Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Gang of Four - Damaged Goods

 

Δεν είναι λίγοι αυτοί, που θεωρούν ότι, το πραγματικό δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά το αόρατο. Ο κάθε φιλόσοφος, ακόμα και απλά ένας φιλοσοφημένος, θα συμφωνούσαν σε αυτό το θεώρημα. Οι ψυχολόγοι σίγουρα θα συμφωνούσαν και αυτοί. Και δεν θα ήταν λίγοι και ιστοριοδίφες που θα το ασπαζόταν. Άλλωστε από μια σχεδόν αόρατη σπίθα δημιουργούνται οι πιο μεγάλες «φωτιές», θα συμπλήρωναν κάποιοι ποιητές. Στην Μουσική τα πράγματα λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο, όπου μια μικρή μουσική ευρεσιτεχνία, μπορεί να δημιουργήσει ολόκληρο μουσικό κίνημα. Αλλά ακόμα και ένα διαφορετικό κούρδισμα  κιθάρας.



Σε μια τέτοια κατηγορία τραγουδιών ή «σπιθών», ανήκει και το σχεδόν αρχετυπικό Damaged Goods των Gang of Four. Πρώτο single των Άγγλων Gang of Four και ουσιαστικά το εισιτήριο τους στον κόσμο της μουσικής. Αρχικά κυκλοφόρησε στις 13 Οκτωβρίου του 1978 από την ανεξάρτητη Fast Product. Μετά από έναν χρόνο σχεδόν, Σεπτέμβριο του 1979, κυκλοφόρησε στο εμβληματικό «Entertainment!» άλμπουμ, (Από τη  EMI Records πλέον) που έγινε η βασική επιρροή για καλλιτέχνες όπως ο Kurt Cobain και  Flea των  Red Hot Chili Peppers.

Το αρχικό τέμπο, με το οποίο ξεκινάει το τραγούδι, αλλά είναι και θεμέλιο για όλο το τραγούδι, αποτελεί μια καινοτομία για εκείνη την εποχή. Αργότερα, το ίδιο μοτίβο θα χρησιμοποιηθεί από αρκετές μπάντες, μεταξύ αυτών και οι δικοί μας «Τρύπες». Ο συνδυασμός της funk με την punk, ήταν πραγματικά πρωτοπόρος. Τα φωνητικά του  Jon King ακούγονται σαν θρήνος και προστίθεται μια σχεδόν rap απαγγελία μαζί. Ουσιαστικά ήταν ένας τρόπος απαγγελίας ποίησης, ο οποίος χρησιμοποιούταν ήδη στην jazz και έχει τις ρίζες του στην ανατολική Αφρική (Kikuyu). Στο συγκεκριμένο τραγούδι, την απαγγελία κάνει ο κιθαρίστας του συγκροτήματος Andy Gill.

Το τραγούδι μπορεί να χαρακτηριστεί και σαν μια χορευτική pop σύνθεση, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια νέα έκφραση της punk. Αλλά τα αγανακτισμένα φωνητικά του Jon King, ουσιαστικά το βγάζουν από αυτήν την κατηγορία.

Πέρα όμως, από τις μουσικές καινοτομίες, το τραγούδι παρουσιάζει και στιχουργικό ενδιαφέρον. Καταρχήν ο τίτλος του τραγουδιού αναφέρεται σε πρόσωπο, το οποίο δείχνει να έχει πολύ καλό χαρακτήρα, αλλά ουσιαστικά δεν είναι στην πραγματικότητα. Αποτέλεσμα ψυχολογικών τραυμάτων, οποία δημιουργήθηκαν στο παρελθόν. Μια ακόμα ερμηνεία αφορά τα δημόσια πρόσωπα, των οποίων η φήμη έχει καταστραφεί. (https://www.collinsdictionary.com/dictionary/english/damaged-goods). Κατά μια ακόμα ερμηνεία το Damaged Goods αναφέρεται απλά σε μια «slut», με όλες μαζί σημασίες της λέξης αυτής.

Αν και οι στίχοι είναι διφορούμενοι, μιλάνε ξεκάθαρα για σεξιστικές πολιτικές, είτε επιχειρήσεων είτε ακόμα και κρατών.  Όπου μια γυναίκα θεωρείται απλά ένα αντικείμενο προς πώληση. Ο Kevin J.H. Dettmar, συγγραφέας του βιβλίου Gang of Four's Entertainment!, υποστηρίζει πως ο ήρωας του τραγουδιού δεν έχει καν την στοιχειώδης αυτογνωσία.

Ο τότε τραγουδιστής της μπάντας, ο Jon King, ο οποίος είναι και συνδημιουργός των στίχων,  θυμάται σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό Clash το 2009 πως εμπνεύστηκε τους στίχους. Η βασική πηγή της έμπνευσής του ήταν ένα σλόγκαν σε ένα υποκατάστημα της αλυσίδας σούπερ μάρκετ Morrisons στο Leeds. Συγκεκριμένα ένα ηλιόλουστο Σαββάτο έψαχναν για προσφορές σε κάποια σουπερμάρκετ . Ακόμα πιο συγκεκριμένα, έψαχναν για φασόλια σε κονσέρβα, όταν παρατήρησαν το σχεδόν απελπιστικό, κατά τον ίδιο, σλόγκαν του εν λόγω καταστήματος. Η φράση ήταν «The change will do you good», όπου η δύο σημασίες της λέξης, χρήματα και αλλαγή, στριφογύρισαν στο μυαλό του μουσικού. Η μόνη σκέψη του εκείνη την ώρα ήταν: «κάποιος πλήρωσε για αυτήν βλακεία/σκουπίδι» (Someone got paid for this rubbish!).

Από την άλλη η καλλιτεχνική του ευφυΐα, πήρε γρήγορες στροφές και σκέφτηκε να το χρησιμοποιήσει  σαν  αρχικός στίχος. Ο Andy Gill, κιθαρίστας συμπλήρωσε έναν στίχο ακόμα "Damaged goods, send them back", ο οποίος μπήκε στην μέση του τραγουδιού. Ο στόχος ήταν το τραγούδι να μιλάει για μια καταδικασμένη σχέση. Αργότερα πήρε μια πιο πολιτική και ιδεολογική σημασία. Άλλωστε ακόμα και σήμερα, τέσσερεις δεκαετίες μετά, οι στίχοι είναι πηγή πολλών ερμηνειών.

Το τραγούδι, αν και είχε αρκετή επιτυχία, δεν πρόσφερε καθόλου χρήματα στην μπάντα. Απλά ήταν το εισιτήριο για να υπογράψουν στην EMI Records για το πρώτο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ.

Ακόμα και το εξώφυλλο του single, έχει σημειολογικό ενδιαφέρον, καθώς είναι εμπνευσμένο από το κίνημα Καταστασιακή Διεθνής ή ομάδα των Σιτουασιονιστών ή Σιτουασιονιστική ομάδα (γαλ. Internationale situationniste), το οποίο αποτελούνταν από καλλιτέχνες και η δράση του επηρέασε σημαντικά ακόμα και τα γεγονότα του Μάη του ’68. Αλλά διαλύθηκε το 1972.

Αλλά και από το κίνημα της Αποδόμησης, το οποίο έγινε γνωστό χάρη στον Ζακ Ντεριντά κατά τη δεκαετία του '60.

Η μαύρη γραμματοσειρά σε ροζ φόντο θυμίζει έντονα το λογοτεχνικό περιοδικό Blast, το οποίο κυκλοφόρησε μόλις σε 2 τεύχη, με το πρώτο να κυκλοφορεί τον Ιούλιο του 1914 και το δεύτερο έναν χρόνο αργότερα. Ουσιαστικό εκπροσωπούσε το καλλιτεχνικό κίνημα του Βορτισισμού. Μια βραχύβια καλλιτεχνική κίνηση με διάρκεια ζωής μόλις μια τριετία.

Το οπισθόφυλλο έχει μια φωτογραφία μια γυναίκας ταυρομάχου, οποία σκοτώνει έναν ταύρο και ένα γράμμα στον Bob Last, ιδιοκτήτη της δισκογραφικής Fast Product.

Στην ουσία το τρίλεπτο αυτό τραγούδι, πέρα ότι αποτελεί συμπυκνωμένη γνώση, είναι και μουσική σπίθα, η οποία δημιούργησε πολλές μουσικές «πυρκαγιές».  

Επίσης η ομώνυμη του τραγουδιού ανεξάρτητη δισκογραφικής, εμπνεύστηκε το όνομά της από αυτό τραγούδι. 



Jacek Henryk Maniakowski

History of rock: Alan Freed

 

Η παρθενογένεση είναι μια φανταστική κατάσταση ή στην καλύτερη μια θρησκευτική ορολογία, που δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με θνητούς, άρα για να δημιουργηθεί κάτι καινούργιο, πρέπει να «πατήσει» σε κάτι παλιό. Πιο φυσιολογικά όμως, προέρχεται από μια ένωση δύο διαφορετικών, φαινομενικά έστω, πραγμάτων. Και σε αυτό χρειάζεται πάντα ένας καταλύτης, για να μπορεί να τα ενώσει, σε μια πράξη… rocking and rolling.



Ο καταλύτης στην περίπτωση της μουσικής είναι συνήθως κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Άλλωστε την ιστορία την κάνουν οι άνθρωποι και η ιστορία είναι άνθρωποι. Σίγουρα οι πραγματικοί πρωτοπόροι «καίγονται» και οι στάχτες τους σκορπίζονται σε  μια φανταστική χώρα της λήθης, αλλά το μόνο που μπορεί να κάνει κάποιος αναζητητής είναι να συμβιβαστεί με καταγεγραμμένα ονόματα. Έτσι από την πρώτη αναφορά σε τραγούδι στον όρο rocknroll το 1922, μέχρι και την επισημοποίηση του πέρασαν σχεδόν τρεις δεκαετίες. Και όχι οποιεσδήποτε δεκαετίες, αλλά οι πιο σημαντικές από ιστορική και κοινωνική άποψη. Οι τεράστιες κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις δημιουργούν και εύφορο έδαφος για νέες μουσικές προσεγγίσεις. Και εκτός από τους ίδιους καλλιτέχνες, που έχουν ξεκινήσει ήδη να γεννάνε νέες ιδέες, έπρεπε να βρεθεί κάποιος να τις βαπτίσει, αλλά και να τις γνωστοποιήσει. Όνομα αυτού είναι Alan Freed…

 Έξω από το Rock and Roll Hall of Fame στην πόλη Cleveland του Ohio  υπάρχει μια πινακίδα που γράφει: «When radio station WJW disc jockey Alan Freed (1921-1965) used the term "rock and roll" to describe the uptempo black rhythm and blues records he played beginning in 1951, he named a new genre of popular music that appealed to audiences on both sides of 1950s American racial boundaries--and dominated American culture for the rest of the 20th century. The popularity of Freed's nightly "Moon Dog House Rock and Roll Party" radio show encouraged him to organize the Moondog Coronation Ball--the first rock concert. Held at the Cleveland Arena on March 21, 1952, the oversold show was beset by a riot during the first set. Freed, a charter inductee into the Rock and Roll Hall of Fame, moved to WINS in New York City in 1954 and continued to promote rock music through radio, television, movies, and live performances.». Η πινακίδα αυτή ουσιαστικά επισημοποιεί τον ραδιοφωνικό αυτόν παραγωγό σαν νονό του μεγαλύτερου και διαρκώς εξελισσόμενου μουσικού είδους. Και όπως προανέφερα οι άνθρωποι είναι Ιστορία, άρα μια στοιχειώδης αναφορά για κάποιους είναι απαραίτητη.

Ο Albert James "Alan" Freed, όπως  είναι το πλήρες όνομά του γεννήθηκε στην πόλη Johnstown της  Pennsylvania από Ρωσο-Εβραίο μετανάστη τον Charles S. Freed και από μητέρα Ουαλο-Αμερικανίδα την Maude Palmer, τον Δεκέμβριο του 1921, σχεδόν χρόνο πριν ο rock and roll χρησιμοποιηθεί σε ένα τραγούδι. Η πολυεθνική του καταγωγή δεν είναι απλά μια τυπική αναφορά, καθώς η μίξη αυτή τον επηρέασε σημαντικά και στις δικές του … μουσικές μίξεις. Το 1933 η οικογένειά του μετακομίζει στο Salem του Ohio, όπου και αποφοιτά από το Salem High School το 1940. Στο σχολείο αυτό δημιουργεί μια μπάντα με το όνομα «Sultans of Swing»(!!!), στην οποία έπαιζε τρομπόνι. Η επιθυμία του να είναι ο απόλυτος ηγέτης της μπάντας δεν εκπληρώνεται καθώς μια μόλυνση στο αυτί του δεν θα του επιτρέψει να την εκπληρώσει. Η μοίρα τελικά είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν, ακόμα πιο μεγάλα.

Στο Ohio State University, το οποίο τρεις δεκαετίες μετά θα πρωταγωνιστούσε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, αλλά και σε ένα από τα πιο κλασικά τραγούδια της rock, ξεκινά το πρώτο του ενδιαφέρον για το ραδιόφωνο. Το φλερτ αυτό παίρνει σάρκα και οστά κατά την διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στον Β’ Π. Π., όπου διατελεί DJ στο WKBN Armed Forces Radio. Ο στρατός δεν άλλαξε την φιλοδοξία του και αποφασίζει να ασχοληθεί επαγγελματικά με το ραδιόφωνο. Τα πρώτα του βήματα είναι σε μικρά τοπικά ραδιόφωνα  όπως WKST του New Castle, WKBN του Youngstown και WAKR του Akron. Στο τελευταίο αρχίζει να εκφράζει τις μουσικές του προτιμήσεις στα hot jazz και pop, αρκετά καινοτόμα είδη για ραδιόφωνο εκείνης της εποχής, κάτι όμως που τον κάνει αρκετά δημοφιλή.



Η φράση του Paulo Coelho η ζωή είναι ένα σύνολο από μυστηριώδεις συναντήσεις, ξαναβρίσκει την πλήρης εφαρμογή και στην περίπτωση του Αμερικανού dj. Συγκεκριμένα όταν ακόμα εργάζεται στο WAKR (1590 AM) στο Άκρον του Οχάιο, συναντιέται με τον Leo Mintz, ιδιοκτήτη ενός από τα μεγαλύτερα δισκοπωλεία του Cleveland, του Record Rendezvous. Και όλα αυτά λίγο πριν τελειώσει η πιο αιματοβαμμένη δεκαετία στη ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού με τον  ρατσισμό να είναι ακόμα στο ζενίθ του στην Αμερική. Ο Mintz μοιράστηκε την παρατήρησή ότι κάποιοι συγκεκριμένοι δίσκοι παρουσιάζουν αύξηση στις πωλήσεις και του πρότεινε να αρχίζει να τους παίζει και στις δικές εκπομπές. Το 1951 μετακομίζει στο Cleveland και την στήριξη των Mintz και William Shipley, διανομέα της RCA στο Βόρειο Ohio, αναλαμβάνει μια μεταμεσονύχτια εκπομπή στο WJW radio με χορηγούς τους Main Line, RCA Distributor και το κατάστημα Record Rendezvous. Η εκπομπή του ονομάζεται The Moondog House και ο ίδιος αυτό-αποκαλείται The King of the Moondoggers. Χρησιμοποιεί μια προφορά Αφρο-αμερικανών και την ονομάζει Moondog από το παρατσούκλι του avant-garde συνθέτη και ποιητή, του Louis Thomas Hardin. Άλλες του καινοτομίες, εκτός από την μετάδοση Rhythm and Blues τραγουδιών, είναι η επαφή που δημιουργεί με το κοινό του και η πιο ο τρόπος των εκφωνήσεων του έχει πολύ ενέργεια, σε αντίθεση με τον πιο υποτονικό, που συνηθιζόταν από άλλους ραδιοφωνικούς παραγωγούς.



Ο Alan Freed έχει βάλει σκοπό να αλλάξει μουσικό τοπίο στην Αμερική αρχικά. Έτσι ένα χρόνο αργότερα διοργανώνει το The Moondog Coronation Ball. Το γεγονός λαμβάνει χώρα στο Cleveland Arena και θεωρείται επίσημα σαν το πρώτο rock and roll concert. Δεν πρόκειται για συναυλία αλλά για DJ Set, το οποίο έχει τεράστια ανταπόκριση, αν και διακόπτεται άδοξα λόγω υπερ-προσέλευσης κόσμου και υπό τον φόβο επεισοδίων. Ωστόσο η φήμη του ραδιοφωνικού παραγωγού εκτοξεύεται και με τον  WJW να του δίνει ακόμα περισσότερο ραδιοφωνικό χρόνο, αλλά ακόμα και περισσότερη ελευθερία. Το πρόγραμμά του μεταδίδεται πλέον και στην Νέα Υόρκη η μουσική βιομηχανία κατατάσσει την πόλη του Cleveland σαν το επίκεντρο της νέας μουσικής επανάστασης. Αλλά και ο πλέον τοπικός μουσικός χαρακτήρας της πόλης εξαπλώνεται σε όλη την Αμερικάνικη περιφέρεια.

Όπου υπάρχει φως, υπάρχει και σκιά. Η πρώτη του δικαστική διαμάχη είναι φαινομενικά άνευ σημασίας, όταν ο  original Moondog, δηλαδή Louis Thomas Hardin μηνύει το Νέο-Υορκέζικο ραδιόφωνο WINS  και ζητάει αποζημίωση από τον Freed για την μη νόμιμη χρήση του ονόματός του. Η υπέρ του μουσικού το δρόμου απόφαση του δικαστηρίου επιδικάζει το ποσό των 6000 δολαρίων, το οποίο και καταβάλλεται και επιτρέπει και την περεταίρω χρήση του. Το Rock Around the Clock έχει πατήσει ήδη στην κορυφή των αμερικάνικων charts, αλλά και στην άλλη μεριά του ατλαντικού. Είναι επίσημα το πρώτο Νο 1 rock and roll τραγούδι. Η συμβολή του ραδιοφωνικού παραγωγού στην διάδοση του στην Ευρώπη επετεύχθη μέσω της εκπομπής του στο  Radio Luxembourg οποία ονομαζόταν Jamboree.

Σίγουρα δεν είναι κάποιο πλήρες βιογραφικό του Alan Freed, αλλά άλλη μια  αφορμή για προσωπική αναζήτηση. Ο πρωτοπόρος αυτός ραδιοφωνικός παραγωγός έζησε μια ζωή ενός rocknroll star και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τον πρόωρο θάνατο του από επιπλοκές που δημιουργήθηκαν από τις καταχρήσεις 20 Ιανουαρίου του 1965. Και με την μουσική, που ώθησε όσο κανένας άλλος, να έχει κυριαρχήσει σ’ όλο τον δυτικό κόσμο. Η καριέρα του καταστράφηκε από το σκάνδαλο Payola, με τον νομικό όρο αυτόν θα ασχοληθούμε σε κάποιο ξεχωριστό άρθρο, μιας που είναι πολύ σημαντικός στην ιστορία της rock και αγνοείται από τους περισσότερους. Και όπως είπε προφητικά ο Marshall McLuhan : «μέσον είναι το μήνυμα» … και ο Alan Freed απέδειξε την σημασία αυτής της φράσης…

… συνεχίζεται


Jacek Henryk Maniakowski

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

Rock - e - pedia : Indie Folk

 

Η ένωση πραγμάτων προϋποθέτει πάντα την ελευθερία επιλογής. Το ίδιο συμβαίνει σε ανθρώπους.   


Indie Folk

  

Πως ακούγεται: Σαν Indie Rock, αλλά πιο μελωδικό και περισσότερο υποτονικό. Σαν κοπελίτσες με παρατεταμένη εφηβεία προσπαθούν να κάνουν τον κόσμο πιο ροζ με νότες, μαζί με κάποιους άλλους τύπους που ξέρουν ο καθένας από 35 όργανα να παίζουν, αλλά επιμένουν να είναι μινιμαλιστές στις συνθέσεις τους. Βασικά σαν βιολογικό τιραμισού, με ντεκαφεϊνέ καφέ.

Γιατί να το ακούσουμε: Είναι πολύ μελωδικό, συνήθως πολύ αξιόλογοι μουσικοί προτιμούν αυτό το είδος, με πιασάρικες συνθέσεις και άνετα μπορείς να το βάλεις σαν μουσική στο σπίτι σου… όταν φέρεις κοπέλα, χωρίς να δείξεις το σκοπό σου, αλλά να φτιάξεις λίγη ρομαντζάδα με σοφιστικέ διάθεση.

Γιατί όχι: παίξτε ρε puuuunk, θα κοιμηθούμε

Που; ΗΠΑ

Πότε; Δεκαετία του ‘90

Ποιοι; Στους πρωτοπόρους είναι λαϊκοί καλλιτέχνες που άρχισαν να εντάσσουν στην μουσική τους alternative rock ήχους. Όπως οι Ani DiFranco και Dan Bern, και ακουστικοί καλλιτέχνες όπως ο Elliott Smith και ο Will Oldham.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Fleet Foxes (Helplessness Blues), Ben Howard, Mumford & Sons, Phoebe Bridgers, Julien Baker, Holly Brook, Andrew Bird, Tanya Gallagher, Mree, Paper Bird, Allison Ponthier, The Ramisco Maki Maki Rocking Horse, Leif Vollebekk.



Μέρες δόξας:  Μετά το 2000, οι εκπρόσωποι του είδους σταθερά φλερτάρουν με τα charts και γενικά το αγαπά το ραδιόφωνο.

Κόκκινη κάρτα: πολύ ουδέτερο, πολλές φορές σαν ξεθωριασμένο ροζ. Είναι η μουσική που αγαπάει η μαμά σου και αυτό δεν είναι και τόσο καλό. Υπερβολική ανάδειξη από τα μουσικά μέσα.

Με τι μπερδεύεται; Με Alternative Rock, Folk, Country, indie rock, indie pop.

Τι λες στον άσχετο; κάτι μελιστάλαχτα που ακούς σε διαφημίσεις για δίκτυα κινητής τηλεφωνίας.

 

Jacek Henryk Maniakowski

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

Rock - e - pedia : Hillbilly

 

Δεν χρειάζεται να φας ολόκληρη την πορτοκαλιά για να γευτείς την γλύκα των καρπών της.

 

Hillbilly


Πως ακούγεται: σαν απόλυτη αμερικάνικη «βλαχιά» από μουσικούς που δεν ξέρουν καν όλες τις νότες. Βασικά σαν παραδοσιακή μουσική της Γηραιάς Αλβιώνας, η οποία έχει μετατραπεί σε παραδοσιακή μουσική της Νέας Αλβιώνας, όπως ονομάστηκε περιοχή από τον Σερ Φράνσις Ντρέικ το 1579 η περιοχή βόρεια του Μεξικού.

Γιατί να το ακούσουμε: Καθαρά για λόγους μουσικής ιστοριοδιφίας και γιατί είναι οι ρίζες της σύγχρονης μουσικής, κατά βάση της rocknroll. Ουσιαστικά για να γνωρίσουμε την βαθιά σύνδεση των μουσικών γιγάντων, που είναι οι Η.Π.Α. και το Ηνωμένο Βασίλειο.



Γιατί όχι: Γιατί είναι υπερβολικά απλοϊκή και γενικά είναι κατάλληλη μόνο για πανηγύρια αμερικάνικων επαρχιών.

Που; Στα Απαλάχια Όρη γενικά, όπου μετανάστευσαν Ιρλανδοί, Σκοτσέζοι και Άγγλοι

Πότε; Από το 1925 ως δεκαετία του 1950

Ποιοι; Ο όρος αυτός, που σημαίνει απλός άνθρωπος των βουνών, χρησιμοποιούνταν υποτιμητικά να περιγράψει ανθρώπους των περιοχών αυτών. Ο πρώτος που τον χρησιμοποίησε για να περιγράψει μουσική ήταν ο πιανίστας Al Hopkins και είχε ισχύ ως την δεκαετία του 1950. Περιλάμβανε τα bluegrass, country, western και gospel, όταν χωρίστηκαν αυτά έπαψε και να θεωρείται είδος μουσικής. Οι Ralph Peer, The York Brothers entitled με το τραγούδι "Hillbilly Rose" και  Delmore Brothers με το "Hillbilly Boogie" είναι οι πρωτεργάτες του είδους.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Hank Williams, Peck Touchton, R.D. Hendon & His Western Jamboree Cowboys, Jack Rhodes & Freddy Franks



Μέρες δόξας:  Μάλλον στην δεκαετία του ’50 λίγο πριν την εμφάνιση του rockabilly και την  κατάργηση του είδους από τις δισκογραφικές.

Κόκκινη κάρτα: Η μουσική αυτή είναι μέρος της ρατσιστικής «κουλτούρας» κατά βάση των αγγλόφωνων αποίκων των ανατολικών πολιτειών και ορίζει την λαϊκή λευκή Αμερική μαζί με τα εγκλήματά της.

Με τι μπερδεύεται; bluegrass, country, western

Τι λες στον άσχετο; Country πριν γίνει country και αυτό που τραγουδούσε ο Elvis στα πρώτα του χρόνια, αλλά σε πολύ χωριατίλα


Jacek Henryk Maniakowski

Rock - e - pedia : Highlife

 Το πιο αποτελεσματικό αναλγητικό για να απαλλαγείς από τον πόνο του ίδιου το πολέμου είναι οι νότες.


Highlife

 

Πως ακούγεται: σαν μουσική της Καραϊβικής, αλλά δεν είναι ακριβώς αυτός. Σαν cover μπάντα του Louis Armstrong σε πιο αφρικάνικο τέμπο. Γενικά ακούγεται στιλάτο, χαρούμενο και οι νότες μυρίζουν ζεστό καλοκαιρινό αέρα με μια αύρα κοκτέιλ με τροπικά φρούτα. Ουσιαστικά είναι αφρικάνικη μουσική με δυτικά όργανα που θυμίζει λίγο swing και jazz.

Γιατί να το ακούσουμε: γιατί είναι χαρούμενο, θυμίζει εποχές ασπρόμαυρου μιούζικαλ και γενικά ο μουσικός πλούτος της Αφρικής πάντα αξίζει να εξερευνηθεί.



Γιατί όχι: δεν συμβαδίζει με τα σημερινά μουσικά δεδομένα και ο Β’ΠΠ έχει τελειώσει και τέλος δεν μπορούμε τόσους χαρούμενους ρυθμούς.

Που; σημερινή Γκάνα

Πότε; Δεκαετία του ‘20.

Ποιοι; Η Accra Orchestra, το Cape Coast Sugar Babies και οι Jazz Kings ήταν από τα πρώτα συγκροτήματα της Highlife μουσικής. Κύριoς εκφραστής και πρωτοπόρος θεωρείται και ο μουσικός Amakye Dede. Ο E.T. Mensah (1919–1996) είναι γνωστός ως ο «Βασιλιάς της Highlife», καθώς είναι ο άνθρωπος που έκανε γνωστό το είδος και εκτός Αφρικής, μετά το ντουέτο του με τον Louis Armstrong.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Akan Trio, Fela Kuti, Randy Weston (Highlife), Bobby Benson ("Niger Mambo"), Guy Warren (Kofi Ghanaba) ("Mystery of Love"), Pharoah Sanders ("High Life"),  Sonny Sharrock ("Highlife"), Craig Harris ("High Life").



Μέρες δόξας:  στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και λίγο μετά, αλλά γενικά δεν κατάφερε να κατακτήσει τον δυτικό κόσμο.

Κόκκινη κάρτα: έμεινε σε ερασιτεχνικό επίπεδο και γενικά συγκεντρώνει όλα τα προβλήματα της αφρικάνικης μουσικής και γενικά της αφρικάνικης υποσαχάριας ηπείρου.

Με τι μπερδεύεται; Με hip hop, house, jùjú, ndombolo, R&B και soca.

Τι λες στον άσχετο; σαν το what a wonderful world του Louis Armstrong, αλλά πιο γρήγορο και με πιο αφρικάνικο τέμπο.

 

Jacek Henryk Maniakowski

BAiLDSA - Νe znam

 

Οι θεοί αλλάζουν, αναλόγως με την εξέλιξη μιας κοινωνίας, αλλά τις περισσότερες φορές χρησιμοποιούνται σαν ψευδο-πνευματική καθοδήγηση προς ένα σκοπό, ο οποίος εξυπηρετεί νέους φεουδάρχες και μια νέα ελίτ. Πλέον έχουν χάσει τα ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά τους, αντιγραφές βασιλιάδων και αφεντάδων. Οι σημερινοί θεοί έχουν πιο αόριστη υπόσταση και ταυτίζονται με έννοιες, όπως η πρόοδος, ανάπτυξη, χρήμα και οικονομία. Και στο βωμό τους εύκολα θυσιάζονται οι άνθρωποι οποίοι δεν ακολουθούν τους κανόνες τους. Όμως η μεγαλύτερη θυσία είναι αυτών που ακολουθούν του κανόνες τους, αυτοί χάνουν την ψυχή τους. Με αποτέλεσμα η σημερινή κοινωνία να μοιάζει σχεδόν με το δυστοπικό  Brazil του 1985, μια ταινία του Terry Gilliam. Όπου η άγνοια θεωρείται προσόν για τους νέους θεούς και κυρίως για τους αυτοδιορισμένους αντιπροσώπους τους.



Η φράση «δεν ξέρω», όχι με την σωκρατική έννοια της παραδοχής και της αναζήτησης της γνώσης, αλλά με την αλαζονική άγνοια της απόρριψης της γνώσης, γίνεται διαβατήριο για επαγγελματική αποκατάσταση. Το «Νe znam» σημαίνει «δεν ξέρω» σε όλες σχεδόν σλαβικές διαλέκτους και γλώσσες. Αλλά είναι και τραγούδι από το τρίτο άλμπουμ των BAiLDSA, το “WarZone” (Mantra Records/2018). «Το “ne znam” είναι σε στίχους και μουσική των BAiLDSA και κυκλοφόρησε ως e-single το Οκτώβρη του 2017 μαζί με videoclip από γυρίσματα που γίναν στο Street Mode Festival του 2016 και του 2017. Περιέχεται στο 3ο άλμπουμ των BAiLDSA “WarZone” (Mantra Records/2018). Είναι στο playlist των συναυλιών από το 2016.» Παρουσιάζει το τραγούδι ο Θάνος Γκουτάνος κιθαρίστας του συγκροτήματος.

Και στην συνέχεια αποκαλύπτει πως δημιουργήθηκε το τραγούδι: «Μουσικά θέλαμε να φτιάξουμε ένα δυνατό, χορευτικό, γκαραζοπάνκ-indie κομμάτι με roots στοιχεία. Οι στίχοι μιλάνε για μια ουτοπική κοινωνία όπου οι θεμελιώδεις έννοιες της δυτικής αστικής κοινωνίας όπως την γνωρίζουμε, δεν έχουν καμία σημασία.». Και οι βασικές της έννοιες έχουν να κάνουν με την ελευθερία και πρόσβαση σε βασικές ανάγκες ενός ανθρώπου. Η άγνοια προς αυτές, ουσιαστικά «στρώνει το χαλί» για μια δυστοπική κοινωνία, η οποία δίνει αξία μόνο σε ότι μπορεί να εκμεταλλευτεί.

Η κεντρική ιδέα του τραγουδιού είναι και το ρεφρέν του:

 «ne, ne znam, ne vidim, ne čujem

by the way you people tell me how ya doing?

ne, ne znam, ne vidim, ne čujem

by the way you people tell me are you grooving?»

«Πρώτα μουσική, μετά στίχοι. Αν και το refrain υπήρχε σαν ιδέα πριν καιρό» αναφέρει ο Θάνος στην ερώτηση πως γράφτηκε το κομμάτι.

 Στην Ελλάδα υπάρχουν ακόμα πολλά χωριά που χρησιμοποιούν σλαβικές διαλέκτους κυρίως στην βόρεια Ελλάδα. Και φυσικά έχουν και τις δικές τους εκφράσεις, σχεδόν συνωμοτικές, ώστε να μην μπορεί να τις καταλάβεις κάποιος που είναι ντόπιος. «Στο Φεστιβάλ Πόζαρ στο Λουτράκι Πέλλας το σύνθημα της περιοχής είναι “ne znam, ne videm, ne čujem” (στην διάλεκτο που λένε “ντόπια”) που σημαίνει “δεν ξέρω, δεν είδα, δεν άκουσα» συνεχίζει να μας διηγείται ο Θάνος για περίεργα συμβάντα που να σχετίζονται με το τραγούδι. Υποθέτω πως οι κάτοικοι αγκάλιασαν αμέσως το τραγούδι.

Όσο για το μήνυμα που μεταφέρει καταλήγει ο κιθαρίστας του συγκροτήματος: «Το τραγούδι περιγράφει μια διαφορετική κατάσταση-έκσταση για να τονίσει και να υπογραμμίσει την ασχήμια της καθημερινότητας ενός μεγάλου αστικού κέντρου όπου ο χρόνος μετριέται μόνο ως χρήμα. Το μήνυμα είναι η προτροπή για αλλαγή στην καθημερινότητά μας.»

Όπως στην ταινία του Terry Gilliam, το Brazil, ο έρωτας είναι αυτός που σπάει την αποχαυνωτική ρουτίνα και ουσιαστικά δείχνει την πραγματικότητα στον ήρωα. Μια τέτοια δύναμη μπορεί να χουν ακόμα και μερικοί στίχοι και λίγες νότες. 



Jacek Henryk Maniakowski

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

Dirty Fuse - Back to Brazil

 

Οι νότες είναι πάντα ατίθασες και πολύ εύκολα περνάνε και τα πιο σκληρά σύνορα. Οι νότες ταξειδεύουν και αν αφήσουμε την σκληρή και χωρίς φαντασία καθημερινότητα και θα εμπιστευτούμε την ψυχή μας σε αυτές, τότε μπορεί να μας συνεπάρουν μαζί τους. Όπως σε κάποια ιστιοσανίδα πάνω σε ένα ανεξίτηλο κύμα να μας πάει από την άλλη μεριά του Ατλαντικού διασχίζοντας και όλη την Μεσόγειο. Για παράδειγμα από Αθήνα ως την ακτή της Βραζιλίας.



Οι Αθηναίοι Dirty Fuse και μέσα από το 7-ιντσο ΕΡ τους  Back to Brazil, μας διηγούνται αυτό το ταξείδι μέσα από λίγες νότες, όπως μόνο η surf rock μπορεί να κάνει. Η δημιουργία όλης της μπάντας δεν αφηγείται μόνο ένα επερχόμενο ταξείδι επιστροφή στην πατρίδα του ιδρυτικού μέλους τους,  Duda Victor, αλλά είναι και ένα ταξείδι στο παρελθόν της. Ακόμα και μια προσδοκία μέλλοντος όλης της μπάντας.

Κυκλοφόρησε το 2017 σε απτή μορφή, αλλά γράφτηκε και ηχογραφήθηκε το 2015, όταν ο κιθαρίστας αποφάσισε να γυρίσει πίσω στην πατρίδα του και όταν το συγκρότημα ήταν ακόμα εξαμελές. Ο συνιδρυτής της μπάντας ο ντράμερ Χρήστο Κόγιος, ο κιθαρίστας Κώστας Μπακούλας και ο Duda Victor είχαν ήδη κάποια ιδέα στο μυαλό τους, ενώ το μπάσο είχε ήδη έτοιμο ο John Drake. Η νέα αφιχθείσα στο συγκρότημα και στην θέση του Βραζιλιάνου κιθαρίστα, Έρη Καπετανάκη, συμμετέχει επίσης στην σύνθεση. Το κομμάτι ήταν ο αποχαιρετισμός του παλιού κιθαρίστα και το καλωσόρισμα της νέας κιθαρίστριας. Ένας χρονικός κόμβος, οποίος έδενε αρμονικά το παρελθόν με το επερχόμενο μέλλον.

Η πρώτη του ζωντανή εκτέλεση ήταν στην παρουσίαση του 7ιντσου δίσκου στην Αθήνα κάπου μέσα στο 2015. Αλλά ανεπίσημα παίχτηκε στο αποχαιρετιστήριο πάρτι του Duda στο Bad City το Μάρτιο του 2015. Από τότε το τραγούδι παιζόταν σχεδόν σε κάθε ζωντανή εμφάνισή τους, αλλά όσο ήταν ο Κώστας Μπακούλας στην μπάντα. Καθώς το τραγούδι είναι για τρεις κιθάρες, μετά την αποχώρηση του δεν ξαναπαίχτηκε live, εκτός της περιοδείας τους στην Βραζιλία.  

Αλλά ουσιαστικά η μουσική αυτή η σύνθεση είχε και προφητικό χαρακτήρα, γιατί ήταν «προ-οιωνός» για την επερχόμενη τους περιοδεία στην Βραζιλία με δέκα εμφανίσεις και δίπλα στα συγκροτήματα όπως οι  Atlantics. Και φυσικά στην περιοδεία αυτή του 2018, παίχτηκε το τραγούδι σε όλες τους τις εμφανίσεις.

Όσο για το μήνυμα του τραγουδιού, είναι σαν έναν πίνακα του καλλιτεχνικού ρεύματος του σουρεαλισμού, ο καθένας μπορεί να δώσει την δική του ερμηνεία, αλλά και να αντιληφθεί και κάποιο προσωπικό για τον καθένα μήνυμα. Η ερμηνεία του ορίζεται από την ίδια την ψυχή του παρατηρητή, αλλά και από την ψυχική διάθεση της κάθε στιγμής. Παράλληλα ορίζει την πιο εσωτερική ουσία του surf rock, οπου ο στίχος δεν ανακατεύεται με νότες.

Η αισιόδοξη νοσταλγική διάθεση της σύνθεσης, θέλει να παρασύρει τον ακροατή σε ένα ταξείδι υπό των ήχων κυμάτων, αλλά ο ίδιος είναι ελεύθερος να διαλέξει την διαδρομή και τον προορισμό.

Άλλωστε αυτή είναι η μαγεία των instrumental κομματιών, η ελευθερία ερμηνείας τους, αλλά ο ταξειδιάρικος χαρακτήρας που μπορούν να έχουν. Ακόμα αν και το ταξείδι γίνεται πάνω σε μια …ιστιοσανίδα και χωρίς περιττές αποσκευές.


Jacek Henryk Maniakowski