Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

Rock - e - pedia: Celtic Metal

 

Υπάρχουν τραχείς τόποι, που βγάζουν τις πιο απαλές νότες.

Celtic Metal

 

 

Πως ακούγεται: Σαν Epic metal με Folk Metal μαζί με γκάιντες και βιολιά. Περίπου σαν παραδοσιακή Ιρλανδέζικη μουσική, η οποία όμως δεν χορεύεται… αλλά μπορείς να κάνεις πολύ καλές ασκήσεις σβέρκου.

Γιατί να το ακούσουμε: Είναι μελωδικό, αλλά συνάμα σκληρό, σαν ένα καλό Ιρλανδέζικο Ουίσκι. Βρίσκεις άγνωστα ονόματα, τα οποία είναι μουσικά διαμάντια και γενικά στο είδος αυτό μπορείς να βρεις στην τύχη πολύ καλές μπάντες, με αποτελεσματικότητα που αγγίζει αυτή του αγριόσκυλου της Αφρικής.




Γιατί όχι: Φτάνει πια με τα Ιρλανδέζικα, έχουμε κάνει λάστιχο το συκώτι μας. Καλά… βάλε ένα προτελευταίο και παίξε λίγο ακόμα.

Που; Ιρλανδία

Πότε; Δεκαετία του ‘90

Ποιοι; Η προέλευση του Celtic metal εντοπίζεται το 1990 με το τραγούδι "The Widdershins Jig" των Άγγλων Skyclad.

Αυτό το τραγούδι επηρέασε σημαντικά των νεαρό τότε Keith Fay που είχε δημιουργήσει ένα black metal συγκρότημα εμπνευσμένο από τον Tolkien με το όνομα Minas Tirith.

Εμπνευσμένος από τη μουσική των Skyclad και Horslips, ο Keith Fay ξεκίνησε να συνδυάσει το black metal με τη λαϊκή μουσική της Ιρλανδίας.

Τότε, σχηματίζει τους Cruachan και κυκλοφορεί μια demo ηχογράφηση το 1993.

Το ντεμπούτο άλμπουμ τους “Tuatha Na Gael” κυκλοφορεί το 1995 και έκτοτε αναγνωρίζονται ως πρωτοπόροι, καθώς εξέλιξαν το Folk Metal.

Με τη χρήση μελωδιών από την κέλτικη μουσική και στίχους από την κέλτικη μυθολογία το στυλ τους αναγνωρίστηκε ως αυτό που σήμερα αποκαλούμε Celtic Metal.

Πρωτοπόροι του είδους θεωρούνται και οι Primordial και Waylander.



Αλλά ακόμα να ακούσεις: Eluveitie, Ithilien, Mägo de Oz, Suidakra, Leah, Skiltron, Geasa,  Tuatha de Danann, Heol Telwen, Celtachor, Aedy, Aeron's Wake, Aeterna, An Norvys, Briselas, Duir (it).

Μέρες δόξας:  Γενικά από την δεκαετία ’00 έχει σταθερό κοινό και η επιτυχία κάποιων συγκροτημάτων αναδεικνύει συνεχώς το είδος, καθώς και σταθερή καλή ποιότητα του.

Κόκκινη κάρτα: συχνά επαναλαμβάνεται, σαν να πίνεις το ίδιο ουίσκι στο ίδιο ποτήρι, αλλά με νέα παγάκια.

Με τι μπερδεύεται; Me Irish Metal, Folk Metal

Τι λες στον άσχετο; κάτι ιρλανδέζικα, αλλά για μαλλιάδες


Jacek Henryk Maniakowski

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

Μέλισσα Headbanger

 

Οι μέλισσες αν και μνημονεύονται πολλές φορές από επιστήμονες, φιλοσόφους ή ποιητές, δεν είναι ιδιαίτερα συμπαθές ον μέσα από ζωικό βασίλειο. Οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν φόβο ή απέχθεια γι αυτό το έντομο, αλλά μεταξύ σοβαρού και αστείου και γι αυτούς που το υμνούν, τους οποίους προανέφερα. Ωστόσο, ο λόγος είναι απλός, δεν μπορείς να το βγάλεις βόλτα, ούτε να δώσει κάποιο όνομα, αλλά ούτε να δεις πως αντιδρά στην αγαπημένη μας μουσική.



Αυτό το στερεότυπο όμως μπορεί να αλλάξει και για αυτό φέρει ευθύνη ένα είδος μέλισσας από την Αυστραλία. Ονομάζεται επιστημονικά Amegilla murrayensis και αυτό που την κάνει ξεχωριστή είναι ο τρόπος με τον οποίο κάνει την επικονίαση. Οι επιστήμονες της έδωσαν το παρατσούκλι Headbanging Pollinator. Και όχι άδικα γιατί ο τρόπος με τον οποίο κάνει την βασική δουλειά της μέλισσας, μοιάζει με αυτό που πλέον ο Tom Araya δε μπορεί να κάνει, δηλαδή το headbanging!

Αυτό της δίνει μια πολύ μεγάλη αποτελεσματικότητα στην επικονίαση. Η μπλε-κλιμακωτή μέλισσα, όπως είναι το κοινό της όνομα, παρατηρήθηκε από τους επιστήμονες, ότι δονεί το κεφάλι της πάνω-κάτω, όπως κάθε μεταλλάς όταν ακούει το αγαπημένο του συγκρότημα. Και αυτό την κάνει τον πιο αποτελεσματικό επικονιαστή. Το όνομα της προέρχεται  από τις μπλε ρίγες στο κάτω μέρος της κοιλιάς και δε σχηματίζει κυψέλες. Οι θηλυκές ζουν μοναχικά, φτιάχνοντας λαγούμια στην γη.



Οι επιστήμονες της School of Aerospace, Mechanical, and Manufacturing Engineering στο RMIT του Πανεπιστημίου της Αυστραλίας, παρατήρησαν για πρώτη φορά με μεγάλη έκπληξη το συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς. Όπως δήλωσε ο Sridhar Ravi, ένας από τους συγγραφείς της έρευνας αυτής: «αυτό είναι κάτι εντελώς καινούργιο», κανένας άλλος δεν είχε πριν παρατηρήσει κάτι παρόμοιο. Αξιοθαύμαστη και όχι μόνο, είναι η ταχύτητα με την οποία κάνει το headbanging η μέλισσα αυτή, 350 χτύπους το δευτερόλεπτο!!!!

Οι πρακτικές της, την κάνουν η πιο αποτελεσματική και οι λόγοι είναι απλοί: με μια φορά μπορεί να συλλέξει πιο πολύ γύρη, αλλά ακόμα σπάει με αυτόν τρόπο, κομμάτια που έχουν κολλήσει εξαιτίας της υγρασίας. Αλλά ένα βίντεο μπορεί να διαφωτίσει καλύτερα.

 



Jacek Henryk Maniakowski 



Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2024

Η τέχνη της ακρόασης


 Στο ζωικό βασίλειο τα πράγματα είναι απλά, αν και εκδηλώνονται με πολλούς τρόπους. Τα ζώα κοιτάνε ή ερευνούν αν κάτι τρώγεται ή όχι. Αν δεν τρώγεται απλά το κατουράνε ή το προσπερνάνε. Αυτή η διαδικασία δεν διαρκεί πάνω από λίγα δευτερόλεπτα. Όμως αυτό γίνεται σε όντα, τα οποία δεν δημιούργησαν πολιτισμό. Και δημιουργία του πολιτισμού δεν στηρίζεται σε καμιά των περιπτώσεων στην  αρχή «ότι δεν τρώγεται το κατουράμε».



Παρά ταύτα όλα αντιμετωπίζονται με αυτή την προσέγγιση. Και το θέμα μας είναι η μουσική, όχι η ίδια καθ’ αυτή αλλά η προσέγγιση προς αυτήν. Η μουσική δεν είναι απλοί ήχοι, αλλά οι ήχοι τοποθετημένοι με αρμονία. Και η αντιμετώπιση της με την αρχή που προαναφέραμε δεν της αρμόζει. Η μουσική, όταν δεν είναι σκοπός, είναι μέσο. Ένα όχημα που μας επιτρέπει να ταξειδέψουμε με το νου μας είτε στο παρελθόν και στις μνήμες του είτε σε μην υπαρκτούς τόπους και άχρονους συνάμα. Το να ακούς τη μουσική είναι μια τέχνη, πολλές φορές ισάξια με αυτήν της δημιουργίας της.

Δεν ξέρω αν είναι αλαζονικό να συγκρίνεις ένας ακροατή με τον μουσικό δημιουργό, αλλά σίγουρα δεν υπάρχει ένας χωρίς τον άλλον. Το να γνωρίζει κάποιος να διαβάζει παρτιτούρες και να χειρίζεται ένα μουσικό όργανο, δεν τον κάνει και συνθέτη. Ξέρει να εκτελεί και όχι να δημιουργεί. Όπως και αυτόν που ακούει μουσική, δεν τον κάνει και ακροατή της. Αλλά μήπως υπάρχει κάποια τέτοια διαβάθμιση και στην ακρόαση της μουσικής;



Για να βρεις διαμάντια χρειάζεται να σκάψεις βαθιά. Με ανάλογο  τρόπο λειτουργεί και η ακρόαση της μουσικής. Δεν τα βρίσκεις στο δρόμο ούτε πέφτουν από τον ουρανό (τα διαμάντια). Το ίδιο και η μουσική, πρέπει να αφιερωθείς στην ακρόασή της για να μπορείς να την εκτιμήσεις. Την ίδια στιγμή που η πλειοψηφία απλά την έχει σαν συνοδευτικό για το πλύσιμο των πιάτων, την φασίνα ή στην καλύτερη περίπτωση σε μια συζήτηση. Σαν φτηνή πόρνη την ίδια στιγμή που θέλει να φλερτάρει με απώτερο ή άμεσο σκοπό το σεξ, ούτε καν τον έρωτα.

Και αλήθεια, ποιος μπορεί να πει ποιο είναι το αγαπημένο του άλμπουμ; Πότε άκουσε ένα άλμπουμ ολόκληρο ή να θυμηθεί στίχους από αυτό. Πότε τελευταία φορά άκουσε κάποιο άλμπουμ, σαν έβλεπε μια ταινία ή να διάβαζε κάποιο βιβλίο, που τον συνεπήρε; Ποιος έκλεισε τηλέφωνα, υπολογιστές και έβαλε απλά να ακούσει έναν δίσκο, να αφοσιωθεί σε αυτό και μόνο για κάποιο τρίωρο; Ίσως με όλα αυτά τα ερωτήματα γεννιέται ένα ακόμα και αυτό είναι το βασικό: γιατί να το κάνει κάποιος;

Η απάντηση είναι πιο απλή από όσο φαίνεται: γιατί συνάδει με αυτό τον τρόπο στην δημιουργία. Οι μουσικοί αφιερώνουν όχι μόνο χρόνο και χρήμα για να φτιάξουν ένα άλμπουμ, αλλά και καταθέτουν τις περισσότερες φορές και την ψυχή τους. Το ταλέντο και η ικανότητα μαζί τις γνώσεις, είναι τα μέσα για να έρθει μια αρμονία ήχων στα αυτιά μας. Ότι είναι η ποιότητα του αέρα για τα πνευμόνια μας, το ίδιο είναι και η ποιότητα της μουσικής για τα αυτιά μας. Αλλά αν την αφήσουμε, μπορεί να είναι και για το νου μας, όπως και για το πνεύμα μας ή την ψυχή (δηλαδή σαν το καθαρό αέρα για τα πνευμόνια μας).

Ίσως κάποιοι από μας είναι πιο τυχεροί, γιατί την πρώτη τους γνωριμία με την μουσική έγινε με μέσα όπως οι δίσκοι του βινυλίου η κασέτες. Και η μαγεία που νιώθαμε δεν έχει σχέση τόσο με το μέσο, όσο με τον τρόπο που την αντιλαμβανόμασταν. Ουσιαστικά είχαμε την αίσθηση του εξωπραγματικού, ακόμα και σε μέτριες δουλειές. Αλλά ακούγαμε, ακούγαμε με προσοχή τι ήθελε να δηλώσει ο κάθε μουσικός, είτε απλά το μαντεύαμε με βάσει τα δικά μας βιώματα. Αλλά και αυτό είναι ένδειξη σεβασμού. Το κάθε μας νέο απόκτημα δεν ήταν άλλον ένα προϊόν του σούπερ μάρκετ με μπλε και πράσινους κόκκους, αλλά έργο τέχνης. Έργο τέχνης το οποίο είχε την αξία που εμείς του δίναμε. Η οποία είχε σχέση και με το βίωμα που μας προσέφερε.

Δεν είναι λίγες οι φορές που το αγαπημένο μας άλμπουμ, θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο ή ακόμα να χαρακτηριστεί μέτριο από την πληθώρα των σημερινών κριτικών. Οι οποίοι είτε σαν κριτές είτε σαν κατά φαντασία κριτές, προσπαθούν να στερήσουν μια προσωπική σχέση που είχαμε με την μουσική. Και αυτή η σχέση είναι παράλληλα και η τέχνη της ακρόασης. Το να θεωρείς μια ολοκληρωμένη δουλειά με την μορφή ενός LP άλμπουμ, κάτι το μοναδικό. Μπορεί να τυπωνόταν σε πολλά αντίτυπα, αλλά στα χέρια μας ήταν κάτι το μοναδικό. Και το βινύλιο σαν μέσο, έκανε καλύτερα αυτήν την δουλειά, δηλαδή να προσδώσει αυτήν την μοναδικότητα.

Η μεγάλη θεωρητικός της μουσικής, η Pauline Oliveros*, το διατύπωσε όσο πιο ορθά μπορούσε : «Διαχωρίζω το «να ακούω» από το «να το ακούω». Το «να ακούς» είναι φυσικό μέσο που βοηθάει στην αντίληψη (του περιβάλλοντος). Το «να το ακούς» σημαίνει να δίνεις την προσοχή σου σε αυτό που γίνεται αντιληπτό, τόσο ηχητικά, όσο και ψυχολογικά.». Με αυτόν τον τρόπο, ορίζει ένα είδος «ριζοσπαστικής προσοχής» σαν βάση της θεωρίας της, «της Βαθιά ακρόαση» (deep listening), την οποία διατύπωσε το 1988, κατά την διάρκεια κάποιων μουσικών πειραματισμών.



Και δω ίσως είναι και το παράδοξο της εποχής μας, όπου η μεγαλύτερη και ευκολότερη προσβασιμότητα σε οποιαδήποτε πληροφορία, δημιουργεί απλά τουλάχιστον ίδιο αριθμό αδαών, όταν δεν υπήρχε τέτοια πληροφόρηση. Κατά αντίστοιχο τρόπο, ηχογράφηση, όπως και η αναπαραγωγή του ήχου γενικά και της μουσικής συγκεκριμένα, έχει φτάσει στο πιο υψηλό επίπεδο, ενώ η «βαθιά ακρόαση» έχει φτάσει σε πιο χαμηλό. Ίσως η ταχύτητα με την οποία ζούμε, για να φτάσουμε σε κάτι αόριστο και μη πραγματικό, δημιουργεί ένα πλήθος από θορύβους. Αλλά πάλι η τεχνολογία έχει τις δικές της απαντήσεις, πολύ χειροπιαστές.

Ίσως μια μικρή βοήθεια θα μπορούσε να υπάρχει, αν διαμορφώναμε λίγο το πιο κοντινό μας περιβάλλον, ελαττώνοντας τα οπτικά ερεθίσματα. Με μια απλή διατύπωση απλά να σβήναμε το φως, δίνοντας την ευκαιρία σε κάποιο κερί να λάμψει. Μια βοήθεια από κάποια νόμιμη ουσία, όπως μια βότκα ή τεκίλα. Δεν χρειάζεται κάποιο συγκεκριμένο μέσο αναπαραγωγής ήχου, σχεδόν όλα κάνουν την δουλειά τους. Το θέμα είμαστε εμείς οι ίδιοι και πως θα κατευθύνουμε την προσοχή μας. Ακούστε τις νότες, οι οποίες τις περισσότερες φορές έχουν να πουν περισσότερα από τους στίχους. Και δεν χρειάζεται κάποιο πτυχίο πανεπιστημίου για να τις ακούσεις.

Η μουσική είναι τέχνη και η τέχνη σε κάθε της έκφραση είναι το βασικό μέσο επικοινωνίας με την ψυχή. Την ψυχή δική μας, αλλά και του δημιουργού και μέσω αυτού με ανθρώπους που ποτέ δεν συναντήσαμε ούτε και θα συναντήσουμε με φυσική τους μορφή. Η τέχνη είναι αυτή μου ξεχωρίζει από τα άλλα είδη του ζωικού βασιλείου.  Και η τέχνη της ακρόασης είναι αυτή που δεν χρειάζεται ούτε τις βασικές ούτε καν ταλέντο. Απλά προσοχή και διάθεση για βουτιά στην… «βαθειά ακρόαση».


Jacek Henryk Maniakowski 

Πηγή: https://www.latimes.com/entertainment-arts/music/story/2020-03-17/coronavirus-deep-listening-music-albums?fbclid=IwAR1qdiWpx9cT2mClvh96cC-roxlKNQhQs5YTRaCr-UPCrXMHuP6loJ1paU0

 

* https://en.wikipedia.org/wiki/Pauline_Oliveros

 

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

Volbeat - Last Day Under The Sun

Όσο και αν προβατοποιείται ένας ψηφοφόρος, τόσο η πραγματική φύση του ανθρώπου είναι η διαφορετικότητα μεταξύ των μελών του είδους. Πολλές φορές αυτή η διαφορετικότητα, όταν δεν οδηγεί στην υποκρισία, οδηγεί στη μοναξιά. Αλλά για έναν ανεξήγητο λόγο, η μοναξιά αυτή οδηγεί σε μια αναζήτηση μιας ιδιαίτερης παρέας, των ουσιών, οι οποίες είναι ικανές να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα. Και το κοινό που έχουν όλοι οι άνθρωποι είναι τα προβλήματά τους, όσο διαφορετικοί είναι μεταξύ τους. Αυτό τους ενώνει ή πηγαίνοντας σε άλλη άκρη, τους απομονώνει.

Ένα τέτοιο πρόβλημα είναι αυτό του εθισμού. Ουσιαστικά, κλέβοντας ατάκα από το Trainspoting II, όλοι είμαστε εθισμένοι σε κάτι, απλά κάποιες εξαρτήσεις δεν είναι τόσο καταστροφικές. Και μια τέτοια συνήθεια, ήθελε να μετατρέψει σε δημιουργία ο Michael Poulsen, κιθαρίστας και τραγουδιστής με την πολύ ιδιαίτερη φωνή του, του δανέζικου σχήματος των Volbeat, μέσα από τους στίχους του τελευταίου τους άλμπουμ, έβδομο κατά σειρά, το  «Rewind, Replay, Rebound» του 2019.



Το άλμπουμ κυκλοφόρησε επίσημα στις 2 Αυγούστου του 2019, αλλά ένα από τα τραγούδια του, που ηχητικά φέρνει σε νοσταλγικό αποχαιρετισμό του καλοκαιριού, είναι το
"Last Day Under the Sun", το οποίο βγήκε στην δημοσιότητα στις 13 Ιουνίου του ίδιου έτους. Και ο τίτλος είναι παραπλανητικός και το τραγούδι άλλο ένα θύμα της έλλειψης εμβάθυνσης στην σημασία του.

Οι πρώτοι στίχοι του τραγουδιού, δηλώνουν πως δεν πρόκειται για ένα καλοκαιρινό τραγούδι, όμως η σημασία τους είναι αμφίβολη:

I'm in the lion's cave

I've done it all before

I feel alive again

But maybe not for long

Ωστόσο, όπως αποκαλύπτει ο δημιουργός τους, δείχνουν μια ακόμα μάχη με τον εθισμό του. Σίγουρα δεν είναι ο πρώτος, ούτε καν ο τελευταίος καλλιτέχνης με τέτοιου είδους πρόβλημα. Αλλά η έμπνευση για τους στίχους στάθηκε η μάχη με τους ουσίες ενός ακόμα τεράστιου μουσικού, του Johnny Cash.



Συγκεκριμένα,  ο Poulsen αναφέρει ότι εμπνεύστηκε το τραγούδι διαβάζοντας την βιογραφία του εμβληματικού αυτού μουσικού: «Όταν διάβαζα το βιβλίο του, (εκείνος) περνούσε δύσκολες ώρες με (εξαιτίας του εθισμού του) αλκοόλ και ναρκωτικά. Μπήκε σε μια σπηλιά να ξαπλώσει και να πεθάνει. Αλλά ξυπνά και νιώθει σαν να του δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία».

Στην πραγματικότητα μιλάει για την εμπειρία του country τραγουδοποιού το 1967 στο σπήλαιο Nickajack Cave της πολιτείας Tennessee. Ο ίδιος επισκέφτηκε την σπηλιά αυτή με μοναδικό σκοπό να αυτοκτονήσει εκεί. Ο Man in Black, προφανώς δεν τελείωσε το έργο του επί της Γης και κάτι υπενθύμισε πως έχει ακόμα μια ευκαιρία να ολοκληρώσει το έργο του. Ουσιαστικά πρόκειται για μια πνευματική επιφοίτηση, η οποία οδήγησε τον τραγουδιστή να στραφεί προς την θρησκεία του Χριστιανισμού. Παράλληλα τιμώντας τις πραγματικές αρχές της, ως το τέλος της ζωής του. Φυσικά, η εμπειρία του αυτή τον βοήθησε να απαλλαγεί από την εξάρτησή του από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά.

Δεν είναι οι Volbeat πρώτοι, οι οποίοι ασχολήθηκαν με το θέμα αυτό. Το 2005, ο Country μουσικός Gary Allan στο άλμπουμ του Tough All Over, αναφέρεται σε αυτό το γεγονός με το τραγούδι του "Nickajack Cave (Johnny Cash's Redemption)". Άλλωστε όλο του άλμπουμ είναι γραμμένο μετά την αυτοκτονία της συζύγου του τραγουδιστή. Ίσως αυτό το θλιβερό γεγονός στάθηκε αφορμή για ασχοληθεί με την πνευματική εμπειρία του Johnny Cash.

Ο Poulsen πήρε το γεγονός σαν αφορμή να εκφράσει το δικό του ψυχολογικό μαρτύριο. Αναφέρει συγκεκριμένα πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια δική τους προσωπική μάχη με κάτι, είτε αυτό είναι αλκοόλ και ναρκωτικά είτε η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Σκάβουν μια «σπηλιά» και μετά δε ξέρουν πώς να βγουν από αυτήν. Η δική του «σπηλιά» ήταν ο εθισμός του στο αλκοόλ, μετά την απώλεια του πατέρα του. Και όπως αναφέρει , αν δεν είχε ανθεκτικό μυαλό και πολύ καλού φίλους, δεν ξέρει που θα ήταν πραγματικά. Και όπως ο ήρωας του τραγουδιού, βγήκε από αυτό το ψυχολογικό σκοτεινό μέρος με πολύ καλύτερη διάθεση να απολαύσει την ζωή του, κάτι που κάνει.

Οι στίχοι στην ουσία είναι ένα μήνυμα ελπίδας και συγχώρεσης του ίδιου του εαυτού μας. Αυτές είναι οι έννοιες που μας δείχνουν το φως της εξόδου από την κάθε σκοτεινή σπηλιά μας.

Το video έχει κάνει ο Jakob Printzlau, ο οποίος έχει συνεργαστεί και παλιότερα με την μπάντα στην επιμέλεια των βιντεοκλίπ τους όπως "The Devil's Bleeding Crown," "Lonesome Rider," "16 Dollars" και "Cape of Our Heroes". Απεικονίζει μια ομάδα τυχαίων ανθρώπων, οι οποίο βιώνουν κάποιο προσωπικό δράμα, να ακολουθούν ένα άγνωστο φως. Όλοι μαζί συναντιούνται σε κάποιο δάσος, ανακαλύπτοντας την πηγή του λυτρωτικού, όπως αποδεικνύεται, φωτός, που δεν είναι άλλη από μια σπηλιά… . Το μικρό της άνοιγμα, μάλλον συμβολίζει την ταπεινότητα, με την οποία πρέπει να διασχίσουμε την είσοδο. Ο σκηνοθέτης του, όπως βλέπουμε στο βίντεο,  εγκλωβίζει σε εικόνα το πραγματικό νόημα των στίχων. 




Η μουσική ανήκει στον βασικό κιθαρίστα της μπάντας, τον Rob Caggiano, πρώην μέλος των Anthrax.

 

 

Jacek Henryk Maniakowski 


Πηγές: https://en.wikipedia.org/wiki/Nickajack_Cave

https://en.wikipedia.org/wiki/Tough_All_Over_(Gary_Allan_album)

https://loudwire.com/volbeat-last-day-under-the-sun-video/

https://en.wikipedia.org/wiki/Rewind,_Replay,_Rebound

https://www.songfacts.com/facts/volbeat/last-day-under-the-sun

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

Rock - e - pedia: Cello rock (και cello metal)

 

Ένας άνθρωπος είναι ικανός να αλλάξει όλη την ανθρωπότητα, όπως ένα όργανο όλη την μουσική.

Cello rock (και cello metal)

 

Πως ακούγεται: σαν rock/metal με τσέλα και άλλα έγχορδα που παίζονται με δοξάρι, αλλά δεν είναι τσιγγάνικη ορχήστρα. Βασικά σαν Symphonic rock, απλά η ενορχήστρωση είναι κατά βάση με έγχορδα με το τσέλο να έχει μια πιο εξέχουσα θέση. 

Γιατί να το ακούσουμε: γιατί το τσέλο δίνει μια «γλυκύτητα» στον ήχο και γενικά ταιριάζει στην rock/metal όπως το μέλι στην φρυγανιά. 



Γιατί όχι: υπερβολικά αριστοκρατικό, δεν έχει αλητεία και είναι κατάλληλο για όπερες και μουσικά μέγαρα παρά για γεμάτα καπνό κλαμπ.

Που; Στο Ηνωμένο Βασίλειο

Πότε; Αρχές δεκαετίας του ’70

Ποιοι; Οι Electric Light Orchestra θεωρούνται με το ομώνυμο της μπάντας ντεμπούτο τους, στην Αμερική γνωστό και σαν  No Answer, έθεσε τις βάσεις για το είδος. Ωστόσο οι Φιλανδοί Apocalyptica έδωσαν άλλη πνοή στο είδος στα μέσα δεκαετίας του ’90.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Break Of Reality, Hevein, Tina Guo, Clawed Forehead, Cello Fury, Leecher, 2Cellos



Μέρες δόξας:  από τα μέσα της δεκαετίας του ’00.

Κόκκινη κάρτα: Οι «σημαίες» του είδους έχουν έλλειψη δημιουργίας σύνθεσης. Η επιτυχία του είδους βασίστηκε σε διασκευές.

Με τι μπερδεύεται; Με symphonic metal

Τι λες στον άσχετο; Κάτι μαλλιάδες με δερμάτινα παίζουν κλασική μουσική σαν μεταλλάδες με τσέλα.


Jacek Henryk Maniakowski 


Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

Suicide: requiem for a star

 

Κατά κάποιο τρόπο, η αυτοκτονία είναι η πιο απέλπιδα επιβολή εξουσίας στον εαυτό. Ο αυτόχειρας νομίζει ότι γίνεται για μια στιγμή και μόνο κυρίαρχος του ίδιου του εαυτού, χωρίς να είναι μια μαριονέτα του περιβάλλοντός του ή ακόμα των οπαδών του, όταν πρόκειται για διασημότητα. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όμως.



Ίσως η αυτοχειρία ενός διάσημου, όπως ένας rock star, να γίνεται εύκολα μια είδηση, ωστόσο δεν είναι ένα απομονωμένο γεγονός από την υπόλοιπη κοινωνία. Παρ’ όλα αυτά η πίεση που δέχεται μια διασημότητα από τα ΜΜΕ, το κοινό του και ίσως ακόμα και από τους εσωτερικούς του δαίμονες είναι τεράστια. Ακόμα και οι ίδιες οι δισκογραφικές, αλλά και συνεργαζόμενοι του μουσικού, όπως μάνατζερ, ατζέντηδες κ.α., δεν θέλουν να αφήσουν ένα χρυσορυχείο να αποστασιοποιηθεί από το προσκήνιο για πολύ καιρό. Αλλά το κυριότερο είναι μια μάχη με το ίδιο το είδωλό του, αυτό που περίτεχνα φτιάχνει για το κοινό του ένας καλλιτέχνης.

Στην πραγματικότητα ένας φιλόδοξος μουσικός ζει μέσα από το κυνήγι, ίσως και αλαζονικό, της δικής του αθανασίας. Σαν να βρίσκεται μέσα στο The Picture of Dorian Gray του Oscar Wilde, εναποθέτοντας τον φθαρτό εαυτό του μέσα σε καλά κρυμμένη εικόνα και ταυτόχρονα προβάλει την φανταστική του αθανασία. Αυτήν την οποία ζητάνε οι ίδιοι οι οπαδοί του, απαιτώντας να ζήσουν μέσω ενός αστέρα την δική τους φαντασίωση της αθανασίας. Στην ουσία ο καλλιτέχνης, παραδίνεται και παραδίνει την δική του προσωπικότητα στο κοινό του, παράλληλα εισπράττοντας δόξα και την προσωρινότητα της ματαιότητας. Μεγαλώνοντας την δική του εικόνα προς τέρψη του κοινού, να ικανοποιήσει τις ελλιπείς προσωπικότητες των οπαδών του, χάνει την δική του. Στην ουσία τρέφει με τον εαυτό του τον ίδιο το κοινό του. Και όταν κατανοήσει αυτήν την διαδικασία, οι λύσεις είναι περιορισμένες, μπορεί να αποσυρθεί μουσικά από το προσκήνιο είτε να αποσυρθεί ολοκληρωτικά.



Ωστόσο, οι γενικεύσεις δεν λένε ποτέ την αλήθεια και κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή. Ή ίσως μόνο οι αφορμές να διαφέρουν, όταν πρόκειται για διασημότητα; Δεν θα το εξηγήσουμε αυτό, ούτε καν  θα προσπαθήσουμε να το προσεγγίσουμε. Η ουσία είναι πιο αόρατη και δυσδιάκριτη. Κάτι ανάμεσα στην ολοκλήρωση όλων των στόχων και την παντελής απουσία τους. Κάποτε κάποιος έγραψε, ότι καλό είναι να πιστεύεις σε κάτι που ποτέ δεν μπορείς να το φτάσεις ούτε και να το κατανοήσεις πλήρως, ένα τρικ που θα σε κρατά πάντα σε μια αόρατη σύνδεση με την ζωή, πέρα του βασικού ένστικτου της επιβίωσης.  Όταν όμως, ένας καλλιτέχνης γίνεται ο ίδιος αυτό που βάζουν στόχο εκατομμύρια οπαδοί του, κάτι άφταστο  που απλά τους κρατάει σαν αόρατη κλωστή με ένα ψεύτικο σκοπό και την ζωή, τότε τι του μένει; Ένα κενό, το οποίο είτε θα το αναπληρώσει είτε όχι. Στην πραγματικότητα είναι πολύ εύκολο ένας διάσημος αστέρας να γίνει σαν το ήρωα του Πάτρικ Ζίσκιντ στη τελευταία του πράξη του αριστουργήματος του «Το Άρωμα». Μέσω θανάτου του προβεί τον κόσμο της απόλυτης αναγνώρισης και συνάμα αθανασίας.

Σε μια συνέντευξη του ο Liam Gallagher είχε πει πως τα μέλη των Oasis είχαν σαν μότο τους «δόξα ή θάνατος», πριν γίνουν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του χώρου. Ουσιαστικά υποδήλωνε πως δεν είχαν να χάσουν τίποτα και αυτό ίσως να ήταν μεγαλύτερος τους κινητήριος μοχλός. Τα τραγούδια τους δεν φημίζονται για το βάθος τους, ούτε και για ιδιαίτερη ευαισθησία. Το ταλέντο των αδελφών Gallagher  δεν είχε κάποια σκοτεινή αιτία, κάτι που χρησιμοποιούσε την συνθετική ικανότητα των μουσικών για να βγει προς τον πολύ κόσμο. Αλλά, σε κάποιες άλλες περιπτώσεις υπάρχει κάποιος «δαίμονας» που ωθεί τον καλλιτέχνη να εκφράσει τον πόνο του. Σε αυτήν την περίπτωση η δόξα δεν είναι το ζητούμενο, αλλά η αποβολή του πόνου μέσα από την μουσική. Και όταν συνδυαστεί αυτό με την δόξα, τότε μήπως η ίδια μοναξιά γίνεται ο σκοπός;



Η ίδια μοναξιά, οποία δείχνει να είναι το μοναδικό καταφύγιο από τους απαιτητικός και μόνιμα ανικανοποίητους οπαδούς. Μήπως τελικά οι ίδιοι οι rock stars να είναι οι μονομάχοι στα σημερινά Colosseum; Απλά θηράματα των αδηφάγων βλεμμάτων  των οπαδών τους; Ερωτήσεις που δύσκολα, ίσως και απίθανα,  θα απαντηθούν από κάποιον.


Από την άλλη η τυφλά πιστή αφοσίωση στην φράση “die young”, δεν φαίνεται να είναι η πραγματική αιτία της αυτοχειρίας των rock stars. Άλλωστε η πραγματική της σημασία είναι να συνεχίζεις να ονειρεύεσαι, ώστε να παραμένεις συνέχεια νέος. Και έτσι να σε βρει ο θάνατος,  όποια θα είναι η ώρα του. Ούτε η υποτιθέμενη, σε πολλές περιπτώσεις, ζωή γεμάτη καταχρήσεις, να είναι αρκετή ώστε να οδηγήσει ένα καλλιτέχνη σε αυτήν  την πράξη της απόλυτης εξουσίας.

Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, το μόνο κοινό σε όλες αυτές τις περιπτώσεις αυτοχειρίας, είναι η μουσική. Η ίδια η μουσική, που έχει αποτρέψει πολλούς,  νέους κυρίως, ώστε να κάνουν το ίδιο. Αλλά δύσκολα θα μπορούσε η μουσική καθ’ αυτή να κατηγορηθεί για αρνητική επιρροή και παρότρυνση στην αυτοχειρία. Αν και υπήρχαν αρκετές τέτοιες προσπάθειες, οργανωμένες από συντηρητικούς πολιτικούς κύκλους, με μοναδικό σκοπό εύρεση εχθρού και μια φανταστική προστασία από αυτόν. Η ψηφοθηρία και χειραγώγηση της κοινής γνώμης ήταν οι βασικοί στόχοι αυτή της μερίδας των ανθρώπων.

Τελικά μήπως όλοι αυτοί αυτόχειρες, απλά δεν μπόρεσαν να αντέξουν το βάρος ενός ροκ αστέρα; Η μουσική για αυτούς ήταν ένας τρόπος έκφρασης, αναζήτησης και ο ίδιος ο δρόμος της ζωής. Και όχι μέσον για «μεγάλη ζωή» ή για την ικανοποίηση κάποιας ματαιοδοξίας. Το κοινό που αναζητούσαν να τους ακούσει ήταν μόνο αυτό που θα μπορούσε με ευκρίνεια να καθρεπτίσει τους ίδιους τους δημιουργούς, ώστε να μπορούσαν να αντικρίσουν τον εαυτό τους σε ένα ταξείδι αυτογνωσίας. Μπορεί ούτε καν οι ίδιοι να μην γνώρισαν τους του λόγους της ύστατης αυτής πράξης. Απλά ένιωθαν ότι κάτι έχει πάει στραβά στο τελευταίο τους τραγούδι, αυτό που αποκαλούμε ζωή. Και ξεκίνησαν να το σβήσουν, για να το γράψουν, ίσως, σε κάποιον άλλον τόπο ή χρόνο.




Στην πραγματικότητα όλες οι περιπτώσεις διαφέρουν. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι εικασίες και τίποτε άλλο. Αλλά θα το προσεγγίσουμε ξανά το θέμα, αλλά ανά κάθε περίπτωση και ξεχωριστά, σε ένα άλλο άρθρο.


Jacek Henryk Maniakowski 

 

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2024

Green Lung - The Ritual Tree

 

Υπάρχουν τραγούδια που έχουν αφήσει ιστορία. Αλλά υπάρχουν και τραγούδια τα οποία έχουν βρει ιστορίες άγνωστες. Τις έχουν κάνει στίχους και νότες. Αλλά διηγούνται ακόμα πιο πολλά, από προσωπικές και άγνωστες ιστορίες, ως και ανεξιχνίαστες υποθέσεις δολοφονιών. Παράλληλα γνωστοποιώντας ιστορίες ανθρώπων, οι οποίες θα έμεναν στο σκοτάδι της λήθης. Είτε απλά οι δημιουργοί μοιράζονται τις δικές τους ανακαλύψεις, παλιών και σχεδόν μυθικών διηγήσεων γεμάτων μυστήριο στα όρια του παραφυσικού. 

Οι Green Lung από το νότιο Λονδίνο στην πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά το «Woodland Rites» κατάφεραν να ανακαλύψουν μια πολύ μυστηριώδη ιστορία και να την μετατρέψουν σε τραγούδι. Το περιεχόμενο της ταιριάζει απόλυτα στο Stoner/Doom Metal ήχο του πενταμελούς αυτού συγκροτήματος. Το τραγούδι The Ritual Tree, 4ο του άλμπουμ, μόνο από τον τίτλου παραπέμπει σε κάποια χολυγουντιανή ταινία, αλλά στην πραγματικότητα το ξεπερνάει κατά πολύ.



Η δημιουργία του κιθαρίστα Scott Black, οποίες έκανε την μουσική και του τραγουδιστή Tom Templar που έγραψε τους στίχους είναι εμπνευσμένη από την αγγλική παράδοση. Κυμαίνεται ανάμεσα σε αληθινά γεγονότα και σε αστικό μύθο. Άλλωστε έχουμε πει πολλές φορές, πως η πραγματικότητα ξεπερνά κατά πολύ την φαντασία.

Τα γεγονότα ξεκινάνε το 1943, κατά την διάρκεια του Β’ΠΠ στην αγγλική ύπαιθρο και συγκεκριμένα στο Hagley Wood του Worcestershire. Σε μια συστάδα φτελιών 4 παιδιά παίζοντας βρίσκουν ένα κρανίο κρυμμένο σε μια κουφάλα δέντρου. Στις 18 Απριλίου του 1943 τέσσερα αγόρια από τα περίχωρα του Hagley (οι Robert Hart, Thomas Willetts, Bob Farmer και  Fred Payne) πήγαν να μαζέψουν αυγά άγριων πουλιών ή ακόμα να κυνηγήσουν κάποιο εύκαιρο θήραμα στην περιοχή του Hagley Wood. Μέσα από την αναζήτησή τους αυτή βρήκαν μια τεράστια φτελιά. Υπέθεσαν πως θα ήταν γεμάτη με φωλιές πουλιών και κατά συνέπεια και γεμάτες αυγά, μιας που ήταν περίοδος ωοτοκίας.

Η παιδική περιέργεια δεν έχει όρια και έτσι κοίταξαν και μέσα στην κουφάλα του δέντρου, όπου υπήρχε ένα κρανίο. Αρχικά νόμιζαν πως ήταν κάποιου ζώου, αλλά μόλις διαπίστωσαν πως είχε μια τούφα από μαλλιά και αναγνωρίζοντας την οδοντοστοιχία κατάλαβαν πως ήταν ανθρώπινο. Στην περιοχή δεν βρισκόταν νόμιμα, καθώς η έκταση άνηκε στον υποκόμη του Cobham και προφανώς λόγο του πολέμου υπήρχαν ακόμα πιο πολλές απαγορεύσεις. Έτσι αποφάσισαν να μην μιλήσουν καθόλου γι αυτό. Όμως ο μικρότερος της παρέας ο Thomas Willetts, δεν ένιωθε πολύ άνετα με αυτό το μυστικό και ενημέρωσε τους γονείς του.

Όταν έφτασε η αστυνομία στον τόπο που υπόδειξαν οι πιτσιρικάδες, βρήκε και άλλα κόκκαλα τα οποία άνηκαν στην κοπέλα, όπως διαπίστωσαν. Ακόμα βρήκαν και την βέρα που φορούσε, αποδεικνύοντας πως ήταν παντρεμένη. Τα οστά της στάλθηκαν στον ιατρό του εγκληματολογικού James Webster, ο οποίος διαπίστωσε ότι πέθανε περίπου 18 μήνες πριν την εύρεση των οστών της, δηλ. κάπου τον Οκτώβριο του 1941. Επίσης ένα κομμάτι ύφασμα στο στόμα της δείχνει πως πέθανε από ασφυξία και το πτώμα της τοποθετήθηκε στην κουφάλα ακόμα στην κατάσταση της νεκρικής ακαμψίας. Παρ’ όλες τις προσπάθειες της αστυνομίας, δεν μπορούσε να γίνει η αναγνώριση της.

Όμως μύθος ξεκινά στα τέλη του 1943 κι αρχές του 1944, όταν στο Hagley εμφανίζονται συνθήματα που λένε : «Who put Bella in the Wych Elm?». Και συγκεκριμένα ακόμα και σήμερα στον οβελίσκο της πόλης, τον Wychbury Obelisk, μπορεί κανείς να δει το σύνθημα γραμμένο.

Ωστόσο το 2014 ο Steve Punt στο πρόγραμμα του BBC Radio 4 έκανε δύο πιθανές ταυτοποιήσεις. Η μία αφορά μια γυναίκα πόρνη από το Birmingham, η οποία δήλωσε το 1944 ότι τρία χρόνια πριν χάθηκε μια άλλη ιερόδουλη οποία δούλευε στο Hagley Road και λεγόταν Bella ή Luebella.



Όμως μια δεύτερη μαρτυρία έρχεται το 1953 από την Una Mossop. Συγκεκριμένα σύμφωνα με αυτήν ο πρώην σύζυγος της  Jack Mossop, ομολόγησε  στα μέλη της οικογένειας πως μαζί με έναν Ολλανδό, του οποίου το επίθετο ήταν van Ralt, έβαλα μια γυναίκα μέσα στην κουφάλα μιας φτελιάς. Οι δυο τους πίνανε στο Lyttelton Arms, την παμπ του Hagley. Τον  van Ralt συνόδευε μια επίσης Ολλανδέζα. Η κυρία αυτή ήπιε τόσο, που στην επιστροφή με το αυτοκίνητο λιποθύμησε μέσα. Οι δύο άντρες την έβαλα μέσα στην  φτελιά, νομίζοντας πως θα ξυπνήσει το πρωί και δεν θα τους θυμάται καν. Όμως εδώ τα πράγματα αρχίζουν να αποκτάνε μεταφυσική χροιά, καθώς ο Jack Mossop μεταφέρθηκε λίγο αργότερα στο ψυχιατρείο του Stafford, εξαιτίας επαναλαμβανόμενων εφιαλτών. Ο εφιάλτης είχε να κάνει με μια γυναίκα, οποία τον καλούσε μέσα από μια κουφάλα δέντρου. Ο άντρας αυτός τελικά πέθανε νοσοκομείο πριν βρεθεί καν το πτώμα. Η ερώτηση «γιατί η γυναίκα του μίλησε μετά από δέκα χρόνια», φέρνει λίγο δυσπιστία σε αυτήν την ομολογία.

Οι θεωρίες περί εκτέλεσης από Γερμανούς κατάσκοπους μιας Ολλανδής διπλής κατάσκοπου και μιας τελετουργικής εκτέλεσης στα πλαίσια απόκρυφης τελετής της παλιά θρησκείας της νήσου, για να γίνει Hand of Glory φλερτάρουν με την φαντασία μας. Αλλά έχουν και πολλούς υποστηρικτές.

Η Green Lung επέλεξαν για το τραγούδι την τελευταία θεωρία, η οποία βασίζεται στον ισχυρισμό της Margaret Murray, ανθρωπολόγου και αρχαιολόγου του  University College London, περί τελετουργικού φόνου.

Η μπάντα γράφει πρώτα την μουσική και μετά προσθέτει στίχους, αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση ο στιχουργός και τραγουδιστής μας ομολογεί, ότι είχε για πολύ καιρό ιδέα να γράψει για αυτό το θέμα.

Το τέλος του τραγουδιού γράφτηκε σχεδόν μόνο του Who put Bella in the Wych Elm? Και έχει γίνει το αγαπημένο τραγούδι του συγκροτήματος.

Παρ’ όλο που νέο κομμάτι έχει ήδη αρκετά cover στο you tube, κάτι που χαροποιεί τα μέλη του συγκροτήματος.




Κάθε τραγούδι μπορεί να είναι αφορμή για μια περεταίρω αναζήτηση και αυτό είναι το μήνυμα του τραγουδιού. Μια ενδιαφέρουσα ιστορία στα όρια του αστικού μύθου, προσφέρει μια νοητική περιπέτεια και ποιος ξέρει, μπορεί κάποιος να λύσει ένα μυστήριο και ανεξιχνίαστο έγκλημα δεκαετιών.

 

Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Who_put_Bella_in_the_Wych_Elm%3F


Jacek Henryk Maniakowski