Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Manic Street Preachers. - Rewind the Film


Η παλαιά Μεγάλη Βρετανία και νυν Ηνωμένο Βασίλειο, είναι μια αστείρευτη  μουσική πηγή. Η μεγαλόνησος, μαζί με τις ΗΠΑ είναι οι βασικοί δημιουργοί μουσικών ρευμάτων, αλλά καλλιτεχνών. Όμως η Βρετανία δεν είναι ενιαίο, εθνολογικά, αλλά και   μουσικά, κράτος. Η Ουαλία είναι ένα έθνος, που προέρχεται από την την Ρωμαϊκή Βλαχία, απ΄όπου και προέρχεται και το όνομά της. Οι ίδιοι δεν θεωρούνται Άγγλοι, αλλά και ούτε συγγενής λαός τους. Η εθνολογική τους διαφορετικότητα φαίνεται και στην μουσική τους παράδοση. Η ίδια η ροκ μουσική έχει αρκετές διαφοροποίησεις από την Αγγλική σκηνή, προσφέροντας πάντα μοναδικές μελωδίες. Και ένας άξιο αντιπρόσωπος αυτής της σκηνής είναι οι Manic Street Preachers. 
Το συγκρότημα από το  Blackwood, μετρά το 2013 27 χρόνια ζωής και 21 χρόνια δισκογραφίας. Οι κυκλοφορίες των James Dean Bradfield (lead vocals, lead guitar), Nicky Wire (bass guitar, lyrics) και Sean Moore (drums), από τους οποίους αποτελείται η μπάντα, είναι τακτικές και πάντα, από αριστουργηματικές ως πολύ αξιόλογες. Οι συνθέσεις τους που καταγράφονται στα 10  άλμπουμ τους, είναι πάντα γεμάτα μουσικό βάθος, αλλά κυρίως λυρικό. Και το ενδέκατο άλμπουμ τους δε μπορούσε να ξεφύγει από τον λυρισμό τους, που είναι διάχυτος σε κάθε στίχο και κάθε νότα τους. Η Alternative rock μπάντα δεν διστάζει να περιπλανηθεί και σε άλλα μουσικά μονοπάτια, από σκληρές εκφράσεις της ροκ ως και κλασική μουσική. 
Μετά από το τελευταίο τους άλμπουμ του 2010, το Postcards from a Young Man, το ενδέκατο Rewind the Film κυκλοφορεί στις 16 Σεπτεμβρίου του 2013, με το δωδέκατο να είναι ήδη έτοιμο για να κυκλοφορήσει μέσα στο 2014 και θα λέγεται Futurology. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε ανάμεσα  στα Rockfield Studios του Monmouthshire και Hansa Studios του Βερολίνου, με τον Alex Silvaνα συμμετέχει μαζί με την μπάντα στην παραγωγή. Το άλμπουμ  είναι ένα δείγμα ωριμότητας στην μουσική σύνθεση, αλλά και ένα πισωγύρισμα στο πέμπτο τους άλμπουμ το This Is My Truth Tell Me Yours, στο οποίο βρίσκεται και το τραγούδι που τους χάρισε και ρεκόρ Γκίνες. Το "If You Tolerate This Your Children Will Be Next" , είναι το το τραγούδι με τον πιο μακροσκελή τίτλο που κατέκτησε την κορυφή των βρετανικών charts. 
Τον Μάιο του 2013, το συγκρότημα ανακοίνωσε ότι έχει έτοιμα 35!!! τραγούδια και έχει ξεκινήσει η διαδικασία της ηχογράφησης. Το νέο τους άλμπουμ είναι ένα μέρος από αυτά και μάλιστα το πιο μελωδικό, ασυνήθιστα ακόμα και για τους ίδιους τους  Manic Street Preachers. Τα τραγούδια έχουν πολλές ενορχηστρώσεις αλλά και οι συνεργασίες τους είναι αρκετές. Υπάρχει επίσης, ελάχιστη χρήση της ηλεκτρικής κιθάρας. Η μουσική όλων των τραγουδιών ανήκει στους  James Dean Bradfield και Sean Moore, ενώ οι στίχοι στον  Nicky Wire. Αναλυτικά:
Το άλμπουμ ξεκινά με το "This Sullen Welsh Heart" (featuring Lucy Rose), ένα λιτό και μελωδικό τραγούδι που ουσιαστικά στηρίζεται στα φωνητικά της Lucy Rose και του Dean Bradfield, με την ακουστική κιθάρα να τους συνοδεύει διακριτικά. Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν μαγευτικό. Το δεύτερο "Show Me the Wonder", είναι το πρώτο σινγκλ τους και μάλλον εγγυημένο hit. Ξεκινάει με πνευστά, τα οποία κυριαρχούν σε όλο το τραγούδι. Ιδανικό για ευχάριστο πρωινό ξύπνημα. Το τρίτο "Rewind the Film" (featuring Richard Hawley) είναι και η δεύτερη τους συνεργασία με το μέλος των Pulp. Είναι το πιο μεγάλο σε  διάρκεια τραγούδι. Μελαγχολικό και αργό σαν νανούρισμα, στην αρχή. Στην διάρκεια ανεβάζει την ένταση, για να να ξαναπέσει πάλι. Τα ορχηστρικά μέρη είναι ισάξια του Phil Spector με το μαντολίνο(υποθέτω) να το συνοδεύει σε όλη την διάρκεια. Ένα τραγούδι μεγαλειώδες. Στην συνέχεια το "Builder of Routines"  μας πάει κάπου στην δεκαετία του '70, θυμίζοντας μια καλή ροκ μπαλάντα. Η τρίτη και τελευταία συνεργασία τους, το "4 Lonely Roads" (featuring Cate Le Bon). Η Cate Le Bon αναλαμβάνει τα φωνητικά δημιουργώντας ένα ευχάριστο και σχεδόν pop τραγούδι. Το πρώτο μισό τελειώνει με το "(I Miss the) Tokyo Skyline"  ένα μάλλον εύκολο τραγούδι που άνετα μπορεί να σου "κολλήσει", η ηλεκτρική κιθάρα κάνει μια διακριτική εμφάνιση και κλείνει με βιολί.
Στην συνέχεια το "Anthem for a Lost Cause"  με τα ορχηστρικά να κυριαρχούν και τα πνευστά να δίνουν ακόμα πιο όμορφο τόνο στο τραγούδι. Αν και το τραγούδι κάτι μου θυμίζει, από τα κάποια παλιά τους σύνθεση, δεν αποτελεί αυτό μειονέκτημα. Το όγδοο "As Holy as the Soil (that Buries Your Skin)" είναι μια ρυθμική σύνθεση, αλλά πάντα στο χαμηλό τέμπο με τα πνευστά πάντα παρόντα, αλλά σε πιο διακριτό ρόλο. Το επόμενο "3 Ways to See Despair"  δεν ανεβάζει τέμπο, αλλά ακούγεται σαν πιο ροκ με ηλεκτρική κιθάρα να κάνει την εμφάνιση της σε πρωταγωνιστικό ρόλο και με ένα διακριτικό σόλο. Στην συνέχεια το "Running Out of Fantasy"  σαν ένα όμορφο νανούρισμα, με σεμνή συμμετοχή πιάνου και ακουστική κιθάρας, μένει στο ύφος όλου του δίσκου. Το προτελευταίο "Manorbier"  ξεκινάει σαν μουσική επένδυση ταινίας μυστηρίου με τα πλήκτρα και την ακουστική κιθάρα να εναλλάσσονται στο προσκήνιο. Το σχεδόν ινστρουμένταλ μουσικό κομμάτι είναι υπόδειγμα ευρηματικής παραγωγής. Το μουσικό ταξείδι στην τελευταία δημιουργία τους τελειώνει με το "30-Year War" , πιο κοντά στο κλασικό τους ύφος σύνθεση, μουσικά τουλάχιστον δημιουργεί εικόνες μιας πολύ αισιόδοξης διάθεσης. 
Σε γενικές γραμμές είναι ένα καταπληκτικό άλμπουμ, που θα γοητεύσει ακόμα και οπαδούς της πιο σκληρής πλευράς τους. Η κάθε σύνθεση δημιουργεί πολύχρωμες εικόνες, διαφορετικές μεταξύ τους. Μια πολύ ποιοτική κυκλοφορία, που δείχνει μουσική ωριμότητα της μπάντας, αλλά και την τόλμη τους να μπαίνουν σε διαφορετικά μουσικά μονοπάτια. Οπωσδήποτε το συνιστώ.... 

Manic Street Preachers - Ocean Spray


Όλοι μας παρομοιάζουμε κάποιες καταστάσεις και εσωτερικά βιώματα με κάποια εξωτερικά ερεθίσματα. Αυτό μπορεί να είναι κάποια εικόνα, μουσική ή ακόμα και μυρωδιά. Λιγότερες φορές μπορεί να είναι κάποιο αντικείμενο ή προϊόν, που μας θυμίζει κάποια κατάσταση, ακόμα και πρόσωπο. Στην ποίηση η παρομοιώσεις τέτοιου τύπους είναι αρκετά συχνές και η μνήμη κάποιων προσώπων ανακαλείται μέσω αναφοράς κάποιου αντικειμένου. Αλλά είναι ελάχιστες περιπτώσεις που ένα προϊόν είναι να υμνηθεί ένα πρόσωπο και μάλιστα να γίνει και τίτλος τραγουδιού. 
Ο  James Dean Bradfield, κιθαρίστας και τραγουδιστής των Manic Street Preachers, στο στιχουργικό του ντεμπούτο, εμπνεύστηκε από ένα βιταμινούχο χυμό, το Ocean Spray για το ομώνυμο τραγούδι. Η μουσική του τραγουδιού δημιουργήθηκε από τα υπόλοιπα δύο μέλη της μπάντας, τους  Sean Moore και Nicky Wire και βρίσκεται στο έκτο τους άλμπουμ το Know Your Enemy. Ocean Spray ουσιαστικά είναι μια εταιρία, που δημιουργήθηκε το 1930 στο  Hanson της Massachusetts, από τρεις καλλιεργητές cranberry που ήθελαν να επεκτείνουν τις πωλήσεις των προϊόν τους. Ο Marcus L. Urann, επικεφαλής τους δημιούργησε μια συνταγή για έναν χυμό από αυτό το είδος βατόμουρο κάνοντάς την παγκόσμια γνωστή με πάνω από 600 υποκαταστήματα. 
Ο χυμός αυτό είναι πολύ δημοφιλής στην Βρετανία και στην Ιρλανδία. Αποτελεί βασικό προμηθευτή τον νοσοκομείων, μιας που θεωρείται πολύ ωφέλιμος για τον οργανισμό. Αυτό ακριβώς επικαλείται ο στιχουργός δίπλα στο κρεβάτι της μητέρας του που έκανε θεραπεία για τον καρκίνο. Τελικά κατέληξε, αλλά ο Bradfield ήταν δίπλα της ως την τελευταία στιγμή. Και ο στίχος "Oh, please stay awake and then we can drink some Ocean Spray" περιγράφει την επιθυμία του. Τα λόγια που ξεκινάνε το τραγούδι "Me-totemo-utsukushi-i-desu-ne totemo-utsukushi-i-me-wo-shitemasu" είναι του φωτογράφου Mitch Ikeda, που στα Ιαπωνικά σημαίνουν "Ω έχεις πολύ ωραία μάτια"
Το 2008 όμως. δήλωσε πως είχε αρκετές αμφιβολίες αν θα έπρεπε τα συναισθήματα του για το θάνατο της μητέρας του να τα μετατρέψει σε στίχο.
 Jacek Maniakowski


Franz Ferdinand - Take Me Out.


Αν και στην ζωή τα πάντα ενώνονται και σχετίζονται μεταξύ τους, ή έννοια της μοναξιάς  είναι αυτή που κυριαρχεί μέσα στους ανθρώπους. Κι αυτό ίσως,  λόγω του γεγονότος ότι ο άνθρωπος είναι από τις ελάχιστες οντότητες που έχει την αντίληψη του εαυτού του. Αυτό τον κάνει πολύ εύκολα κρύβεται, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, από τους άλλους ανθρώπους ή από το περιβάλλον τους. Και πάντα να είναι έτοιμος να βλάψει όποιον, θεωρητικά κατά σχεδόν απόλυτο ποσοστό, τον απειλεί στην κρυψώνα του. Κυριολεκτικά αυτή μπορεί είναι η περιγραφή ενός ελεύθερου σκοπευτή. 
Οι  Franz Ferdinand ονομάστηκαν από τον αρχιδούκα τη Αυστρίας, δηλ. από ένα άλογο κούρσας που είχε αυτό το όνομα. Αλλά το άλογο ονομάστηκε από τον Αυστριακό αριστοκράτη, που η δολοφονία του ήταν αφορμή να ξεκινήσει ο πιο απάνθρωπος πόλεμος που γνώρισε η ανθρωπότητα. Και τον αρχιδούκα τον σκότωσε ο ένας ελεύθερος σκοπευτής.  Και για έναν τέτοιο μιλάει μάλλον, το δεύτερο σινγκλ από το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ, το Take Me Out. Η δημιουργία των Alex Kapranos και Nicholas McCarthy, δεν είναι ακριβώς ξεκάθαρη ως προς  το λυρικό μέρος της και ερμηνείες είναι αρκετές.
Αυτό όμως που παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον είναι το βιντεοκλίπ του τραγουδιού. Ουσιαστικά είναι μάθημα εικαστικών ρευμάτων του μεσοπολέμου, αναμειγμένο με τον σουρεαλισμό των Monty Python. Η σκηνοθεσία του ανήκει στον Jonas Odell, αν και η ιδέα γι αυτό ήταν όλου του γκρουπ. Το στοιχείο του ντανταϊσμού ανακατεύεται με δισδιάστατες και τρισδιάστατες εικόνες, δημιουργώντας ένα νευρικό κολάζ από αυτές. Η βασική τους πηγή ήταν οι ταινίες του Busby Berkely, της δεκαετίας του '30, αλλά και οι σοβιετικές αφίσες που προπαγάνδιζαν το νέο κομμουνιστικό καθεστώς. Και αυτές ήταν το αποτέλεσμα του υπερβατικού στρουκτουραλισμού, που ανθούσε στην νέο-σύστατη Σοβιετική Ένωση. Ουσιαστικά ήταν η τύχη και ο δημιουργός του βιντεοκλίπ, που μπορούσε να πραγματοποιηθεί τέτοιο βίντεο, χωρίς το κόστος του να φτάσει δυσθεώρητα ύψη.
Το εξώφυλλο του σινγκλ είναι μια αντιγραφή του έργου του Rodchenko, "One-Sixth Part of the World". Το τραγούδι είχε συμμετοχή σχεδόν σε κάθε είδους εμπορική δραστηριότητα, που περιλαμβάνει μουσική επένδυση. 

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Sóley


Ο βασικός κανόνας ενός πληροφοριολάγνου είναι να ερευνήσει και να εμβαθύνει σε κάτι, που επιμένει ένας φίλος σου να προβάλει. Και μετά από μια μικρή πρώτη έρευνα, όταν διαπιστώνεις ότι, αυτό το κάτι προέρχεται από την Ισλανδία, μια χώρα σχεδόν αυτόνομη πολιτισμικά και απλά τυπικά ανήκει στην Ευρώπη και στις Σκανδιναβικές χώρες. Αλλά πάνω απ' όλα έχει μια όμορφη μελωδία, τότε αποκτά ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον. Το πιο πρόσφατα κατοικήσιμο νησί, μουσικά είναι ευρεία γνωστό για την Björk Guðmundsdóttir ή καλύτερα σκέτο Björk. Ίσως σε οπαδούς της σκληρής μουσικής και για κάποια άλλα σχήματα. Αλλά η πρωτοπόρα σε πολλά θέματα, νησιώτικη χώρα  θέλει να γίνει μουσικομάνα και να τοποθετήσει τον εαυτό της στον μουσικό χάρτη.
Η πιο πρόσφατη απόδειξη για αυτό το εγχείρημα αποτελεί μια εξίσου παράξενη μουσική φυσιογνωμία με την προαναφερθείσα καλλιτέχνιδα, την Sóley Stefánsdóttir ή καλύτερα σκέτο Sóley. Μέσα πια στην τρίτη δεκαετία της ζωής της, η διοπτροφόρος πολυ-μουσικός, δεν ονειρευόταν από μικρή να τραγουδήσει ή να κάνει μουσική καριέρα, αλλά ακόμα περισσότερο, δεν πίστευε, ότι μπορούσε να τραγουδήσει. Η πρώτη μουσική της απόπειρα ήταν σε μια μουσική κολεκτίβα του  Sindri Már Sigfússon, τους Seabear, όπου κλήθηκε να τραγουδήσει. Ο Indie folk, Indie pop ήχος τους ταίριαξε με την φωνή της, που άρχισε με τον καιρό να λύνεται. 
Μετά από δύο άλμπουμ μαζί τους, το 2010 αποφάσισε να κάνει τα δικά της μουσικά βήματα. Και όπως αποδείχτηκε η απόφασή της ήταν και η σωστή. Με λιτό ήχο και μια γλυκύτητα στις συνθέσεις της, δάμασε τις νότες με τρόπο, που θυμίζει κάποιο παραμύθι με νεράιδες. Αν και η ίδια, όπως και η Björk, μοιάζει περισσότερο σαν κάτοικος της χώρα των ξωτικών, τα βήματα της έχουν σταθερά πατήματα. Και το πρώτο έγινε με ΕΡ Theater Island, που περιλάμβανε 6 τραγούδια. Αμέσως την επόμενη χρονιά, το 2011 κυκλοφόρησε και το πρώτο της ολοκληρωμένο άλμπουμ το 'We Sink'. Πάντα με το ένδυμα της  Indie folk/Indie pop, δάμασε με τον πιο ήπιο τρόπο διάφορους ήχους και τους ταίριαξε αρμονικά με με τις νότες της. 
Σε γενικές γραμμές η μουσική της εκπέμπει ποίηση και μελωδία. Δυστυχώς οι ζωντανές τις εμφανίσεις είναι σπάνιες. Από το Φεβρουάριο του 2013 έχει μετακομίσει στο νέο της στούντιο και ετοιμάζει το νέο της άλμπουμ, πάντα στην πατρίδα της, ψάχνοντας για σουρεαλιστικές εικόνες και ότι πιο παράξενο για να μας ταξειδέψει με καινούργιες συνθέσεις σε κάποια καινούργια χώρα των ξωτικών. 
 Jacek Maniakowski 


Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Missing Pulse


Η επιστήμη λύνει τα προβλήματα με εργαλείο την γνώση που έχει αποκτήσει. Η παρατήρηση και πειραματισμός είναι τα μέσα απόκτησης της. Αλλά όσο και περισσότερες πληροφορίες  έχει, πάντα θα υπάρχει ένα τυφλό σημείο και ένα άλυτο πρόβλημα. Η μουσική, σαν αναπόσπαστο μέρος της τέχνης γενικά και μιας έκφρασης της φύση, που σιχαίνεται τα κενά, βρίσκει πάντα κάποιον τρόπο να τα καλύπτει. Η μουσική έχει σαν βάση της την δόνηση και εργαλεία της τις 7 νότες, ουσιαστικά 5. Κάθε της παλμός καλύπτει κάποιο κενό, κάθε χαμένος παλμός αναγεννιέται ενσαρκωμένος σε κάποιον καινούργιο......
Αυτός που θα προσέξει και θα αναπληρώσει τον χαμένο παλμό ή αυτό που λείπει γενικά από κάποια μουσική σκηνή είναι ο μουσικός. Και όταν έχεις να κάνει με δυο πραγματικά ταλαντούχους μουσικούς, αλλά και φίλους, το κενό αναπληρώνεται πολύ πιο εύκολα. Και αυτό είχα στο μυαλό τους οι  Κ. Χατζημηλιούδης (vocals/ rythm guitar) και Λ. Μαρκαντωνάτος (guitar/ b. vocals) όταν δημιούργησαν τους  Missing Pulse. Οι δύο τους ξεκίνησαν σαν ντουέτο από το 2003 να εμφανίζονται στις μουσικές σκηνές της Θεσσαλονίκης. Σαν μουσικοί παρατηρητές, διαπίστωσαν πως λείπει κάτι από την σκηνή αυτή, κάποιος χαμένος παλμός. Οι ίδιοι αποφάσισαν να τον αναπληρώσουν και αυτή η ιδέα στάθηκε σαν έμπνευση για το βάπτισμα της μπάντας τους. 
Μέσα στην πολύχρονη πορεία τους, έκαναν τις εμπειρίες και τα βιώματά τους τραγούδια, με ήχο που δεν έχει ακουστεί ιδιαίτερα από ελληνικές μπάντες. Οι συνθέσεις τους δεν χρειάζονται σύγκριση με ξένες μπάντες, ο καθαρά Alternative Rock ήχος τους "φωτίζεται" από μια ξεχωριστεί προσωπικότητα. Δεν ακούς τραγούδια που "κάτι σου θυμίζουν" . Οι έξι συνθέσεις τους, που έχω στα χέρια μου, δημιουργούν ένα αξιόλογο άλμπουμ, αν σίγουρα θα χρειαστούν κάποια καλύτερη παραγωγή με περισσότερο όγκο στις πολύ καλές συνθέσεις τους. Με το πρώτο άκουσμα μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς πως πρόκειται για πολύ ταλαντούχους μουσικούς. 
Το 2012 τους βρίσκει πλέον σαν μια ολοκληρωμένη μπάντα με την προσθήκη των Π. Ιωαννίδη bass και Κ. Αθανασάτο drums. Στις ζωντανές εμφανίσεις του περιλαμβάνονται cover τραγούδια, που αναμειγνύονται με τα δικά τους 1100 in fly, Between For Free, I am for You, My blood, Satisfy You και The River, με αρμονία. Συνεχίζουν να δημιουργούν νέες συνθέσεις και περιμένουμε από αυτούς το ντεμπούτο άλμπουμ τους. 

Paul Simon - I Am a Rock


Ο κόσμος μας είναι μια ψευδαίσθηση, ένα Matrix δημιουργημένο από τους ίδιους μας. Στην ουσία κινούμαστε ανάμεσα στο πως βλέπουμε εμείς τους εαυτούς μας και πως μας βλέπει ο περίγυρος  μας και αυτό, κατά κάποιον τρόπο ονομάζουμε πραγματικότητα. Στην ροκ μουσική τα πάντα μπορούν να γίνουν, ειδικότερα στα τραγούδια, αλλά πολύ περισσότερα στην σκηνή και ο καθένας μπορεί να γίνει, έστω και για λίγο ροκ. Απλά φτάνει να το δηλώσει. Όμως δεν είναι όλοι που δηλώνουν ροκ, λέγοντας απλά I Am a Rock. Η λέξη σημαίνει πέτρα, και καμιά φορά, στα τραγούδια αυτή είναι και η σημασία της και ούτε  κανένα είδος μουσικής, αλλά ούτε κάποιος τρόπος ζωής. 
"I Am a Rock" δηλώνει ο Paul Simon, των Simon & Garfunkel, στο πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, το The Paul Simon Songbook του 1965 και ανοίγοντάς το. Όμως, με την δημιουργία του δε θέλει να δείξει την μουσική του κατεύθυνση, επιμένοντας στο Folk και διακριτικά φλερτάροντας με Folk rock. Το τραγούδι δεν συμπεριλήφθηκε στο πρώτο άλμπουμ του ντουέτου, το  Wednesday Morning, 3 A.M, που κυκλοφόρησε έναν χρόνο νωρίτερα. Ο βασικός λόγος είναι ότι, ακόμα δεν είχε γραφτεί το τραγούδι και ο πειραματισμός του με το Folk άρχισε μετά την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ τους. 
Ο συμβολισμός του τίτλου είναι η απομόνωση και εσωστρέφεια. Ο στίχος  "I am a rock, I am an island," επεξηγεί καλύτερα την σημασία του. Αντίθετα από ότι φαίνεται, οι στίχοι δεν είναι αυτοβιογραφικοί, απλά ήθελε να δημιουργήσει ένα τραγούδι χιτ. Θα χρησιμοποιήσει την λέξη  "Rock" με την ίδια σημασιολογία και αργότερα στο "Loves Me Like A Rock." το 1973. Ο κιθαρίστας στην ηχογράφηση του τραγουδιού ήταν ο  Ralph Casale, από τους πιο γνωστούς sessions μουσικούς της εποχής. Ο παραγωγός του  Ο παραγωγός ήθελε να πετύχει έναν ήχο παρόμοιο με τους Byrds και οι sessions μουσικοί ήταν εξοικειωμένοι με τις επιτυχίες της εποχής. Για να το πετύχει ο κιθαρίστας χρησιμοποίησε μια ηλεκτρική δωδεκάχορδη κιθάρα. 
 Jacek Maniakowski

Peter Gabriel - Games Without Frontiers


Η μουσική σε σκοτεινούς καιρούς, πάντα αποτελεί μια σχεδία διάσωσης της ιστορίας και ιδιαίτερα η ροκ έδωσε και συνεχίζει να δίνει πολλά τέτοια δείγματα. Στον μεσαίωνα ήταν οι βάρδοι, αλλά στην δικοί μας εποχή η ροκ μουσική  κάνει αρκετά πρόσωπα και ιστορικά γεγονότα γνωστά στο ευρύ κοινό, μέσα από το λυρικό μέρος των τραγουδιών. Ο Peter Gabriel, μετά την φυγή από τους Genesis, ανέπτυξε μεγάλη πολιτική (την καλώς εννοούμενη) και πολιτισμική δράση. Κάτι που στις πραγματικές τους έννοιες, δεν αποτελεί καμιά αντίθεση. Και απόδειξη γι αυτό είναι τα ίδια τα τραγούδια του, μεταξύ των άλλων και το Games Without Frontiers, το πρώτο του χιτ.
Η δημιουργία του ίδιου, από το τρίτο και ομώνυμό του άλμπουμ του 1980, είναι ένα μάθημα ιστορίας με σαρκαστικό τίτλο. Ο τίτλος είναι παρμένος από τα γνωστά "Παιχνίδια Χωρίς σύνορα" ή όπως είναι αυθεντικό όνομα στα γαλλικά Jeux Sans Frontières. Αλλά στην ουσία αναφέρεται σε παιχνίδια πολέμου, μιας και το παιχνίδι με τα πολύχρωμα κοστούμια που φορούν οι παίχτες, έχει έντονα εθνικά στοιχεία και κάποιους ακόμα και εθνικιστικά. Και με αυτήν την παρομοίωση θέλει δείξει τον παιδαριώδη πατριωτισμό, που προκαλεί σε όλη την διάρκεια της ιστορίας, συνεχείς εθνικιστικούς πολέμους στην Ευρώπη. Ο στίχος  "Games without frontiers, war without tears" είναι αρκετά περιεκτικός. 
Τα ονόματα κάνουν παρέλαση στους στίχους. Το Lin Tai Yu, είναι ένας χαρακτήρας από μια κλασική κινέζικη νουβέλα την  Dream of the Red Chamber, αλλά μπορεί και στον Nguyen Thieu, πρόεδρο του Νοτίου Βιετνάμ κατά τη σύγκρουση με το Βόρειο. Η Chiang Ching  είναι η σύζυγος του παλιού Κινέζου προέδρου Μάο, "εφευρέτη" της πολιτιστικής επανάστασης που κόστισε την ζωή σε πάνω από 30 εκατομμύρια ανθρώπους. Αλλά μπορεί και στον  Chiang Ching-kuo, γιο του αντίπαλου του Μάο,  Chiang Kai-shek, πρόεδρου της χώρας πριν από αυτό και αργότερα του εθνικιστικού Ταϊβάν. Ο Andre πιθανόν να είναι ο Andre Malraux (1901-1976), Γάλλος πολιτικός και συγγραφέας του  βιβλίου Man's Fate, που μιλούσε για την κινέζικη επανάσταση. 
Ο στίχος "Suki plays with Leo, Sacha plays with Britt; Adolf builds a bonfire, Enrico plays with it."  αναφέρεται στον γνωστό Αδόλφο και την εισβολή των Ναζί στην Πολωνία το 1939. Αλλά και στον Enrico Fermi, πυρηνικό φυσικό και συνδημιουργό της καταστροφικής ατομική βόμβας. Τα ονόματα Sacha, ρώσικο χαϊδευτικό του Alexander και Britt από το  "Britain", αντιπροσωπεύουν τις Σοβιετική Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασαν στα πρόθυρα πολέμου οι δύο αυτές χώρες, κατά την ψυχροπολεμική περίοδο. 
Το τραγούδι γράφτηκε πριν το μποϊκοτάζ των Ολυμπιακών Αγώνων της Μόσχας το 1980, από τις ΗΠΑ και τους συνεταίρους τους. Ουσιαστικά αναφέρεται στου ενήλικες αθλητές των αγώνων που λειτουργούν σαν παιδιά σε αυτούς. Το γαλλικό  "Jeux Sans Fronteires." τραγουδάει η Kate Bush, που αργότερα θα συνεργαστεί με τον Peter Gabriel στο  "Don't Give Up". Τα σφυρίγματα που ακούγονται είναι από τους Steve Lillywhite, Hugh Padgham συμπαραγωγούς και τον ίδιο τον δημιουργό του τραγουδιού. 
 Jacek Maniakowski