Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

History of rock: Payola

 Τα γεγονότα που αποτελούν την ιστορία είναι πάντα αλληλένδετα μεταξύ τους. Δεν υπάρχει τίποτα ξέχωρο μέσα στην πορεία της και μια συνεχής σχέση αιτίας και αποτελέσματος, απλά την κινεί. Το rock’n’roll είναι μέρος και αποτέλεσμα μια τέτοιας ιστορικής ροής, μιας που και αυτό αποτελεί μια ανθρώπινη δραστηριότητα. Και όπως είθισται, αυτές οι δραστηριότητες πρέπει να συνοδεύονται και κάποιους κανόνες, για να εξασφαλίζεται η ομαλή ροή. Σίγουρα όμως η τέχνη σε οποιαδήποτε της μορφή, χρειάζεται μια ροή χρημάτων. Είτε για να στηριχτεί η ίδια, είτε για να δημιουργήσει αυτήν  την ροή. 



Το rock’n’roll δεν ήταν μόνο μουσική, αλλά και μια πολύ «μπίζνα» και η αιτία να δημιουργηθεί μια τεράστια μουσική βιομηχανία. Και για να μπορέσει να γίνει δίκαιη και ίση μεταχείριση των  μουσικών, έστω και στα πλαίσια μιας φαντασίωσης που λέγεται «American Dream», έπρεπε να δημιουργηθεί ένα νομικό υπόβαθρο. Αυτό φυσικά φρόντισε να το κάνει πολύ πριν η μουσική βιομηχανία πάρει τεράστιες διαστάσεις. Έτσι, κάπου στις αρχές του 20ου αιώνα, με την δημιουργία του ραδιοφώνου, αλλά και με την διορατική αίσθηση για την βιομηχανοποίηση της μουσικής, η αμερικάνικη κυβέρνηση φρόντισε να θεσπίσει έναν τέτοιο νόμο. 

Ο νόμος «47 U.S. Code § 317 - Announcement of payment for broadcast (Σχετικά  με την γνωστοποίηση επί πληρωμής ραδιοφωνικής μετάδοσης) . Ουσιαστικά, επιβάλει στα μέσα μαζικής ενημέρωσης να γνωστοποιούν στον ακροατή την κάθε μετάδοση που γίνεται επί πληρωμή ή οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Η ιδιοκτήτρια αρχή ενός τέτοιου μέσου (π.χ. ραδιοφώνου)  πρέπει να γνωρίζει, αν κάποιος υπάλληλος δέχεται ανταμοιβή για μετάδοση επί πληρωμή ή κάποιο αντάλλαγμα κάποιου κειμένου, τραγουδιού ή είδησης και είναι υπεύθυνη για να γνωστοποιηθεί αυτό. Απαλλαγή από αυτήν την υποχρέωση γίνεται όταν η μετάδοση είναι προς κοινό συμφέρον. Αλλά για να μην μπλέκουμε με νομικές ορολογίες και μια πιθανή λάθος μετάφραση αυτών, απλά απαγορεύει την «μίζα» για την μετάδοση τραγουδιών (αυτό που μας ενδιαφέρει ), ειδήσεων ή οποιωνδήποτε πληροφοριών. 

Έτσι όπου υπάρχει νόμος υπάρχει και η παράβασή του. Μαζί με το rock’n’roll  γεννιέται και μια νέα ορολογία, όπως το Payola. Ο συγκεκριμένος όρος αναφέρεται σε οποιαδήποτε μυστική πληρωμή για ευνοϊκή μεταχείριση ενός προϊόντος με ευρεία έννοια. Στην μουσική βιομηχανία το προϊόν είναι ένα τραγούδι. Έτσι ορισμένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, όπως έχει παρατηρηθεί, έπαιζαν ένα, κυρίως νέο μουσικό κομμάτι, πιο πολλές φορές, με αποτέλεσμα αυτό να γίνεται και δημοφιλές. Κάτι τέτοιο πονήρεψε την μουσική βιομηχανία, μιας που με τέτοιον τρόπο αυξανόταν και οι πωλήσεις των δίσκων. Και η νομιμότητα μπροστά στο κέρδος είναι απλά ένα μικρό εμπόδιο, κυρίως όπου ο βασιλιάς είναι το χρήμα. 



Ο όρος «payola» δημιουργήθηκε από το «pay» (αμοιβή, πληρωμή)  και την κατάληξη «-ola», την οποία βρίσκουμε σε πολλά προϊόντα των αρχών του 20ου αι. όπως τα  Pianola, Victrola, Amberola, Crayola. Και στην κυριολεξία σημαίνει την δωροδοκία ή καταβολή χρημάτων για να κάνεις ή να πεις κάτι ευνοϊκό για κάτι ή κάποιον ενάντια σε στην νόμιμη διαδικασία που προϋποθέτει κάτι τέτοια. Η The Federal Communications  Commission (FCC) ή Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών το 2005-2006 «μοίρασε» πρόστιμα δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων σε εταιρίες καλωδιακής στην Νέα Υόρκη, αποτέλεσμα καταδικών περί παραβίασης του αυτού περί χορηγιών.  Αλλά ο πρώτος διδάξας της συγκεκριμένης παράβασης ήταν ο Alan Freed ή καλύτερα πρώτος που αποκαλύφθηκε. 

Το Payola είναι παλιό όσο και οι μουσικές «μπίζνες», αν και αρχικά δεν υπήρχαν κάποιοι έλεγχοι γι αυτήν. Το ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό show του NBC, το  Your Hit Parade, στηριζόταν σε τέτοιες τακτικές και επί μια 20-ετία αρνιόταν να αποκαλύψει τις τακτικές και μεθόδους που διαμόρφωναν τα top hits του. Η έκρηξη του rock’n’roll,  ουσιαστικά σηματοδότησε και τη έκρηξη της συγκεκριμένης τακτικής, απειλώντας και τις παλιές μεθόδους των δισκογραφικών εταιριών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι τα ¾ της παραγωγής δίσκων στα μέσα της δεκαετία του ’40 προοριζόταν για τα jukebox. Όμως η νέα μουσική δημιούργησε και πλήθος ανεξάρτητων εταιριών, που η μαζική παραγωγή, άρα και ανάγκη για μαζικές πωλήσεις τις ώθησε σε αυτές τις μεθόδους προώθησης. 

Η παράνομη αυτή μέθοδος, αρχικά ήταν και μέσον για την διάδοση της νέας μουσικής. Και οι πρωτοπόροι αυτής είναι και πρώτοι που επλήγησαν από σκάνδαλα σχετικά με αυτήν. Το αν τελικά ήταν μια προσπάθεια να πολεμηθεί το rock’n’roll με νόμιμα μέσα από το πουριτανικό κατεστημένο, πιθανόν δεν θα το μάθουμε αυτό. Αλλά σίγουρα έγινε γρήγορα κατεστημένο και οι μέθοδοι που παραπέμπουν σε στην payola, είναι αυτές που καθορίζουν τη μουσική πλέον. Ο πρώτος, του οποίου η καριέρα καταστράφηκε είναι και αυτό που χρεώνεται και το όνομα της μουσικής αυτής και δεν ήταν άλλος από τον Alan Freed. Όμως και άλλοι ανερχόμενοι αστέρες του ραδιοφώνου, όπως ο Dick Clark που αργότερα αθωώθηκε και συνεχισε την καριέρα του. Ο Phil Lind του WAIT (AM) στο Chicago λέγεται ότι έπαιρνε 22 .000 $ για κάθε τραγούδι που θα έπαιζε, ποσό κάπως υπερβολικό και ελεγχόμενο, αλλά δείχνει ενδεικτικά το μέγεθος. 



Στις τακτικές αυτές όμως, ο κάθε καλλιτέχνης δεν είχε καμία συμμετοχή και μάλιστα αποτέλεσε για μια ακόμη φορά μέσο εκμετάλλευσης. Δεν ήταν λίγες φορές που αναγκαζόταν να παίζει δωρεάν σε συναυλίες που διοργάνωνε κάποιος ραδιοφωνικός σταθμός, απλά για να παραμείνει στην playlist του. Μετά τις πρώτες έρευνες για τον payola στις αρχές της δεκαετίες του ’60, το αδίκημα μπήκε στην κατηγορία του πλημμελήματος. Αλλά και από τους μουσικούς παραγωγούς, αφαιρέθηκε και το δικαίωμα να επιλέγουν οι ίδιοι την μουσική, χωρίς φυσικά να λείπουν οι εξαιρέσεις. Οι δισκογραφικές έδιναν λίστες, τις οποίες έπρεπε να ακολουθήσουν και οι DJ. Αυτό όμως έκανε τους ανεξάρτητους φορείς, να είναι ο μοναδικός τους τρόπος, η παράνομη αυτή τακτική προώθησης της μουσικής. Έτσι το 1986 το NBC News κάνει αναφορά για τον "The New Payola", ξεκινώντας νέο γύρω ερευνών. 

Το 2002 η εισαγγελία της Νέας Υόρκης μέσω του Eliot Spitzer, βρήκε αποδεικτικά στοιχεία ενάντια στα στελέχη της  Sony BMG για συμφωνίες με αλυσίδες ραδιοφωνικών σταθμών, που παραπέμπουν στην τακτική payola. Μόλις τρία χρόνια αργότερα η εταιρία το παραδέχτηκε και αναγκάστηκε να πληρώσει 10 εκατομμύρια δολάρια στο αμερικάνικο δημόσιο. Ίδια τύχη είχαν και οι Warner Music Group και  Universal Music Group, οι οποίες αναγκάστηκαν να πληρώσουν 5 και 12 εκατομμύρια δολάρια αντίστοιχα. Φυσικά η νομιμότητα είναι πάντα κάποια βήματα πίσω από την παρανομία, εκμεταλλευόμενη κάποια νομικά παράθυρα, συνεχίζοντας την τακτική αυτή μέσω τρίτων. Η Federal Communications Commission ανακάλυψε όμως και αυτό το «παράθυρο» υποχρεώνοντας 4 μεγάλες εταιρίες μαζικής ενημέρωσης, τις CBS Radio, Citadel, Clear Channel και Entercom να καταβάλουν 12,5 εκατομμύρια δολάρια πρόστιμο. Έτσι αναγκάστηκαν, λόγω αυστηρών ελέγχων, να διακόψουν κάθε επαφή με ανεξάρτητους promoters. 

Μια ακόμα πιο ακραία μορφή του payola συναντάται στην Νότια και Κεντρική Αμερική κυρίως. Στα τοπικά ραδιόφωνα εμφανίζεται κυρίως κάποιο όνομα, ανύπαρκτο ως τότε, προβαλλόμενο σαν ανερχόμενο αστέρι. Το ίδιο ραδιόφωνο διοργανώνει και κάποια συναυλία με τον ανύπαρκτο και στην πραγματικότητα καλλιτέχνη, η οποία προωθείται σε υπερβολικό βαθμό. Η τοποθεσία είναι εσκεμμένα λάθος και φυσικά ποτέ δε συμβαίνει αυτή η ζωντανή εμφάνιση. Ο λόγος για αυτό είναι πολύ απλός: ξέπλυμα χρήματος από το εμπόριο ναρκωτικών. 

Από την άλλη ένα μια τακτική "pay[ing] to play" δεν ορίζεται σαν παράβαση νόμου σχετικού με το payola. Πολλές φορές συνηθίζεται μια μπάντα για να παίξει σε κάποιον χώρο, να καταβάλει κάποιο χρηματικό αντίτιμο. Μια συνήθεια η οποία εκφράζεται κυρίως στην Βρετανία και Αμερική στις περίφημες Battle of the Bands". Ο τρόπος γίνεται συνήθως μέσω κάποιου τρίτου μεσάζοντα, κάποιας εταιρίας προώθησης. Ακόμα και το περιοδικό Billboard ασχολήθηκε με αυτό το θέμα στο άρθρο του "Pay to Get Played". Μάλιστα κατονομάζει μια τέτοια εταιρία, την Audible Spectrum Records, οποία έπαιρνε 350$ για κάθε εμφάνιση της μπάντας. Η μπάντα μπορεί να πάρει κάποια αποζημίωση μόνο αν συμπληρωθεί ένας ορισμένος αριθμός εισιτηρίων ή αν κερδίσει τον  διαγωνισμό. 



Φυσικά ίδιοι οι καλλιτέχνες έχουν ασχοληθεί με αυτό το θέμα και μερικά παραδείγματα είναι των : They Might Be Giants - Hey, Mr. DJ, I Thought You Said We Had a Deal, Neil Young - Payola Blues από το άλμπουμ του Everybody's Rockin' του 1983, Billy Joel' -"We Didn't Start the Fire, στο οποίο επίσης αναφέρεται. Ακόμα και το γνωστό "My Sharona"  γίνεται "My Payola" με τους Dead Kennedys  στο καυστικό "Pull My Strings" γραμμένο ειδικά για τα Bay Area Music Awards του 1980. Αλλά οι Καναδοί new wave band διάλεξαν το όνομά τους Payola$, για να κριτικάρουν την έκρηξη της punk στην δεκαετία το ’70. 

Ίσως να φαίνεται περιττό να αναφερθούμε σε κάποια νομικά πλαίσια και τις παράνομε τακτικές προώθησης της μουσικής, αλλά μια στοιχειώδης γνώση αυτών βοηθάει στην κατανόηση κάποιων μουσικών εκρήξεων. Αλλά και την σχέση μουσικής χρήματος. Ωστόσο η rock μουσική, αν και επλήγη ουκ ολίγες φορές, κατάφερε να δημιουργήσει το δικό της κοινό, που δεν επηρεάζεται από αυτές τις τακτικές. Γενικά όμως είναι ακόμα μια αφορμή για περισσότερη προσωπική έρευνα. 

Jacek Henryk Maniakowski


Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Blue Öyster Cult - Astronomy

«Astronomy»: Η Μυσταγωγία του Αγνώστου και η Μουσική ως Φιλοσοφική Πράξη

Η σύγχρονη ροκ μουσική έχει γεννήσει μερικά από τα πιο πολυσύνθετα και μυστηριώδη έργα της σύγχρονης τέχνης. Ανάμεσά τους, το «Astronomy» των Blue Öyster Cult ξεχωρίζει όχι μόνο για τη μουσική του αρτιότητα, αλλά κυρίως για το φιλοσοφικό του βάθος. Πρόκειται για ένα κομμάτι που ξεφεύγει από τα όρια της ψυχεδελικής ή διαστημικής αισθητικής και μετατρέπεται σε υπαρξιακή λειτουργία, σε ένα είδος εσωτερικής αστρονομίας της ανθρώπινης συνείδησης. Παρουσιάστηκε το 1974 στο άλμπουμ Secret Treaties, και από τότε παραμένει ένα αινιγματικό και προκλητικό έργο, ένα μυστήριο που δεν ζητά λύση, αλλά συμμετοχή.



Από τους πρώτους κιόλας στίχους, το τραγούδι μάς μεταφέρει σε μια άλλη διάσταση: εκεί όπου η νύχτα δεν είναι απλώς μια χρονική συνθήκη, αλλά το κατώφλι προς το άγνωστο. Το ρολόι που χτυπά δώδεκα σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής, η στιγμή κατά την οποία ο χρόνος παύει να είναι βέβαιος και μετατρέπεται σε ρευστή έννοια. Το σκοτάδι της νύχτας αποπνέει κάτι απόκοσμο, και τo "moondrops burst" δηλώνουν όχι απλώς την εμφάνιση ενός φαινομένου, αλλά μια αποκαλυπτική έκρηξη: ο κόσμος αποδομείται και ξαναχτίζεται με νέους όρους.

Σε αυτή την πορεία, η πραγματικότητα δεν είναι δεδομένη. Οι στίχοι μάς τοποθετούν μέσα σε ένα σύμπαν όπου η λογική και η παραφροσύνη συνυπάρχουν: "acid and oil on a madman's face". Εδώ η εικόνα είναι θολή, παραισθητική, σχεδόν νιτσεϊκή. Υποδηλώνει έναν κόσμο όπου η προσπάθεια κατανόησης οδηγεί όχι στη φώτιση, αλλά στην παράνοια — και όμως, είναι αυτή ακριβώς η διαδρομή που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Η αναζήτηση για γνώση δεν είναι ποτέ ακίνδυνη. Και ο ακροατής, σαν άλλος Οδυσσέας, οφείλει να χαθεί πριν καταλάβει τι αναζητά.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εμφανίζεται και η Σούζι,  μια μορφή εξίσου αινιγματική με το σύμπαν που περιγράφεται. Δεν είναι ξεκάθαρο αν είναι υπαρκτό πρόσωπο, συμβολισμός ή απλώς φωνή μέσα στη νύχτα. Είναι όμως μια φιγούρα ανθρώπινη, θνητή, και ταυτόχρονα προορισμένη για κάτι μεγαλύτερο. Οι στίχοι τη συνδέουν με την καθημερινότητα, με το «κανονικό», τον γάμο, τις κοινωνικές συνθήκες και ταυτόχρονα την τοποθετούν μπροστά από «παράθυρα και πόρτες» που ανοίγουν ή κλείνουν. Πρόκειται για σύμβολα επιλογών, κομβικών στιγμών, πνευματικών διεξόδων ή και αδιεξόδων.

Η παρουσία του σκύλου, φαινομενικά μικρή, είναι αποκαλυπτική. Σε συνδυασμό με την αναφορά στον Σείριο, το πιο φωτεινό αστέρι στον νυχτερινό ουρανό, λειτουργεί ως πνευματικός οδηγός. Δεν είναι απλώς ένα ζώο-φύλακας· είναι η πυξίδα του εσωτερικού μας προσανατολισμού, η ενσάρκωση της πίστης σε έναν κόσμο σκοτεινό και αποπροσανατολιστικό. Όπως στην αιγυπτιακή μυθολογία ο Άνουβις καθοδηγεί τις ψυχές, έτσι και εδώ, ο σκύλος οδηγεί τον άνθρωπο μέσα από το λαβύρινθο του εσωτερικού διαστήματος.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται η πιο μυστηριώδης μορφή του τραγουδιού: η Desdinova. Αν η Σούζι είναι η γυναίκα που ατενίζει το άγνωστο, η Desdinova είναι εκείνη που το έχει διαβεί. Πρόκειται για την επανεμφάνιση του ανθρώπου ως κοσμική συνείδηση, για μια μορφή που γεννιέται από τη μεταμόρφωση.  το αστέρι που χαμογελά δεν είναι φιλικό — είναι ειρωνικό, μεταφυσικό, ενδεχομένως επικίνδυνο. Η Desdinova δεν είναι από αυτόν τον κόσμο. Είναι μια μορφή αλχημικής μετενσάρκωσης, η προσωποποίηση της ίδιας της απορίας.

Η ίδια λειτουργεί ως οδηγός στο Four Winds Bar, ίσως το πιο σημαντικό σημείο όλου του τραγουδιού. Το "Four Winds at the Four Winds Bar" μοιάζει με επωδό, με προσευχή ή με ξόρκι. Το τέσσερα, ως αριθμός της σταθερότητας, της φύσης, των εποχών, των κατευθύνσεων, υποδεικνύει πως βρισκόμαστε στον κεντρικό κόμβο του υπαρξιακού χάρτη. Το μπαρ δεν είναι χώρος αναψυχής, αλλά κοσμολογικός σταυροδρόμι: εκεί όπου η Σούζι πρέπει να επιλέξει, όχι απλώς μονοπάτι, αλλά κοσμοαντίληψη. Ο χρόνος, ο εαυτός, και το σύμπαν τέμνονται. Και η απόφαση είναι πάντα δική μας, αν και ποτέ πλήρως συνειδητή.

Αυτή η υπερβατική σκηνογραφία δεν προσφέρει απαντήσεις. Αντίθετα, μας προσκαλεί σε μια διαρκή απορία, σε μια διαλεκτική σχέση με το Άγνωστο. Το Astronomy δεν είναι απλώς τραγούδι, αλλά είναι ένα φιλοσοφικό εργαλείο, μια μορφή ύπαρξης μέσω του ήχου. Η λυρική του αβεβαιότητα θυμίζει Χάιντεγκερ, η υπαρξιακή του απελπισία Καμύ. Δεν είναι έργο για να λυθεί. Είναι έργο για να κατοικηθεί.

Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη αλήθεια να είναι ότι η αναζήτηση αξίζει περισσότερο από την απάντηση. Ότι το ταξίδι μέσα στην άγνοια, η περιπλάνηση ανάμεσα στις αστρικές ερωτήσεις, η ανάγκη να δούμε πίσω από τις κλειστές πόρτες του σύμπαντος — όλα αυτά συγκροτούν την ουσία της ύπαρξής μας. Το Astronomy δεν ζητά να το καταλάβεις. Ζητά να το νιώσεις. Και κάπου ανάμεσα στη Σούζι, τη Desdinova, τον σκύλο και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, κάτι μέσα μας — έστω και ανεπαίσθητα — μετατοπίζεται.



Στράτος Κυπριάδης

 


Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Omega - Girl with Pearl Hair (Gyöngyhajú lány)

 

Πολλές φορές, όταν μας περικυκλώνει το σκοτάδι και ο ήλιος φαίνεται να αργεί να βγει, η σελήνη ως ένα αιώνιο μαργαριτάρι, φωτίζει εκείνα τα σημεία τα οποία μπορούν ακόμα και να μας δείξουν τον δρόμο. Ίσως και μια λάμψη στα μαλλιά μιας μοναδικής για εμάς γυναίκας να είναι όχι μόνο το σημάδι για να συνεχίζουμε, αλλά και ο ίδιος λόγος για να το κάνουμε αυτό. Γιατί σε κάθε κοινωνία οποία νιώθει την καταπίεση, ο έρωτας είναι μοναδικός δρόμος στον οποίο δεν μπορεί να δει ο δυνάστης.



Το “Girl with Pearl Hair” (Gyöngyhajú lány) των Omega είναι ένα τέτοιο φως. Γεννημένο το 1969, μέσα από τη σιωπή του Σιδηρού Παραπετάσματος, έφερε μαζί του μια υπόσχεση, πώς η ομορφιά, η φαντασία αλλά και ο έρωτας μπορούν να επιβιώσουν ακόμα και σε καθεστώτα τα οποία προσπαθούν να θα φιμώσουν με κάθε τρόπο. Η κοπέλα με τα μαργαριταρένια μαλλιά δεν είναι απλώς μια μορφή, αλλά είναι μια μνήμη ενός ονείρου και ταυτόχρονα η φωνή της ελπίδας. Κι όμως σε κάποια άλλη ερμηνεία μπορεί να είναι μια εύκολη παγίδα αυτό το όνειρο; μήπως τελικά αυτή η κοπέλα δεν είναι φως, αλλά μια πλάνη ως σκιά με λάμψη; μια απλή φαντασίωση το οποίο έχει τη δυνατότητα να σε κρατάει ακίνητο και αμετακίνητο, νανουρίζοντας με αιθέρια πλήκτρα να σε πείθει να μείνεις στο όνειρο αντί να το ζήσεις; ένα τραγούδι το οποίο δεν σε σπρώχνει μπροστά, αλλά σε κρατάει σε μια γλυκιά αδράνεια σε έναν κόσμο που όλα είναι όμορφα αλλά τίποτα δεν είναι πραγματικά αληθινό. Οι ερμηνείες είναι πολλές και όλες μπορεί να περιέχουν κάποιο κομμάτι της αλήθειας. Η αλήθεια είναι ότι η μουσική μπορεί να σε ξυπνήσει ή ακόμα να σε κινήσει περισσότερο.

Όπως λέγανε και λένε μέσα από τη φιλοσοφία το βουδισμού, η απλότητα είναι η κορυφαία αρετή. Κατ αυτόν τον τρόπο η μουσική αυτού του τραγουδιού είναι ένας ύμνος στην απλότητα και στη συγκίνηση. Με αργό ρυθμό και μια μινιμαλιστική μελωδία, σε συνδυασμό με την λυρική ενορχήστρωση καταφέρνει να δημιουργήσει ένα χώρο όπου η φωνή του János Kóbor, δείχνει να αιωρείται πάνω από τις νότες. Η κοπέλα που αναφέρεται στο τραγούδι με τα μαργαριταρένια μαλλιά, καταφέρνει να γίνει μια μορφή που αγγίζει το μύθο, μια μούσα που έρχεται να φέρει τη λύτρωση, να μπορεί να ανάψει τη φλόγα σε μια καρδιά και ταυτόχρονα να αφυπνίσει και την επιθυμία για ζωή. Και δεν είναι τυχαίο πως ο έρωτας διαπλέκεται με την πολιτική.

Οι ερμηνείες όμως, ενός σχεδόν αρχετυπικού τραγουδιού μπορούν να διαβαστούν με πολλούς τρόπους και ένας από αυτούς είναι πως λειτουργεί σαν ένα υπνωτιστικό πέπλο. Η επανάληψη, η αργή ροή και η απουσία της κάθε κορύφωσης, θυμίζουν έντονα μια λιτανεία, προσκύνημα ενός κοινώς αποδεκτού ή ακόμα επιβεβλημένου καθεστώτος και όχι κάλεσμα η αφύπνιση. Με μια βαθιά βουτιά στη μουσική ανάλυση μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε πως η φωνή δεν τραγουδάει για να σας σηκώσει, αλλά για να σε κρατήσει μαγεμένο ή ακόμα ξαπλωμένο. Ίσως ταιριάζει σε αυτή την ερμηνεία και το παραμύθι της ωραίας κοιμωμένης. Η κοπέλα δεν έρχεται ποτέ κι εσύ την αναμένεις και όσο την αναμένεις δεν καταφέρνεις να ζήσεις ποτέ.

Οι Omega, ως μέλη της progressive rock σκηνή της πολιτικά Ανατολικής Ευρώπης, ουσιαστική υπήρξε ένας φάρος της δημιουργικότητας μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης λογοκρισίας και περιορισμών που να θυμίζουν τη δυτική κουλτούρα. Με επιρροές από τους Pink Floyd και τους Beatles, έπλασαν έναν ήχο που ταξίδεψε πέρα από τα σύνορα της Ουγγαρίας, φτάνοντας σε Πολωνία, Γερμανία, Σοβιετική Ένωση. Το “Gyöngyhajú lány” έγινε διεθνές σύμβολο, διασκευάστηκε από τους Scorpions ως “White Dove” και έφτασε στο Νο.18 στη Γερμανία και στο Νο.20 στην Ελβετία.

Οι στίχοι του “Gyöngyhajú lány” γράφτηκαν από την Anna Adamis και η μουσική συντέθηκε από τον Gábor Presser. Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αναφορά για το ποια ήταν η έμπνευση για τους στίχους και πώς προέκυψαν αυτοί ή μελωδία. Αλλά όπως φαίνεται, η δημιουργία του τραγουδιού ουσιαστικά ήταν αποτέλεσμα μιας βαθιάς επιθυμίας για να εκφραστεί η νοσταλγία, η απώλεια καθώς και η αναζήτηση ενός ονείρου μας σε μια εποχή που υπήρχε έντονη κοινωνική καταπίεση.

Η Anna Adamis, ποιήτρια και στιχουργός, έφτιαξα τους τοίχους με στόχο να δώσει έντονο συμβολισμό και με μεγάλη λυρική διάθεση. Η «Κοπέλα με τα μαργαριταρένια μαλλιά» δεν είναι απλώς μια φιγούρα γεμάτη ρομαντισμό, αλλά μια ονειρική ως και μυθική παρουσία η οποία καταφέρνει να ενσαρκώσει την ελπίδα, την ομορφιά αλλά ίσως και την παροδικότητα. Δυστυχία εναλλάσσονται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα με μοτίβα τα οποία επαναλαμβάνονται. Η αμφισημία, αν είναι όνειρο είναι πραγματικότητα, ουσιαστικά αποτελεί το λογικό πυρήνα του τραγουδιού. Δεν υπάρχουν κάποιες καταγεγραμμένες δηλώσεις της στιχουργού για την ακριβή πηγή της έμπνευσης, αλλά η ίδια είχε δηλώσει ότι συχνά παρουσίαζαν μέσα στους τοίχους τους κάποιες ονειρικές μορφές που γεννιόντουσαν από την ανάγκη για ομορφιά μέσα στην ασχήμια της καθημερινότητας.

Ο κύριος δημιουργός της μελωδίας, ο Gábor Presser, ήταν μόλις 20 χρονών όταν δημιούργησε. Η μελωδία του τραγουδιού έχει αργό τέμπο, μινόρε κλίμακα και η αιθέρια πλήκτρα που θυμίζουν Art  rock Και δημιουργούν μια υπνωτιστική ατμόσφαιρα. Δεν υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες δηλώσεις για τις μουσικές επιρροές, αλλά πως γίνεται φανερό πως Εμπεριέχει στοιχεία από Space rock και art pop, με επιρροές από Pink Floyd και Procol Harum. Η εισαγωγή θυμίζει το “A Whiter Shade of Pale” (1967), με παρόμοια χρήση πλήκτρων και αργής μελωδικής ανάπτυξης. Ο  ίδιος ο Presser δήλωσε πως ήθελε να γράψει κάτι που να μοιάζει με όνειρο, με κάτι μόλις χάνεται όταν το αγγίξεις και ακούγοντας το τραγούδι μάλλον αυτή η έκφραση ταιριάζει απόλυτα με το τελικό αποτέλεσμα.

Το τραγούδι έγινε ένα από τα πιο σημαντικά δείγματα της progressive rock σκηνής της κεντρικής Ευρώπης και η επιτυχία της οφείλεται στο γεγονός πως δεν προκαλεί με κανέναν τρόπο. Δεν ξεσηκώνει και δεν απαιτεί, κάτι που το κάνει ένα ασφαλές μουσικό κομμάτι και ίσως γι αυτό το λόγο επιτράπηκε η κυκλοφορία του την εποχή εκείνη. Μιλάει για μια γυναίκα τα οποία δεν υπάρχει, για έναν έρωτα που δεν απειλεί κυρίως στην εξουσία, είναι μια. Νοητική και συναισθηματική απόδραση και σε καμιά περίπτωση κάποια επανάσταση. Πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα, την ίδια εποχή που δημιουργήθηκε και το τραγούδι κάποιο άλλο τραγούδι έγινε σύμβολο μιας επανάστασης (ΕΔΩ), κάτι που δεν κατάφερε το τραγούδι των Omega. Παρόλο που το τραγούδι έχει περάσει ήδη τον μισό αιώνα ζωής και συμβολισμούς και ερμηνείες μπορεί να δώσει ο καθένας όποιος θέλει. Για άλλος είναι η μνήμη της αγάπης που σώζει, για άλλους είναι το φάντασμα μιας αγάπης που δεν ήρθε ποτέ. Αλλά το βασικό πλεονέκτημα του τραγουδιού είναι πως δεν δίνει απαντήσεις, απλά καθρεφτίζει τον Ακροατή. Και είτε μπορείς να δεις ένα φως που σε καλεί είτε μια πλάνη που σε κρατά.

Είναι άξιο να σημειωθεί τέλος, όπως ακόμα και στην ελληνική πραγματικότητα οι καταπιεστικές κυβερνήσεις πάντα υποστήριζα τα ελαφρώς ερωτικά τραγούδια, τα οποία απλά έδιναν ένα προσωρινό καταφύγιο και δεν μπορούσαν ποτέ να τα ξεσηκώσουν τον κόσμο ώστε να ξεκινήσει την πραγματική του αλλαγή. Και η ελληνική πραγματικότητα ιδίως μετά τον εμφύλιο πόλεμο δείχνει αυτό το πράγμα.




Jacek Henryk Maniakowski


 

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Rock - e - pedia : Italian Occult Psychedelia

 

Δεν εξελίσσεται κανένα ον, αν δεν γεννηθεί μέσα του η δίψα για μάθηση

 

Italian Occult Psychedelia

 

Πως ακούγεται: σαν Psychedelia, αλλά με πολλά αφρικάνικα κρουστά και ελάχιστη χρήση ηλεκτρικής κιθάρας με πλήκτρα να κυριαρχούν. Ουσιαστικά σαν πιο ψυχεδελικές στιγμές των The Doors, χωρίς φωνητικά του Τζιμ. Σαν ταινία του Federico Fellini ή Pier Paolo Pasolini, αλλά σε μουσική.



Γιατί να το ακούσουμε: είναι κάτι που δεν ακούς συχνά και η περιέργεια είναι πάντα η πρώτη σπίθα αναζήτησης. Γιατί ακόμα είναι κάτι που παρέλειψαν οι δεκαετίες του ’60 και ΄70 να μας προτείνουν. Και γιατί είναι απόρροια της τεράστιας progressive ιταλικής σκηνής.

Γιατί όχι: δεν είναι οικείος ήχος και γενικά δύσκολα μπορείς να τον προσδιορίσεις και γιατί μας έχουν εκνευρίσει κάθε είδους κρουστά και περίεργα όργανα, λες και όλοι είναι παρεξηγημένοι με τον κιθαρίστα.

Που; Ιταλία και μόνο.

Πότε; 2012

Ποιοι; Η Italian Occult Psychedelia επινοήθηκε από τον δημοσιογράφο Antonio Ciarletta σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε από το ιταλικό μουσικό περιοδικό Blow Up, τον Ιανουάριο του 2012.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Al Doum & The Faryds, Black Lagoon, Donato Epiro,  Father Murphy, La Piramide di Sangue, In Zaire, Julie's Haircut.



Μέρες δόξας:  χαχαχαχαχαχαχαχα… τέλος πάντων, έχουν ένα φεστιβάλ ονομάζεται "Thalassa" και από το 2013 λαμβάνει χώρα στη Ρώμη προς τιμήν των συγκροτημάτων του Italian Occult Psychedelia.

Κόκκινη κάρτα: δεν μπορείς να κατηγορείς ένα μωρό για ότι κάνει, γιατί είναι απλά μωρό. Δεν έχω καταλάβει σε ποιους απευθύνεται ακόμα, μάλλον μόνο σε άλλους μουσικούς που ψάχνουν να πειραματιστούν σε περίεργους ήχους.

Με τι μπερδεύεται; με τον εαυτό του ή σαν κάποιος να μπέρδεψε να βάζα με τα αποξηραμένα μανιτάρια. Κυρίως με Krautrock και Occult rock ή ακόμα με πολύ πρώιμη Psychedelia

Τι λες στον άσχετο; τι να σου πω ρε φίλε κ’εγώ πρώτη φορά το ακούω, κάτι σαν μουσική από ιταλικές ταινίες τρόμου Β-movie

 Jacek Henryk Maniakowski


Rock - e - pedia : Iranian rock

 

Το ένα σαν αριθμός, είναι η μικρότερη μονάδα, αλλά το ένα σαν έννοια μπορεί να υπάρξει ότι μεγαλύτερο έχει φτιάξει ποτέ ο άνθρωπος.


Iranian rock (επίσης γνωστό ως Rocka red)

 

Πως ακούγεται: Βασικά έχει μεγάλο εύρος ακουσμάτων αυτό το είδος. Από Rhythm and Blues ως και Metal, αλλά με πιο oriental ρυθμούς, ουσιαστικά παλιούς ρυθμούς του Ιράν ή Περσίας. Βασικά ακούγεται σαν μια ακόμα προσπάθεια να ενωθεί η δυτική μουσική με την παράδοση της Μεσοποταμίας. Ακόμα ακούγεται σαν πραγματική γροθιά στο στομάχι του φανατισμού.



Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί ειδικά μετά την Ισλαμική Επανάσταση, το να παίζεις Jazz, blues, rock ακόμα και Metal, μπορεί να είναι ένα στοίχημα με τον θάνατο. Γιατί ακόμα σήμερα κάποιοι ηρωικοί μουσικοί παίζουν το κεφάλι τους, για να παίξουν Underground, στην κυριολεξία. Γιατί κάποια κακομαθημένα της Δύσης πρέπει να πάρουν το παράδειγμα τους, γιατί η πραγματική μουσική παίζεται μόνο από δυνατούς ανθρώπους.

Γιατί όχι: Γιατί είσαι φλώρος και δεν ακούς τίποτα ανατολικά της Βιέννης και δεν μπορείς να καταλάβεις ότι στην Μεσοποταμία έπαιζαν μουσική, πολύ πριν στις σημερινές μουσικές υπερδυνάμεις μάθουν τι είναι βελανιδιά και ότι με αυτήν μπορείς να φτιάξεις μοναδικά μουσικά όργανα.

Που; Ιράν

Πότε; Δεκαετία του ’40

Ποιοι; Η διάδοση της Rock μουσικής στο Ιράν ξεκίνησε με τραγουδιστές όπως οι: Kourosh Yaghmaei, Farhad Mehrad, Fereydoon Foroughi και Habib Mohebian. Ξεχάστηκε σε μεγάλο βαθμό μετά την Ιρανική Επανάσταση και επανήλθε τη δεκαετία του ‘90.



Αλλά ακόμα να ακούσεις: Farhad Mehrad, Kourosh Yaghmaei, Black Cats, The Dangers, Scorpio, Kaveh Yaghmaei, Hypernova, Kiosk, Mohsen Namjoo.

Μέρες δόξας:  Δεκαετία του ’60, γνώρισε μια αρκετά μεγάλη άνθιση, αλλά σε τοπικό επίπεδο της χώρας, χωρίς να καταφέρει να αποκτήσει την δική του μοναδικότητα σαν είδος.

Κόκκινη κάρτα: Η παράδοση της περιοχής μπορεί να δώσει πάρα πολλά στην μουσική με αγωγό την δυτική μουσική. Δεν είναι απαραίτητο να μιμείται οτιδήποτε δυτικό, θα μπορούσε πιο ξεκάθαρα να δώσει το δικό του πνεύμα.

Με τι μπερδεύεται; Με όλα τα είδη της Rock.

Τι λες στον άσχετο; Σκέψου τους Beatles και Black Sabbath να ήταν Πέρσες… έ κάτι τέτοιο


 Jacek Henryk Maniakowski

Lia Hide - Daughter of Storm and Bad Wine

 

Η συνέπεια ενός βαρύ και δύσκολου χειμώνα είναι πάντα μια ανθηρή και όμορφη άνοιξη, αν καταφέρεις να επιβιώσεις. Το ίδιο και τα διαμάντια, όμως είναι αποτέλεσμα μιας πύρινης διαδικασίας μεταστοιχείωσης. Όπου η φωτιά εξαγνίζει από περιττά πράγματα αφήνοντας μόνο την ουσία, την λάμψη ενός διαμαντιού. Ενίοτε όμως, αντί της φωτιάς … το νερό της φωτιάς κάνει την ίδια δουλειά στον ψυχισμό, καίγοντας περιττά συναισθήματα και αφήνοντας την λάμψη της δημιουργίας να φανερώσει  το φως της.



  Η Lia Hide στο ΕΡ της Everyone seems to know who I am, καταλήγει να μας διηγηθεί με λίγους στίχους μια παρόμοια ιστορία στο Daughter of Storm and Bad Wine, που κλείνει και το ΕΡ.  Το τραγούδι γράφτηκε το καλοκαίρι του 2014 και ηχογραφήθηκε το 2016 για να κυκλοφορήσει έναν χρόνο αργότερα. Τα γεγονότα ξεκινάνε όμως στις Απόκριες του ίδιου του χρόνου της δημιουργίας του τραγουδιού και είναι αυτά που έγιναν και αιτία της δημιουργίας του.

«‘Eνα βράδυ, με πολύ κακό καιρό (storm), Απόκριες, έτυχε να έχω μια.. δασκαλίστικη έως και προσβλητική συζήτηση με έναν άνθρωπο ισχύος, στην μουσική βιομηχανία, της Ελλάδας πάντα, σε ένα μπαρ στην Αθήνα. Ήταν Απόκριες. Η μία κουβέντα έφερε την άλλη, και ήπιαμε πάρα πολύ. Μέσες άκρες, στην συζήτηση αυτή, μου αποδόθηκαν ή καλύτερα μου προσδόθηκαν οι επιθετικοί προσδιορισμοί (επιθετικότατοι) της ανεύθυνης, της άνευ κατανόησης της θέσης μου ( της ανυπαρξίας μου, δηλαδή ) της καλλιτεχνικής μου μάλλον ..  άνευ ενδιαφέροντος αναπνοής, της μουσικής μου α-παιδείας, και της φωνητικής μου ακαταλληλότητας να καταφέρω οτιδήποτε. Ναι, είμαι υπερβολική, γιατί αν η κουβέντα αυτή είχε  βιντεοσκοπηθεί, θα έμοιαζε ότι εγώ είχα πράξει μάλλον με απειρία, κυρίως γιατί είχα αποσβολωθεί και δεν απαντούσα σε καμία επίθεση, και πως ο άνθρωπος που μου τα.. έχωνε, προσπαθούσε να με συνετίσει. Μα δεν ήταν έτσι. Γιατί αν είχε βιντεοσκοπηθεί παράλληλα και όλο το δρώμενο που σκηνοθετήθηκε και αφέθηκε στην δική μου οργάνωση (μία συνεργασιακή συναυλία), αλλά και το καλλιτεχνικό μου δόσιμο, ολοκληρωτικά, σε αυτήν, θα φαινόταν ξεκάθαρα η εκμετάλλευση και η εξαπάτηση. Θυμάμαι τα κοροϊδευτικά «άκου να σου πω κοριτσάκι μου» με τα οποία ξεκινούσε η κάθε πρόταση, και τα «ποια νομίζεις, και πού νομίζεις ότι είσαι» με τα οποία τελείωνε» Αφηγείται η Lia.

Πολλοί μουσικοί επιχειρηματίες λειτουργούν σαν μεταστοιχείωση αρκουδιάρη, οποίος είχε την αρκούδα με χαλκά στην μύτη και αλυσίδα, δίνοντας παραγγελίες για το σαδιστικό κοινό που παρακολουθούσε την παράσταση. Σε συνδυασμό με ιδιοκτήτη περιθωριακού μπουζουκτσίδικου άλλων δεκαετιών, όπου ο/η καλλιτέχνης ήταν απλά κτήμα του.

Και συνεχίζει την διήγηση «Θυμάμαι πως γύρισα σπίτι μέσα σε ένα ταξί, και χωρίς να με χωράει ο τόπος – είπα στον οδηγό να με περιμένει, να με πάει σε ένα μπαρ όπου έπαιζαν μουσική, οι περισσότεροι από τους μουσικούς με τους οποίους είχε γίνει εκείνη η συναυλία (για την οποία, μόλις μου είχαν καταλογιστεί όλες οι ευθύνες για την καλλιτεχνική της αποτυχία – κατά τον άνθρωπο ισχύος, πάντα).»

Και κει το Bad Wine παίρνει την θέση του από το Storm «Πήρα μία αποκριάτικη μάσκα, για να κρύψω το βάψιμο μου που είχε καταρρεύσει, και να μπω στο αποκριάτικο πνεύμα της εποχής (η πρώτη δικαιολογία είναι η πιο ειλικρινής) και έφυγα για το μπαρ. Δεν θυμάμαι πόσα ποτά είχαμε πιεί στο πρώτο μπαρ της συνάντησης. Θυμάμαι ότι στο δεύτερο μπαρ έφτασα μισότρελη. Στην ουσία, είχε μόλις λήξει μία συνεργασία με μία μεγάλη εταιρεία, και πίστευα ότι είχα στην ουσία, τελειώσει, σαν ύπαρξη στην δισκογραφία (ο κακός σύμμαχος, το αλκοόλ). Θυμάμαι ότι στο δεύτερο μπαρ, ζήτησα ένα ποτήρι κρασί. Ήταν κακό κρασί, κόκκινο, και σε συνδυασμό με την δική μου πρότερη ουισκοποσία, και το ότι δεν είχα φάει τίποτα, το μυαλό μου παραδόθηκε στην μέθη, και το στομάχι μου έβραζε χολή.»

Μετά από πολυήμερο χανγκόβερ, ξεκίνησε η διαδικασία της εκκόλαψης του σπόρου της δημιουργίας: «Μετά ήρθε ο θυμός. Μήνες μετά, έχοντας ηρεμίσει πια, αποφάσισα ότι για καλό, δεν υπάρχει λόγος να έχω σχέση με αυτόν τον άνθρωπο και αυτόν τον χώρο, πλέον,  και ότι θα μπορέσω και χωρίς αυτούς (όπως μπορούσα και τόσα χρόνια, πριν, άλλωστε). History proved me right, of course  Άλλωστε και η ίδια η φύση αποδεικνύει ότι, δε μπορεί να ζει το λιοντάρι κρυμμένο και ο λαγός χωρίς το λαγούμι του.

Και συνεχίζει την διήγηση: «Και ένα βράδυ, απλά έπιασα την κιθάρα, που δεν είναι ο κύριος σύμμαχος μου στην τραγουδοποιία, συνήθως, αλλά το πιάνο και το κομμάτι βγήκε μία κι έξω. Χωρίς κανένα κόμπιασμα, χωρίς καμία αλλαγή σε στίχο, χωρίς κανένα πισωγύρισμα. Ο στίχος “call me irresponsible, I just took a life” αφορά αυτή ακριβώς την στιγμή που, καθόμουν αποσβολωμένη κι άκουγα ένα σωρό ευθύνες να μου αποδίδονται, λες και είχα σκοτώσει άνθρωπο, από ένα άνθρωπο που κάποτε, θεωρούσα έως και άξιο θαυμασμού.  Με τρόμαξα πολύ εκείνο το βράδυ, θέλησα να μου κάνω κακό, δεν έβλεπα διέξοδο πουθενά, το μόνο που ξεδιάλυνε λίγο το θολό και κουρασμένο μυαλό μου, ήταν οι σκέψη των γονιών μου (εξ ου και οι αναφορές σε αυτούς στο τραγούδι μου) και πόσο θα τους απογοήτευα, αν, μου έκανα κακό, με μία τέτοια αφορμή.»

Όμως όταν τα λουλούδια ανθίζουν, οι καταιγίδες μπαίνουν στην λήθη : «Και καθώς το τραγούδι μου έφτανε στο τέλος του, άκουσα τον εαυτό μου, να ησυχάζει στον ήχο της σίγουρης πλέον φωνής μου, που έλεγε στον θύτη μου, ότι μια μέρα, η κακία του και η δειλία του, η μετάθεση ευθυνών και η άδικη του μεταχείριση προς εμένα, θα βρει, κάποιο καρμικό τρόπο να του το ανταποδώσει. Κι αν δεν το κάνει πάλι, δεν με ένοιαζε πια. Είχα γράψει ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια.»

Και ουσία κάθε καλλιτέχνη, αλλά και ενός απλού ανθρώπου είναι να αγαπήσει τον ίδιο τον εαυτό και να χει πίστη σε αυτόν και όχι σε μια εικόνα, που εξαναγκάζεται να δημιουργεί επιδιώκοντας μια φανταστική αποδοχή κάποιου πληγωμένου συνόλου «το βίντεο το έφτιαξα, έτσι ώστε να δείχνει πως μερικές φορές θέλω τόσο πολύ να γίνω κάποια αρεστή στους άλλους, και καταφέρνω τελικά να μουτζουρώνομαι. Και το καθαρό σαπουνισμένο πρόσωπο, μου φέρνει την γαλήνη.» καταλήγει…

Όμως οι κακοτοπιές γεννάνε την δημιουργία, όπως οι βράχοι δίνουν καθαρότητα σε κάποιο ποτάμι. Ο ρόλος του κάθε καλλιτέχνη είναι να απαλύνει τον πόνο του, αλλά και τον πόνο ενός ακροατή, οποίος μπορεί να ταυτιστεί με την ιστορία που μπορεί να μας διηγηθεί με τις νότες και τους στίχους του.


Jacek Henryk Maniakowski


Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Gang of Four - Damaged Goods

 

Δεν είναι λίγοι αυτοί, που θεωρούν ότι, το πραγματικό δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά το αόρατο. Ο κάθε φιλόσοφος, ακόμα και απλά ένας φιλοσοφημένος, θα συμφωνούσαν σε αυτό το θεώρημα. Οι ψυχολόγοι σίγουρα θα συμφωνούσαν και αυτοί. Και δεν θα ήταν λίγοι και ιστοριοδίφες που θα το ασπαζόταν. Άλλωστε από μια σχεδόν αόρατη σπίθα δημιουργούνται οι πιο μεγάλες «φωτιές», θα συμπλήρωναν κάποιοι ποιητές. Στην Μουσική τα πράγματα λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο, όπου μια μικρή μουσική ευρεσιτεχνία, μπορεί να δημιουργήσει ολόκληρο μουσικό κίνημα. Αλλά ακόμα και ένα διαφορετικό κούρδισμα  κιθάρας.



Σε μια τέτοια κατηγορία τραγουδιών ή «σπιθών», ανήκει και το σχεδόν αρχετυπικό Damaged Goods των Gang of Four. Πρώτο single των Άγγλων Gang of Four και ουσιαστικά το εισιτήριο τους στον κόσμο της μουσικής. Αρχικά κυκλοφόρησε στις 13 Οκτωβρίου του 1978 από την ανεξάρτητη Fast Product. Μετά από έναν χρόνο σχεδόν, Σεπτέμβριο του 1979, κυκλοφόρησε στο εμβληματικό «Entertainment!» άλμπουμ, (Από τη  EMI Records πλέον) που έγινε η βασική επιρροή για καλλιτέχνες όπως ο Kurt Cobain και  Flea των  Red Hot Chili Peppers.

Το αρχικό τέμπο, με το οποίο ξεκινάει το τραγούδι, αλλά είναι και θεμέλιο για όλο το τραγούδι, αποτελεί μια καινοτομία για εκείνη την εποχή. Αργότερα, το ίδιο μοτίβο θα χρησιμοποιηθεί από αρκετές μπάντες, μεταξύ αυτών και οι δικοί μας «Τρύπες». Ο συνδυασμός της funk με την punk, ήταν πραγματικά πρωτοπόρος. Τα φωνητικά του  Jon King ακούγονται σαν θρήνος και προστίθεται μια σχεδόν rap απαγγελία μαζί. Ουσιαστικά ήταν ένας τρόπος απαγγελίας ποίησης, ο οποίος χρησιμοποιούταν ήδη στην jazz και έχει τις ρίζες του στην ανατολική Αφρική (Kikuyu). Στο συγκεκριμένο τραγούδι, την απαγγελία κάνει ο κιθαρίστας του συγκροτήματος Andy Gill.

Το τραγούδι μπορεί να χαρακτηριστεί και σαν μια χορευτική pop σύνθεση, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια νέα έκφραση της punk. Αλλά τα αγανακτισμένα φωνητικά του Jon King, ουσιαστικά το βγάζουν από αυτήν την κατηγορία.

Πέρα όμως, από τις μουσικές καινοτομίες, το τραγούδι παρουσιάζει και στιχουργικό ενδιαφέρον. Καταρχήν ο τίτλος του τραγουδιού αναφέρεται σε πρόσωπο, το οποίο δείχνει να έχει πολύ καλό χαρακτήρα, αλλά ουσιαστικά δεν είναι στην πραγματικότητα. Αποτέλεσμα ψυχολογικών τραυμάτων, οποία δημιουργήθηκαν στο παρελθόν. Μια ακόμα ερμηνεία αφορά τα δημόσια πρόσωπα, των οποίων η φήμη έχει καταστραφεί. (https://www.collinsdictionary.com/dictionary/english/damaged-goods). Κατά μια ακόμα ερμηνεία το Damaged Goods αναφέρεται απλά σε μια «slut», με όλες μαζί σημασίες της λέξης αυτής.

Αν και οι στίχοι είναι διφορούμενοι, μιλάνε ξεκάθαρα για σεξιστικές πολιτικές, είτε επιχειρήσεων είτε ακόμα και κρατών.  Όπου μια γυναίκα θεωρείται απλά ένα αντικείμενο προς πώληση. Ο Kevin J.H. Dettmar, συγγραφέας του βιβλίου Gang of Four's Entertainment!, υποστηρίζει πως ο ήρωας του τραγουδιού δεν έχει καν την στοιχειώδης αυτογνωσία.

Ο τότε τραγουδιστής της μπάντας, ο Jon King, ο οποίος είναι και συνδημιουργός των στίχων,  θυμάται σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό Clash το 2009 πως εμπνεύστηκε τους στίχους. Η βασική πηγή της έμπνευσής του ήταν ένα σλόγκαν σε ένα υποκατάστημα της αλυσίδας σούπερ μάρκετ Morrisons στο Leeds. Συγκεκριμένα ένα ηλιόλουστο Σαββάτο έψαχναν για προσφορές σε κάποια σουπερμάρκετ . Ακόμα πιο συγκεκριμένα, έψαχναν για φασόλια σε κονσέρβα, όταν παρατήρησαν το σχεδόν απελπιστικό, κατά τον ίδιο, σλόγκαν του εν λόγω καταστήματος. Η φράση ήταν «The change will do you good», όπου η δύο σημασίες της λέξης, χρήματα και αλλαγή, στριφογύρισαν στο μυαλό του μουσικού. Η μόνη σκέψη του εκείνη την ώρα ήταν: «κάποιος πλήρωσε για αυτήν βλακεία/σκουπίδι» (Someone got paid for this rubbish!).

Από την άλλη η καλλιτεχνική του ευφυΐα, πήρε γρήγορες στροφές και σκέφτηκε να το χρησιμοποιήσει  σαν  αρχικός στίχος. Ο Andy Gill, κιθαρίστας συμπλήρωσε έναν στίχο ακόμα "Damaged goods, send them back", ο οποίος μπήκε στην μέση του τραγουδιού. Ο στόχος ήταν το τραγούδι να μιλάει για μια καταδικασμένη σχέση. Αργότερα πήρε μια πιο πολιτική και ιδεολογική σημασία. Άλλωστε ακόμα και σήμερα, τέσσερεις δεκαετίες μετά, οι στίχοι είναι πηγή πολλών ερμηνειών.

Το τραγούδι, αν και είχε αρκετή επιτυχία, δεν πρόσφερε καθόλου χρήματα στην μπάντα. Απλά ήταν το εισιτήριο για να υπογράψουν στην EMI Records για το πρώτο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ.

Ακόμα και το εξώφυλλο του single, έχει σημειολογικό ενδιαφέρον, καθώς είναι εμπνευσμένο από το κίνημα Καταστασιακή Διεθνής ή ομάδα των Σιτουασιονιστών ή Σιτουασιονιστική ομάδα (γαλ. Internationale situationniste), το οποίο αποτελούνταν από καλλιτέχνες και η δράση του επηρέασε σημαντικά ακόμα και τα γεγονότα του Μάη του ’68. Αλλά διαλύθηκε το 1972.

Αλλά και από το κίνημα της Αποδόμησης, το οποίο έγινε γνωστό χάρη στον Ζακ Ντεριντά κατά τη δεκαετία του '60.

Η μαύρη γραμματοσειρά σε ροζ φόντο θυμίζει έντονα το λογοτεχνικό περιοδικό Blast, το οποίο κυκλοφόρησε μόλις σε 2 τεύχη, με το πρώτο να κυκλοφορεί τον Ιούλιο του 1914 και το δεύτερο έναν χρόνο αργότερα. Ουσιαστικό εκπροσωπούσε το καλλιτεχνικό κίνημα του Βορτισισμού. Μια βραχύβια καλλιτεχνική κίνηση με διάρκεια ζωής μόλις μια τριετία.

Το οπισθόφυλλο έχει μια φωτογραφία μια γυναίκας ταυρομάχου, οποία σκοτώνει έναν ταύρο και ένα γράμμα στον Bob Last, ιδιοκτήτη της δισκογραφικής Fast Product.

Στην ουσία το τρίλεπτο αυτό τραγούδι, πέρα ότι αποτελεί συμπυκνωμένη γνώση, είναι και μουσική σπίθα, η οποία δημιούργησε πολλές μουσικές «πυρκαγιές».  

Επίσης η ομώνυμη του τραγουδιού ανεξάρτητη δισκογραφικής, εμπνεύστηκε το όνομά της από αυτό τραγούδι. 



Jacek Henryk Maniakowski