Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Chuck Berry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Chuck Berry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Cadillac Records - Η δύναμη της Μούσας


Η ζωή στο σύνολό της αποτελείται από αιτίες και αποτελέσματα αυτών, που με την σειρά τους καταλήγουν να γίνονται αιτίες για άλλα αποτελέσματα! Κάθε τι ζωντανό εμπεριέχει αυτό το δίπολο και αυτό δημιουργεί την κίνηση. Θέτει σε λειτουργία είτε έναν φαύλο κύκλο, που σαν φίδι στο τέλος απλά δαγκώνει την ουρά του, είτε μια εξελικτική σπείρα, αλλά πάντα σε μια κυκλική διαδρομή, με τα αίτια να συνδέονται με τα αποτελέσματα. Αλλά κάπου στο ενδιάμεσο βρίσκεται κάτι εξίσου σημαντικό, η αφορμή! Και αν κάνουμε έναν παραλληλισμό με τον χρόνο, η αιτία είναι το παρελθόν, το αποτέλεσμα το μέλλον και η αφορμή το παρόν, μια μηδαμινή χρονική παράκαμψη που είναι ικανή να θέσει σε λειτουργία την ιστορία.
Αφορμή, λοιπόν, για τα γραφόμενα στάθηκε η ταινία “Cadillac Records”, μια ταινία του 2008 σε σκηνοθεσία του Darnell Martin, με μοναδικό καστ ηθοποιών αλλά και ξεχωριστές ερμηνείες. Αιτία, όμως, αποτέλεσε η μόνιμη και διαρκής παρουσία της Μούσας στην ανθρώπινη ιστορία. Η δύναμή της δεν είναι φανερή και σπάνια γίνεται αντιληπτή. Ίσως θα την χαρακτήριζα ως μία υπερβολικά διακριτική, ως μία σχεδόν αιθέρια θεότητα που αρέσκεται στο να ψαχουλεύει μέσα στα σκουπίδια, μέσα στα ανθρώπινα απόβλητα ή καλύτερα μέσα σε ανθρώπους-απόβλητα για να ενσαρκωθεί μέσα από αυτούς. Με αυτόν τον τρόπο τους δίνει δύναμη, δύσκολα κατανοητή για τον κάθε άνθρωπο, καθώς δεν έχει κατανοηθεί και η ίδια ως προς τη διάσταση του χρόνου. Αλλά, το πιο σημαντικό είναι πως δεν του στερεί την φύση, αλλά μέσα από αυτή λειτουργεί παραγωγικά και με περίσσια πάντα διακριτικότητα.

Αυτήν τη δύναμη πρέπει να τιθασεύσει ο άνθρωπος και να μην την χρησιμοποιήσει για να χειραγωγήσει, απλά έτοιμος ανά πάσα στιγμή να την κατευθύνει με γνώμονα τη φυσική ισορροπία. Αλλά πηγαίνοντας, για λίγο μόνο, στα πιο συγκεκριμένα, θα ήθελα να κάνω μια πρώτη «υπόθεση εργασίας» για την επιβολή της λεγόμενης «μαύρης» μουσικής. Η επιβολή αυτή προήλθε από ανθρώπους που στην πλειονότητά τους ήταν αυτοδίδακτοι και είναι υπεύθυνη όχι μόνο για τη δημιουργία των βασικών ειδών μουσικής, όπως τα ξέρουμε σήμερα, αλλά και για την κοινωνική επανάσταση μιας άλλης εποχής, στα μάτια της οποίας επανάσταση μπορούσε να θεωρηθεί η ίση αντιμετώπιση. Ουσιαστικά κοιτάζοντας πίσω στον χρόνο από τη «μαύρη μουσική» ξεκίνησε ένα ντόμινο κοινωνικών αλλαγών. Φυσικά τα μελανά σημεία δεν ήταν λίγα, αλλά μάλλον η ιστορία στο τέλος θα τα παραλείψει!
Η μία εκ των δύο εικόνων που με στοίχειωσαν στην εν λόγω ταινία είναι η άφιξη του Muddy Waters στην Αγγλία για μια βρετανική τουρνέ το 1967, που ήταν και η πρώτη του! Μαζί με τον Willie Dixon τους υποδέχτηκαν δημοσιογράφοι με τα φλας να αστράπτουν και το κόκκινο χαλί να στρώνεται. Ο ίδιος ο μπλουζίστας δεν γνώριζε το πόσο δημοφιλής ήταν στην στη μεγαλόνησο. Μόλις όμως, αντίκρισε το θέαμα της υποδοχής, η πρώτη εικόνα που του ήρθε στο νου, σύμφωνα πάντα με το σενάριο της ταινίας, ήταν η εικόνα του εαυτού του στην εποχή του δύσκολου Αμερικάνικου Νότου, στα χρόνια, δηλαδή, που έπαιζε μουσική μόνο για να ξεχάσει τη δουλειά του και μόνο όταν του περίσσευε ο χρόνος. Η εικόνα αυτή κουβαλάει άπειρες κοινωνικές προεκτάσεις, που πέρα απ’ το ότι εύκολα τις φαντάζεται κανείς κι από μόνος του, σηκώνουν πολλή συζήτηση, η οποία δεν χωρά ούτε σε αυτοτελές βιβλίο.

Η δεύτερη εικόνα αφορά μια συναυλία του Chuck Berry, που έπαιζε επιταχυνόμενα rhythm 'n' blues ή αλλιώς rock 'n' roll σε ένα κοινό που αποτελούνταν από λευκούς, από αφρο-αμερικανούς και από ... ένστολα τα όργανα της τάξης. Οι τελευταίοι φρόντισαν να χωρίσουν το κοινό «φυλετικά». Και φυσικά και οι ίδιοι ξεχώριζαν με τη σειρά τους από το κοινό, φορώντας τις μπλε στολές τους, έχοντας το ύφος ανθρώπου που επειγόντως «χρειάζεται κλύσμα» , αλλά και προσπαθώντας να μην έρθουν σε επαφή τόσο με τον τραγουδιστή όσο και μεταξύ τους. Κι εδώ φάνηκε η δύναμη της Μούσας, που μετά από λίγες νότες και πάντα με το γνωστό περπάτημα του καλλιτέχνη, το λεγόμενο «περπάτημα της πάπιας», να δίνει την «οπτική υπόκρουση», ο διαχωρισμός δεν ήταν πια παρά μια φαντασίωση. Το rock 'n' roll έδειξε ότι, ο ρατσισμός είναι για άμουσους και άψυχους...
Ένα ακόμα σημαντικό πρόσωπο της ταινίας, αλλά και γενικά της γέννησης αυτής της μουσικής ήταν ο ιδιοκτήτης της Chess Records, ο Πολωνο-Εβραίος Leonard Chess. Ουσιαστικά ήταν αυτός που κυνήγησε το όνειρο των καλλιτεχνών, σίγουρα και με κερδοσκοπική πρόθεση, αλλά πάντα με γνώμονα το μουσικό ταλέντο και όχι το χρώμα! Μετανάστης και ο ίδιος και με δύο «χαρτιά» μόνο στα χέρια του, τον Muddy Waters και τον Little Walter, αποφάσισε να επενδύσει σε ένα στούντιο και στα blues! Η ιστορία ακόμα του χρωστά, καθώς η ύπαρξή του ήταν σχεδόν αόρατη -σαν τη Μούσα- και χρειάζεται ακόμα χρόνος για να φανερωθεί!

Με την αφορμή που έδωσε αυτή η ταινία, καταλαβαίνει κανείς πόση δύναμη είχε η μουσική εξέλιξη στην κοινωνία και της τότε Αμερικής. Αλλά ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός πως αυτή η μουσική επανάσταση ξεκίνησε από ανθρώπους καταπιεσμένους και μάλιστα μέσα στα ξεροχώραφα του Αμερικάνικου Νότου. Δεν χρειάστηκε κανένα πανεπιστήμιο ούτε κάποια μουσική παιδεία για να ενσαρκωθεί η Μούσα σε ψυχές που πραγματικά ήταν έτοιμες να την δεχτούν! Τα ένστικτα και οι σκοτεινές πλευρές ενός ανθρώπινου χαρακτήρα κατάφεραν να σηκώσουν το βάρος της. Αλλά το κύριο μήνυμα είναι η κυρίαρχη και ενδεικτική πάντα θέση της μουσικής σε μια κοινωνία με τη απουσία της να είναι πάντα μια «αντεξέλιξη», θα έλεγα! Η δίωξή της πάντα πραγματοποιείται από ανθρώπους, απ’ τους οποίους το στοιχειώδες αίσθημα της δικαιοσύνης είναι απόν. Και ίσως απαντά σε πολλά ερωτήματα σχετικά με τους λόγους , για τους οποίους η μουσική είναι πάντα το «μαύρο πρόβατο» σε κάθε καταπιεστική κοινωνία.

Σαν επίλογο προτείνω απλά μια ματιά στην ιστορία! Η Ευρώπη βγήκε από τον σκοταδισμό, όταν άρχισε να αναπτύσσεται η τέχνη. Αλλά και η ανάπτυξη κάθε πολιτισμού οφειλόταν στην τέχνη και αυτή πάντα ήταν και συνεχίζει να είναι καθοδηγητής κάθε ανθρώπινης εξέλιξης. Γιατί η τέχνη είναι η αίσθηση του ωραίου και το ωραίο οδηγεί στο αληθινό, αυτό με την σειρά του οδηγεί στο δίκαιο... Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό ζητούμενο...
Jacek Maniakowski
Επιμέλεια κειμένου: Maria Florokapi

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Beach Boys - Surfin' U.S.A.


Κάθε πράγμα στη γέννησή του είναι ακαθόριστο, αδέξιο, σχεδόν αθώο και το rock’n’roll δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Στις απαρχές του, πριν ακόμα ξεφυτρώσουν τα πρώτα παρακλάδια, προσπαθούσε απλώς να απογαλακτιστεί από το rhythm’n’blues, αυξάνοντας ταχύτητα, ένταση και νεανική ορμή. Ήταν μια μουσική που γεννιόταν στους δρόμους, στα γκέτο, στα υπόγεια, στα jukebox των μαύρων συνοικιών. Και μέσα στην αναμπουμπούλα, με τον φυλετικό διαχωρισμό να παραμένει κυρίαρχος και στο μουσικό προσκήνιο, υπήρχαν αφανείς ήρωες, αλλά και πολλοί περισσότεροι που έβλεπαν μόνο το κέρδος.

Οι πρώτοι ήρωες του rock’n’roll δεν ήταν νομικά οπλισμένοι. Δεν είχαν μάνατζερ, ούτε δικηγόρους. Η σχέση τους με το χρήμα ήταν πρωτόγονη, σχεδόν αφελής. Οι επιτήδειοι των δισκογραφικών κινούσαν τα νήματα, και οι περισσότεροι καλλιτέχνες, ειδικά οι μαύροι, έβλεπαν τα τραγούδια τους να γίνονται επιτυχίες χωρίς να δουν ποτέ τα αντίστοιχα έσοδα. Το rock’n’roll γεννήθηκε από την έκρηξη της μαύρης δημιουργικότητας, αλλά η εμπορική του πορεία γράφτηκε με λευκή μελάνη.
Η αλματώδης αύξηση της δημοτικότητας του νέου αυτού ήχου, σε συνδυασμό με τον “κίνδυνο” οι μαύροι καλλιτέχνες να γίνουν πρότυπα για τη νεολαία, ανάγκασε πολλές εταιρείες να αναζητήσουν λευκά πρόσωπα για να “καθαρίσουν” το είδος. Οι Beach Boys ήταν ιδανικοί: νεαροί, λευκοί, “μαυρισμένοι” από τον ήλιο της Καλιφόρνια, με άψογη εμφάνιση και οικογενειακή συνοχή. Ήταν ο δούρειος ίππος για να περάσει το rock’n’roll στο mainstream, χωρίς να ενοχλεί τις λευκές οικογένειες των προαστίων. Και μαζί, γεννήθηκε το πρώτο παρακλάδι: το surf rock, μια μουσική που υμνούσε το αγγλοσαξονικό αμερικανικό όνειρο, πάντα όμως με πλάτες μαύρων καλλιτεχνών.
Ο Chuck Berry, πατέρας του rock’n’roll, δεν απόλαυσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι το “Sweet Little Sixteen” του 1958 μεταμορφώθηκε σε “Surfin’ U.S.A.” από κάποια “χλωμά πρόσωπα” που άκουσε τυχαία στο ραδιόφωνο, βγαίνοντας από τη φυλακή. Η καταδίκη του για σεξουαλική επαφή με ανήλικη ήταν, για πολλούς, μια ξεκάθαρη περίπτωση ρατσιστικής στοχοποίησης και δικαστικής παγίδας. Και σαν να μην έφτανε αυτό, άκουσε τη μουσική του να γίνεται ύμνος της Καλιφόρνιας, χωρίς καν να αναφέρεται το όνομά του.
Το “Surfin’ U.S.A.” κυκλοφόρησε το 1963, στο ομώνυμο δεύτερο άλμπουμ των Beach Boys, και τους εκτόξευσε στην κορυφή των αμερικανικών charts. Αρχικά, ως δημιουργός αναφερόταν μόνο ο Brian Wilson, ο οποίος είχε γράψει απλώς τους στίχους. Η μουσική ήταν ξεκάθαρα του Berry — τόσο ξεκάθαρα, που η ομοιότητα δεν άφηνε περιθώρια για αμφιβολία. Μετά από νομικές πιέσεις, το όνομα του Chuck Berry προστέθηκε επισήμως το 1966, στο Best of The Beach Boys.
Ο ίδιος ο Wilson αργότερα παραδέχτηκε την προέλευση της έμπνευσης: έβγαινε με μια κοπέλα, την Judy Bowles, της οποίας ο αδελφός ήταν σέρφερ και φαν του rock’n’roll. Κάποια στιγμή, σιγοτραγουδούσε το “Sweet Little Sixteen” και του ήρθε η ιδέα: “Γιατί να μη βάλω surf στίχους πάνω σε αυτή τη μελωδία;” Και κάπως έτσι, γεννήθηκε το “Surfin’ U.S.A.” , ένα τραγούδι που έμοιαζε με φόρο τιμής, αλλά ήταν στην πραγματικότητα μια πολιτισμική οικειοποίηση με εμπορική πρόθεση.
Οι Beach Boys δεν φημίζονταν για την εντιμότητά τους, και η οικειοποίηση του τραγουδιού αυτού είναι ενδεικτική της γενικότερης αντιμετώπισης των μαύρων μουσικών. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος ο Berry δήλωσε ότι του άρεσε η εκτέλεσή τους, ίσως γιατί ήξερε πως η μουσική του είχε ήδη περάσει στην αθανασία. Η παραγωγή του τραγουδιού αξιοποίησε όλα τα τεχνολογικά μέσα της εποχής, ενώ η χρήση του φαλτσέτο στο ρεφρέν δείχνει τις μουσικές γνώσεις και την pop ευαισθησία του Wilson. Το ειρωνικό είναι πως μόνο ένα μέλος της μπάντας ήταν πραγματικός σέρφερ: ο Dennis Wilson.
Μικρές λεπτομέρειες προσθέτουν χρώμα στην ιστορία: ο στίχος “Australia’s Narrabeen” αναφέρεται σε παραλία του Σίδνεϊ. Το τραγούδι διασκευάστηκε από Καναδούς ως “Bowlin’ U.S.A.”, ενώ ο έφηβος pop idol Leif Garrett το επανέφερε το 1977 με επιτυχία, πριν παρασυρθεί στα ναρκωτικά και, φυσικά, η μητέρα του κατηγόρησε το rock’n’roll. Γιατί πάντα κάποιος πρέπει να φταίει. Και συνήθως, φταίει η μουσική που λέει την αλήθεια.





Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Chuck Berry - Johnny B. Goode



Το "Johnny B. Goode" είναι ένα πασίγνωστο τραγούδι, αλλά οι ρίζες του και η ιστορία που κρύβεται πίσω από αυτό δεν είναι και τόσο γνωστά. Το τραγούδι, λοιπόν, γράφτηκε από τον Chuck Berry το 1955 και κυκλοφόρησε 3 χρόνια αργότερα, το 1958 και ουσιαστικά αντιπροσωπεύει το αμερικάνικο όνειρο. Το στιχουργικό του θέμα αφορά ένα φτωχό νέο που φεύγει από το χωριό και σταρ χάρη στη σκληρή δουλειά του, αλλά και στην ικανότητά του στην κιθάρα. Εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς, ότι πρόκειται για αυτοβιογραφικό κομμάτι του Chuck Berry, αλλά στην πραγματικότητα είναι η μισή αλήθεια. Η έμπνευση ανήκει στον στον πιανίστα του, τον Johnnie Johnson και βασικό συν δημιουργό των τραγουδιών του, αν και σε αυτό το τραγούδι παίζει πιάνο ο Lafayette Leake.
Ίσως ο τίτλος τραγουδιού να είναι ένας συνδυασμός και των δύο δημιουργών, από μικρό όνομα του πιανίστα και από τη οδό που γεννήθηκε ο τραγουδιστής, την 2520 Goode Avenue στο St. Louis. Στους αρχικούς στίχους αναφέρεται ο ήρωας του τραγουδιού σαν "colored boy", αλλά οι διευθυντές της Chess Records αποφάσισαν ότι δεν θα πουλήσει το σινγκλ με αυτήν την αναφορά και το αλλάξανε σε "country boy". Το "Johnny B. Goode", ηχητικά έχει αρκετές ερμηνείες: εκτός από καλός, ηχεί σαν ευγενής, συμπαθής, πολιτισμένος, αλλά επίσης και σαν ικανός και αγιασμένος. Ο συνθέτης του επίσης εκμεταλεύεται το sample από το "Ain't That Just Like a Woman" του 1946, από την εκτέλεση του Louis Jordan.
Ο Chuck Berry έχει βγάλει και 3 sequel με ήρωα τον Johnny B. Goode: "Bye Bye Johnny", "Go Go Go" και "Johnny B. Blues". Επίσης ένα 19λεπτο instrumental με τίτλο "Concerto in B. Goode". Το περιοδικό Rolling Stone το έχει κατατάξει στο Νο 7 των 500 καλύτερων τραγουδιών όλων των εποχών. Το ίδιο περιοδικό, τον Μάιο του 2008, το κατατάσσει σαν καλύτερη κιθαριστική σύνθεση στην ιστορία του rock'n roll. Δικαιολογώντας το ότι, πέρα από απίστευτο riff και μοναδικό solo, που είναι ικανό να ξεσηκώσει τον καθένα, αλλά και επειδή συγκεντρώνει όλα τα rock'n roll συναισθήματα και είναι απόλυτη έκφραση της ελευθερίας.
Το τραγούδι είναι από τα πιο πολυδιασκευασμένα, μεταξύ μουσικών που το έχουν εκτελέσει είναι : AC/DC, Aerosmith, The Beatles, Elton John, Elvis Presley, Green Day, Jimi Hendrix, Judas Priest, Sex Pistols, Jerry Lee Lewis.. και μια σελίδα καλλιτεχνών ακόμα. Ουσιαστικά δεν υπάρχει rock'n roll μουσικός, που δεν έχει παίξει έστω και μια φορά το κομμάτι. Είναι από τα λίγα τραγούδια που έχει ταξειδέψει στο διάστημα και συγκεκριμένα με το Voyager, σαν πολιτιστικός αντιπρόσωπος της ανθρωπότητας. 
Jacek Maniakowski