δεκτοί.

Η ανάγκη της εταιρείας να κυκλοφορήσει άμεσα ένα τραγούδι — πριν από τους αντιπάλους τους, τους Four Tops — πάνω σε μια κλασική μελωδία, δημιουργεί ευκαιρία. Χρειαζόταν ένα συγκρότημα, και οι ταλαιπωρημένοι Έλληνες ήταν μια λύση που δεν χρειαζόταν δεύτερη σκέψη.



Η μελωδία ήταν ήδη έτοιμη: το έργο Canon in D Major του προκλασικού Johann Pachelbel, γνωστό και ως Canon de Pachelbel. Ο σκοπός ήταν να «κάψουν» τη μελωδία πριν προλάβουν να την κυκλοφορήσουν οι Αμερικανοί. Οι στίχοι ήταν ήδη γραμμένοι από τον Boris Bergman, και ο τίτλος του τραγουδιού επίσης έτοιμος: Rain and Tears.

Η ιδέα του «έτοιμου» δεν ενθουσίασε ιδιαίτερα το συγκρότημα, μιας και τα μουσικά τους γούστα — αλλά και οι φιλοδοξίες τους — ήταν στραμμένα στο psychedelic rock. Τελικά πείθονται από… τις άδειες τσέπες τους.

«Ο Παπαθανασίου διασκευάζει στα γρήγορα την κλασική μελωδία, μπαίνουν στο στούντιο και σε δύο ώρες ηχογραφούν το τραγούδι», όπως αναφέρει ο Μανώλης Νταλούκας στο άρθρο του Aphrodite’s Child (Πρώτο Μέρος).

Η παραγωγή είναι του Pierre Sberro και το τραγούδι κυκλοφορεί από την Mercury Records. Η ανταμοιβή για την υποχώρησή τους είναι να βαπτιστούν από τον μάνατζερ των Who, Lou Reisner, ως Aphrodite’s Child, και να εξασφαλίσουν ένα μικρό μεροκάματο στο club PSYCHEDELIC. Ο συμβιβασμός τους προκύπτει ουσιαστικά από την ελπίδα να έρθει η πρόσκληση εργασίας από την Αγγλία, όπου ονειρεύονται να κάνουν καριέρα.

Η μοίρα είχε άλλα σχέδια γι’ αυτούς — και δεν άργησε να τα φανερώσει. Λίγες μέρες αργότερα ξεκινούν τα γεγονότα του Γαλλικού Μάη. Η γενική απεργία δεν επηρεάζει τους ίδιους, που προσπαθούν να αγνοήσουν τα γεγονότα. Το εργοστάσιο κοπής δίσκων κλείνει λόγω της γενίκευσης της εξέγερσης των Γάλλων φοιτητών, αλλά προλαβαίνει να τυπώσει το δισκάκι τους — το τελευταίο πριν την παύση. Η θεά τύχη φαίνεται πως έχει επενδύσει σε αυτούς.

Αν και οι ίδιοι δεν συμμετείχαν σε καμία πορεία, το τραγούδι τους γίνεται σύμβολο της εξέγερσης και ακούγεται σε όλες τις διαδηλώσεις. Ο λόγος είναι απλός: όλοι είχαν μαζί τους τρανζιστοράκια για να ακούν τις ειδήσεις, και οι γαλλικοί σταθμοί το μετέδιδαν συνεχώς. Ο τίτλος του τραγουδιού δημιουργούσε συνειρμούς στη διαμαρτυρόμενη νεολαία: το Rain συμβόλιζε τα δακρυγόνα που έπεφταν βροχή από τις δυνάμεις καταστολής, και το Tears τα δάκρυα των αποφασισμένων φοιτητών που προκαλούσαν τα χημικά.

Οι ίδιοι απλώς συνέχιζαν να παίζουν στο μικρό club — αλλά πλέον με μια τεράστια ουρά να σχηματίζεται στην είσοδό του. Και το σύνθημα που ηχούσε ήταν ο τίτλος του τραγουδιού:

Rain and Tears!!!



Jacek Henryk Maniakowski

          

      

FULLHOUZE



Όποιος αγαπά τα live και την ροκ, σίγουρα το όνομα FULLHOUZE δεν του ξενίζει, κάθε άλλο, του φέρνει ένα μεγάλο χαμόγελο.... που συνοδεύεται συνήθως από ελαφρύ κούνημα κεφαλής πάνω κάτω, σήκωμα φρυδιών και ένα σιγοψυθίρισμα, σχεδόν ερωτικό: ναι ναι ...τους έχω δει. Αυτό φυσικά δεν είναι κανένας χαιρετισμός Χιπ-χοπ -αδων, αλλά ένα συναίσθημα που μένει σε όποιον τους έχει δει έστω και μια φορά, σαν το πιτσιρικά που δεν ξεχνάει την πρώτη του επαφή με το τεράστιο μπολ με παγωτό σοκολάτα. Και κάπως έτσι είναι οι FULLHOUZE για κάθε ροκά που ξεχνάει να μεγαλώσει και live τους είναι ακριβώς ότι ένα μπολ παγωτό......ΔΕΝ ξεχνιούνται. Είναι ένα συγκρότημα έτοιμο να δώσει, όχι να πουλήσει, να δώσει, χωρίς καμιά περιστροφή όλο τον εαυτό τους στην σκηνή. Άνετα στέκουν δίπλα σε ονόματα όπως DR. FEELGOOD, NINE BELOW ZERO, PAVLOV 'S DOG, SNOWY WHITE και NELLY TRAVIS. Από μεγάλα φεστιβάλ, όπως το TOTAL FLAME festiva της Μόσχας, αλλά και μπορείς να τους δεις σε κάποιο στέκι της πόλης να στριμώχνονται ανάμεσα στους πολυπληθείς θαμώνες, χωρίς κανένα ίχνος ενόχλησης και απόλυτα ....cool.
Ωραίος ο πρόλογος, αλλά ποιοι είναι στην ουσία οι FULLHOUZE??? Σχηματίστηκαν το Μάρτιο του 2001 στη Θεσσαλονίκη και συνεχίζουν ακάθεκτοι έως σήμερα να παίζουν rock 'n' roll. Με αναρίθμητα live στα περισσότερα stage της πόλης, αλλά και σχεδόν σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα, καθώς και δύο μηνιαίες περιοδείες στα νησιά των Κυκλάδων (2004, 2007) έχουν δημιουργήσει το δικό τους κοινό. Βασισμένοι στις ρίζες της μουσικής του Νότου της Αμερικής (Southern Rock, Blues, Rock 'n' Roll) έχουν διαμορφώσει το δικό τους προσωπικό ήχο και ένα ιδιαίτερο στυλ παιξίματος. Το αποτέλεσμα είναι το πρώτο τους άλμπουμ “Streets of town”, που κυκλοφόρησε σαν ανεξάρτητη παραγωγή τον Μάρτιο του 2012.
Η σύνθεσή τους έχει ως εξής:
Πάνος Δούκας (φωνή)
Γιώργος Κερατσόπουλος (ηλ. κιθάρα)
Μίλτος Βελούκας (ηλ. κιθάρα),
Γιώργος Αθανασιάδης (Fender μπάσο)
Βασίλης Κουτής (τύμπανα)
Οι FULLHOUZE δημιουργούν μια ζεστή ατμόσφαιρα και πετυχαίνουν την αυθόρμητη συμμετοχή του κοινού, μετατρέποντας κάθε βραδιά σε ένα rock party. Κρατώντας την παράδοση του Rock 'n' Roll , προβάλουν σαν το ατού τους τις ζωντανές εμφανίσεις και προσοχή!!!!!!!.... τα live τους μπορούν να προκαλέσουν εθισμό....... σαν ένα μπολ με παγωτό!!!

Paradise Lost



Συγκρότημα που θα έπρεπε να είναι πέραν πάσας σύγκρισης, αν μη τι άλλο γιατί κατάφερε, για πρώτη φορά, να συνδυάσει το metal με το gothic!
Μέχρι και το 1990 λοιπόν αυτά τα δύο είδη μουσικής ήταν τελείως άσχετα μεταξύ τους και έρχεται το album "Gothic" να ανατρέψει τα πάντα. Τα doom/death metal χαρακτηριστικά της μπάντας από το Halifax ενσωματώνουν με τον καλύτερο τρόπο μελωδικά gothic στοιχεία. Σταδιακά αλλάζει και τον τρόπο που τραγουδά ο Nick Holmes... από κραυγές βγαλμένες θαρρείς από τα Τάρταρα γίνεται πιο καθαρή η φωνή.
Εκεί βέβαια είναι που αρχίζει το μπέρδεμα και μπλέκονται με ηλεκτρονικούς ήχους, βγάζοντας τέσσερις δίσκους που δίχασαν το κοινό. Λίγο τους αποδιοργάνωσε η ΕΜΙ με την οποία υπέγραψαν συμβόλαιο, λίγο οι Depeche Mode με τους synthy ήχους που για ανεξήγητο λόγο αποφάσισαν να τους έχουν ως πρότυπο, δεν άργησαν να πέσουν σε... ηλεκτρονικές παγίδες.
Ένα εξώφυλλο στάθηκε η αφορμή να επιστρέψουν σ' αυτό που ξέρανε να κάνουν καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του "Draconian Times", βρισκόμαστε ήδη στο 1995, ο Greg Mackintosh  - ο ένας από τους δύο κιθαρίστες -  διαβάζει στο περιοδικό που τους απεικόνιζε: "Paradise Lost - The Kings of Hair Metal". Το σοκ ήταν δυνατό και σκληρό... Αυτό που διάβασε δεν είχε απολύτως καμία σχέση με αυτό που είχαν στο μυαλό τους. Η απόφαση πάρθηκε ακαριαία ως προς την αλλαγή στο στυλ σε όλα τα επίπεδα... ευτυχώς!
23 Απριλίου του 2012 κυκλοφόρησε η τελευταία τους δουλειά, το "Tragic Idol", για την οποία ο Holmes δήλωσε πως αφορά στην ομορφιά και την αθωότητα της νιότης, καθώς η πλεονάζουσα δουλοπρεπής κολακεία - απόρροια της ενηλικίωσης - τρώει τον άνθρωπο από μέσα, κάνοντάς τον άσχημο, κάνοντάς τον να μη μπορεί να αναλογιστεί τη μηδαμινότητα του σε σχέση με τη "Μεγάλη Σκηνή" του Σύμπαντος... κάνοντάς τον να χάνει την ουσία και την ισορροπία...
Ο δίσκος αυτός έχει κλασσικό (πλέον) doom/metal ήχο, πιο μελωδικό με πολλά κιθαριστικά σόλα. Είναι ο πρώτος δίσκος με τον Adrian Erlandsson στα τύμπανα, ενώ τα υπόλοιπα δύο μέλη του group, κατόπιν κάποιων ελάχιστων αλλαγών από την αρχική σύνθεση, είναι ο Aaron Aedy, δεύτερη κιθάρα και ο Steve Edmondson στο μπάσο.
Μαρία Αναστασοπούλου