Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2024

Rock - e - pedia: Celtic Punk

 

Δεν υπάρχει πιο αποτελεσματικός τρόπος ιεροποίησης ενός τόπου ή ακόμα και του χρόνου, από την ίδια την μουσική ταυτότητα.

Celtic Punk

 

 

Πως ακούγεται: Σαν μεθυσμένη πάνκηδες με νοσταλγία για τις πατρίδες τους ή των γονέων τους. Πραγματικές ή όχι. Βασικά είναι Punk με γκάιντες και βιολιά και άλλα περίεργα όργανα, μαζί με πολλά στοιχεία Ιρλανδικής, Ουαλικής και Σκωτσέζικης παραδοσιακής μουσικής.

Γιατί να το ακούσουμε: είναι ρυθμικό και μελωδικό. Ιδανικό για γιορτές και ποοοοολύ μπύρα, Γκίνες κατά προτίμηση. Χαβαλέδιτζικο, αλλά με πολιτικές αναφορές και μελωδικό σχόλιο για τα κοινωνικά στραβά. Αρκετά επαναστατικό και πολύ συναυλιακό. Δεν βαριέσαι ποτέ σε live μπάντας του είδους.



Γιατί όχι: Γιατί δεν αντέχεις άλλη μπύρα και θες κάτι πιο εκλεπτυσμένο και να χει δράκους.

Που; Ιρλανδία, Σκωτία, Αγγλία, ΗΠΑ και Καναδά.

Πότε; Μέσα της δεκαετίας του ‘80.

Ποιοι; Το Celtic punk επινοήθηκε ουσιαστικά από τους The Pogues και κέρδισε αμέσως δημοτικότητα μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ το 1985.

Η προέλευση του Celtic punk χρονολογείται από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 όπου μουσικοί του folk rock έπαιζαν ιρλανδική λαϊκή μουσική και Celtic rock.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι Y Trwynau Coch (The Red Noses) που άρχισαν να παίζουν με γρήγορους ρυθμούς, ιδιωματισμούς που θυμίζουν τους Jam.

Στους πρωτοπόρους συναντάμε μπάντες όπως οι: Dubliners, Clancy Brothers, Flogging Molly, Dropkick Murphys, The Real McKenzies, κλπ. 



Αλλά ακόμα να ακούσεις: Yr Anhrefn (Chaos), Mill a h-Uile Rud, Les Ramoneurs de Menhirs, Neck, Smiting Shillelagh, Flatfoot 56, The Tossers, The Vandon Arms, The Molly Maguires, Mutiny, Nyah Fearties, Roaring Jack, Greenland Whalefishers.

Μέρες δόξας:  Από τα μέσα της δεκαετίας του ’00, εξαιτίας διεθνούς επιτυχίας κάποιον συγκροτημάτων, παρουσίασε μια έκρηξη το είδος, η οποία κρατάει σχεδόν δύο δεκαετίες μετά.

Κόκκινη κάρτα: Επαναλαμβανόμενα μουσικά μοτίβα και μάλιστα «κλεμμένα» από παραδοσιακή μουσική. Πολλές φορές η έλλειψη πρωτοτυπίας οδηγεί στο γεγονός, ότι οι διαφορές σε ερμηνείες καθορίζουν τις διαφορετικές μπάντες.

Με τι μπερδεύεται; Με  Punk Rock, Folk Punk, Celtic Music, Celtic Rock, Irish Rebel Music.

Τι λες στον άσχετο; σαν το Rose Tattoo…


Jacek Henryk Maniakowski 

Need - Tilikum

 

Το όνομα κάποιου μπορεί να του δώσει κάποιες ιδιότητες που κρύβει αυτό, αλλά πιο πιθανόν είναι, να φανερώνει τις προσδοκίες του νονού ή κάποιων άλλων, που επέλεξαν αυτό. Όμως οι προσδοκίες πολλές φορές δεν είναι οι αναμενόμενες, μάλλον τις περισσότερες. Αλλά όταν το όνομα είναι τίτλος ενός τραγουδιού, το πιο πιθανόν είναι να κρύβει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία.



Στο 4ο άλμπουμ των Need, που κυκλοφόρησε στις 17 01 17, το Hegaiamas:a song for freedom υπάρχει ένα τραγούδι, το 5ο στην σειρά με τίτλο Tilikum. Από μόνο του όνομα προκαλεί τουλάχιστον περιέργεια. Αν και παραπέμπει σε λατινικά, ψάχνοντας  στο βάθος ανακαλύψαμε πως είναι ινδιάνικη διάλεκτος Chinook και σημαίνει «φίλος» και «καλωσόρισμα» . Μετά την προτροπή του κιθαρίστα της μπάντας  Ravaya το ψάξαμε στην wikipedia και ανακαλύψαμε πως πρόκειται για μια …όρκα

Πρέπει να είναι το μοναδικό τραγούδι που γράφτηκε για  μια … όρκα. Το συγκεκριμένο συμπαθές αυτό κήτος αιχμαλωτίστηκε σε μια τοποθεσία κοντά στο  Reykjavík της Ισλανδίας, την… Hafnarfjörður, το 1983 όταν ήταν 2 ετών και έναν χρόνο αργότερα μεταφέρθηκε στο SeaWorld Orlando της Florida. Εκεί απέκτησε το παρατσούκλι του, το Tilly και προφανώς οι προσδοκίες των νονών ήταν να ενσαρκώσει την σημασίας του ονόματος του… κάτι που το κήτος αυτό αρνήθηκε πεισματικά… σκοτώνοντας 3! Εκπαιδευτές του: η πρώτη ήταν η 21-χρονη φοιτήτρια θαλάσσια βιολόγος Keltie Byrne, οποία εργαζόταν στο θαλάσσιο πάρκο με μερική απασχόληση και συμμετείχε στην επίδειξη. Κατά τη διάρκεια του σόου, στις 20 Φεβρουαρίου του 1991, με την βοήθεια άλλων δύο κητών Haida II και Nootka IV, την τράβηξαν μέσα στην πισίνα εμποδίζοντάς την να βγει έξω. Οι προσπάθειες της να βγει έξω από την πισίνα ήταν μάταιες και όπως κάνουν με τους πιγκουίνους, την έπνιξαν. Το σώμα της ανασύρθηκε μετά από αρκετές ώρες. Ο Tilikum μεταφέρθηκε στο Sealand of the Pacific, αλλά το θαλάσσιο πάρκο έκλεισε, έτσι επέστρεψε στο Orlando ένα χρόνο αργότερα.



Δεύτερο θύμα ήταν ο 27-χρονος Daniel P. Dukes, οποίος βρέθηκε νεκρός … πανω στην πλάτη του Tilikum, στις 6 Ιουλίου του 1999. Ο κύριος αυτός, είχε επισκεφθεί το πάρκο την προηγούμενη, διέφυγε της ασφάλειας για να βουτήξει με την όρκα την νύχτα… τσίτσιδος.  Η αυτοψία έδειξε πολυάριθμα τραύματα, μώλωπες και εκδορές που κάλυπταν το σώμα του και προκλήθηκαν από τον Tilikum. Η επίσημη αιτία θανάτου ήταν πνιγμός.  Ο τρίτος θάνατος είναι της  Dawn Brancheau, 40-χρονης εκπαιδεύτριας  του, στις 24 Φεβρουαρίου  του 2010. Η εκπεδεύτρια σκοτώθηκε μετά από την παράσταση  Dine with Shamu, όταν τον έτριψε, μια κίνηση ρουτίνας, το κήτος την άρπαξε από την αλογοουρά της και την τράβηξε μέσα στην πισίνα. Επίσημα αίτια τραύμα μετά από αμβλύ χτύπημα και πνιγμός. Η ιστορία του Tilikum ενσαρκώθηκε στο ντοκιμαντέρ Blackfish υπό την διεύθυνση της Gabriela Cowperthwaite.

Όμως, όπως μας διηγείται ο Ravaya η πρώτη επαφή με την  ιστορία του έγινε μέσα από μια παράσταση  stand-up comedian Doug Stanhope που στο special του before turning the gun on himself . Στο τελευταίο κομμάτι λέει την ιστορία του περιστατικού στο sea world. Αν και στην αρχή του φάνηκε επινοημένο, ψάχνοντας το ανακάλυψε όλη την ιστορία που κρύβεται πίσω από τον Tilikum και μέσα από το ντοκιμαντέρ  Blackfish. Έτσι ήρθε και έμπνευση για την σύνθεση και ο τίτλος για τραγούδι ήταν έτοιμος… το τραγούδι έλλειπε και το συμπαθές  μήκους 7 μέτρων κήτος ήταν ακόμα ζωντανό



Ήταν το τελευταίο τραγούδι που γράφτηκε για το άλμπουμ, το οποίο κυκλοφόρησε 11 μέρες μετά τον θάνατο της όρκας από βακτηριογεννής πνευμονία … κάπως ανατριχιαστικό. «Υπήρχε η αίσθηση του μονοκόμματου και αργού στο μυαλό μου, Πριν γράψω νότα, Είχα άλλα προσχέδια, Αλλά δεν ταίριαζε κανένα.  Μια μέρα ήρθε το βασικό riff. Θεώρησα ότι αυτό ήταν αντάξιο του Tily. Και χτίστηκε το κομμάτι γύρω απ αυτό», αναφέρει ο κιθαρίστας του συγκροτήματος.

Η κιθάρα του Ravaya  λέγεται Tily … και είναι μαύρη Prs se 7-string… «Τον ήθελα μαζί μου» όπως μας αποκαλύπτει .Τους στίχους έχει γράψει ο John V τραγουδιστής της μπάντας και όλα τα μέλη συνέβαλλαν να ολοκληρωθεί το τραγούδι. Στην αμερικάνικη τουρνέ τους, ένας τεχνικός τους, στην διάρκεια της ζωντανής τους εμφάνισης  στην Φλόριντα,  είχε δουλέψει με τον Tily.





Jacek Henryk Maniakowski 



Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

Rock - e - pedia: Celtic Metal

 

Υπάρχουν τραχείς τόποι, που βγάζουν τις πιο απαλές νότες.

Celtic Metal

 

 

Πως ακούγεται: Σαν Epic metal με Folk Metal μαζί με γκάιντες και βιολιά. Περίπου σαν παραδοσιακή Ιρλανδέζικη μουσική, η οποία όμως δεν χορεύεται… αλλά μπορείς να κάνεις πολύ καλές ασκήσεις σβέρκου.

Γιατί να το ακούσουμε: Είναι μελωδικό, αλλά συνάμα σκληρό, σαν ένα καλό Ιρλανδέζικο Ουίσκι. Βρίσκεις άγνωστα ονόματα, τα οποία είναι μουσικά διαμάντια και γενικά στο είδος αυτό μπορείς να βρεις στην τύχη πολύ καλές μπάντες, με αποτελεσματικότητα που αγγίζει αυτή του αγριόσκυλου της Αφρικής.




Γιατί όχι: Φτάνει πια με τα Ιρλανδέζικα, έχουμε κάνει λάστιχο το συκώτι μας. Καλά… βάλε ένα προτελευταίο και παίξε λίγο ακόμα.

Που; Ιρλανδία

Πότε; Δεκαετία του ‘90

Ποιοι; Η προέλευση του Celtic metal εντοπίζεται το 1990 με το τραγούδι "The Widdershins Jig" των Άγγλων Skyclad.

Αυτό το τραγούδι επηρέασε σημαντικά των νεαρό τότε Keith Fay που είχε δημιουργήσει ένα black metal συγκρότημα εμπνευσμένο από τον Tolkien με το όνομα Minas Tirith.

Εμπνευσμένος από τη μουσική των Skyclad και Horslips, ο Keith Fay ξεκίνησε να συνδυάσει το black metal με τη λαϊκή μουσική της Ιρλανδίας.

Τότε, σχηματίζει τους Cruachan και κυκλοφορεί μια demo ηχογράφηση το 1993.

Το ντεμπούτο άλμπουμ τους “Tuatha Na Gael” κυκλοφορεί το 1995 και έκτοτε αναγνωρίζονται ως πρωτοπόροι, καθώς εξέλιξαν το Folk Metal.

Με τη χρήση μελωδιών από την κέλτικη μουσική και στίχους από την κέλτικη μυθολογία το στυλ τους αναγνωρίστηκε ως αυτό που σήμερα αποκαλούμε Celtic Metal.

Πρωτοπόροι του είδους θεωρούνται και οι Primordial και Waylander.



Αλλά ακόμα να ακούσεις: Eluveitie, Ithilien, Mägo de Oz, Suidakra, Leah, Skiltron, Geasa,  Tuatha de Danann, Heol Telwen, Celtachor, Aedy, Aeron's Wake, Aeterna, An Norvys, Briselas, Duir (it).

Μέρες δόξας:  Γενικά από την δεκαετία ’00 έχει σταθερό κοινό και η επιτυχία κάποιων συγκροτημάτων αναδεικνύει συνεχώς το είδος, καθώς και σταθερή καλή ποιότητα του.

Κόκκινη κάρτα: συχνά επαναλαμβάνεται, σαν να πίνεις το ίδιο ουίσκι στο ίδιο ποτήρι, αλλά με νέα παγάκια.

Με τι μπερδεύεται; Me Irish Metal, Folk Metal

Τι λες στον άσχετο; κάτι ιρλανδέζικα, αλλά για μαλλιάδες


Jacek Henryk Maniakowski

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

Μέλισσα Headbanger

 

Οι μέλισσες αν και μνημονεύονται πολλές φορές από επιστήμονες, φιλοσόφους ή ποιητές, δεν είναι ιδιαίτερα συμπαθές ον μέσα από ζωικό βασίλειο. Οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν φόβο ή απέχθεια γι αυτό το έντομο, αλλά μεταξύ σοβαρού και αστείου και γι αυτούς που το υμνούν, τους οποίους προανέφερα. Ωστόσο, ο λόγος είναι απλός, δεν μπορείς να το βγάλεις βόλτα, ούτε να δώσει κάποιο όνομα, αλλά ούτε να δεις πως αντιδρά στην αγαπημένη μας μουσική.



Αυτό το στερεότυπο όμως μπορεί να αλλάξει και για αυτό φέρει ευθύνη ένα είδος μέλισσας από την Αυστραλία. Ονομάζεται επιστημονικά Amegilla murrayensis και αυτό που την κάνει ξεχωριστή είναι ο τρόπος με τον οποίο κάνει την επικονίαση. Οι επιστήμονες της έδωσαν το παρατσούκλι Headbanging Pollinator. Και όχι άδικα γιατί ο τρόπος με τον οποίο κάνει την βασική δουλειά της μέλισσας, μοιάζει με αυτό που πλέον ο Tom Araya δε μπορεί να κάνει, δηλαδή το headbanging!

Αυτό της δίνει μια πολύ μεγάλη αποτελεσματικότητα στην επικονίαση. Η μπλε-κλιμακωτή μέλισσα, όπως είναι το κοινό της όνομα, παρατηρήθηκε από τους επιστήμονες, ότι δονεί το κεφάλι της πάνω-κάτω, όπως κάθε μεταλλάς όταν ακούει το αγαπημένο του συγκρότημα. Και αυτό την κάνει τον πιο αποτελεσματικό επικονιαστή. Το όνομα της προέρχεται  από τις μπλε ρίγες στο κάτω μέρος της κοιλιάς και δε σχηματίζει κυψέλες. Οι θηλυκές ζουν μοναχικά, φτιάχνοντας λαγούμια στην γη.



Οι επιστήμονες της School of Aerospace, Mechanical, and Manufacturing Engineering στο RMIT του Πανεπιστημίου της Αυστραλίας, παρατήρησαν για πρώτη φορά με μεγάλη έκπληξη το συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς. Όπως δήλωσε ο Sridhar Ravi, ένας από τους συγγραφείς της έρευνας αυτής: «αυτό είναι κάτι εντελώς καινούργιο», κανένας άλλος δεν είχε πριν παρατηρήσει κάτι παρόμοιο. Αξιοθαύμαστη και όχι μόνο, είναι η ταχύτητα με την οποία κάνει το headbanging η μέλισσα αυτή, 350 χτύπους το δευτερόλεπτο!!!!

Οι πρακτικές της, την κάνουν η πιο αποτελεσματική και οι λόγοι είναι απλοί: με μια φορά μπορεί να συλλέξει πιο πολύ γύρη, αλλά ακόμα σπάει με αυτόν τρόπο, κομμάτια που έχουν κολλήσει εξαιτίας της υγρασίας. Αλλά ένα βίντεο μπορεί να διαφωτίσει καλύτερα.

 



Jacek Henryk Maniakowski 



Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2024

Η τέχνη της ακρόασης


 Στο ζωικό βασίλειο τα πράγματα είναι απλά, αν και εκδηλώνονται με πολλούς τρόπους. Τα ζώα κοιτάνε ή ερευνούν αν κάτι τρώγεται ή όχι. Αν δεν τρώγεται απλά το κατουράνε ή το προσπερνάνε. Αυτή η διαδικασία δεν διαρκεί πάνω από λίγα δευτερόλεπτα. Όμως αυτό γίνεται σε όντα, τα οποία δεν δημιούργησαν πολιτισμό. Και δημιουργία του πολιτισμού δεν στηρίζεται σε καμιά των περιπτώσεων στην  αρχή «ότι δεν τρώγεται το κατουράμε».



Παρά ταύτα όλα αντιμετωπίζονται με αυτή την προσέγγιση. Και το θέμα μας είναι η μουσική, όχι η ίδια καθ’ αυτή αλλά η προσέγγιση προς αυτήν. Η μουσική δεν είναι απλοί ήχοι, αλλά οι ήχοι τοποθετημένοι με αρμονία. Και η αντιμετώπιση της με την αρχή που προαναφέραμε δεν της αρμόζει. Η μουσική, όταν δεν είναι σκοπός, είναι μέσο. Ένα όχημα που μας επιτρέπει να ταξειδέψουμε με το νου μας είτε στο παρελθόν και στις μνήμες του είτε σε μην υπαρκτούς τόπους και άχρονους συνάμα. Το να ακούς τη μουσική είναι μια τέχνη, πολλές φορές ισάξια με αυτήν της δημιουργίας της.

Δεν ξέρω αν είναι αλαζονικό να συγκρίνεις ένας ακροατή με τον μουσικό δημιουργό, αλλά σίγουρα δεν υπάρχει ένας χωρίς τον άλλον. Το να γνωρίζει κάποιος να διαβάζει παρτιτούρες και να χειρίζεται ένα μουσικό όργανο, δεν τον κάνει και συνθέτη. Ξέρει να εκτελεί και όχι να δημιουργεί. Όπως και αυτόν που ακούει μουσική, δεν τον κάνει και ακροατή της. Αλλά μήπως υπάρχει κάποια τέτοια διαβάθμιση και στην ακρόαση της μουσικής;



Για να βρεις διαμάντια χρειάζεται να σκάψεις βαθιά. Με ανάλογο  τρόπο λειτουργεί και η ακρόαση της μουσικής. Δεν τα βρίσκεις στο δρόμο ούτε πέφτουν από τον ουρανό (τα διαμάντια). Το ίδιο και η μουσική, πρέπει να αφιερωθείς στην ακρόασή της για να μπορείς να την εκτιμήσεις. Την ίδια στιγμή που η πλειοψηφία απλά την έχει σαν συνοδευτικό για το πλύσιμο των πιάτων, την φασίνα ή στην καλύτερη περίπτωση σε μια συζήτηση. Σαν φτηνή πόρνη την ίδια στιγμή που θέλει να φλερτάρει με απώτερο ή άμεσο σκοπό το σεξ, ούτε καν τον έρωτα.

Και αλήθεια, ποιος μπορεί να πει ποιο είναι το αγαπημένο του άλμπουμ; Πότε άκουσε ένα άλμπουμ ολόκληρο ή να θυμηθεί στίχους από αυτό. Πότε τελευταία φορά άκουσε κάποιο άλμπουμ, σαν έβλεπε μια ταινία ή να διάβαζε κάποιο βιβλίο, που τον συνεπήρε; Ποιος έκλεισε τηλέφωνα, υπολογιστές και έβαλε απλά να ακούσει έναν δίσκο, να αφοσιωθεί σε αυτό και μόνο για κάποιο τρίωρο; Ίσως με όλα αυτά τα ερωτήματα γεννιέται ένα ακόμα και αυτό είναι το βασικό: γιατί να το κάνει κάποιος;

Η απάντηση είναι πιο απλή από όσο φαίνεται: γιατί συνάδει με αυτό τον τρόπο στην δημιουργία. Οι μουσικοί αφιερώνουν όχι μόνο χρόνο και χρήμα για να φτιάξουν ένα άλμπουμ, αλλά και καταθέτουν τις περισσότερες φορές και την ψυχή τους. Το ταλέντο και η ικανότητα μαζί τις γνώσεις, είναι τα μέσα για να έρθει μια αρμονία ήχων στα αυτιά μας. Ότι είναι η ποιότητα του αέρα για τα πνευμόνια μας, το ίδιο είναι και η ποιότητα της μουσικής για τα αυτιά μας. Αλλά αν την αφήσουμε, μπορεί να είναι και για το νου μας, όπως και για το πνεύμα μας ή την ψυχή (δηλαδή σαν το καθαρό αέρα για τα πνευμόνια μας).

Ίσως κάποιοι από μας είναι πιο τυχεροί, γιατί την πρώτη τους γνωριμία με την μουσική έγινε με μέσα όπως οι δίσκοι του βινυλίου η κασέτες. Και η μαγεία που νιώθαμε δεν έχει σχέση τόσο με το μέσο, όσο με τον τρόπο που την αντιλαμβανόμασταν. Ουσιαστικά είχαμε την αίσθηση του εξωπραγματικού, ακόμα και σε μέτριες δουλειές. Αλλά ακούγαμε, ακούγαμε με προσοχή τι ήθελε να δηλώσει ο κάθε μουσικός, είτε απλά το μαντεύαμε με βάσει τα δικά μας βιώματα. Αλλά και αυτό είναι ένδειξη σεβασμού. Το κάθε μας νέο απόκτημα δεν ήταν άλλον ένα προϊόν του σούπερ μάρκετ με μπλε και πράσινους κόκκους, αλλά έργο τέχνης. Έργο τέχνης το οποίο είχε την αξία που εμείς του δίναμε. Η οποία είχε σχέση και με το βίωμα που μας προσέφερε.

Δεν είναι λίγες οι φορές που το αγαπημένο μας άλμπουμ, θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο ή ακόμα να χαρακτηριστεί μέτριο από την πληθώρα των σημερινών κριτικών. Οι οποίοι είτε σαν κριτές είτε σαν κατά φαντασία κριτές, προσπαθούν να στερήσουν μια προσωπική σχέση που είχαμε με την μουσική. Και αυτή η σχέση είναι παράλληλα και η τέχνη της ακρόασης. Το να θεωρείς μια ολοκληρωμένη δουλειά με την μορφή ενός LP άλμπουμ, κάτι το μοναδικό. Μπορεί να τυπωνόταν σε πολλά αντίτυπα, αλλά στα χέρια μας ήταν κάτι το μοναδικό. Και το βινύλιο σαν μέσο, έκανε καλύτερα αυτήν την δουλειά, δηλαδή να προσδώσει αυτήν την μοναδικότητα.

Η μεγάλη θεωρητικός της μουσικής, η Pauline Oliveros*, το διατύπωσε όσο πιο ορθά μπορούσε : «Διαχωρίζω το «να ακούω» από το «να το ακούω». Το «να ακούς» είναι φυσικό μέσο που βοηθάει στην αντίληψη (του περιβάλλοντος). Το «να το ακούς» σημαίνει να δίνεις την προσοχή σου σε αυτό που γίνεται αντιληπτό, τόσο ηχητικά, όσο και ψυχολογικά.». Με αυτόν τον τρόπο, ορίζει ένα είδος «ριζοσπαστικής προσοχής» σαν βάση της θεωρίας της, «της Βαθιά ακρόαση» (deep listening), την οποία διατύπωσε το 1988, κατά την διάρκεια κάποιων μουσικών πειραματισμών.



Και δω ίσως είναι και το παράδοξο της εποχής μας, όπου η μεγαλύτερη και ευκολότερη προσβασιμότητα σε οποιαδήποτε πληροφορία, δημιουργεί απλά τουλάχιστον ίδιο αριθμό αδαών, όταν δεν υπήρχε τέτοια πληροφόρηση. Κατά αντίστοιχο τρόπο, ηχογράφηση, όπως και η αναπαραγωγή του ήχου γενικά και της μουσικής συγκεκριμένα, έχει φτάσει στο πιο υψηλό επίπεδο, ενώ η «βαθιά ακρόαση» έχει φτάσει σε πιο χαμηλό. Ίσως η ταχύτητα με την οποία ζούμε, για να φτάσουμε σε κάτι αόριστο και μη πραγματικό, δημιουργεί ένα πλήθος από θορύβους. Αλλά πάλι η τεχνολογία έχει τις δικές της απαντήσεις, πολύ χειροπιαστές.

Ίσως μια μικρή βοήθεια θα μπορούσε να υπάρχει, αν διαμορφώναμε λίγο το πιο κοντινό μας περιβάλλον, ελαττώνοντας τα οπτικά ερεθίσματα. Με μια απλή διατύπωση απλά να σβήναμε το φως, δίνοντας την ευκαιρία σε κάποιο κερί να λάμψει. Μια βοήθεια από κάποια νόμιμη ουσία, όπως μια βότκα ή τεκίλα. Δεν χρειάζεται κάποιο συγκεκριμένο μέσο αναπαραγωγής ήχου, σχεδόν όλα κάνουν την δουλειά τους. Το θέμα είμαστε εμείς οι ίδιοι και πως θα κατευθύνουμε την προσοχή μας. Ακούστε τις νότες, οι οποίες τις περισσότερες φορές έχουν να πουν περισσότερα από τους στίχους. Και δεν χρειάζεται κάποιο πτυχίο πανεπιστημίου για να τις ακούσεις.

Η μουσική είναι τέχνη και η τέχνη σε κάθε της έκφραση είναι το βασικό μέσο επικοινωνίας με την ψυχή. Την ψυχή δική μας, αλλά και του δημιουργού και μέσω αυτού με ανθρώπους που ποτέ δεν συναντήσαμε ούτε και θα συναντήσουμε με φυσική τους μορφή. Η τέχνη είναι αυτή μου ξεχωρίζει από τα άλλα είδη του ζωικού βασιλείου.  Και η τέχνη της ακρόασης είναι αυτή που δεν χρειάζεται ούτε τις βασικές ούτε καν ταλέντο. Απλά προσοχή και διάθεση για βουτιά στην… «βαθειά ακρόαση».


Jacek Henryk Maniakowski 

Πηγή: https://www.latimes.com/entertainment-arts/music/story/2020-03-17/coronavirus-deep-listening-music-albums?fbclid=IwAR1qdiWpx9cT2mClvh96cC-roxlKNQhQs5YTRaCr-UPCrXMHuP6loJ1paU0

 

* https://en.wikipedia.org/wiki/Pauline_Oliveros

 

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

Volbeat - Last Day Under The Sun

Όσο και αν προβατοποιείται ένας ψηφοφόρος, τόσο η πραγματική φύση του ανθρώπου είναι η διαφορετικότητα μεταξύ των μελών του είδους. Πολλές φορές αυτή η διαφορετικότητα, όταν δεν οδηγεί στην υποκρισία, οδηγεί στη μοναξιά. Αλλά για έναν ανεξήγητο λόγο, η μοναξιά αυτή οδηγεί σε μια αναζήτηση μιας ιδιαίτερης παρέας, των ουσιών, οι οποίες είναι ικανές να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα. Και το κοινό που έχουν όλοι οι άνθρωποι είναι τα προβλήματά τους, όσο διαφορετικοί είναι μεταξύ τους. Αυτό τους ενώνει ή πηγαίνοντας σε άλλη άκρη, τους απομονώνει.

Ένα τέτοιο πρόβλημα είναι αυτό του εθισμού. Ουσιαστικά, κλέβοντας ατάκα από το Trainspoting II, όλοι είμαστε εθισμένοι σε κάτι, απλά κάποιες εξαρτήσεις δεν είναι τόσο καταστροφικές. Και μια τέτοια συνήθεια, ήθελε να μετατρέψει σε δημιουργία ο Michael Poulsen, κιθαρίστας και τραγουδιστής με την πολύ ιδιαίτερη φωνή του, του δανέζικου σχήματος των Volbeat, μέσα από τους στίχους του τελευταίου τους άλμπουμ, έβδομο κατά σειρά, το  «Rewind, Replay, Rebound» του 2019.



Το άλμπουμ κυκλοφόρησε επίσημα στις 2 Αυγούστου του 2019, αλλά ένα από τα τραγούδια του, που ηχητικά φέρνει σε νοσταλγικό αποχαιρετισμό του καλοκαιριού, είναι το
"Last Day Under the Sun", το οποίο βγήκε στην δημοσιότητα στις 13 Ιουνίου του ίδιου έτους. Και ο τίτλος είναι παραπλανητικός και το τραγούδι άλλο ένα θύμα της έλλειψης εμβάθυνσης στην σημασία του.

Οι πρώτοι στίχοι του τραγουδιού, δηλώνουν πως δεν πρόκειται για ένα καλοκαιρινό τραγούδι, όμως η σημασία τους είναι αμφίβολη:

I'm in the lion's cave

I've done it all before

I feel alive again

But maybe not for long

Ωστόσο, όπως αποκαλύπτει ο δημιουργός τους, δείχνουν μια ακόμα μάχη με τον εθισμό του. Σίγουρα δεν είναι ο πρώτος, ούτε καν ο τελευταίος καλλιτέχνης με τέτοιου είδους πρόβλημα. Αλλά η έμπνευση για τους στίχους στάθηκε η μάχη με τους ουσίες ενός ακόμα τεράστιου μουσικού, του Johnny Cash.



Συγκεκριμένα,  ο Poulsen αναφέρει ότι εμπνεύστηκε το τραγούδι διαβάζοντας την βιογραφία του εμβληματικού αυτού μουσικού: «Όταν διάβαζα το βιβλίο του, (εκείνος) περνούσε δύσκολες ώρες με (εξαιτίας του εθισμού του) αλκοόλ και ναρκωτικά. Μπήκε σε μια σπηλιά να ξαπλώσει και να πεθάνει. Αλλά ξυπνά και νιώθει σαν να του δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία».

Στην πραγματικότητα μιλάει για την εμπειρία του country τραγουδοποιού το 1967 στο σπήλαιο Nickajack Cave της πολιτείας Tennessee. Ο ίδιος επισκέφτηκε την σπηλιά αυτή με μοναδικό σκοπό να αυτοκτονήσει εκεί. Ο Man in Black, προφανώς δεν τελείωσε το έργο του επί της Γης και κάτι υπενθύμισε πως έχει ακόμα μια ευκαιρία να ολοκληρώσει το έργο του. Ουσιαστικά πρόκειται για μια πνευματική επιφοίτηση, η οποία οδήγησε τον τραγουδιστή να στραφεί προς την θρησκεία του Χριστιανισμού. Παράλληλα τιμώντας τις πραγματικές αρχές της, ως το τέλος της ζωής του. Φυσικά, η εμπειρία του αυτή τον βοήθησε να απαλλαγεί από την εξάρτησή του από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά.

Δεν είναι οι Volbeat πρώτοι, οι οποίοι ασχολήθηκαν με το θέμα αυτό. Το 2005, ο Country μουσικός Gary Allan στο άλμπουμ του Tough All Over, αναφέρεται σε αυτό το γεγονός με το τραγούδι του "Nickajack Cave (Johnny Cash's Redemption)". Άλλωστε όλο του άλμπουμ είναι γραμμένο μετά την αυτοκτονία της συζύγου του τραγουδιστή. Ίσως αυτό το θλιβερό γεγονός στάθηκε αφορμή για ασχοληθεί με την πνευματική εμπειρία του Johnny Cash.

Ο Poulsen πήρε το γεγονός σαν αφορμή να εκφράσει το δικό του ψυχολογικό μαρτύριο. Αναφέρει συγκεκριμένα πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια δική τους προσωπική μάχη με κάτι, είτε αυτό είναι αλκοόλ και ναρκωτικά είτε η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου. Σκάβουν μια «σπηλιά» και μετά δε ξέρουν πώς να βγουν από αυτήν. Η δική του «σπηλιά» ήταν ο εθισμός του στο αλκοόλ, μετά την απώλεια του πατέρα του. Και όπως αναφέρει , αν δεν είχε ανθεκτικό μυαλό και πολύ καλού φίλους, δεν ξέρει που θα ήταν πραγματικά. Και όπως ο ήρωας του τραγουδιού, βγήκε από αυτό το ψυχολογικό σκοτεινό μέρος με πολύ καλύτερη διάθεση να απολαύσει την ζωή του, κάτι που κάνει.

Οι στίχοι στην ουσία είναι ένα μήνυμα ελπίδας και συγχώρεσης του ίδιου του εαυτού μας. Αυτές είναι οι έννοιες που μας δείχνουν το φως της εξόδου από την κάθε σκοτεινή σπηλιά μας.

Το video έχει κάνει ο Jakob Printzlau, ο οποίος έχει συνεργαστεί και παλιότερα με την μπάντα στην επιμέλεια των βιντεοκλίπ τους όπως "The Devil's Bleeding Crown," "Lonesome Rider," "16 Dollars" και "Cape of Our Heroes". Απεικονίζει μια ομάδα τυχαίων ανθρώπων, οι οποίο βιώνουν κάποιο προσωπικό δράμα, να ακολουθούν ένα άγνωστο φως. Όλοι μαζί συναντιούνται σε κάποιο δάσος, ανακαλύπτοντας την πηγή του λυτρωτικού, όπως αποδεικνύεται, φωτός, που δεν είναι άλλη από μια σπηλιά… . Το μικρό της άνοιγμα, μάλλον συμβολίζει την ταπεινότητα, με την οποία πρέπει να διασχίσουμε την είσοδο. Ο σκηνοθέτης του, όπως βλέπουμε στο βίντεο,  εγκλωβίζει σε εικόνα το πραγματικό νόημα των στίχων. 




Η μουσική ανήκει στον βασικό κιθαρίστα της μπάντας, τον Rob Caggiano, πρώην μέλος των Anthrax.

 

 

Jacek Henryk Maniakowski 


Πηγές: https://en.wikipedia.org/wiki/Nickajack_Cave

https://en.wikipedia.org/wiki/Tough_All_Over_(Gary_Allan_album)

https://loudwire.com/volbeat-last-day-under-the-sun-video/

https://en.wikipedia.org/wiki/Rewind,_Replay,_Rebound

https://www.songfacts.com/facts/volbeat/last-day-under-the-sun

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

Rock - e - pedia: Cello rock (και cello metal)

 

Ένας άνθρωπος είναι ικανός να αλλάξει όλη την ανθρωπότητα, όπως ένα όργανο όλη την μουσική.

Cello rock (και cello metal)

 

Πως ακούγεται: σαν rock/metal με τσέλα και άλλα έγχορδα που παίζονται με δοξάρι, αλλά δεν είναι τσιγγάνικη ορχήστρα. Βασικά σαν Symphonic rock, απλά η ενορχήστρωση είναι κατά βάση με έγχορδα με το τσέλο να έχει μια πιο εξέχουσα θέση. 

Γιατί να το ακούσουμε: γιατί το τσέλο δίνει μια «γλυκύτητα» στον ήχο και γενικά ταιριάζει στην rock/metal όπως το μέλι στην φρυγανιά. 



Γιατί όχι: υπερβολικά αριστοκρατικό, δεν έχει αλητεία και είναι κατάλληλο για όπερες και μουσικά μέγαρα παρά για γεμάτα καπνό κλαμπ.

Που; Στο Ηνωμένο Βασίλειο

Πότε; Αρχές δεκαετίας του ’70

Ποιοι; Οι Electric Light Orchestra θεωρούνται με το ομώνυμο της μπάντας ντεμπούτο τους, στην Αμερική γνωστό και σαν  No Answer, έθεσε τις βάσεις για το είδος. Ωστόσο οι Φιλανδοί Apocalyptica έδωσαν άλλη πνοή στο είδος στα μέσα δεκαετίας του ’90.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Break Of Reality, Hevein, Tina Guo, Clawed Forehead, Cello Fury, Leecher, 2Cellos



Μέρες δόξας:  από τα μέσα της δεκαετίας του ’00.

Κόκκινη κάρτα: Οι «σημαίες» του είδους έχουν έλλειψη δημιουργίας σύνθεσης. Η επιτυχία του είδους βασίστηκε σε διασκευές.

Με τι μπερδεύεται; Με symphonic metal

Τι λες στον άσχετο; Κάτι μαλλιάδες με δερμάτινα παίζουν κλασική μουσική σαν μεταλλάδες με τσέλα.


Jacek Henryk Maniakowski