Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα indie pop. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα indie pop. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Lia Hide - Daughter of Storm and Bad Wine

 

Η συνέπεια ενός βαρύ και δύσκολου χειμώνα είναι πάντα μια ανθηρή και όμορφη άνοιξη, αν καταφέρεις να επιβιώσεις. Το ίδιο και τα διαμάντια, όμως είναι αποτέλεσμα μιας πύρινης διαδικασίας μεταστοιχείωσης. Όπου η φωτιά εξαγνίζει από περιττά πράγματα αφήνοντας μόνο την ουσία, την λάμψη ενός διαμαντιού. Ενίοτε όμως, αντί της φωτιάς … το νερό της φωτιάς κάνει την ίδια δουλειά στον ψυχισμό, καίγοντας περιττά συναισθήματα και αφήνοντας την λάμψη της δημιουργίας να φανερώσει  το φως της.



  Η Lia Hide στο ΕΡ της Everyone seems to know who I am, καταλήγει να μας διηγηθεί με λίγους στίχους μια παρόμοια ιστορία στο Daughter of Storm and Bad Wine, που κλείνει και το ΕΡ.  Το τραγούδι γράφτηκε το καλοκαίρι του 2014 και ηχογραφήθηκε το 2016 για να κυκλοφορήσει έναν χρόνο αργότερα. Τα γεγονότα ξεκινάνε όμως στις Απόκριες του ίδιου του χρόνου της δημιουργίας του τραγουδιού και είναι αυτά που έγιναν και αιτία της δημιουργίας του.

«‘Eνα βράδυ, με πολύ κακό καιρό (storm), Απόκριες, έτυχε να έχω μια.. δασκαλίστικη έως και προσβλητική συζήτηση με έναν άνθρωπο ισχύος, στην μουσική βιομηχανία, της Ελλάδας πάντα, σε ένα μπαρ στην Αθήνα. Ήταν Απόκριες. Η μία κουβέντα έφερε την άλλη, και ήπιαμε πάρα πολύ. Μέσες άκρες, στην συζήτηση αυτή, μου αποδόθηκαν ή καλύτερα μου προσδόθηκαν οι επιθετικοί προσδιορισμοί (επιθετικότατοι) της ανεύθυνης, της άνευ κατανόησης της θέσης μου ( της ανυπαρξίας μου, δηλαδή ) της καλλιτεχνικής μου μάλλον ..  άνευ ενδιαφέροντος αναπνοής, της μουσικής μου α-παιδείας, και της φωνητικής μου ακαταλληλότητας να καταφέρω οτιδήποτε. Ναι, είμαι υπερβολική, γιατί αν η κουβέντα αυτή είχε  βιντεοσκοπηθεί, θα έμοιαζε ότι εγώ είχα πράξει μάλλον με απειρία, κυρίως γιατί είχα αποσβολωθεί και δεν απαντούσα σε καμία επίθεση, και πως ο άνθρωπος που μου τα.. έχωνε, προσπαθούσε να με συνετίσει. Μα δεν ήταν έτσι. Γιατί αν είχε βιντεοσκοπηθεί παράλληλα και όλο το δρώμενο που σκηνοθετήθηκε και αφέθηκε στην δική μου οργάνωση (μία συνεργασιακή συναυλία), αλλά και το καλλιτεχνικό μου δόσιμο, ολοκληρωτικά, σε αυτήν, θα φαινόταν ξεκάθαρα η εκμετάλλευση και η εξαπάτηση. Θυμάμαι τα κοροϊδευτικά «άκου να σου πω κοριτσάκι μου» με τα οποία ξεκινούσε η κάθε πρόταση, και τα «ποια νομίζεις, και πού νομίζεις ότι είσαι» με τα οποία τελείωνε» Αφηγείται η Lia.

Πολλοί μουσικοί επιχειρηματίες λειτουργούν σαν μεταστοιχείωση αρκουδιάρη, οποίος είχε την αρκούδα με χαλκά στην μύτη και αλυσίδα, δίνοντας παραγγελίες για το σαδιστικό κοινό που παρακολουθούσε την παράσταση. Σε συνδυασμό με ιδιοκτήτη περιθωριακού μπουζουκτσίδικου άλλων δεκαετιών, όπου ο/η καλλιτέχνης ήταν απλά κτήμα του.

Και συνεχίζει την διήγηση «Θυμάμαι πως γύρισα σπίτι μέσα σε ένα ταξί, και χωρίς να με χωράει ο τόπος – είπα στον οδηγό να με περιμένει, να με πάει σε ένα μπαρ όπου έπαιζαν μουσική, οι περισσότεροι από τους μουσικούς με τους οποίους είχε γίνει εκείνη η συναυλία (για την οποία, μόλις μου είχαν καταλογιστεί όλες οι ευθύνες για την καλλιτεχνική της αποτυχία – κατά τον άνθρωπο ισχύος, πάντα).»

Και κει το Bad Wine παίρνει την θέση του από το Storm «Πήρα μία αποκριάτικη μάσκα, για να κρύψω το βάψιμο μου που είχε καταρρεύσει, και να μπω στο αποκριάτικο πνεύμα της εποχής (η πρώτη δικαιολογία είναι η πιο ειλικρινής) και έφυγα για το μπαρ. Δεν θυμάμαι πόσα ποτά είχαμε πιεί στο πρώτο μπαρ της συνάντησης. Θυμάμαι ότι στο δεύτερο μπαρ έφτασα μισότρελη. Στην ουσία, είχε μόλις λήξει μία συνεργασία με μία μεγάλη εταιρεία, και πίστευα ότι είχα στην ουσία, τελειώσει, σαν ύπαρξη στην δισκογραφία (ο κακός σύμμαχος, το αλκοόλ). Θυμάμαι ότι στο δεύτερο μπαρ, ζήτησα ένα ποτήρι κρασί. Ήταν κακό κρασί, κόκκινο, και σε συνδυασμό με την δική μου πρότερη ουισκοποσία, και το ότι δεν είχα φάει τίποτα, το μυαλό μου παραδόθηκε στην μέθη, και το στομάχι μου έβραζε χολή.»

Μετά από πολυήμερο χανγκόβερ, ξεκίνησε η διαδικασία της εκκόλαψης του σπόρου της δημιουργίας: «Μετά ήρθε ο θυμός. Μήνες μετά, έχοντας ηρεμίσει πια, αποφάσισα ότι για καλό, δεν υπάρχει λόγος να έχω σχέση με αυτόν τον άνθρωπο και αυτόν τον χώρο, πλέον,  και ότι θα μπορέσω και χωρίς αυτούς (όπως μπορούσα και τόσα χρόνια, πριν, άλλωστε). History proved me right, of course  Άλλωστε και η ίδια η φύση αποδεικνύει ότι, δε μπορεί να ζει το λιοντάρι κρυμμένο και ο λαγός χωρίς το λαγούμι του.

Και συνεχίζει την διήγηση: «Και ένα βράδυ, απλά έπιασα την κιθάρα, που δεν είναι ο κύριος σύμμαχος μου στην τραγουδοποιία, συνήθως, αλλά το πιάνο και το κομμάτι βγήκε μία κι έξω. Χωρίς κανένα κόμπιασμα, χωρίς καμία αλλαγή σε στίχο, χωρίς κανένα πισωγύρισμα. Ο στίχος “call me irresponsible, I just took a life” αφορά αυτή ακριβώς την στιγμή που, καθόμουν αποσβολωμένη κι άκουγα ένα σωρό ευθύνες να μου αποδίδονται, λες και είχα σκοτώσει άνθρωπο, από ένα άνθρωπο που κάποτε, θεωρούσα έως και άξιο θαυμασμού.  Με τρόμαξα πολύ εκείνο το βράδυ, θέλησα να μου κάνω κακό, δεν έβλεπα διέξοδο πουθενά, το μόνο που ξεδιάλυνε λίγο το θολό και κουρασμένο μυαλό μου, ήταν οι σκέψη των γονιών μου (εξ ου και οι αναφορές σε αυτούς στο τραγούδι μου) και πόσο θα τους απογοήτευα, αν, μου έκανα κακό, με μία τέτοια αφορμή.»

Όμως όταν τα λουλούδια ανθίζουν, οι καταιγίδες μπαίνουν στην λήθη : «Και καθώς το τραγούδι μου έφτανε στο τέλος του, άκουσα τον εαυτό μου, να ησυχάζει στον ήχο της σίγουρης πλέον φωνής μου, που έλεγε στον θύτη μου, ότι μια μέρα, η κακία του και η δειλία του, η μετάθεση ευθυνών και η άδικη του μεταχείριση προς εμένα, θα βρει, κάποιο καρμικό τρόπο να του το ανταποδώσει. Κι αν δεν το κάνει πάλι, δεν με ένοιαζε πια. Είχα γράψει ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια.»

Και ουσία κάθε καλλιτέχνη, αλλά και ενός απλού ανθρώπου είναι να αγαπήσει τον ίδιο τον εαυτό και να χει πίστη σε αυτόν και όχι σε μια εικόνα, που εξαναγκάζεται να δημιουργεί επιδιώκοντας μια φανταστική αποδοχή κάποιου πληγωμένου συνόλου «το βίντεο το έφτιαξα, έτσι ώστε να δείχνει πως μερικές φορές θέλω τόσο πολύ να γίνω κάποια αρεστή στους άλλους, και καταφέρνω τελικά να μουτζουρώνομαι. Και το καθαρό σαπουνισμένο πρόσωπο, μου φέρνει την γαλήνη.» καταλήγει…

Όμως οι κακοτοπιές γεννάνε την δημιουργία, όπως οι βράχοι δίνουν καθαρότητα σε κάποιο ποτάμι. Ο ρόλος του κάθε καλλιτέχνη είναι να απαλύνει τον πόνο του, αλλά και τον πόνο ενός ακροατή, οποίος μπορεί να ταυτιστεί με την ιστορία που μπορεί να μας διηγηθεί με τις νότες και τους στίχους του.


Jacek Henryk Maniakowski


Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Egg Hell


Το κυνήγι του αντικειμενικού συνήθως καταλήγει σε κάποιο δόγμα, το οποίο δεν εξυπηρετεί σε καμιά περίπτωση την αλήθεια. Η μουσική στις μέρες μας παραμένει ένα από τα λίγα πράγματα που εμπεριέχουν μια κάποια ελευθερία. Το έχω γράψει αρκετές φορές, οι νότες είναι ατίθασες και δύσκολα μπορείς να τις φυλακίσεις, αλλά κι αν νομίσεις πως το κατάφερες, αυτό και πάλι δε θα είναι για πολύ! Άρα η ελευθερία μοιάζει να είναι η δίδυμη αδελφή της αλήθειας, ενώ τις ταμπέλες, ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι αυτές είναι που μας δίνουν μια κάποια κατεύθυνση προς τα πράγματα, πάντα τις προσπερνάμε «πηγαίνοντας» εκεί, όπου δεν έχει «πάει» κανένας! Τόσο η μουσική, όσο και η αλήθεια ή η ελευθερία, είναι ένα ενδελεχές ταξείδι, μία μόνιμη αναζήτηση, στην οποία συγκροτήματα ή και μεμονωμένοι καλλιτέχνες μοιάζουν να είναι τα χωριά και πόλεις που μπορείς να συναντήσεις!
Και φυσικά μέσα σε αυτό το μουσικό ταξείδι όλο και κάποια μέρη βρίσκει κανείς για να ξαποστάσει. Εκεί πια μπορεί να περιεργαστεί κανείς ακόμα περισσότερο τους ήχους και τις εικόνες ή να εμβαθύνει σε πράγματα που δεν είναι ορατά και να καταφέρει να κάνει ένα χορταστικό ταξείδι κατευθείαν στην καρδιά ενός τόπου-καλλιτέχνη! Ένας τέτοιος μουσικός τόπος αποτέλεσε για μένα το συγκρότημα των Egg Hell. Αν και το όνομά τους παραπέμπει σε άλλα μουσικά μονοπάτια, οι ίδιοι απαντάνε στο Echo-λόγιο ότι το όνομά τους συμβολίζει «μάλλον την αδυναμία μας να βρούμε ένα καλύτερο όνομα. Ίσως και την ελπίδα μας ότι αυτό που έχει τελικά σημασία είναι το περιεχόμενο και όχι το περιτύλιγμα.» ( http://echooadventures.blogspot.gr/2014/01/egg-hell-1.html ). Κι εγώ με μετά από την ακρόαση του ντεπούτου τους άλμπουμ “Once Part of a Whole Ship” θα συμφωνήσω μαζί τους. Αλλά θα επισημάνω ότι το περιεχόμενό τους, μουσικά πάντα μιλώντας, είναι απλά γοητευτικό!

Ο ίδιοι αυτοσυστήνονται: «Το συγκρότημα των Egg Hell, με έδρα την Αθήνα, αποτελείται από τους Jef Maarawi (φωνή, κιθάρα), Βασίλη Βλαχάκο (κιθάρα, δεύτερη φωνή), Κώστα Ekelon (ηλεκτρονικά), Κώστα Ζάμπο (τύμπανα) και Ντέννη Μόρφη (μπάσο). Το σχήμα έχει τις ρίζες του πίσω στο 2007 όταν ο Jef Maarawi ξεκίνησε, ως σόλο καλλιτέχνης, να παρουσιάζει τη μουσική του. Διάφορες τυχαίες συναντήσεις και η ανάγκη να εξελιχθεί η μουσική των Egg Hell οδήγησαν στη δημιουργία του σχήματος που αντλεί επιρροές τόσο από τη νέα ψυχεδελική ποπ, όσο και από την ηλεκτρονική μουσική, διατηρώντας παράλληλα σε πρώτο πλάνο τη στιχουργική ιδιοσυγκρασία του Jef Maarawi.» Αλλά αυτό είναι το «τσόφλι» του Egg Hell, γιατί το περιεχόμενο της πρώτης δουλειάς έχει αρκετά ενδιαφέρον περιεχόμενο!
Δεν θα μπω στη διαδικασία της κριτικής, γιατί σίγουρα θα αδικήσω κάποιο τραγούδι. Το άλμπουμ τους “Once Part of a Whole Ship” είναι ένα ταξείδι και όχι μόνο μουσικό. Οι ίδιοι γράφουν γι’ αυτό : «Το “Once Part of a Whole Ship” είναι ένας δίσκος που ποικίλει τόσο στιλιστικά όσο και θεματικά, χωρίς να φοβάται να επενδύσει την κιθαριστική ποπ με αλλόκοτα και πειραματικά ηχοχρώματα. Θεματικά ο δίσκος κινείται γύρω από τη μεταφορική και κυριολεκτική αλληγορία του ναυαγού που περιπλανάται χαμένος πάνω σε μία σχεδία, διατηρώντας παράλληλα την αίσθηση του χιούμορ μέσα στις πιο σκοτεινές γωνιές της ανθρώπινης ύπαρξης.» Η εντύπωση που μου αφήνει είναι μια πανδαισία χρωμάτων και εικόνων. Κάθε τραγούδι, αλλά ακόμα και κάθε στροφή, είναι μια ευχάριστη έκπληξη και μια συνάντηση με το μη αναμενόμενο.


Τα μουσικά τους μονοπάτια δεν είναι περπατημένα, αν και κάποιες μουσικές φόρμες τους είναι γνωστές, αλλά δοσμένες με έναν διαφορετικό τρόπο. Το άλμπουμ τους ακούγεται ολόκληρο, παρ' όλο που υπάρχουν τραγούδια που ξεχωρίζουν, αλλά σίγουρα για τον καθένα αυτά θα είναι διαφορετικά. Και αυτό είναι ακόμα ένα όμορφο κομμάτι της δουλειάς τους, το ότι μπορούν να αγγίξουν αρκετά διαφορετικά αυτιά! Όμως δεν πουλάνε την εικόνα τους, απλά για να αρέσουν, αρέσουν, τουλάχιστον σ’ εμένα, γιατί είναι εαυτοί τους και κάνουν νότες τις ιστορίες τους, τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Και αυτό φαίνεται σε κάθε τους τραγούδι. Αν και ίδιοι χαρακτηρίζουν την μπάντα τους «πειραματική μουσική για τις μάζες», σίγουρα δεν προορίζονται για τα αυτιά μιας «μάζας» που από την φύση της αγαπά την ομοιομορφία!

Η μουσική τους είναι μια ωδή στη διαφορετικότητα και την πολυμορφία! Και σ' αυτές ανακαλύπτεις σε κάθε άκουσμα και μια ακόμα ευχάριστη έκπληξη που σου ξέφυγε την προηγούμενη φορά. Με μεγάλη ευκολία σε παρασέρνει στον κόσμο τους και στα όνειρά τους. Και όπως δηλώνουν: «Δεν κάνουμε ευχές ... μόνο όνειρα!» Προτείνω να τα εξερευνήσετε.....
Jacek Maniakowski
Επιμέλεια Κειμένου  Maria Florokapi 

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Lumiere Brother - Echo-λόγιο


Ο Lumiere Brother (Θανάσης Χριστοδούλου)  απαντά:

1) Τι συμβολίζει το όνομα σας;
Την αγάπη για τον κινηματογράφο + το γεγονός ότι τα πρώτα τραγούδια του project Lumiere Brother γράφτηκαν στην Λιόν, πατρίδα των Lumiere Brothers
2) Χρήμα ή δόξα;
Τίποτα από τα δύο σαν αυτοσκοπός αλλά και τα δύο αν έρθουν κάνουν κάποια πράγματα πιο εύκολα
3) Πως θα προβάλεις με μια λέξη ή μια φράση την μπάντα σου;
Το κυνήγι της τέλειας μελωδίας
4) Σημείο μηδέν της μπάντας
Fab Liquid stduios, Φθινόπωρο 2007, ηχογραφείται κατά τύχη το πρώτο κομμάτι Lumiere Brother
5) Τι μουσική σας εκφράζει λιγότερο ή καθόλου;
Η λαϊκή ελληνική μουσική της ακριβής πίστας
6) Αν ήταν υπερόπλο η μουσική που θα την χρησιμοποιούσατε;
Για να εξαφανίσουμε την βαρεμάρα που υπάρχει εκεί έξω
7) Με ποιον θα θέλατε να ανεβείτε στην σκηνή;
Damon Albarn

8) Η μουσική σαν πολιτική ή θρησκευτική έκφραση;
Παγκόσμια θρησκεία



9) Οι επιρροές σας;
Beatles, ELO, Genesis, Walker Brothers
10) Μέσον ή σκοπός το συγκρότημα;
Μέσον όπως και όλα τα οχήματα
11) Μέσον ή σκοπός η μουσική;
Οξυγόνο της καθημερινότητας
12) Το ταλέντο συνοδεύει την αλαζονεία ή την ταπεινοφροσύνη;
Ο πραγματικά ταλαντούχος άνθρωπος δεν τον νοιάζει αν είναι ταπεινός η αλαζόνας, ο ταλαντούχος απλά δεν ενδιαφέρεται για καμία συμπεριφορά.
13) Συμβολικά με ποιο ζώο θα παρομοιάζατε την μπάντα;
Κροκόδειλος
14) Μια ευχή για την μπάντα
Καλό φθινόπωρο
15) Ποιο είναι το πιο σκοτεινό σημείο της μουσικής δημιουργίας;
Η πρώτη νότα από κάθε καινούργιο κομμάτι,



και επίσημα εδώ: http://www.lumierebrother.com

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Lumiere Brother - Twenty One


Υπάρχουν μπάντες  που, τα μέλη τους είναι σαν αδέλφια και φυσικά όχι σαν τον Καιν και Άβελ. Υπάρχουν όμως και αυτές που τα μέλη τους μισούνται, αλλά προφανώς κάποιο συμβόλαιο η ίδια η απληστία τους κρατάει μαζί. Άλλα συγκροτήματα  πάλι, αλλάζουν το line up τους σαν μια έφηβη τα μπλουζάκια της. Και τέλος υπάρχουν και one man band, όπου τα υπόλοιπα μέλη της είναι απλά υπάλληλοι του frontman κυρίως, αλλά μπορεί και χειριστή κάποιου άλλου οργάνου. Και αυτή κατηγορία συγκροτημάτων πάλι έχει κάποιες δικές της ιδιαίτερες εκφράσεις. 
Ο Lumiere Brother ή οι Lumiere Brother είναι μια περίπτωση του  one man band. Ο Θανάσης Χριστοδούλου προφανώς είχε δικό του όνειρο και ήθελε να το μετουσιώσει σε  ένα συγκρότημα. Πρώην  μέλος του συγκροτήματος Serpentine, από το 2007 ακολουθεί σόλο καριέρα. Το όνομα που επέλεξε, δείχνει και την αγάπη για τον κινηματογράφο.  Δύο χρόνια μετά την απόφαση του να ακολουθήσει μοναχικό δρόμο σύνθεσης, δημιουργεί το πρώτο του άλμπουμ το «Fiction», ακολουθώντας το δόγμα των αρχών τις δεκαετίας του '80, όχι κιθάρες. Το αποτέλεσμα ήταν ένας indie ήχος, με αναφορές σε κινηματογραφικά soundtrack. Αρκετά συμπαθητικές συνθέσεις, με την μελωδία να πρωταγωνιστεί. 
Το 2013 κυκλοφορεί και δεύτερο του άλμπουμ το “Twenty One”. Ο ίδιο αναφέρεται στο άλμπουμ : "Η βασική έμπνευση του “Twenty One” περιστρέφεται γύρω από θέματα όπως το πυρετώδες κυνήγι για την ικανοποίηση του ανεκπλήρωτου ονείρου, το βίωμα του πιο περίεργου απωθημένου, η “δίψα” για κάτι μακρινό αλλά ταυτόχρονα εξαντλητικά επιδραστικό και ίσως τελικά η αναζήτηση του χαμένου, εξωπραγματικά αθώου και συναισθηματικά φορτισμένου εαυτού μας. Ο αριθμός 21 εδώ έχει διπλή σημασία. Από τη μια ο μύθος ότι 21 γραμμάρια είναι το βάρος της ψυχής και από την άλλη το τυχερό παιχνίδι 21. Το ανθρώπινο δίλημμα ανάμεσα στην αναζήτηση ενός ανώτερου ψυχικού κόσμου και στην καθαρά υλιστική πλευρά της ζωής." . Όπως γράφει στην σελίδα της Inner Ear. Το άλμπουμ αποτελείται από 11 τραγούδια. 
Το πρώτο τραγούδι είναι το A Sign On Your Back, μια προσπάθεια να μιμηθεί τον Wim Mertens, αν και δεν τον αναφέρει στις επιρροές του. Στην συνέχεια το Beauty And The List, συμπαθητικό αλλά χωρίς καμιά έξαρση, παρ όλα αυτά ακούγεται και ευχάριστα. Στο τρίτο Behind You, αν και πέφτει το τέμπο η προσθήκη της κιθάρας απογειώνει το τραγούδι, με τα ορχηστρικά να είναι να δίνουν ακόμα πιο καλή αξία στο τραγούδι. Και κει που λες θα ακούσεις ένα καλό άλμπουμ, πέφτεις με το Compass. Μια τάση για αντιγραφή είναι πάλι φανερή και τα φωνητικά απλά δεν βγαίνουν. Η προσθήκη της φυσαρμόνικας δεν το σώζει, αν και ακούγεται αρκετά ενδιαφέρουσα, αλλά...... χωρίς το υπόλοιπο τραγούδι. Το επόμενο Between The Lines, μάλλον δεν δικαιολογεί την υπεροπτική συμπεριφορά του καλλιτέχνη, μιας που είναι ακόμα μια μετριότητα. Η αναμονή να βρω ένα καλό τραγούδι μάλλον συνεχίζεται και με το Memory Fight, Καθαρά κομμάτι πιάνου, λιτό αλλά τα φωνητικά μάλλον για punk συγκρότημα είναι κατάλληλα. 
Το Home δείχνει κάποια φιλοδοξία, αλλά περισσότερο μονότονο ακούγεται. Κάποια εφέ δεν το σώζουν. Το ομώνυμο Twenty One ακόμα περισσότερο βυθίζει το ήδη μέτριο άλμπουμ. Από την αρχή του άλμπουμ, ακολουθεί ένα συγκεκριμένο τέμπο, σαν να προσπαθεί να εξομοιώσει όλα τα τραγούδια. Ακολουθεί το You And Your Golden Clock, που κάπως καλυτερεύει την κατάσταση , αλλά θυμίζει πολύ Starsailor. Δεν είναι άσχημη σύνθεση, αλλά τα φωνητικά συνεχίζουν να είναι κάκιστα. Το Somewhere In Berlin, σαν τίτλος σε προδιαθέτει και αν ξεκινά κάπως καλά, μόλις μπαίνουν τα φωνητικά κάθε καλή διάθεση χάνεται. Το προτελευταίο White Walls χαμηλώνει τέμπο και τα φωνητικά σαν ακούγονται κάπως καλύτερα σε ένα ακόμα μονότονο τραγούδι. Το τελευταίο Who Will Guide You, σαν να θέλει να ξεφύγει από την μονοτονία του υπόλοιπου άλμπουμ και μάλλον το καταφέρνει. 
Ο  indie pop ήχος που προσπαθεί να πετύχει, δε με ενθουσίασε. Γενικά τα περισσότερα τραγούδια ακούγονται σαν ίδια και δίνει την εντύπωση μιας συγκεκριμένης προκρούστειας  συνθετικής προσπάθεια. Αν και δηλώνει και ρομαντική διάθεση, μάλλον δεν ξέρει ότι μια ρομαντική καρδιά έχει διαφορετικούς χτύπους.

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

HAERTS


Κάποιος μαθηματικός υπολόγισε, με βάση τους συνδυασμούς η μουσική έχει κάποιο τέλος . Δεδομένου ότι η μουσική είναι  μαθηματικά είχε κάποιο  δίκιο, αλλά όχι όλο το δίκιο. Αν και αμφισβητώ κάπως τα αποτελέσματα αυτού του μαθηματικού, δε μπορώ να το αποδείξω μιας και δεν είμαι μαθηματικός. Όμως υπάρχει και μια άλλη παράμετρος της μουσικής που δεν είναι άλλη από το συναίσθημα. Και αυτό ακόμα δεν έχει οριοθετηθεί. Φαινομενικά δεν βγαίνουν τεράστιες μπάντες πια, αλλά πως μπορεί να ξέρει κανείς αν ένα νεογέννητο θα γίνει κάποιος που θα αλλάξει την ιστορία;
Η διάρκεια κάνει μια μπάντα μεγάλη και αντοχή της μουσικής της στον χρόνο, αλλά πάντα η ανακάλυψη μια νέας μπάντας αφήνει την φαντασία να τρέχει. Ειδικά αν το πρώτο άκουσμα κλέβει αμέσως την  προσοχή. Μιλάμε για τους HAERTS, που δεν έχουν καμιά σχέση με τις κάποτε πανέμορφες αδελφές από τον Καναδά. Η Indie Rock  μπάντα από το  Brooklyn της Νέας Υόρκης κάνει τα πρώτα της βήματα με το ΕΡ Hemiplegia, αλλά και την κυκλοφορία του πρώτου τους σινγκλ Wings. Προφανώς η κρυφή ομορφιά, που αναδεικνύεται κοιτάζοντας από ψηλά τον ποταμό  Hudson River από τις αμέτρητες στέγες που υπάρχουν στην περιοχή σε ένα μαγευτικό ηλιοβασίλεμα. 
Η Πολυεθνική μπάντα που αποτελείται από τους Nini Fabi, Ben Gebert, Garrett Ienner, Derek McWilliams και Jonathan Schmidt, με την μουσική αυτήν την εικόνα δημιουργούν. Τα μέλη της προέρχονταi από την Γερμανία, Αγγλία και φυσικά από την Αμερική. Αν και η  synth-pop μουσική υφή τους αναμειγνύεται με ambient μελωδίες, ο rock χαρακτήρας παραμένει στο προσκήνιο,με τα φωνητικά της  Nini Fabi να κλέβουν την παράσταση. Το πρώτο άκουσμα πραγmατικά δίνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον τους. 
Έχουν ξεκινήσει μια περιοδεία στην Αμερική και αναμένουμε την πρώτη τους κυκλοφορία. Ετοιμάζουν και νέο σινγκλ, το Heart, στα Pola Studios. 
 Jacek Maniakowski

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Sóley


Ο βασικός κανόνας ενός πληροφοριολάγνου είναι να ερευνήσει και να εμβαθύνει σε κάτι, που επιμένει ένας φίλος σου να προβάλει. Και μετά από μια μικρή πρώτη έρευνα, όταν διαπιστώνεις ότι, αυτό το κάτι προέρχεται από την Ισλανδία, μια χώρα σχεδόν αυτόνομη πολιτισμικά και απλά τυπικά ανήκει στην Ευρώπη και στις Σκανδιναβικές χώρες. Αλλά πάνω απ' όλα έχει μια όμορφη μελωδία, τότε αποκτά ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον. Το πιο πρόσφατα κατοικήσιμο νησί, μουσικά είναι ευρεία γνωστό για την Björk Guðmundsdóttir ή καλύτερα σκέτο Björk. Ίσως σε οπαδούς της σκληρής μουσικής και για κάποια άλλα σχήματα. Αλλά η πρωτοπόρα σε πολλά θέματα, νησιώτικη χώρα  θέλει να γίνει μουσικομάνα και να τοποθετήσει τον εαυτό της στον μουσικό χάρτη.
Η πιο πρόσφατη απόδειξη για αυτό το εγχείρημα αποτελεί μια εξίσου παράξενη μουσική φυσιογνωμία με την προαναφερθείσα καλλιτέχνιδα, την Sóley Stefánsdóttir ή καλύτερα σκέτο Sóley. Μέσα πια στην τρίτη δεκαετία της ζωής της, η διοπτροφόρος πολυ-μουσικός, δεν ονειρευόταν από μικρή να τραγουδήσει ή να κάνει μουσική καριέρα, αλλά ακόμα περισσότερο, δεν πίστευε, ότι μπορούσε να τραγουδήσει. Η πρώτη μουσική της απόπειρα ήταν σε μια μουσική κολεκτίβα του  Sindri Már Sigfússon, τους Seabear, όπου κλήθηκε να τραγουδήσει. Ο Indie folk, Indie pop ήχος τους ταίριαξε με την φωνή της, που άρχισε με τον καιρό να λύνεται. 
Μετά από δύο άλμπουμ μαζί τους, το 2010 αποφάσισε να κάνει τα δικά της μουσικά βήματα. Και όπως αποδείχτηκε η απόφασή της ήταν και η σωστή. Με λιτό ήχο και μια γλυκύτητα στις συνθέσεις της, δάμασε τις νότες με τρόπο, που θυμίζει κάποιο παραμύθι με νεράιδες. Αν και η ίδια, όπως και η Björk, μοιάζει περισσότερο σαν κάτοικος της χώρα των ξωτικών, τα βήματα της έχουν σταθερά πατήματα. Και το πρώτο έγινε με ΕΡ Theater Island, που περιλάμβανε 6 τραγούδια. Αμέσως την επόμενη χρονιά, το 2011 κυκλοφόρησε και το πρώτο της ολοκληρωμένο άλμπουμ το 'We Sink'. Πάντα με το ένδυμα της  Indie folk/Indie pop, δάμασε με τον πιο ήπιο τρόπο διάφορους ήχους και τους ταίριαξε αρμονικά με με τις νότες της. 
Σε γενικές γραμμές η μουσική της εκπέμπει ποίηση και μελωδία. Δυστυχώς οι ζωντανές τις εμφανίσεις είναι σπάνιες. Από το Φεβρουάριο του 2013 έχει μετακομίσει στο νέο της στούντιο και ετοιμάζει το νέο της άλμπουμ, πάντα στην πατρίδα της, ψάχνοντας για σουρεαλιστικές εικόνες και ότι πιο παράξενο για να μας ταξειδέψει με καινούργιες συνθέσεις σε κάποια καινούργια χώρα των ξωτικών. 
 Jacek Maniakowski 


Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Woodkid - The Golden Age



Το να φτιάξεις μουσική και να έχει μια στοιχειώδη μοναδικότητα, χωρίς να ταλαιπωρεί τα αυτιά των ακροατών είναι μια υπόθεση αρκετά δύσκολη. Και σίγουρα δεν το περιμένει κανείς από έναν άνθρωπο που ασχολείται με εικόνες. Κι όμως μετέτρεψε τις εικόνες σε ήχους και μάλιστα όμορφους ήχους, πρότυπους και πρωτότυπους, με την μελωδία να είναι πάντα η βασίλισσα της κάθε σύνθεσης. Ο λόγος για τον Yoann Lemoine, που ούτε καν μπορώ να φανταστώ πως προφέρεται το όνομά του.

Ο music video director, graphic designer και φωτογράφος μπήκες στην δισκογραφία σαν Woodkid, μια μέρα πριν γιορτάσει τα 30κοστά γενέθλιά του, τον Μάρτιο του 2013. Πριν το κάνει αυτό ασχολήθηκε με το να φτιάχνει τα βιντεοκλίπ διάσημων καλλιτεχνών , όπως Katy Perry, Taylor Swift και Lana Del Rey. Γεννημένος στην Lyon, εγκαταλείπει την πατρίδα του να σπουδάσει στο Λονδίνο. Από πατέρα που δεν άφηνε το μολύβι ακόμα και όταν κοιμόταν, όπως λέει ο ίδιος, αγάπησε κι αυτός την εικόνα. Εικόνα και ήχο μαζί.
Η ενασχόληση του με την μουσική ξεκίνησε, όταν γυρνούσε ένα βιντεοκλίπ για τον Richie Havens και απλά έπιασε ένα banjo. Το Μάρτιο του 2011 κυκλοφορεί το πρώτο του ΕΡ, το “Iron” και έναν χρόνο αργότερα το δεύτερο του ΕΡ, το “Run Boy Run”, όπου το ομώνυμο βιντεοκλίπ σκηνοθετεί ο ίδιος. Στο ενδιάμεσο διάστημα ανεβαίνει στην σκηνή μαζί με την Lana Del Rey.

Μια μέρα πριν κλείσει την τρίτη δεκαετία της ζωής του, στις 15 Μαρτίου του 2013 κυκλοφορεί το ντεμπούτο του άλμπουμ, το “The Golden Age”, που αποτελείται από τα προηγούμενα ΕΡ του και νέα τραγούδια. Το άλμπουμ ξεκινά με το ομώνυμο του δίσκου, ένα μελωδικό κομμάτι με το πιάνο και η φωνή του, με την ξεχωριστή χροιά να κυριαρχεί. Στο δεύτερο Run Boy Run αποδεικνύει τον λόγο με τον οποίο ασχολούμαστε με αυτόν τον καλλιτέχνη. Δυναμικό, φλερτάρει με ροκ ήχους, χωρίς ηλεκτρικές κιθάρες, με κρουστά να κυριαρχούν. Το τέμπο είναι μοναδικό, ένα μουσικό κομμάτι που δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο. Το επόμενο The great Escape σαν από κεκτημένη ταχύτητα συνεχίζει στο ίδιο τέμπο με τα πνευστά να κάνουν δυναμική εμφάνιση, προσδίδοντας πιο μεγάλο όγκο στο κομμάτι, για να σβήσει σε πιο ήσυχο και μελωδικό Boat Song. To I love You, είναι το επόμενο χιτ του δίσκου και μας αποδεικνύει ότι υπάρχει χώρος για κάτι νέο στην μουσική. Το The Shore παραπέμπει στον Λέοναρντ Κοέν, με πολύ εντυπωσιακά ορχηστρικά μέρη να κλέβουν την προσοχή του ακροατή.

Το Ghost Light επίσης πολύ εντυπωσιακό με φοβερή ενορχήστρωση και την καμπάνα να να την εντείνει ακόμα περισσότερο. Όμορφο και λιτό το ορχηστρικό, χωρίς φωνητικά Shadows απλά σε ταξιδεύει σε σκοτεινές εικόνες. Στο Stabat Mater συνεχίζεται το σκοτεινό ταξείδι με την προσθήκη φωνητικών πλέον. Το Conquest of Space από τις πιο όμορφες στιγμές του άλμπουμ. Το Falling ένα ηχητικό παιχνιδίασμα χωρίς φωνητικά για να ακολουθήσει το σιγανό Where I live, ίσως πιο μέτρια στιγμή του άλμπουμ. Το προτελευταίο τραγούδι είναι το πρώτο του σινγκλ, το Iron εντυπωσιακό και ογκώδες. Το άλμπουμ κλείνει με το The other Side σαν φινάλε σε μια δραματική ταινία, με τα ορχηστρικά να σε παραπέμπουν στον Phil Spector

Σε γενικές γραμμές το κατατάσσω στις πολύ καλές κυκλοφορίες του 2013. Ο Woodkid, αποδεικνύει το ταλέντο του και οι μουσικές του συνθέσεις δημιουργούν πολλές εικόνες, κυρίως σκοτεινές. Σίγουρα θα κερδίσει την προσοχή ακόμα περισσότερων ακροατών.