Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα progressive rock. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα progressive rock. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Omega - Girl with Pearl Hair (Gyöngyhajú lány)

 

Πολλές φορές, όταν μας περικυκλώνει το σκοτάδι και ο ήλιος φαίνεται να αργεί να βγει, η σελήνη ως ένα αιώνιο μαργαριτάρι, φωτίζει εκείνα τα σημεία τα οποία μπορούν ακόμα και να μας δείξουν τον δρόμο. Ίσως και μια λάμψη στα μαλλιά μιας μοναδικής για εμάς γυναίκας να είναι όχι μόνο το σημάδι για να συνεχίζουμε, αλλά και ο ίδιος λόγος για να το κάνουμε αυτό. Γιατί σε κάθε κοινωνία οποία νιώθει την καταπίεση, ο έρωτας είναι μοναδικός δρόμος στον οποίο δεν μπορεί να δει ο δυνάστης.



Το “Girl with Pearl Hair” (Gyöngyhajú lány) των Omega είναι ένα τέτοιο φως. Γεννημένο το 1969, μέσα από τη σιωπή του Σιδηρού Παραπετάσματος, έφερε μαζί του μια υπόσχεση, πώς η ομορφιά, η φαντασία αλλά και ο έρωτας μπορούν να επιβιώσουν ακόμα και σε καθεστώτα τα οποία προσπαθούν να θα φιμώσουν με κάθε τρόπο. Η κοπέλα με τα μαργαριταρένια μαλλιά δεν είναι απλώς μια μορφή, αλλά είναι μια μνήμη ενός ονείρου και ταυτόχρονα η φωνή της ελπίδας. Κι όμως σε κάποια άλλη ερμηνεία μπορεί να είναι μια εύκολη παγίδα αυτό το όνειρο; μήπως τελικά αυτή η κοπέλα δεν είναι φως, αλλά μια πλάνη ως σκιά με λάμψη; μια απλή φαντασίωση το οποίο έχει τη δυνατότητα να σε κρατάει ακίνητο και αμετακίνητο, νανουρίζοντας με αιθέρια πλήκτρα να σε πείθει να μείνεις στο όνειρο αντί να το ζήσεις; ένα τραγούδι το οποίο δεν σε σπρώχνει μπροστά, αλλά σε κρατάει σε μια γλυκιά αδράνεια σε έναν κόσμο που όλα είναι όμορφα αλλά τίποτα δεν είναι πραγματικά αληθινό. Οι ερμηνείες είναι πολλές και όλες μπορεί να περιέχουν κάποιο κομμάτι της αλήθειας. Η αλήθεια είναι ότι η μουσική μπορεί να σε ξυπνήσει ή ακόμα να σε κινήσει περισσότερο.

Όπως λέγανε και λένε μέσα από τη φιλοσοφία το βουδισμού, η απλότητα είναι η κορυφαία αρετή. Κατ αυτόν τον τρόπο η μουσική αυτού του τραγουδιού είναι ένας ύμνος στην απλότητα και στη συγκίνηση. Με αργό ρυθμό και μια μινιμαλιστική μελωδία, σε συνδυασμό με την λυρική ενορχήστρωση καταφέρνει να δημιουργήσει ένα χώρο όπου η φωνή του János Kóbor, δείχνει να αιωρείται πάνω από τις νότες. Η κοπέλα που αναφέρεται στο τραγούδι με τα μαργαριταρένια μαλλιά, καταφέρνει να γίνει μια μορφή που αγγίζει το μύθο, μια μούσα που έρχεται να φέρει τη λύτρωση, να μπορεί να ανάψει τη φλόγα σε μια καρδιά και ταυτόχρονα να αφυπνίσει και την επιθυμία για ζωή. Και δεν είναι τυχαίο πως ο έρωτας διαπλέκεται με την πολιτική.

Οι ερμηνείες όμως, ενός σχεδόν αρχετυπικού τραγουδιού μπορούν να διαβαστούν με πολλούς τρόπους και ένας από αυτούς είναι πως λειτουργεί σαν ένα υπνωτιστικό πέπλο. Η επανάληψη, η αργή ροή και η απουσία της κάθε κορύφωσης, θυμίζουν έντονα μια λιτανεία, προσκύνημα ενός κοινώς αποδεκτού ή ακόμα επιβεβλημένου καθεστώτος και όχι κάλεσμα η αφύπνιση. Με μια βαθιά βουτιά στη μουσική ανάλυση μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε πως η φωνή δεν τραγουδάει για να σας σηκώσει, αλλά για να σε κρατήσει μαγεμένο ή ακόμα ξαπλωμένο. Ίσως ταιριάζει σε αυτή την ερμηνεία και το παραμύθι της ωραίας κοιμωμένης. Η κοπέλα δεν έρχεται ποτέ κι εσύ την αναμένεις και όσο την αναμένεις δεν καταφέρνεις να ζήσεις ποτέ.

Οι Omega, ως μέλη της progressive rock σκηνή της πολιτικά Ανατολικής Ευρώπης, ουσιαστική υπήρξε ένας φάρος της δημιουργικότητας μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης λογοκρισίας και περιορισμών που να θυμίζουν τη δυτική κουλτούρα. Με επιρροές από τους Pink Floyd και τους Beatles, έπλασαν έναν ήχο που ταξίδεψε πέρα από τα σύνορα της Ουγγαρίας, φτάνοντας σε Πολωνία, Γερμανία, Σοβιετική Ένωση. Το “Gyöngyhajú lány” έγινε διεθνές σύμβολο, διασκευάστηκε από τους Scorpions ως “White Dove” και έφτασε στο Νο.18 στη Γερμανία και στο Νο.20 στην Ελβετία.

Οι στίχοι του “Gyöngyhajú lány” γράφτηκαν από την Anna Adamis και η μουσική συντέθηκε από τον Gábor Presser. Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αναφορά για το ποια ήταν η έμπνευση για τους στίχους και πώς προέκυψαν αυτοί ή μελωδία. Αλλά όπως φαίνεται, η δημιουργία του τραγουδιού ουσιαστικά ήταν αποτέλεσμα μιας βαθιάς επιθυμίας για να εκφραστεί η νοσταλγία, η απώλεια καθώς και η αναζήτηση ενός ονείρου μας σε μια εποχή που υπήρχε έντονη κοινωνική καταπίεση.

Η Anna Adamis, ποιήτρια και στιχουργός, έφτιαξα τους τοίχους με στόχο να δώσει έντονο συμβολισμό και με μεγάλη λυρική διάθεση. Η «Κοπέλα με τα μαργαριταρένια μαλλιά» δεν είναι απλώς μια φιγούρα γεμάτη ρομαντισμό, αλλά μια ονειρική ως και μυθική παρουσία η οποία καταφέρνει να ενσαρκώσει την ελπίδα, την ομορφιά αλλά ίσως και την παροδικότητα. Δυστυχία εναλλάσσονται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα με μοτίβα τα οποία επαναλαμβάνονται. Η αμφισημία, αν είναι όνειρο είναι πραγματικότητα, ουσιαστικά αποτελεί το λογικό πυρήνα του τραγουδιού. Δεν υπάρχουν κάποιες καταγεγραμμένες δηλώσεις της στιχουργού για την ακριβή πηγή της έμπνευσης, αλλά η ίδια είχε δηλώσει ότι συχνά παρουσίαζαν μέσα στους τοίχους τους κάποιες ονειρικές μορφές που γεννιόντουσαν από την ανάγκη για ομορφιά μέσα στην ασχήμια της καθημερινότητας.

Ο κύριος δημιουργός της μελωδίας, ο Gábor Presser, ήταν μόλις 20 χρονών όταν δημιούργησε. Η μελωδία του τραγουδιού έχει αργό τέμπο, μινόρε κλίμακα και η αιθέρια πλήκτρα που θυμίζουν Art  rock Και δημιουργούν μια υπνωτιστική ατμόσφαιρα. Δεν υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες δηλώσεις για τις μουσικές επιρροές, αλλά πως γίνεται φανερό πως Εμπεριέχει στοιχεία από Space rock και art pop, με επιρροές από Pink Floyd και Procol Harum. Η εισαγωγή θυμίζει το “A Whiter Shade of Pale” (1967), με παρόμοια χρήση πλήκτρων και αργής μελωδικής ανάπτυξης. Ο  ίδιος ο Presser δήλωσε πως ήθελε να γράψει κάτι που να μοιάζει με όνειρο, με κάτι μόλις χάνεται όταν το αγγίξεις και ακούγοντας το τραγούδι μάλλον αυτή η έκφραση ταιριάζει απόλυτα με το τελικό αποτέλεσμα.

Το τραγούδι έγινε ένα από τα πιο σημαντικά δείγματα της progressive rock σκηνής της κεντρικής Ευρώπης και η επιτυχία της οφείλεται στο γεγονός πως δεν προκαλεί με κανέναν τρόπο. Δεν ξεσηκώνει και δεν απαιτεί, κάτι που το κάνει ένα ασφαλές μουσικό κομμάτι και ίσως γι αυτό το λόγο επιτράπηκε η κυκλοφορία του την εποχή εκείνη. Μιλάει για μια γυναίκα τα οποία δεν υπάρχει, για έναν έρωτα που δεν απειλεί κυρίως στην εξουσία, είναι μια. Νοητική και συναισθηματική απόδραση και σε καμιά περίπτωση κάποια επανάσταση. Πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα, την ίδια εποχή που δημιουργήθηκε και το τραγούδι κάποιο άλλο τραγούδι έγινε σύμβολο μιας επανάστασης (ΕΔΩ), κάτι που δεν κατάφερε το τραγούδι των Omega. Παρόλο που το τραγούδι έχει περάσει ήδη τον μισό αιώνα ζωής και συμβολισμούς και ερμηνείες μπορεί να δώσει ο καθένας όποιος θέλει. Για άλλος είναι η μνήμη της αγάπης που σώζει, για άλλους είναι το φάντασμα μιας αγάπης που δεν ήρθε ποτέ. Αλλά το βασικό πλεονέκτημα του τραγουδιού είναι πως δεν δίνει απαντήσεις, απλά καθρεφτίζει τον Ακροατή. Και είτε μπορείς να δεις ένα φως που σε καλεί είτε μια πλάνη που σε κρατά.

Είναι άξιο να σημειωθεί τέλος, όπως ακόμα και στην ελληνική πραγματικότητα οι καταπιεστικές κυβερνήσεις πάντα υποστήριζα τα ελαφρώς ερωτικά τραγούδια, τα οποία απλά έδιναν ένα προσωρινό καταφύγιο και δεν μπορούσαν ποτέ να τα ξεσηκώσουν τον κόσμο ώστε να ξεκινήσει την πραγματική του αλλαγή. Και η ελληνική πραγματικότητα ιδίως μετά τον εμφύλιο πόλεμο δείχνει αυτό το πράγμα.




Jacek Henryk Maniakowski


 

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2023

Gemma – Πεταλούδα

 

Πάντα να έχεις σε μια γωνιά του μυαλού έναν μικρό χώρο για τον θάνατο. Ο θάνατος όπως και το χάος, αν δεν τους δώσεις χώρος και θελήσεις να τα εξαφανίσεις, θα βρουν πάντα μια διέξοδο και θα εκραγούν καταλαμβάνοντας όλον τον χώρο, μην επιτρέποντας να επιβιώσει τίποτα άλλο. Αλλά αν βρουν δικό τους μέρος, θα κουρνιάσουν εκεί, συνυπάρχοντας αρμονικά με όλα τα πράγματα, πραγματικά ή φανταστικά που έχουμε στο μυαλό μας. Ο θάνατος (με πολλά κλειδιά ερμηνείας σαν έννοια) είναι μέρος της ζωής και δεν μπορείς να τον απορρίψεις από αυτή, όποια ιδέα έχεις για την ζωή.

Στου Κάτω Κόσμου τα σκαλιά

ο Νιός που κατεβαίνει,

μιά Πεταλούδα συναντά

χρυσή και πλουμισμένη.



Οι Gemma από την Κρήτη άνοιξαν τα μουσικά τους φτερά σαν μια πεταλούδα, μάλιστα μια πεταλούδα που πηγαίνει στον Κάτω Κόσμο. Αν και συνήθως σαν σύμβολο ορίζει την επιστροφή από αυτόν, την αναγέννηση και μετάλλαξη της ίδιας της ζωής. «Το τραγούδι “Πεταλούδα” γράφτηκε τον Οκτώβριο του 2019 συνοδευόμενο από το video clip του και συμπεριλαμβάνεται  στο πρώτο ομώνυμο LP του συγκροτήματος Gemma (2021) σε μουσική του Γιώργου Καπαρού και στίχους του Αποστόλη Σπινθουράκη.» ενημερώνουν οι ίδιο για τη γέννηση του τραγουδιού.

"Ήντα γυρεύεις και ζητάς

 σ'αυτό το μαύρο τόπο,

που φυλακίζονται οι ψυχές

 των άμοιρων ανθρώπων."

Το συγκρότημα που πήρε το όνομά του από το βιβλίο “Γκέμμα” του Δ. Λιαντίνη , ο οποίος ορίζει την Γκέμμα ως ένα αστερισμό, ο οποίος οδηγεί στην έξοδο από τον φιλοσοφικό λαβύρινθο της ψυχής, δημιουργεί το δικό του λαβύρινθο μουσικώς επιρροών. Ωστόσο δεν κρύβει καμιά διαδρομή του, καθώς μας αποκαλύπτει τις δύο άκρες της Ελλάδας, που στάθηκαν έμπνευση για το τραγούδι: «Με αφετηρία δύο διασκευές τραγουδιών από την μουσική παράδοση της Κρήτης και της Δράμας, η “Πεταλούδα” ήταν η πρώτη προσπάθεια μας να συνδυάσουμε δικές μας συνθέσεις και στίχους, οι οποίες δημιουργήθηκαν ξεχωριστά και συνδυάστηκαν εκ των υστέρων-θεωρώντας ότι η συγκεκριμένη μουσική δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα ώστε να αναδειχθεί η ιστορία που περιγράφεται με τον στίχο.»



"Η λαμπιράδα κι η ομορφιά

απ' τα χρυσά φτερά σου,

στο βούρκο δεν ταιριάζουνε

 που πέφτει η σκιά σου."

Οι post rock μουσικές ανταύγειες, που βρίσκονται στα όρια της progressive rock, συναντάνε παραδοσιακές μελωδίες ελληνικών τόπων. Αλλά το λαμπυρίζον μουσικό χρώμα κρύβει ή φανερώνει μια σκιά, μια σκοτεινή γωνία, που μας συνοδεύει σχεδόν από τα πρώτα μας βήματα ή ακόμα από την πρώτη μας ανάσα: τον ίδιο τον θάνατο. Αυτό το θέμα εξετάζει μέσα στο λυρικό μέρος του το τραγούδι. Και μάλιστα την πιο σκοτεινή του απόχρωση, αυτή του πρόωρου θανάτου, όπου μια μάνα είναι αναγκασμένη να κλάψει για το παιδί της.

Κι η Πεταλούδα δάκρυσε

και λέει του Νιοφερμένου,

" Γιέ μου,δέν σε περίμενα

τόσο νωρίς, καλέ μου."

Μην σκουπίσεις ποτέ ένα δάκρυ, αν δεν αφανίσεις πρώτα τον πόνο που το γέννησε, μας λένε οι σοφοί του Θιβέτ σε κάποια σκαλιά (στάντζες*) ενός χαμένου πια ναού. Αλλά πως μπορεί κανείς να σβήσει αυτόν τον πόνο; «Η ιστορία του τραγουδιού αναφέρεται στο τραγικό γεγονός ενός πρόωρου θανάτου και στην άνιση μάχη ενάντια σε αυτόν. Η μάνα του αδικοχαμένου νέου μετατρέπεται σε μια λαμπερή χρωματιστή πεταλούδα, τόσο αταίριαστη με την σκοτεινιά του Κάτω κόσμου, και συναντά τον γιό της – ίσως για να τον σώσει, ίσως για να τον ακολουθήσει...σίγουρα αρνούμενη να αποδεχθεί την πραγματικότητα.» μας φανερώνει η μπάντα την σημασία των στίχων. 

Κάθε μύθος, κάθε στίχος ενός ποιήματος ή ενός τραγουδιού έχει ρίζες πραγματικά γεγονότα. Ίσως ο Χρόνος, σύντροφος της Λήθης, να αλλάζει κάποια ονόματα ή ακόμα και τόπους, αλλά δεν ξεχνάει ποτέ την ουσία της ιστορίας. Και ρίχνει σπίθες έμπνευσης σε μουσικούς που έχουν κερδίσει την προσοχή του με σκληρή δουλειά και ταλέντο. «  Παρότι το τραγούδι είναι εμπνευσμένο από πραγματικά βιώματα και περιγράφει την  δυσκολία να συμβιβαστεί  οποιοσδήποτε με μία αναπάντεχη απώλεια -όπως τον πρόωρο χαμό ενός αγαπημένου προσώπου, παρόμοια δυναμική αίσθηση προκαλεί και ο συναισθηματικός και ψυχικός “θανάτος” του ανθρώπου μέσα στην ίδια του την ζωή.»



Η μουσική δεν είναι μόνο αφήγηση, πραγματική η φανταστική ούτε απλά νότες σε μια αρμονική συνύπαρξη. Είναι πολύ περισσότερα, που πολλές φορές δύσκολα ανακαλύπτουμε: «Εκτός από φορέας συναισθημάτων και εικόνων, η μουσική συχνά λειτουργεί και ως αγωγός ιδεών και αντιλήψεων μεταξύ δημιουργών και ακροατών και αυτή η αλληλεπίδραση είναι ,ίσως , ο δρόμος που οδηγεί στην ένωση διαφορετικών κόσμων με αποτέλεσμα την δημιουργία ενός κοινού τόπου για όλους. Πολλές φορές μάλιστα τα συναισθήματα και οι εικόνες που δημιουργούνται στον ακροατή διαφέρουν από αυτά του δημιουργού, αλλά αυτό για εμάς είναι ένα από τα ομορφότερα στοιχεία της δημιουργίας. Αν η μουσική καταφέρει να αφυπνίσει συνειδήσεις, σίγουρα αυτό δεν λειτουργεί ως βάρος ή ευθύνη αλλά μόνο ως μέσο επικοινωνίας ανθρώπων με στόχο την βελτίωση του κόσμου μας.» Μας δηλώνει η μπάντα πως προσεγγίζει την μουσική σαν ολότητα.

Έτσι κάθε τραγούδι, που συμπονά ή απλά αφηγείται κάποιον πόνο και την αιτία που το δημιούργησε, αυτόματα έχει κάποιο ηθικό δίδαγμα: «Είναι ηθικό “καθήκον” ενός ανθρώπου  να  μάχεται  για να αποτρέψει την απώλεια της ψυχής (της δικιάς του και των γύρω του) αλλά και να συμφιλιωθεί με την ιδέα του πραγματικού θανάτου, για να συνεχίσει την πορεία του στην ζωή.» και αυτό είναι και το απόσταγμα αυτής της μελωδικής «Πεταλούδας», όπως καταλήγουν  οι δημιουργοί του τραγουδιού.



Η πεταλούδα είναι σύμβολο του θανάτου της κάμπιας, αλλά και της αναγέννησης της ταυτόχρονα, πλέον με φτερά. Έτοιμη να αφήσει πίσω της τα «γήινα» βάρη ενός παρελθόντος και να πετάξει, ελεύθερη πια, μακριά από αυτά. Ο φόβος του θανάτου, έδωσε σε αυτό το πολύχρωμο έντομο την κυριότητα του συμβολισμού της ψυχής, για να χρωματίσει ίσως την πιο σκοτεινή γωνιά των ίδιων των σκέψεων μας.

 

Jacek Henryk Maniakowski


* antexeistinalitheia.gr/to-mistiko-vivlio-ton-ntzian-kosmiki-exelixi/

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Pink Floyd - One of these Days


Οι φορές που η ζωή μοιάζει με ένα μισοτελειωμένο σταυρόλεξο, γεμάτο λέξεις που δεν φαίνεται να έχουν καμία μεταξύ τους σύνδεση, δεν είναι λίγες. Το νόημα αποκτάται, όπως και σε ένα σταυρόλεξο, μόνο όταν το δεις ολοκληρωμένο και από απόσταση. Η μουσική είναι κι αυτή ένα κομμάτι της ζωής, όπως οι σκόρπιες νότες που, όταν τοποθετηθούν σωστά, δημιουργούν μια μοναδική μελωδία. Ο άνθρωπος είναι ο συνθέτης της ζωής του και η σωστή τοποθέτηση των γεγονότων που τη συνθέτουν, μαζί με το κατάλληλο τέμπο, παράγουν την αρμονία της.

Οι Pink Floyd, στο έκτο τους άλμπουμ Meddle (1971), βρίσκονται ακριβώς σε ένα τέτοιο σημείο σύνθεσης. Ένα μεταβατικό έργο, στο οποίο αρχίζουν να διαμορφώνουν ολοκληρωμένα τη μουσική τους ταυτότητα, εκείνη που αργότερα θα τους καθιερώσει ως ένα από τα πιο επιδραστικά συγκροτήματα στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής. Ο ψυχεδελικός ήχος της πρώιμης περιόδου μετασχηματίζεται σταδιακά σε progressive και art rock. Το Meddle λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στην πειραματική αναζήτηση της μετα-Barrett εποχής και στη θεματική και ηχητική συνοχή που θα κορυφωθεί με το The Dark Side of the Moon δύο χρόνια αργότερα.

Αν και στο άλμπουμ συναντά κανείς ακόμα διάσπαρτες ιδέες, όπως το «Nothing, Parts 1–24», είναι πλέον εμφανές ότι οι Pink Floyd αρχίζουν να χτίζουν συνθέσεις που βασίζονται στην ατμόσφαιρα, στη σταδιακή ανάπτυξη και στη συλλογική δημιουργία. Μία από τις σημαντικότερες στιγμές του δίσκου είναι το One of These Days, δημιουργία των David Gilmour, Roger Waters, Richard Wright και Nick Mason. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα instrumental κομμάτι, στο οποίο ακούγεται μόνο μία φράση  «One of these days I’m gonna cut you up into little pieces» με τη φωνή του Nick Mason, έντονα παραμορφωμένη μέσω tape delay και επεξεργασίας ταχύτητας.

Το τραγούδι ξεκίνησε ως ένα σύνολο αποσπασματικών ιδεών, εξ ου και η αρχική του ονομασία «Nothing, Parts 1–24». Το κεντρικό, επαναλαμβανόμενο riff του Roger Waters στο μπάσο αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο που ενοποίησε τα επιμέρους στοιχεία. Αξιοσημείωτο είναι ότι τόσο ο Waters όσο και ο Gilmour ηχογράφησαν γραμμές μπάσου, τοποθετημένες σε αντίθετα κανάλια, δημιουργώντας ένα έντονο στερεοφωνικό αποτέλεσμα. Η χρήση του Binson Echorec delay, που αποτελούσε ήδη σήμα κατατεθέν του συγκροτήματος, ενίσχυσε την αίσθηση κίνησης και απειλής που διατρέχει το κομμάτι.

Η μοναδική φράση του τραγουδιού φέρεται να απευθύνεται στον Sir Jimmy Young, ραδιοφωνικό παραγωγό του BBC Radio 2. Ο Young είχε προκαλέσει τη δυσαρέσκεια της μπάντας, καθώς συνήθιζε να μιλάει εκτενώς πάνω από αποσπάσματα συναυλιών τους ή να τα χρησιμοποιεί σε ηχητικά κολάζ που, κατά την άποψή τους, παραποιούσαν το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Η «γλυκύτητα» του στίχου, λοιπόν, φαίνεται να έχει περισσότερο ειρωνικό παρά κυριολεκτικό χαρακτήρα.

Πέρα όμως από τον υπόγειο σαρκασμό, το One of These Days αποτελεί, όπως έχει αναφέρει ο Roger Waters  μια από τις πρώτες στιγμές, όπου η μπάντα λειτούργησε πραγματικά ως ενιαία δημιουργική μονάδα. Η ένταση χτίζεται σταδιακά, χωρίς βιασύνη, μέχρι την εκρηκτική κορύφωση, πριν καταλήξει σε μια σχεδόν κινηματογραφική αποφόρτιση. Δεν είναι τυχαίο ότι το κομμάτι χρησιμοποιήθηκε συχνά ως εναρκτήριο στις ζωντανές εμφανίσεις τους.

Το animation French Windows, δημιουργία του Ian Emes, συνόδευσε το κομμάτι σε συναυλίες τους στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η οπτικοποίηση της μουσικής μέσω αφαιρετικών, επαναλαμβανόμενων μοτίβων προανήγγειλε την έντονη σχέση εικόνας και ήχου που οι Pink Floyd θα καλλιεργούσαν αργότερα σε ακόμα μεγαλύτερη κλίμακα.

Όσο για τον μυστηριώδη στίχο, υπάρχει η εικασία ότι η παραμόρφωση της φωνής ίσως έκρυβε τη φράση «You’ve recently gone too far, Syd, it’s enough», υπαινιγμός προς τον Syd Barrett. Ωστόσο, κανένα μέλος του συγκροτήματος δεν επιβεβαίωσε ποτέ αυτή την εκδοχή. Ίσως τελικά το μυστήριο να είναι πιο ταιριαστό με τη φύση του κομματιού, μια σύνθεση που βασίζεται στην ένταση, στην υποψία και στη δύναμη του ανείπωτου.

Το One of These Days δεν είναι απλώς ένα instrumental κομμάτι. Είναι η στιγμή όπου οι Pink Floyd αρχίζουν να οργανώνουν το «σταυρόλεξο» της μουσικής τους ζωής. Οι σκόρπιες λέξεις αποκτούν θέση, οι νότες αποκτούν κατεύθυνση και το χάος μετατρέπεται σε συνειδητή μορφή. Κι όπως συμβαίνει και με τη ζωή, η αρμονία δεν έρχεται από την απουσία θορύβου, αλλά από τη σωστή τοποθέτησή του.

Jacek Henryk Maniakowski




Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Warpig


Οι Warpig ήταν (και ξανά είναι), μια καναδέζικη hard rock - progressive μπάντα, που ιδρύθηκε στα τέλη του 1968 στο Οντάριο. Όταν άρχισαν να πρωτοπαίζουν, σε τοπικά club του Οντάριο, έκαναν μεγάλη εντύπωση και μεταγενέστεροι μουσικοκριτικοί τους χαρακτήρισαν ως "ένα όψιμο αριστούργημα ψυχεδελικού πρώτο μέταλ"!!!!
Τα ιδρυτικά τους μέλη: Rick Donmoyer, Dana Snitch, Terry Hook και Terry Brett, αφού έκαναν το "αγροτικό τους" σε διάφορες άλλες μπάντες, μαζεύτηκαν και αφού δημιούργησαν το δικό τους υλικό, υπέγραψαν σε μια ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία, για να κυκλοφορήσουν το μοναδικό τους άλμπουμ το 1970. Το αξιοσημείωτο και πρωτόγνωρο σε αυτό ήταν ότι επανακυκλοφόρησε άλλες τρεις φορές από διαφορετικές εταιρείες!!!! Το 1973 επανακυκλοφόρησε από την London Records, με άλλο εξώφυλλο, αφού επαναηχογράφησαν τρία κομμάτια με παραγωγό τον Terry Brown, παραγωγό των μεγάλων Rush.
Ενώ όμως άρχισαν να ηχογραφούν, το 1974, το νέο τους άλμπουμ, οι Terry Hook και Dana Snitch αποχώρησαν απροειδοποίητα και χωρίς κανένα λόγο και κατά συνέπεια διαλύθηκαν.
Το 2004 όμως επανενώθηκαν, γιατί παρατήρησαν ότι το άλμπουμ τους είχε αρχίσει να πωλείται στο eBay σε αστρονομικές τιμές, (μήπως μυρίστηκαν το χρήμα?....μπαααα). Έτσι το 2006 και αφού ήδη κυκλοφορούσαν πολλές bootleg κόπιες του άλμπουμ, σε CD και βινύλιο, το κυκλοφόρησαν για άλλη μια φορά, επισήμως, από την Relapse Records, αφού πρώτα έγινε ένα ψηφιακό re-master και φυσικά έβαλαν ξανά νέο εξώφυλλο. Στο τέλος του ίδιου έτους επανακυκλοφόρησε (ε! φτάνει πια) και σε CD.

Αυτά τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει αρκετές εμφανίσεις και περιοδείες και ετοιμάζονται να ηχογραφήσουν νέο άλμπουμ. Βέβαια, άμα δεν τους βγει καλά, ξέρετε, παλιά μου τέχνη κόσκινο, μπορεί να επανακυκλοφορήσουν, με νέο εξώφυλλο ασφαλώς, το πρώτο τους άλμπουμ.
Πάντως πέρα από το αστείο της υπόθεσης με αυτούς τους τύπους, το ένα και μοναδικό τους άλμπουμ είναι πράγματι αριστούργημα. Από το πρώτο άκουσμα ξεχωρίζει το καταιγιστικό Rock Star, το οποίο παραπέμπει πολύ στο fireball των Deep Purple αλλά το Rock Star κυκλοφόρησε δυο χρόνια νωρίτερα! Επίσης και το progressive "Melody with balls". Ο τίτλος του τα λέει όλα!!!!
Κατά την μεγάλη μου αναζήτηση, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, στο αγαπημένο μου hard rock στα τέλη της δεκαετίας του '60 και των αρχών του '70, έχω ανακαλύψει πολλές μπάντες που κυκλοφόρησαν ένα ή δυο μόνο άλμπουμ, τα οποία ήταν πραγματικά διαμάντια, όπως αυτό των Warpig και μετά χάθηκαν. Πόσο διαφορετική θα μπορούσε να είναι η μουσική σκηνή αν όλες αυτές οι μπάντες συνέχιζαν και καθιερώνονταν? (Ρητορικό ερώτημα). Δεσμεύομαι πάντως, μέσα πάντα από το Echo Adventures, να παρουσιάσω όσες περισσότερες μπορώ από εκείνη την χρυσή και πολύ πιο αγνή εποχή, καθώς και άλλες που έτυχαν μιας πιο ευρύτερης αποδοχής και αναγνώρισης.

Ναούμ Αθ. Βάρκας

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

King Crimson - Epitaph


Το rock'n'roll δεν είναι κάποιο είδος μουσικής απλά και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχει μια οργανική ανάπτυξη.  Όπως ένα δέντρο με τις διακλαδομένες ρίζες, που καταλήγουν σε έναν κορμό και αυτός με την σειρά του εξελίσσεται σε πολλά κλαδιά και παρακλάδια. Και αυτά με την σειρά τους, δίνουν τους καρπούς τους, πέρα από την μουσική, που είναι βασικό ζητούμενο και ο κορμός. Τα "φρούτα" αυτά είναι αρκετά και διαφορετικά μεταξύ τους, από συναίσθημα που δημιουργεί μια κάποια ερωτική ιστορία, ως σοβαρές πληροφορίες για γεγονότα του παρελθόντος, αλλά και τροφή για σκέψη με φιλοσοφικούς προβληματισμούς.
Από τα απλά ακόρντα στα πρώτα του βήματα, άρχισε να γίνεται πιο πολύπλοκη, σε αναζήτηση νέων μουσικών εμπειριών. Η αρχή έγινε με το Psychedelic rock, που αργότερα  εξελίσσεται σε Progressive rock. Το λυρικό μέρος άρχισε να καταπιάνεται με θέματα που ξεφεύγουν από το πλαίσιο της προσωπική εμπειρίας του δημιουργού. Από τα πρώτα συγκροτήματα ήταν και οι  King Crimson και το ντεμπούτο άλμπουμ τους  In the Court of the Crimson King του του 1969, έδωσε και το πιο γνωστό τους δημιούργημα, το Epitaph. Η δημιουργία των Robert Fripp, Ian McDonald, Greg Lake και Michael Giles, στο λυρικό της μέρος είναι μια φιλοσοφική ελεγεία για την δυστοπία. Είναι η περιγραφή ενός φανταστικού κόσμου  απόλυτης δυστυχίας. 
Στην τέχνη το έχουμε συναντήσει κυρίως στην λογοτεχνία με τα «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» του Τζόναθαν Σουίφτ (1726), ο «Θαυμαστός Καινούριος Κόσμος» του Άλντους Χάξλεϋ, το «1984» του Τζορτζ Όργουελ (1949). Στο κινηματογράφο τέτοιους κόσμους είδαμε στο Blade Runner καθώς και την τριλογία Μάτριξ. Το τραγούδι αναφέρεται στο επιτάφιο, το μήνυμα που γράφεται στην ταφόπλακα. Απλά η αναφορά είναι στην ανθρωπότητα  κι όχι σε έναν άνθρωπο. Η βασική αιτία είναι η σύγχυση και το "confusion."  ακούγεται σαν μια σπαρακτική κραυγή, που μένει στον ακροατή. Ο μπασίστα Greg Lake, που έπαιξε μαζί τους μόνο στο πρώτο  άλμπουμ, αναφέρει ότι η μπάντα είχε μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να προβλέπει μελλοντικές καταστάσεις. Τα τραγούδια τους είναι πιο επίκαιρα τώρα, παρά την εποχή που γράφτηκαν. Και δυστυχώς ισχύει. 
Όμως, τα προφητικά οράματα του Peter Sinfield, που είναι υπεύθυνος για το λυρικό μέρος ήταν αποτέλεσμα και ενός "ταξειδιού" στα οράματα που προσέφερε το  LSD, ναρκωτικό πολύ δημοφιλές εκείνη την εποχή, στους μουσικούς κύκλους. Οι τακτικές επισκέψεις σε κάποιο γκουρού έδωσαν ακόμα περισσότερες πηγές έμπνευσης για τους στίχους του. Στην ουσία, οι στίχοι δεν έχουν ερμηνευτεί πλήρως. Η βαριά χρήση του μέλοτρον, είναι η πιο κατάλληλη συνοδός στους πεσιμιστικούς στίχους. 
 Jacek Maniakowski

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Uriah Heep - Lady in Black


Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα που ένα όνειρο άλλαξε την πορεία της ανθρωπότητας, κυρίως μέσω κάποιου επιστήμονα. Αλλά όχι μόνο, πάντα κάποιο όραμα συνοδεύει κάποια μεγάλη απόφαση ή έστω εμπνέει για να παρθεί αυτή. Αλλά και στο κόσμο της μουσικής, δεν είναι λίγες φορές που ένα όνειρο αποτέλεσε έμπνευση ένα κλασικό τραγούδι. Υπάρχουν όμως και πιο τρανταχτές περιπτώσεις, όπου ολόκληρο το μουσικό κομμάτι ενσαρκώνεται μέσα από κάποιο όνειρο. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του προκλασικού  Giuseppe Tartini (1692–1770), στο όνειρο του οποίου ο ίδιος ο διάβολος παρουσιάστηκε να παίζει την, περίφημη μετέπειτα, σονάτα για βιολί. Προς τιμή ονομάστηκε και Devil's Trill. 
Για τον  Ken Hensley μια μαυροντυμένη κοπέλα στάθηκε αφορμή να γράψει από τα πλέον κλασικά τραγούδια της ροκ μουσική και τα πιο αναγνωρίσιμα των  Uriah Heep. Φυσικά πρόκειται για το Lady in Black, από το δεύτερο άλμπουμ της μπάντας, το Salisbury του 1971. Το λυρικό μέρος, από τα πιο ποιητικά στην ροκ μουσική, μιλάει για έναν άντρα που γυρίζει από κάποιον χαμένο πόλεμο και περιπλανιέται μόνος του. Τότε συναντά μια μαυροφορεμένη γυναίκα και σε αυτήν βρίσκει την παρηγοριά, αλλά και κατανόηση. Οι στίχοι βρίθουν από συμβολισμούς, που ακόμα παραπέμπουν στην λατρεία της Μητέρας- Θεάς, από τις πιο αρχέγονες θεολογικές ανθρώπινες προσεγγίσεις. 
Οι εμφανίσεις της μαυροντυμένης γυναίκας υπάρχουν σχεδόν παντού στον κόσμος και οι θεάσεις της έχουν πολλές ερμηνείες. Οι πιο συνηθισμένες σχετίζονται με κάποια καταστροφή ή προειδοποίηση αυτής. Στο Cheltenham της Αγγλίας, γύρω στα 20 άτομα είδαν μια μυστηριώδη "Lady In Black" μεταξύ του 1882 και 1889. Αλλά και πιο στην σημερινή εποχή οι θεάσεις της δεν είναι σπάνιες. Η πιο χαρακτηριστική είναι αυτή κοντά στο  Alice του Texas, όπου πολλοί οδηγοί ισχυρίζονται, ότι είδαν μια μαυροντυμένη γυναίκα στο αυτοκινητόδρομο 281. Ο μύθος λέει ότι, είναι η σύζυγος ενός πολύ πλούσιου Ισπανού, που κρεμάστηκε και το φάντασμά της περιφέρεται σε κείνη την περιοχή. 
Το μουσικό μέρος είναι πάρα πολύ απλό και δεν αποτελεί καμιά αριστουργηματική σύνθεση. Αν και συγκαταλέγεται στις  rock ballads, η μορφή του είναι πολύ διαφορετική. Το τραγούδι έχει μορφή απαγγελίας περισσότερο και δεν υπάρχει αλλαγή ρυθμού κατά την διάρκεια του, ούτε καν σόλο. Η μεγαλύτερη επιτυχία που γνώρισε είναι στην Γερμανία και στην Ρωσία. Δε έχει όμως, ποτέ κυκλοφορήσει σε σινγκλ.  Οι διασκευές του πολλές και σε πολλές γλώσσες με πιο ενδιαφέρουσα, αυτή του 2002 από τους Ρουμάνους  Iris. Σε αυτήν συμμετέχουν και δύο μέλη των Uriah Heep, οι  Mick Box και  Bernie Shaw. Είναι στα ρουμανικά και αγγλικά, λέγεται  "Doamna in negru" και έχει και σόλο. Κατά προσωπική οπτική είναι αρκετά ανώτερο του πρότυπου. 
 Jacek Maniakowski

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Procol Harum - A Salty Dog


Το γεγονός ότι, η ροκ μουσική κατηγορείται ευρέως από τον κάθε σκοταδιστή έχει μια σοβαρή βάση. Καταρχήν δεν γερνάει και δεν φθείρεται, αυτό σημαίνει πως ό,τι μεταφέρει κάθε τραγούδι διατηρείται σαν μέλι, καμιά φορά και σε μελιστάλαχτο τραγούδι. Η ναζιστική πανομοιοτυπία είναι επίσης εντελώς απούσα και δυνατές κιθάρες εναλλάσσονται με σχεδόν ουράνιες μελωδίες. Και πάνω απ' όλα είναι, συμβολικά είναι μια ανοιχτή αυτοκρατορία, χωρίς μουσικά σύνορα και χώρο για κάθε τι διαφορετικό.
Θα μπορούσα να τολμήσω, χαρακτηρίζοντας τους  Procol Harum, σαν μια μπάντα που κατέχει όλα αυτά. Και είναι σίγουρο ότι, όσο και παλιά είναι τα τραγούδια τους πάντα αποτελούν μια ανακάλυψη. Το  progressive rock συγκρότημα από την Αγγλία είχε και έχει να ενσωματώσει πολλές μουσικές κατευθύνσεις σε μία και να παντρέψει με επιτυχία μελωδίες κλασικής μουσική με στίχο που παραπέμπει σε καθαρή ποίηση. Όλα αυτά είναι και το "A Salty Dog", από το ομώνυμο του τραγουδιού άλμπουμ του 1969.
Το λυρικό μέρος ανήκει στον  Keith Reid και η μουσική στον Gary Brooker, που κάνει και τα φωνητικά στο τραγούδι. Από τα αγαπημένα τραγούδια του στιχουργού του, μελωδικά παραπέμπει στον Frédéric Chopin. Το μουσικό μέρος, που έντονα θυμίζει τον Γάλλο-Πολωνός μουσουργό, ντύνεται με στίχους που αναφέρονται σε κάποιον ναύτη. Αυτός περιγράφει της περιπέτειες του στις άγνωστες θάλασσες. Πρώτα δημιουργήθηκαν οι στίχοι και με βάση αυτούς δημιουργήθηκε η μελωδία. Μια διαδικασία που λειτουργούσε σχεδόν αυτόματα και φυσικά ανάμεσα στους δύο δημιουργούς του τραγουδιού. 
Αν και πολύπλοκος ήχος των progressive rock συγκροτημάτων δεν χαίρει γενική αποδοχής, το τραγούδι αυτό, μαζί με διθυράμβους από τους μουσικούς κριτικούς είχε και αρκετή επιτυχία. Φυσικά παραμένει αγέραστο με πάνω από 4 δεκαετίες στην "πλάτη" του. 

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Nits - Nescio



Ο ήρωας ενός μυθιστορήματος είναι ουσιαστικά παγωμένος στο χρόνο. Δεν αλλάζει, δεν εξελίσσεται, δεν μετουσιάζεται ούτε καν αλλάζει προοπτική ή επιδιώξεις. Είναι σταθερός σ όλο το μυθιστόρημα και κατά την διάρκεια όλης της αφήγησης. Ουσιαστικά ο συγγραφέας παίρνει μια στιγμή, ανεξάρτητα από το εύρος αυτής, και γύρω από αυτήν πλέκει την αφήγησή του. Άρα, χάρη της συγγραφής ο χαρακτήρας τον οποίο επέλεξε ο συγγραφέας πρέπει να είναι σταθερός. Για ένα τραγούδι κάτι τέτοιο είναι αυτονόητο, καθώς η διάρκεια του δεν επιτρέπει να αναφερθεί η εξέλιξη του ή έστω κάποια αλλαγή στο χαρακτήρα του. Παρ όλα αυτά, μπορεί να αφήσει μια υπόνοια εξέλιξη ή διαφοροποίησης, αφήνοντας τη φαντασία του αναγνώστη ή ακροατή να πλέξει αυτή τη δικιά της εξέλιξη της ιστορίας που αφηγείται ένα μυθιστόρημα ή ένα τραγούδι.

Οι Nits είναι μια μπάντα, που σαν σύγχρονοι βάρδοι μετατρέπουν τις εμπειρίες τους σε τραγούδια. Σαν Progressive rock συγκρότημα, οι επιτυχίες τους είναι ελάχιστες, αλλά πάντα υπάρχει ένα τραγούδι που τους γνωρίζει στο ευρύ κοινό. Η πρώτη επιτυχία τους, τους έκανε διάσημους εντός των συνόρων τους, το 1983, 9 χρόνια μετά την δημιουργία τους. Το "Nescio" τους χάρισε και το πρώτο βραβείο Edison, μεγαλύτερο μουσικό βραβείο της χώρας τους, για το άλμπουμ τους Omsk — ένα όνομα που δεν είναι τυχαίο, καθώς παραπέμπει στην ομώνυμη πόλη της Σιβηρίας, συμβολίζοντας την απομόνωση, το ψύχος και την αίσθηση του "εξόριστου" που βιώνουν οι χαρακτήρες του Nescio, αλλά και η ίδια η μπάντα που προσπαθούσε να βρει τον δρόμο της έξω από τα στενά όρια της εμπορικής μουσικής σκηνής. Αν και το In The Dutch Mountains είναι πιο αναγνωρίσιμο τραγούδι τους, το "Nescio" παραμένει η μεγαλύτερη επιτυχία τους ως τώρα, φτάνοντας στο Νο. 8 του Dutch Top 40 το 1983 και παραμένοντας στα charts για αρκετές εβδομάδες. Θεωρείται πλέον κλασικό κομμάτι και συμπεριλαμβάνεται συχνά στη λίστα Top 2000 του ολλανδικού ραδιοφώνου, που ψηφίζεται από το κοινό ως τα καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών. 

Το λυρικό μέρος των τραγουδιών είναι αποκλειστικότητα του Henk Hofstede και η θεματολογία είναι οι εμπειρίες του, αλλά και πρόσωπα της τέχνης ή των γραμμάτων. Το δραματικό "Nescio", που σημαίνει στα λατινικά δεν ξέρω, είναι το προσωνύμιο του Ολλανδού συγγραφέα Jan Hendrik Frederik Grönloh. Το έργο του αναγνωρίστηκε μετά τον θάνατο το 1961. Άρχισε να γράφει χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο του, αλλά μάλλον δεν το βοήθησε ιδιαίτερα. Μόλις υπέγραψε τα βιβλία του με το πραγματικό του όνομα, τότε κέρδισε κάποια προσοχή από τους κριτικούς. Ο Grönloh ζούσε μια έντονη διπλή ζωή: εργαζόταν ως διευθυντικό στέλεχος σε μια μεγάλη εμπορική εταιρεία (η Holland-Bombay Trading Company) και ήταν ένα απόλυτα "καθωσπρέπει" μέλος της αστικής τάξης, ενώ τα βράδια έγραφε ως Nescio για τους αλήτες και τους ονειροπόλους που απέρριπταν αυτόν ακριβώς τον τρόπο ζωής. Αυτή η εσωτερική σύγκρουση αντανακλάται και στο τραγούδι, όπου ο Hofstede φαίνεται να συμπάσχει με την ανάγκη του ήρωα να δραπετεύσει από τα κοινωνικά πρότυπα. Ο Nescio εστιάζει σε αδύναμους χαρακτήρες, όπως στο De uitvreter. Και αυτός είναι ουσιαστικός χαρακτήρας και του τραγουδιού των Nits.

Η λέξη uitvreter σημαίνει αργόσχολος, αλλά δηλώνει και κάποιον που ζει με τα λεφτά άλλων. Ο ήρωας θέλει να ζει σαν μποέμ, αλλά τα δικά του ιδανικά είναι αντίθετα με τις απαιτήσεις της κοινωνίας. Αφού δεν μπορούσε να βρει τον παράδεισο του, αποφασίζει να αυτοκτονήσει σε ένα όμορφο μέρος, πηδώντας από μια γέφυρα. Ο χαρακτήρας του Japi δεν είναι αποκλειστικά φανταστικός· βασίζεται σε πραγματικό πρόσωπο, τον J.A. Keizer, φίλο του Grönloh από τα φοιτητικά του χρόνια. Ο Keizer ήταν ένας μποέμ που ζούσε εις βάρος των φίλων του και τελικά αυτοκτόνησε πραγματικά πέφτοντας από γέφυρα. Ο Grönloh έγραψε την ιστορία ως έναν τρόπο να διαχειριστεί τον θάνατο του φίλου του και την ενοχή που ένιωθε που δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει.

Το λυρικό μέρος είναι μια συνέχεια του βιβλίου του Ολλανδού συγγραφέα και διαδραματίζεται σε κάποια παραδεισένια ιταλική πόλη, γι αυτό και το τραγούδι είναι γραμμένο και στα ιταλικά και στα αγγλικά. Ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι ο Japi, όπως και του τραγουδιού. Το όνομα Nescio, που ακούγεται στους στίχους, είναι κάλεσμα στον συγγραφέα. Ο Henk Hofstede έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις ότι ήθελε να γράψει έναν ύμνο στον Nescio, τον συγγραφέα που λάτρευε. Το βιβλίο τελειώνει με το Japi να πηδάει από μια γέφυρα, στους στίχους των Nits ο ήρωας δεν παθαίνει τίποτα πηδώντας από την γέφυρα και δηλώνει την ευτυχία του σε αυτόν τον ιταλικό παράδεισο.... Nescio/ Questo paradiso. Επιλέγοντας να δώσει στον Japi ένα happy end στην Ιταλία, ο Hofstede ουσιαστικά συνομιλεί με το φάντασμα του συγγραφέα, λέγοντάς του: "Εσύ δεν μπόρεσες να σώσεις τον ήρωά σου, αλλά εμείς μέσω της μουσικής μπορούμε να του χαρίσουμε τον παράδεισο που αναζητούσε". Η φράση "Nescio" που επαναλαμβάνεται στο ρεφρέν λειτουργεί σαν ξόρκι ή προσευχή προς τον δημιουργό.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό των Nits, που φαίνεται έντονα στο "Nescio", είναι η αντίθεση ανάμεσα στη μουσική και τους στίχους. Ενώ οι στίχοι μιλούν για αυτοκτονία, απόγνωση και κοινωνικό αποκλεισμό, η μουσική είναι ρυθμική, σχεδόν χορευτική και φωτεινή, με έντονα πλήκτρα και μελωδικές γραμμές. Αυτή η επιλογή τονίζει την ειρωνεία: ο ήρωας βρίσκει τελικά την ευτυχία εκεί που το βιβλίο τον οδηγούσε στον θάνατο. Η μουσική "δικαιώνει" την επιλογή του Japi να ζήσει.

Το τραγούδι έχει διασκευαστεί από αρκετούς Ολλανδούς καλλιτέχνες, κυρίως σε tribute συναυλίες και συλλογές αφιερωμένες στους Nits, ενώ η ίδια η μπάντα το έχει παρουσιάσει σε διαφορετικές εκδοχές κατά τη διάρκεια των ζωντανών τους εμφανίσεων, προσθέτοντας συχνά νέες ενορχηστρώσεις και επεκτείνοντας το κομμάτι πέρα από τη στούντιο εκδοχή του. Το "Nescio" παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα κομμάτια του ολλανδικού ροκ ρεπερτορίου και ένα σπάνιο παράδειγμα τραγουδιού που δεν απλώς αναφέρεται σε ένα λογοτεχνικό έργο, αλλά το συνεχίζει και το ολοκληρώνει με τον δικό του τρόπο.

Δεν είναι λίγες φορές που ένα τραγούδι σώζει ζωές και ακόμα περισσότερες που ένα τραγούδι σώζει ψυχές. Αλλά πρέπει να είναι η μοναδική ή από τις ελάχιστες, που ένα τραγούδι καταφέρνει να σώσει έναν φανταστικό χαρακτήρα, αλλά και την ψυχή του.

 Jacek Henryk Maniakowski



Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Τα χαρακτηριστικα της progressive rock



Προσωπικά χωρίζω την μουσική σε δύο μέρη: αυτή που μ' αρέσει και αυτήν που δεν μ' αρέσει. Το δεύτερο μέρος το χωρίζω σε δύο υποκατηγορίες: η επιτηδευμένη μουσική και απλά μουσική ατάλαντων. Αλλά αυτά είναι προσωπικές θεωρήσεις και τίποτα παραπάνω και μια περισσότερο συναισθηματική προσέγγιση, παρά μια νοητική εξήγηση. Ωστόσο μια νοητική εξήγηση είναι απαραίτητη και στην μουσική, μιας και ο νους έχει ένα βασικό εργαλείο κατανόησης των πραγμάτων την κατηγοριοποίηση. Και η μουσική είναι, μαζί με πολλά άλλα, μαθηματικά.
Αν και όλα είναι rock'n'roll και απλά κάποια να είναι απλές διαφορετικές προσεγγίσεις προς αυτό, όπως μας το φανερώνει μέσα από τις νότες του Hey Hey My My ο Neil Young. Μία από αυτές είναι το progressive rock ή prog rock. Το είδος αυτό είναι μια φυσική συνέχεια (ή και συνέπεια) του psychedelic rock και ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του '60 με αποκορύφωμα του τα μέσα της δεκαετίας του '70, με το punk rock να παίρνει τα πρωτεία, σαν πιο δημοφιλής έκφραση του rock'n'roll, αργότερα στην ίδια δεκαετία.
Η βασική φιλοδοξία του progressive rock είναι να δώσει περισσότερη ποιότητα στην μουσική έκφραση του rock'n'roll, ανεβάζοντας το ένα σκαλί πάνω. Ουσιαστικά στόχευε σε δημιουργία μιας "μουσικής" κάστας, που αποτελούνταν από εκλεπτισμένους μουσικούς και βιρτουόζους στο είδος τους. Αν και μουσική του ευρύτητα είναι τεράστια, έχει κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά:
- σπάσιμο του δεσμού με το παραδοσιακό 3-λεπτο, δηλ. την απαιτούμενη διάρκεια του τραγουδιού, για να μπορεί να παίζεται και στο ραδιόφωνο. Τα κομμάτια πολλές φορές ξεπερνάνε το 10-λεπτο και φαντάζουν να "χτίζονται πάνω σε στο intro του και να αποτελούνται από συγκεκριμένα μέρη. Πολλές φορές βασίζεται στο σχήμα μιας σονάτας ή και σουίτας είτε κάποιας άλλης κυκλικής μουσικής φόρμας.
- οι μουσικές φόρμες είναι αρκετά πολύπλοκες με το τέμπο να αλλάζει συχνά  αλλά και το μουσικό σχήμα ενός κομματιού
- συχνή δημιουργία instrumental συνθέσεων, σε κλασικές ροκ φόρμες, από κάποιον σολίστα μουσικό
- το στιχουργικό μέρος είναι εξίσου πολύπλοκο και καταπιάνεται με θέματα φιλοσοφικά, θρησκευτικά, μυστικιστικά και με την φανταστική λογοτεχνία να και αυτή, βασικά έμπνευση
- στην χρήση των κλασικών ηλεκτρικών μουσικών οργάνων προστίθεται και τα ηλεκτρονικά
- μεγάλες επιρροές από την κλασική μουσική
-οι βιρτουόζοι του είδους έχουν συνήθως μουσική παιδεία βασισμένη στην κλασική μουσική

Jacek Maniakowski

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Riverside



Οι Riverside είναι τα τελευταία χρόνια πιο γνωστοί αντιπρόσωποι της Πολωνικής progressive rock σκηνής. Από τις ακτές του Βιστούλα και την Βαρσοβία, το 2013 κλείνουν 12 χρόνια ζωής σαν συγκρότημα και μια δεκαετία δισκογραφίας. Το νέο τους άλμπουμ Shrine of New Generation Slaves αποδεικνύει ότι έχουν φτάσει σε σημείο ωριμότητας, τέτοιο που μπορούν πλέον να αγγίξουν πολύ μεγαλύτερο κοινό. Και αυτό θέλουν να μας το δείξουν με την παγκόσμια περιοδεία που συνοδεύει την νέα τους κυκλοφορία, που συμπεριλαμβάνει και την χώρα μας, την Θεσσαλονίκη στις 1 Ιουνίου και την Αθήνα μια μέρα αργότερα.
Η ιστορία τους ξεκινά κάπου στο 2001, στην πολωνική πρωτεύουσα. Ο κιθαρίστας Piotr Grudziński από τους Unnamed και ο ντράμερ Piotr Kozieradzki από τους Hate καλούν τον Mariusz Duda, πρώην μέλος των Xanadu. Στη παρέα τους προστίθεται Jacek Melnicki, στα πλήκτρα,πρώην μέλος των Cedamus. Έναν χρόνο αργότερα πραγματοποιούν την πρώτη τους εμφάνιση στην γενέτειρα πόλη του γκρουπ, την Βαρσοβία. Το 2003 έχουν έτοιμο και το πρώτο τους promo demo, το ομώνυμο Riverside. Σε 300 αντίτυπα και ηχογραφημένο σε ένα club της Βαρσοβίας, το Kopalnia. Το πρώτο τους σινγκλ, Loose Heart παίζεται στο Τρίτο Πρόγραμμα τη Πολωνικής Ραδιοφωνίας και φτάνει στο Νο 17. Ως το τέλος της χρονιάς το πρώτο τους άλμπουμ, το Out of Myself, είναι γεγονός. Το ηχογραφούν στο DBX Studio, που ανήκει και στον Jacek Melnicki. κημπορτίστα τους, οποίος αποχωρεί και την θέση του παίρνει ο Michał Łapaj. Η σύνθεση του συγκροτήματος δεν έχει αλλάξει από τότε.
Οι μουσικές τους προθέσεις γίνονται γνωστές μέσα από πολλές ζωντανές εμφανίσεις, μεταξύ των οποίων και συμμετοχές σε φεστιβάλ της υπόλοιπης Ευρώπης. Ο πειραματικός τους ήχος, αλλά και πολλές φορές έντονο φλερτάρισμα με metal, δεν τους αποτρέπει να συμπεριλάβουν την μελωδία σαν κυρίαρχο στοιχείο των συνθέσεων τους. Το 2005 εμφανίζεται το minialbum Voices in My Head, οποίο τροφοδοτεί το τσαρτ του Τρίτου Προγράμματος της Πολωνικής Ραδιοφωνίας με άλλες δυο συνθέσεις  Στην συνέχεια υπογράφουν στην InsideOut Music ξεκινώντας και νέα τουρνέ την Out Of Myself European Tour 2005, για την προώθηση του Second Life Syndrome. Το 2007 συνοδεύουν τους Dream Theater στην ευρωπαϊκή τους περιοδεία και παράλληλα κυκλοφορούν και το Rapid Eye Movement.
Ο ήχος τους γίνεται ακόμα πιο αποδεκτός με το Anno Domini High Definition, που κυκλοφορεί το 2009. Δυο χρόνια αργότερα το Memories in My Head, ένα minialbum απλά συντηρεί την σταθερή ανοδική πορεία τους, για να φτάσουμε στο 2013 και το Shrine of New Generation Slaves, που άνετα τους κατατάσσει σε κορυφαία ονόματα της progressive rock σκηνής. Όλοι οι στίχοι των συνθέσεων τους ανήκουν στον Mariusz Duda και μουσική τους γράφεται απ' όλο το γκρουπ. Ο ήχος δεν είναι εύκολος, αν και εύκολα μπορεί να κερδίσει την προσοχή σου. Πρέπει να τους ξανακούσεις σίγουρα, για μένα προσωπικά, δεν αποτελεί κάποιο πρόβλημα.... 

Progressive rock - Τα είδη της



Ο χαρακτηρισμός της prog rock ουσιαστικά εμπεριέχεται σε μια φράση: " Progressive rock είναι αυτό που ηχεί σαν Progressive rock", δηλαδή ο χαρακτηρισμός είναι πολύ ρευστός, όπως και τα μουσικά του σύνορα. Σίγουρα, για τους φαν του είδους, αυτό αποτελεί ένα χαρακτηριστικό μιας αυτοκρατορίας, μουσικής αυτοκρατορίας. Αν και η τοποθέτηση αυτή δεν είναι μακριά από την πραγματικότητα, μιας και μουσικός χώρος που καταλαμβάνει είναι πολύ μεγάλος και μάλλον δεν υπάρχει μουσικός στην σημερινή ροκ σκηνή, που να μην πάτησε στα μουσικά εδάφη του.
Ο διαχωρισμός γίνεται με την στροφή μιας μπάντας σε μια πειραματική αναζήτηση,συνήθως με ένα άλμπουμ ορόσημο ή ακόμα και ένα τραγούδι. Φυσικά η παραμονή στο μουσικό αυτόν χώρο προϋποθέτει και ανάλογη συνέχεια. Μπορεί ακόμα να είναι μια σόλο έκφραση, μέσα από ένα προσωπικό σχήμα κάποιου μέλους μιας ήδη φτασμένης μπάντας. Αλλά το βασικό είναι η ανάγκη για αναζήτηση, μέσα από μουσικά μονοπάτια. Αναζήτηση που μοιάζει με ένα κυνήγι κάποιου μουσικού Γκράαλ. Κατά πολλούς την αρχή την έκανε ο Franka Zappa με το άλμπουμ του Freak Out! (1966), μαζί με το συγκρότημά του The Mothers of Invention.
Από τότε η φυγοκεντρική πορεία του είδους ακολούθησε πολλά μονοπάτια, τα οποία θα προσπαθήσω να αναφέρω επιγραμματικά, με πιθανότητα λάθους να καραδοκεί σε κάθε κατηγορία.
- Symfonic rock, με κύριο χαρακτηριστικό την τον πλούσιο σε ορχηστρικά μέρη ήχο τους, που οφείλεται σε έντονη παρουσία των synth, melotron και με προσθήκη της ορχήστρας να μην σπάνια. Πολλές φορές ονομάζεται και alternative και barok rock όρος σπάνια πλέον χρησιμοποίηται. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι : Electric Light Orchestra, Yes, Genesis, Rick Wakeman, Kansas, Procol Harum
- Experimental rock, οι πρωτοπόροι της Progressive σκηνής και κατά κάποιον η εμποσθοφυλακή της. Τα βασικά της χαρακτηριστικά ο πειραματισμός με οποιαδήποτε μουσικά όργανα και αφαιρετικότητα στον ήχο. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι : Captain Beefheart and His Magic Band, King Crimson, Gentle Giant, Henry Cow, Faust, Can, Van der Graaf Generator.
- Η σκηνή Canterbury(Canterbury sound), είναι τα γκρουπ που δημιουργήθηκαν γύρω από την ομώνυμη πόλη της Αγγλίας. Αν και τοποθέτηση μπορεί να χαρακτηριστεί γεωγραφική έχει και μουσικές ιδιαιτερότητες, όπως η μοναδική επιρροή από την τζαζ. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι : Soft Machine, Henry Cow, Caravan, Gong.
- Folk Progressive, αποκαλείται από μουσικούς που προέρχονται από τον χώρο της Folk ή αυτούς που είναι υπό την επιρροή της. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι : Jethro Tull, Gryphon
- Jazz rock, υβρίδιο ανάμειξης των δύο ειδών. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι: Weather Report, Miles Davis, Frank Zappa, Brand-X, Colosseum, Blood, Sweat & Tears
- Art rock. Η πολυπλοκότητα και συχνή αλλαγή των μουσικών φορμών τα βασικά χαρακτηριστικά του. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι: Pink Floyd, Camel, Focus.
- New Progressive, χρονολογική τοποθέτηση για μπάντες μετά το 1980. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι: Marillion, IQ, Credo, Pendragon, Arena, Fish, FM, Pallas; w Polsce Collage, Abraxas, Quidam
- Progressive Metal, με 3 υποκατηγορίες: heavy metal -Queensrÿche, Dream Theater/ thrash metal - Voivod, Coroner, Watchtower, Mekong Delta/ death metal - Death, Pestilence, Atheist, Cynic , Opeth και πάντα με πρόθεμα το Progressive . 

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Moonlight



Δυστυχώς στον κόσμο της μουσικής τα παραδείγματα συγκροτημάτων που χάνονται λόγω διαφορών με την δισκογραφική τους εταιρία είναι αμέτρητα. Αν και κατάσταση αυτή φθίνει σιγά σιγά, εξαιτίας της εξάπλωσης του διαδικτύου, υπάρχουν αρκετά γκρουπ που τα φώτα της δημοσιότητας ήταν δυσανάλογα με το ταλέντο τους.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι Πολωνοί Moonlight, από το Szczecin, τα Β/Δ της χώρας. Ξεκίνησαν σαν Under The Vail Of Honesty την χρονιά του 1991. Τα μέλη που ξεκίνησαν αυτό το μουσικό εγχείρημα ήταν Daniel Potasz, στα πλήκτρα, Szymon Goebel στο μπάσο και Tomasz Kopczyński στα ντραμς. Πολύ γρήγορα προστέθηκαν σε αυτούς οι Maja Konarska στα φωνητικά , Katarzyna Michalewicz επίσης φωνητικά , Andrzej Kutys κιθάρα και Arkadiusz Wlazło επίσης στην κιθάρα. Δυο χρόνια αργότερα είχαν έτοιμο το ντέμο τους με τον τίτλο "Moonlight". Αν και αγγλόφωνος τίτλος, τα λυρικά είναι στα πολωνικά, όπως θα παραμείνουν μέχρι και την παύση του συγκροτήματος το 2007. Το ντέμο έχει πολύ καλή ανταπόκριση από τους φαν τους, αλλά και κριτικούς, με αποτέλεσμα να κλείσουν αρκετές ζωντανές εμφανίσεις σε φεστιβάλ εντός των συνόρων της χώρας.
Μετά από ανακατατάξεις των μελών, τρία χρόνια αργότερα υπογράφουν συμβόλαιο με την Metal Mind Productions, κάτι θα αποδεικνύοταν αργότερα μοιραίο για το art rock και Progressive rock σχήμα. Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν και το πρώτο τους άλμπουμ, το Kalpa Taru και με την επόμενη χρονιά να είναι άκρως παραγωγική με την κυκλοφορία άλλων δυο, Meren Re και Wiem. Μοιράζονται την σκηνή με τους Pendragon, στην πολωνική τουρνέ τους και γίνονται γνωστοί στην χώρα τους. Παίρνουν μέρος σε πολλά φεστιβάλ με ονόματα ήδη αναγνωρισμένα στη metal και progresive σκηνή. Η παραγωγικότητα τους όμως, δεν έχει ανάλογη προώθηση από την δισκογραφική τους. Το 1999 βγάζουν το Inermis, από την Morbid Noizz Productions, με πολύ καλή υποδοχή από το κοινό. Η δισκογραφική όμως φαληρεί και ξαναγυρίζουν στην προηγούμενη εταιρία με τα προβλήματα προώθησης να συνεχίζουν να μένουν. Το 2001 κυκλοφορούν το Yaishi, οποίο εκδίδεται και με αγγλόφωνο στίχο.
Η παραγωγικότητα τους τελειώνει το 2006 με το τελευταίο τους άλμπουμ Integrated in the System of Guilt. Έναν χρόνο αργότερα αποφασίζουν να διαλυθούν, μιας και ανταπόκριση από το κοινός, ακόμα και της χώρας του δεν ήταν ανάλογη των προσδοκιών τους και οι προστριβές με την δισκογραφική δεν φαινόταν να τελειώνουν. 
Jacek Maniakowski