Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Metallica - Turn the Page


Όπως λέει και το όνομά του, το rock 'n' roll είναι μία συνεχής κίνηση, και μάλιστα πολλές φορές μία ισοπεδωτική κίνηση. Είναι μία συνεχής ροή και εξέλιξη της μουσικής γενικά. Αλλά πέρα από τα χαρακτηριστικά ενός ποταμού, που από μερικές σταγόνες βροχής γίνεται ένας τεράστιος όγκος τρεχούμενου νερού, έχει και τα χαρακτηριστικά ενός βιβλίου, όπου καμιά φορά για να καταφέρεις να κατανοήσεις στοιχεία της πλοκής του, χρειάζεται να ανατρέξεις πίσω στον χώρο και τον χρόνο της «ιστορίας» γυρνώντας τις σελίδες προς τα πίσω! Έτσι και το rock 'n' roll στην 60-χρονη πορεία του, έχει γυρίσει πολλές φορές σελίδα, συχνά μάλιστα προς τα πίσω! Δεν είναι λίγες οι φορές που έχει τύχει να γνωρίσουμε έναν καλλιτέχνη ή ένα τραγούδι, όχι άμεσα, αλλά έμμεσα από τη διασκευή του, από κάποιον άλλο ήδη καταξιωμένο καλλιτέχνη ή συγκρότημα. 
Ένα τραγούδι είναι πολλές φορές σαν το ρόδο της Ιεριχούς, διασχίζει την έρημο, κινούμενο από τον ξηρό αέρα, μέχρι να βρει λίγο νερό και να ανοίξει τα φύλλα του. Έτσι και ένα τραγούδι, από την στιγμή της δημιουργίας του μέχρι την ώρα της αναγνώρισής του, «περιμένει» να φτάσει στον κατάλληλο ερμηνευτή για να ανοίξει τα φύλλα της δόξας του. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι και το “Turn the Page”, δημιούργημα του country-rock μουσικού Bob Seger που το βρίσκουμε στο έκτο άλμπουμ του, το “Back in '72”. Αν και το τραγούδι αυτό δεν ήταν τελείως άγνωστο στην εποχή του, ουσιαστικά έγινε παγκοσμίως γνωστό από την ερμηνεία των Metallica. Και είναι από αυτές τις περιπτώσεις τραγουδιών, των οποίων η διασκευή είναι «καλύτερη» από την αυθεντική και πρώτη εκτέλεση, αν σκεφτεί κανείς πως το τραγούδι έγινε το μεγαλύτερο hit του συγκροτήματος φτάνοντας στην κορυφή του Billboard Hot Mainstream Rock Tracks chart. Παρέμεινε εκεί για 11 συνεχόμενες εβδομάδες μέσα στο 1998, την χρονιά που κυκλοφόρησε και το “Garage Inc”, το άλμπουμ που το συμπεριλάμβανε. 
Ο Lars Ulrich άκουσε για πρώτη φορά το τραγούδι όταν διέσχιζε την “Golden Gate Bridge” και η πρώτη του σκέψη ήταν το ότι, ο James απλά «το 'χει» το τραγούδι. Η εκτέλεσή τους δεν αλλάζει το τέμπο, αλλά το κάνει πιο «βαρύ» αντικαθιστώντας το σαξόφωνο της αρχικής εκτέλεσης με την κιθάρα του Kirk Hammett. Το βιντεοκλίπ αναφέρεται στη ζωή μιας μητέρας, που για να ζήσει αναγκάζεται να δουλεύει ως χορεύτρια σε στριπτιζάδικο και τη νύχτα ως πόρνη. Η άρνηση του MTV να το μεταδώσει οφείλεται σε σκηνές, που δείχνουν τη βίαιη συμπεριφορά ενός πελάτη προς αυτήν. Αλλά η ιστορία που αναπαριστά το βιντεοκλίπ των Metallica δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στην αρχική σημασία των στίχων. 
Όταν ο Bob Seger έγραψε το τραγούδι βρισκόταν σε περιοδεία μαζί με τους Teegarden & Van Winkle. Ο ντράμερ David Teegarden θυμάται πως βρίσκονταν κάπου στις μεσοδυτικές πολιτείες, στον δρόμο προς την Νότια ή Βόρεια Ντακότα. Η μπάντα είχε ξεκινήσει το μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα από το Detroit, όπου είχε παίξει. Μέσα σε μια χιονοθύελλα γύρω στις 3 τα ξημερώματα σταμάτησαν σε ένα βενζινάδικο με πάρκινγκ και για φορτηγά, για να γεμίσουν το ρεζερβουάρ τους. Η εποχή των χίπις το 1972 και όλα τα μέλη είχαν μακριά μαλλιά. Ο Bob Seger μαζί με ένα άλλο μέλος της μπάντας μπήκαν μέσα στο χώρο, όπου υπήρχε και καφετέρια με αρκετούς φορτηγατζήδες. Ήταν η εποχή των χίπις στα 1972 και φυσικά όλα τα μέλη της μπάντας είχαν μακριά μαλλιά! Μόλις, λοιπόν, οι μουσικοί βγάλανε τα καπέλα τους, το οποία φορούσαν έχοντας κρυμμένο το μακρύ μαλλί τους, το οποίο και λύθηκε, οι φορτηγατζήδες γελώντας έκαναν την πιο κλισέ ερώτηση... "Is that a girl or man?". Την επόμενη μέρα, μετά από τη συναυλία τους στο Mitchell της Νότιας Ντακότα, ο Seger έπαιξε το τραγούδι σε ακουστική κιθάρα, με τους στίχους "Oh, the same old cliches / 'Is that a woman or a man?” να ντύνουν τη μελωδία. Αν και στο λυρικό μέρος του τραγουδιού το συγκεκριμένο δίστιχο δεν υπάρχει, ωστόσο, ήταν το “Turn the Page”.
Η ατυχής αυτή συνάντηση δημιούργησε μία ροή γεγονότων, ώστε να δημιουργηθεί ένα πολύ όμορφο τραγούδι. Οι στίχοι μιλάνε κυρίως για τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα ενός ροκ μουσικού, που βρίσκεται συνεχώς στον δρόμο! Και αυτά, μεταξύ άλλων, προκαλούνται και από τα συνεχόμενα επικριτικά κλισέ σχόλια που έχει την ατυχία ή μάλλον την τύχη, από μουσική τουλάχιστον άποψη, να ακούει ένας μουσικός του δρόμου...
Jacek Maniakowski
διόρθωση κειμένου !  Maria Florokapi

Playground Theory - Echo-λόγιο


Οι Playground Theory απαντούν:
1) Τι συμβολίζει το όνομα σας;

Η παιδική χαρά είναι ουσιαστικά ένας μικρόκοσμος της κοινωνίας μας. Παρατηρείς
ακριβώς τις ίδιες λειτουργίες. Παιδιά που είναι πιο κοινωνικά και κάνουν πιο εύκολα
παρέες, παιδιά λιγότερο κοινωνικά με σαφώς μικρότερες παρέες, παιδιά αντικοινωνικά
με καθόλου παρέες, παιδιά με μεγαλύτερη επιρροή που ηγούνται των υπολοίπων ή
με μικρότερη επιρροή που απλά ακολουθούν, βλέπεις πηγαδάκια, κλίκες, συμπάθειες-
αντιπάθειες, χαρά-λύπη, χαμόγελο-κλάμα και γενικότερα όλα τα ανθρώπινα
συναισθήματα σε μικρότερη έκφανση. Υπάρχει άλλωστε μια ολόκληρη κοινωνιολογική
θεωρία που έχει αναπτυχθεί βασισμένη σε αυτές τις παρατηρήσεις. Η
δική μας μπάντα αντλεί ένα μεγάλο μέρος των ερεθισμάτων της από τα παιδικά της
βιώματα και κυρίως από αντίστοιχες βόλτες σε παιδικές χαρές, όπου μπαίναμε και
εμείς σε αυτόν το μικρόκοσμο δημιουργώντας παρέες και φτιάχνοντας φανταστικούς
“κόσμους” και «διαστάσεις”, κάτι που εξακολουθούμε να το κάνουμε και τώρα με τις
μουσικές μας.

2) Χρήμα ή δόξα;

Γιατί όχι και τα δύο .Πέραν της πλάκας θα μπορούσαμε να πούμε ότι η δόξα
εξασφαλίζει την υστεροφημία ενώ η καλή οικονομική κατάσταση είναι κάτι πολύ
προσωρινό ειδικά στις μέρες μας. Επομένως είναι επιλογή του καθενός ανάλογα και
με τις προσωπικές επιδιώξεις, σίγουρα όμως όσον αφορά στην μπάντα και τα μέλη
μας προτιμήσαμε "να αφήσουμε κάτι πίσω μας" και αυτός είναι και ο λόγος που
κυκλοφορήσαμε το ντεμπούτο album μας "Speaking of Secrets", αδιαφορώντας για το
οικονομικό κόστος.

3) Πως θα προβάλεις με μια λέξη ή μια φράση την μπάντα σου;

"Κατάδυση" σε πολλαπλά όνειρα όπως στην ταινία Inception

4) Σημείο μηδέν της μπάντας

Πίσω στο 2009 όταν προσπαθούσαμε να κατασταλάξουμε στην σύνθεση της
μπάντας, στον ήχο και την γενικότερη "φιλοσοφία" των κομματιών μας.

5) Τι μουσική σας εκφράζει λιγότερο ή καθόλου;

Δεν θα αναφερόμασταν σε κάποιο συγκεκριμένο μουσικό είδος, διότι δεν είμαστε
προκατειλημμένοι. Πιο πολύ αποφεύγουμε μουσικές οι οποίες δεν εκφράζουν
ανθρώπινα συναισθήματα, είναι στείρες από νέες ιδέες και δημιουργικότητα ή έχουν
δημιουργηθεί αποκλειστικά για χρηματοθηρία. Από αυτές που μένουν υπάρχει ένα χάος
δυνατοτήτων για να διαλέξεις το soundtrack της κάθε μέρας.

6) Αν ήταν υπερόπλο η μουσική που θα την χρησιμοποιούσατε;

Τί εννοείτε “αν”; Η μουσική είναι μια παγκόσμια γλώσσα, μεταδίδει αναγνωρίσιμα μηνύματα και συναισθήματα παντού και αυτό την καθιστά υπερόπλο. Είμαστε ευτυχισμένοι που είμαστε «οπλισμένοι».

7) Με ποιον θα θέλατε να ανεβείτε στην σκηνή;

Με το John Squire από Stone Roses και τον Marcus Miller(Miles Davis, session
Bass guitarist) και επίσης με τους Sigur Ros, Atoms for Peace, τον Mike Patton
την Liz Fraser, τους Portishead. Επειδή όμως θα μέναμε μάλλον ακίνητοι και
αποσβολωμένοι να τους παρακολουθούμε πάνω στο stage, θα διαλέξουμε την έτερη
(και λίγο πιο εύκολα υλοποιήσιμη) ευχή “με όλους μας τους φίλους
μουσικούς, για ένα jam χωρίς περιορισμούς”.

8 ) Η μουσική σαν πολιτική ή θρησκευτική έκφραση;

Τίποτα από τα δύο. Η θρησκευτική έκφραση είναι κάτι πολύ προσωπικό, δεν
επιθυμούμε να την ανακατεύουμε με τη μουσική μας. Όσο για την πολιτική, το κάθε
μέλος της μπάντας έχει την δική του “κοσμοθεωρία” που αρκετές φορές συμπίπτει
με τις θεωρίες των υπολοίπων αλλά σίγουρα διαφέρει παρασάγγας από την
πολιτική ή τις πολιτικές που βλέπουμε σήμερα ιδίως στη χώρα μας, χωρίς όμως αυτό
να μεταφέρεται άμεσα και στις μουσικές μας. Η μουσική είναι ένα από τα μεγαλύτερα
δώρα και είναι μάλλον λάθος να συγχέεται με μη καλλιτεχνικές εκφράσεις.

9) Οι επιρροές σας;

Ποικίλουν ανάλογα. Ο καθένας μας έχει διαφορετικά ακούσματα, σίγουρα όμως
κυριαρχούν μουσικές από 90΄s,δεκαετία στην οποία μεγαλώσαμε. Ενδεικτικά
αναφέρουμε από είδη μουσικής electro pop, trip hop, dream pop, Brit pop, alternative
rock, classic rock, fusion και από μπάντες Radiohead, Portishead, Orbital, Massive
Attack, Uncle, Cure, Stone Roses, Inspiral Carpets, Sonic Youth κ.α

10) Μέσον ή σκοπός το συγκρότημα;

Σε πρώτο στάδιο αποτελεί μέσο για να δημιουργούμε, άλλωστε αυτό είναι
το αρχικό ζητούμενο. Στη συνέχεια όμως εφόσον επιθυμία των μελών της
μπάντας είναι να ακουστεί η μουσική τους σε όσο το δυνατόν πιο πολυάριθμο
κοινό, αναγκαστικά αυτό πραγματοποιείται μόνο μέσω της αρτιότερης οργάνωσης
του συγκροτήματος. Κατά συνέπεια σε αυτή την περίπτωση το συγκρότημα
«χρησιμοποιείται» με σκοπό την προβολή αυτής της μουσικής.

11) Μέσον ή σκοπός η μουσική;

Σίγουρα μέσον για να εκφράζουμε τις ανησυχίες μας και κυρίως να ξεφεύγουμε
δημιουργώντας μια "εικονική πραγματικότητα"

12) Το ταλέντο συνοδεύει την αλαζονεία ή την ταπεινοφροσύνη;

Το ταλέντο είναι σαν ένα ακατέργαστο διαμάντι, μόνο με τη διαδικασία της τριβής μπορεί
η λάμψη του να φτάσει πραγματικά στο μέγιστο, για το οποίο δημιουργήθηκε
Υπό φυσιολογικές συνθήκες το βρίσκεις και στις δύο περιπτώσεις. Το ζητούμενο
είναι πως το χειρίζεται ο καθένας προσωπικά, κάτι που έχει να κάνει με τις αξίες, τις
απόψεις, τα βιώματα, τη γενικότερη φιλοσοφία που τον αντιπροσωπεύει και
οπωσδήποτε με τον χαρακτήρα του.

13) Συμβολικά με ποιο ζώο θα παρομοιάζατε την μπάντα;

Είμαστε μια μπάντα που μας αρέσει να ταξιδεύουμε μεταφορικά και
κυριολεκτικά. Ίσως ένα αποδημητικό πουλί να αντιπροσώπευε τη φιλοσοφία μας
αυτή, όπως ο αρκτικός γλάρος που ταξιδεύει ετησίως 80.000 χλμ. από την Αρκτική
στην Ανταρκτική και τούμπαλιν!!

14) Μια ευχή για την μπάντα

Πάνω από όλα να είμαστε υγιείς. Όσο τετριμμένη κι αν ακούγεται αυτή η ευχή, δε
νομίζουμε ότι υπάρχει καλύτερη για οποιοδήποτε έμβιο όν πάνω στον πλανήτη....Από εκεί
και πέρα το πιο σημαντικό κομμάτι σε μια ενεργή μπάντα είναι η δημιουργικότητα, οπότε οι
ευχές όλων μας επικεντρώνονται στην αέναη μουσική δημιουργία, η οποία θα συνοδεύεται
ίσως και από ένα δεύτερο album της μπάντας στο εγγύς ή απώτερο μέλλον.

15) Ποιο είναι το πιο σκοτεινό σημείο της μουσικής δημιουργίας;

Εντοπίζουμε δύο:
Μέσα από τη δημιουργία στίχων και μελωδιών ανακαλύπτεις και έρχεσαι αντιμέτωπος με πτυχές του εαυτού σου καλά κρυμμένες ή ξεχασμένες. Αυτό που μπορεί να σε τρομάξει πιο πολύ είναι ο ίδιος σου ο εαυτός.
Επίσης, το σημείο στο οποίο - αναδυόμενη από συναισθηματική φόρτιση του δημιουργού -
έρχεται στην επιφάνεια μια ανεπεξέργαστη μουσική ιδέα. Όταν η φόρτιση καταλαγιάσει,
ψάχνεις να βρεις τις ομορφότερες νότες που κρύβονται επιμελώς στην πρώτη αυτή ιδέα,

αφήνοντας για πάντα πίσω το 100% του πώς ένιωσες εκείνη τη μέρα.


Θα τους ακούσετε εδώ: http://soundcloud.com/playground-theory
και θα τους δείτε εδώ: https://www.youtube.com/user/PlaygroundTheory

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Bloodrock


Οι Bloodrock ήταν μια Αμερικάνικη Hard Rock μπάντα, από το Fort Worth του Texas. Είχαν μια σχετική επιτυχία στις αρχές της δεκαετίας του '70 και ήταν η πρώτη από πολλές και μεγάλες μπάντες που ξεκίνησαν την καριέρα τους από το κλαμπ του Fort Worth. Στην ουσία ιδρύθηκαν το 1963 με το όνομα, The Naturals, με το οποίο κυκλοφόρησαν τρία singles. Το 1965 άλλαξαν το όνομά τους σε Crowd + 1 και κυκλοφόρησαν άλλα τρία singles. Τελικά άλλαξαν το όνομά τους σε Bloodrock, το 1969, με αρχικά μέλη τους: RICK COBB στα τύμπανα, ED GRUNDY στο μπάσο, STEVE HILL στα πλήκτρα, LEE PICKENS πρώτη κιθάρα, JIM RUTLEDGE φωνητικά και NICK TAYLOR ρυθμική κιθάρα.
Το πιο επιτυχημένο τους άλμπουμ θεωρείται το δεύτερο, κυρίως λόγω του τραγουδιού DOA (Dead On Arrival). Ένα ατμοσφαιρικό τραγούδι, που εκφράζει τις τελευταίες σκέψεις ενός ετοιμοθάνατου ανθρώπου, το οποίο εμπνεύστηκε ο Lee Pickens από ένα ατύχημα με ένα μονοθέσιο αεροπλάνο που είδε να συμβαίνει μπροστά στα μάτια του. Με αυτή τη σύνθεση ηχογράφησαν τέσσερα άλμπουμ. Το 1972 αποχώρησαν οι Lee Pickens και Jim Rutledge, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Warren Ham. Ηχογράφησαν το πέμπτο τους άλμπουμ, Passage και αμέσως μετά αποχώρησε και ο Rick Cobb, που αντικαταστάθηκε από τον Randy Reader. Το 1974 κυκλοφόρησαν το άλμπουμ Whirlwind Tongues, που στην ουσία ήταν το τελευταίο που κυκλοφόρησε εκείνη την εποχή.

Το 1975 το συγκρότημα διαλύθηκε όταν αποχώρησε και ο Randy Reader, ενώ είχαν ολοκληρώσει την ηχογράφηση ενός ακόμη άλμπουμ με τον τίτλο Unspoken Words, το οποίο όμως δεν κυκλοφόρησε, παρά μόνο το 2000, σε μια τριλογία του συγκροτήματος που περιλάμβανε τις τρεις τελευταίες τους δουλειές.
Οι Bloodrock ήταν μια μπάντα που κατόρθωσε να αφήσει πίσω της έξι πολύ αξιόλογα άλμπουμ, συν το Unspoken Words, μέσα σε ένα διάστημα έξι χρόνων μόνο. Ο ήχος τους ήταν αρκετά βαρύς και τραχύς για την εποχή, αλλά παρά την καλή ποιότητα της δουλειάς τους, δεν κατόρθωσαν ποτέ να γίνουν το μεγάλο όνομα. Άνοιξαν κάποιες συναυλίες των Black Sabbath στην Αμερική και συμμετείχαν σε κάποια μεγάλα φεστιβάλ.

Ναούμ Αθ. Βάρκας

Tears for Fears - Shout


Η μουσική πέρα από την συντροφικότητα που προσφέρει, είναι ένα είδος ένα είδος ψυχοθεραπείας. Γενικά οι νότες είναι ψυχοτρόπα και εύκολα μπορούν αλλάξουν, να κατευθύνουν και να διογκώσουν την ανθρώπινη διάθεση, αλλά όχι μόνο αυτήν. Και ο στόχος της είναι κατά κύριο λόγο ο ανθρώπινος ψυχισμός. Αλλά δεν είναι και λίγες φορές, που η μουσική, μέσα από τα τραγούδι ή και ονόματα συγκροτημάτων αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ψυχοθεραπευτική οδό. Ακόμα υπάρχουν μπάντες που το όνομα τους αναφέρεται σε κάποιον ψυχολόγο ή κάποια μέθοδο. Αλλά μια μια θεωρία έχει την τιμητική της, η Primal Therapy του Arthur Janov. 
Το όνομα του ντουέτου των Tears for Fears προέρχεται από αυτήν την προαναφερθήσα θεωρία του Αμερικανού ψυχολόγου και συγκεκριμένα από το  βιβλίο του, το Prisoners Of Pain. Η δημιουργία των και των δύο μελών του ντουέτου, των  Roland Orzabal και Ian Stanley, ορίζει ένα μέρος της θεραπείας που ορίζει η θεωρεία του Janov και απλά Shout. Προφανώς η κραυγή τους αυτή ήταν πολύ δυνατή, γιατί το τραγούδι έφτασε σε πολλές κορυφές των ευρωπαϊκών και όχι μόνο, τσαρτς και το σινγκλ έγινε πολυπλατινένιο, όπως και το άλμπουμ Songs from the Big Chair του 1984 στο οποίο συμπεριλαμβάνεται. Η θεραπεία, την οποία είχε ακολουθήσει μεταξύ των άλλων και ο John Lennon, αν μη τι άλλο είχε αποτέλεσμα και για την τσέπη τους. 
Το όνομα του άλμπουμ, που σχετίζεται και αυτό με την ψυχιατρική, εμπνεύστηκαν από την ταινία Sybil, όπου η ομώνυμη ηρωίδα έχει 16 προσωπικότητες. Μια ψύχωση που έχουν και οι Έλληνες πολιτικοί. Όμως η θεραπεία αυτή δεν απέδωσε μόνο στην τσέπη τους, αλλά το Shout όρισε και έναν πιο εξωστρεφή τρόπο σύνθεσης για το ντουέτο. Αν και το τραγούδι δημιουργήθηκε σε ένα μικρό δωμάτιο και με την συμβολή ενός μικρού synthesizer και μιας drum machine, είναι η πρώτη σύνθεση τους που εμπεριέχει και  bass  σόλο. Μαζί με τα δυνατά κρουστά διασχίζει με πολύ άνεση τα σύνορα ανάμεσα στη pop και την rock, κάνοντας το ένα τραγούδι σύμβολο της  synth-rock. Τα γυναικεία  backing vocals, απλά προσθέτουν περισσότερη γοητεία, δημιουργώντας έναν διακριτικό συνδυασμό με τα δυνατά ακόρντα και αναδεικνύοντας ακόμα περισσότερο άψογη παραγωγή. 
Η αρχική του μορφή περιλάμβανε μόνο το ρεφρέν, που επαναλαμβανόταν σαν μάντρα, μιας και τα δύο μέλη είχαν αρκετή συμπάθεια προς ανατολικές φιλοσοφίες. Ακούγοντας το σε αυτήν την μορφή ο παραγωγός τους  Chris Hughes, μυρίστηκε επιτυχία και το σουλούπωσε με τον τρόπο που γνωρίσαμε. Ο Roland Orzabal, αναφέρει πως οι πρώτες του τραγουδιού δημιουργήθηκαν όταν ηχογραφούσαν το πρώτο σινγκλ του άλμπουμ το Mothers Talk. Αν και μπορούμε να δούμε πολλούς συμβολισμούς σε αύτην σύμπτωση, ουσιαστικά οι τελικές ιδέες πάρθηκαν μερικές εβδομάδες αργότερα στο γενέθλιο πάρτυ του  Roland. Όπου, ο παραγωγός του, ρωτώντας  την γνώμη των τεσσάρων  παρεβρισκομένων για την αρχική μελωδία του τραγουδιού, πήρες 4 διαφορετικές και άσχετες μεταξύ τους απαντήσεις, όμως πολύ χρήσιμες στην ολοκλήρωση του τραγουδιού. 
Οι ίδιοι οι δημιουργοί του τραγουδιού έχουν μια ένσταση σχετικά με την άποψη, που θέλει το λυρικό μέρος να είναι ακόμα μια αναφορά στην  "primal scream theory". Συγκεκριμένα, η θεωρία αυτή ήταν απλά η αφορμή, το βασικό νόημα των στίχων είναι να μην δέχονται αδιαμαρτύρητα ό,τι τους "σερβίρουν" οι κυβερνήσεις σε γενικό πλαίσιο και κατ' επέκταση οποιοσδήποτε χειραγωγός. Είναι ένα πολιτικό τραγούδι διαμαρτυρίας, μιας που γράφτηκε κατά την διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Ουσιαστικά ενθαρρύνει ανθρώπους να μην αποδέχονται αυτά που αμφισβητούν. 
Το τραγούδι όμως, το αποδέχτηκαν μουσικόφιλοι χωρίς δεύτερη κουβέντα, αλλά και DJ's. Από το πιο ρεμιξαρισμένα τραγούδια, αλλά και πολλές μπάντες της σκληρής πλευράς του ροκ, το έχουν διασκευάσει, με αυτή των Disturbed να ξεχωρίζει.
Jacek Maniakowski

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Penny Dreadful


Οι πόλεις είναι ένα δεδομένο στον ανθρώπινο πολιτισμό. Είναι σχεδόν ανεξάρτητες οντότητες, που μέσα από τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτές, έχουν και την δική τους προσωπικότητα. Όπως και σε έναν άνθρωπο, υπάρχουν όμορφα σημεία που την αναδεικνύουν, αλλά και αυτά που τον ασχημίζουν. Αν και όλοι αυτοί χαρακτηρισμοί είναι καθαρά υποκειμενικές έννοιες για έναν άνθρωπος, σε μια έννοια της πόλης αποκτούν πιο αντικειμενική οπτική. Το πνεύμα της πόλης, αλλά και την ψυχή της αποτελούν οι τέχνες, επειδή αυτές θα μείνουν για πάντα να υπενθυμίζουν την ύπαρξη της  και την πραγματική της φύση. Η μουσική, που ουσιαστικά είναι η αρμονική έκφραση της διάστασης της δόνησης, είναι το "Άτμα", όπως ονομάζεται η ανώτερη πνευματική κατάσταση μια ανθρώπινης οντότητας. Αυτό το μέρος της ανθρώπινης φύσης βρίσκεται στα μεγάλα βάθη της ψυχής, κάτω από την την εικόνα ή την αντιληπτή επιφάνεια. Σε μια πόλη βρίσκεται πάντα ....... Underground. 
Η σκοτεινή πλευρά της, η υπόγεια, μπορεί να τρομάζει πολλούς, αλλά για όποιον τολμήσει να την εξερευνήσει θα βρει αρκετούς θησαυρούς. Οι Penny Dreadful είναι ένας ακόμα τέτοιος θησαυρός. Αν και το όνομά τους βρήκε από φτηνά αναγνώσματα της μίας πένας, η μουσική τους μόνο αμελητέα δεν είναι. Η θεματολογία των φτηνών αυτών αναγνωσμάτων είναι αρκετά σκοτεινή και αυτήν προσπάθησε να ακολουθήσει η αθηναϊκή μπάντα. Τα τραγούδια τους είναι μικρές αυτοτελείς ιστορίες, που διαδραματίζονται σε μια πόλη, την Deadwood. Αυτό είναι και το όνομα του ντεμπούτου τους άλμπουμ που κυκλοφόρησε μέσα στο 2012. 

Η ιστορία τους ξεκινά το 2010  και όπως αναφέρουν και οι ίδιοι, δημιουρήθηκαν από μια "παρέα τριών φίλων: τον Γιάννη Καλιφατίδη (κιθάρα, φωνή), τον Πάνο Μπόμπολα (μπάσο) και τον Νίκο Παναγιώτου (τύμπανα). Με αυτή τη σύνθεση, η μπάντα κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2010 το πρώτο της demo, με τον τίτλο Sweet November. Από τον Ιούνιο του 2011, στο σχήμα προστέθηκε ως δεύτερος κιθαρίστας ο Χρήστος Καλλιμάνης" . Αυτή την μουσική ένωση οι ίδιοι την ονομάζουν " Εκρηκτικό μείγμα από κιθαριστικά ξεσπάσματα, φρενήρεις ρυθμούς και στιγμές μυσταγωγίας." στο Echo-λόγιο. Το μόνο που μπορώ να προσθέσω είναι μια σκοτεινή γοητεία που ασκούν πάνω στον ακροατή. 
Ίσως αυτή η γοητεία να προέρχεται από το γεγονός, ότι δε μπορείς να τους κατατάξεις κάπου συγκεκριμένα. Άλλωστε οι ετικέτες είναι μόνο για τα ράφια δισκοπωλείων και πάντα με στόχο να δείξει μια μουσική προσέγγιση. Οι  Penny Dreadful παίζουν απλά rock'n'roll με πολύ προσωπική ματιά. Τα τραγούδια τους δημιουργούν εικόνες, άλλοτε κάποιας ερημικής τοποθεσίας της Καλιφόρνιας, βγαλμένης από κάποιο πλάνο του Ταραντίνο και άλλοτε κάποιας κακόφημης συνοικείας. Και πάντα η μελωδία της κιθάρας να φωτίζει τα σκοτεινά πλάνα, με γνήσιο rock'n'roll λυρισμό. 

Το άλμπουμ τους δεν είναι μια απλή καταγραφή των τραγουδιών. Είναι μια χρονοκάψουλα, που μπορεί να σε πάει σε πολλά μέρη με λίγες νότες  για κινητήρια δύναμη. Είναι ένα από τα 16 συγκροτήματα που ανακάλυψα μέσα από την συλλογή The Greek Underground Scene. Και μια ακόμα απόδειξη ότι δεν μιλάμε για πλέον για ελληνικές μπάντες, αλλά για ελληνική σκηνή. 
Για τους τύπους : " Το Deadwood ηχογραφήθηκε ανάμεσα στον Αύγουστο και στον Οκτώβριο του 2012 στα αθηναϊκά Dope of Sound Studio και Peter Pan’s Garden. Τη φροντίδα της ηχογράφησης και της μίξης είχε ο Στέφανος Δουβίτσας, ο οποίος συνυπογράφει και την παραγωγή του άλμπουμ, μαζί με τους Penny Dreadful. Τέλος, το artwork είναι σχεδιασμένο όλο στο χέρι και φέρει την υπογραφή του Δημήτρη “Sidheog” Στεβή" . Και πέρα των τύπων, η δουλειά τους έχει ψυχή και αγνό rock'n'roll πνεύμα. Οι νότες φαίνονται αδάμαστες, αλλά αρμονικά δομημένες. Μια μπάντα με μοναδική συνοχή, αλλά και με αναμενόμενη συνέχεια... 
Jacek Maniakowski

Suede - Filmstar


Το όνειρο για δόξα και αναγνώριση έχει στοιχειώσει πολλούς πιτσιρικάδες, φαν της rock'n'roll, αλλά και μετέχοντες στα γρανάζια της. Όμως το τίμημα της δόξας είναι αρκετά μεγάλο και θολό, ώστε να μπορεί να αντιμετωπιστεί από κάποια φιλόδοξη μεν, αγνή και αθώα καλλιτεχνική ψυχή. Η ορμή και η ταχύτητά της μουσικής αυτής είναι ένας τυφώνας για έναν κοινό ανθρώπινο ψυχισμό, που φαντάζει σαν παράπηγμα από καλάμια μπροστά του. Με αυτό το σκεπτικό ο κίνδυνος της αποτυχίας φαντάζει απειροελάχιστος μπροστά σε αυτόν της επιτυχίας, που το "τσουνάμι" της έχει πάρει πολλές ψυχές και το τεράστιο ταλέντο δεν στάθηκε εμπόδιο για την καταστροφή. 
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κακής διαχείρισης της δόξας είναι και οι Suede. Μετά την ξαφνική επιτυχία των δυο πρώτο τους άλμπουμ, η πίεση της φήμης έκανε τα μέλη να είναι κάπως δύστροπα μεταξύ τους, με αποτέλεσμα την φυγή-εκδίωξη του κιθαρίστα τους  Bernard Butler. Αλλά την θέση του ήρθε να αναλάβει ένας 17-χρονος οπαδός της μπάντας, ο  Richard Oakes. Η κινηματογραφική του είσοδος στην μπάντα, προήλθε από την πίστη στον εαυτό του και την αγάπη τους γι'αυτή. Έστειλε μια κασέτα ντέμο στο fun club τους, που απλά έγραφε  "Take me or leave me." Τελικά όταν έπεσε στα χέρια του  Simon Gilbert και του τραγουδιστή  Brett Anderson, απλά πίστεψαν πως είναι ένα πρώιμο ντέμο των Suede. Πολύ γρήγορα κλήθηκε να μπει στην μπάντα και μάλιστα ανέλαβε και το ρόλο του δημιουργού. 
Η απλότητα που εισήγαγε στις συνθέσεις τους, μεταξύ των άλλων φαίνεται και στο τραγούδι Filmstar, από το τρίτο τους άλμπουμ Coming Up του 1993. Η μουσική ανήκει στο νεαρό κιθαρίστα, αλλά οι στίχοι είναι του frontman. Το λυρικό μέρος περιγράφει την κατάσταση ενός σταρ, ένα θέμα που σχεδόν όλες οι μπάντες, που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Το είδωλο που δημιουργείται για τους οπαδούς, κατακτά και τον ίδιο τον σταρ, κάνοντας τον να πιστεύει πως και ίδιος είναι η εικόνα που παρουσιάζει ή φαντάζεται το κοινό γι αυτόν. Ο τρόπος της δημιουργίας των τραγουδιών για την μπάντα άλλαξε και από την μουσική που έστελνε απλά ο προηγούμενος κιθαρίστας, με τον  Anderson να συμπληρώνει το λυρικό μέρος, έγινε συνδημιουργία. Προφανώς αυτή ήταν η τελευταία λάμψη στην αίσθηση πραγματικότητας, που είχε ο τραγουδιστής, καθώς η ηρωίνη το βύθιζε ακόμα πιο πολύ στην φαντασίωση μιας εικόνας. 
 Jacek Maniakowski

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Bruce Springsteen - Nebraska


Τα κίνητρα και η αρχή των γεγονότων είναι πάντα μια θολή κατάσταση. Το γιατί ξεκινάει να κάνει κανείς κάτι, αποτρόπαιο ή δημιουργικό , είναι μια εικασίας. Και με όση σιγουριά μιλάνε οι ψυχολόγοι για τα βαθύτερα αίτια δράσης ενός ατόμου, στην ουσία δεν αποδεικνύουν τίποτα. Το πολύ, οι πολύ κοντινοί φίλοι και άνθρωποι του περιβάλλοντος κάποιου, που δεν έχουν κάποιο συμφέρον, μπορεί να δουν κάποια από τα πραγματικά αίτια μιας δράσης. Αλλά το  να αφαιρέσει κάποιος μια ζωή, το πρώτο αίτιο είναι η έλλειψη προσωπικής ευθύνης γι αυτήν του την πράξη. 
Ο  Bruce Springsteen στο έκτο του άλμπουμ, το Nebraska του 1982, συγκέντρωσε τα τραγούδια που είχε γράψει με τους  E Street Band. Μουσικά διακατέχεται από μουσική λιτότητα και στο λυρικό μέρος από ιστορίες απελπισίας, είτε αυτές μας δημιουργούν συμπάθεια είτε όχι. Αλλά η έλλειψη προσδοκίας και ελπίδας οδηγεί έναν άνθρωπο σε πράξεις που είναι έξω από την φύση του. Και το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου μας διηγείται μια τέτοια ιστορία. Με αφηγητικό τρόπο και με σχεδόν απαθή τόνο φωνής  μας λέει την ιστορία του 19-χρονου Charles Starkweather και της 14-χρονης κοπέλας του Caril Ann Fugate, που μέσα από τον παροξυσμό της εφηβείας τους σκότωσαν 11 αθώους ανθρώπους το Ιανουάριο του 1958. Οι στίχοι μιλάνε για 10, γιατί πριν ξεκινήσει το αιματοβαμμένο τους "σαφάρι" το ζευγάρι, ο Starkweather είχε σκοτώσει ήδη έναν.
Η οπτική του τραγουδιστή είναι είναι σαν να περιμένει και την δική του εκτέλεση από το νεαρό ζευγάρι. Η απάθεια που συνοδεύει την αφήγηση το κάνει ακόμα πιο ανατριχιαστικό. Ο τρόπος της θυμίζει τον Αμερικανό συγγραφέα  Flannery O'Connor, τον οποίο είχε διαβάσει πριν, ξεκινήσει την δημιουργία των συγκεκριμένων τραγουδιών. Ο τελευταίος στίχος, που κατά κάποιον τρόπο αιτιολογεί τις πράξεις του νεαρού ζευγαριού, ο  "I guess there's just a meanness in this world", είναι πολύ κοντά στην ιστορία του  O'Connor's την "A Good Man Is Hard to Find". Όπου και κει ο δολοφόνος κλείνει το βιβλίο με την φράση "No pleasure but meanness" . 
Στην πραγματική αυτή ιστορία του νεαρού ζευγαριού, ο δημιουργός του τραγουδιού αναζητά και τις δικές του υπαρξιακές απορίες και σχέση πάντα με το σύνολο της ανθρωπότητας. Η έμπνευση για την δημιουργία του τραγουδιού, ωστόσο, ήρθε στον Springsteen μετά από την παρακολούθηση της ταινίας Badlands του Terrence Malick στην τηλεόραση. Καθώς η ταινία ήταν και η ίδια εμπνευσμένη από την δράση των νεαρών, αποφάσισε και ίδιος να εξερευνήσει την ιστορία. Αν και καταφέρνει να αποδώσει αρκετά πιστά την πραγματική ιστορία, προσθέτει και την δική του πινελιά σ' αυτήν.
Για την ιστορία, ο Charles Starkweather, που εκτελέστηκε έναν χρόνο αργότερα από την διάπραξη των φόνων αυτών, δεν μετάνιωσε ούτε στιγμή για τις πράξεις του. Μάλιστα σε ένα γράμμα του προς τον πατέρα του, μέσα από την φυλακή, γράφει ότι ήταν ότι πιο διασκεδαστικό έχει κάνει ως εκείνη την στιγμή μαζί με την Caril. Η οποία θεωρήθηκε σαν όμηρος του νεαρού από τους δικαστές και όχι σαν συνένοχη του. Συνεχίζει να ζει στην ίδια πολιτεία στην οποία διέπραξε και τα εγκλήματά της, την Nebraska.