Μια γενιά δεν πρέπει να είναι ίδια με την
προηγούμενη, ούτε να μοιάζει.
Nu Metal
Πως ακούγεται: Φρέσκο, σκληρό, πολύ λιγότερο
πομπώδες από το heavymetalκαι πολύ λιγότερο
μελωδικό. Με πιο κοφτά riffs και πολύ πιο επιθετικό. Ενσωματώνει με μεγάλη επιτυχία άλλα μουσικά
είδη, χωρίς όμως να κάνει έκπτωση στον σκληρό ήχο.
Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί είναι φρέσκο
σύγχρονο, εύκολα «σε πιάνει από τα αφτιά», ασχολείται με σύγχρονα θέματα και
εύκολα εξελίσσεται και έχει πάντα να προσφέρει κάτι καινούργιο. Είναι άγριο και
τιμάει την Αμερικάνικη μουσική παράδοση.
Γιατί όχι: Δεν έχει το παραμύθι του heavymetal, λείπουν φωνές που κανένα μουσικό είδος δεν
μπόρεσε να φτάσει και είναι πολύ ρεαλιστικό.
Που; California, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.
Πότε; Αρχές της δεκαετίας του ‘90.
Ποιοι;Στουςπτωτοπόρουςτουςείδουςσυναντάμεπολλάσγκροτήματα, όπωςτους:
Primus,Helmet, Fear Factory, Hot Dawgz,
Fishbone, Biohazard, Suicidal Tendencies, Infectious Grooves, Godflesh, Red Hot
Chili Peppers, Nine Inch Nails, White Zombie, Mr. Bungle, Prong, Rage Against
the Machine, Ministry, κ.α..
Αλλάακόμαναακούσεις: Korn, Kid Rock, Godsmack, Limp Bizkit,Sevendust, Orgy (Candyass), Crazy Town, Staind, The Union Underground,
Five Pointe O, Skrape, Amen, Dry Kill Logic.
Μέρες δόξας:Απότην δεκαετία του ’90 κέρδισε
εύκολα κοινό και ως την δεκαετία του ΄20 το κρατάει, αν και έχασε λίγο στα
‘10ς, οι αρχετυπικές μπάντες συνεχώς βγάζουν αξιόλογες δουλειές και υπάρχει
ανανέωση σε καινούργια σχήματα.
Κόκκινη κάρτα: μερικοί καλλιτέχνες μοιάζουν
περισσότερο με popstarsπαρά με αστέρες της metal. Γενικά όπου υπάρχει
υπερβολική εμπορικότητα υπάρχουν και πολλά σκοτεινά σημεία.
Μετιμπερδεύεται;Με
Rap Rock, Rap Metal, Heavy Metal, N.W.O.A.H.M., Alternative Metal.
Τι λες στον άσχετο; Αυτό που ακούγεται στην πρώτη
ταινία TombRaider, όπου την LaraCroft παίζει η AngelinaJolie.
Ο θόρυβος είναι η ύστατη προσπάθεια
επικοινωνίας και απεγνωσμένης δήλωση ύπαρξης.
Noisegrind(γνωστό (χαχαχαχαχαχαχαχαχαα) και grindnoiseή noisecore )
Πως ακούγεται: ακούγεται;; χαχαχαχαχαχαχα. Βασικά
δεν ακούγεται, αλλά θα προσπαθήσουμε: Σαν ένας κακόβουλος εξωγήινος οργανισμός
έχει τρυπώσει σε ένα παλιό εργοστάσιο και απειλεί την ανθρωπότητα σε μια
ακατανόητη γλώσσα μέσα από έναν χαλασμένο πομπό, του οποίου ο harsh noise
σκεπάζει τα πάντα. Βασικά είναι grindcore με έξτρα θόρυβο, αυτόν που κάνει ο
χαλασμένος πομπός που δέχεται κάποιο σήμα από την πιο σκοτεινή γωνιά του
σύμπαντος.
Γιατί να το ακούσουμε: τι δεν κατάλαβες; Τέλος
πάντων, γιατί θες να καταστρέψεις κάθε αρμονία και ομορφιά στον πλανήτη που
αποκαλείται Γη.
Γιατί όχι: τώρα κατάλαβες ή όχι ακόμα; Για
όλους τους λόγους που υπάρχουν στον πλανήτη που αποκαλείται Γη και σε όλες τις
γλώσσες.
Που; Κάπου στην Αμερική, μέσα από τις σελίδες
κάποιου βιβλίου του Λαβκραφτ
Πότε; Τέλη δεκαετίας του ’80
Ποιοι; Η πιο εμβληματική μπάντα του είδους
θεωρείται Anal Cunt
Αλλάακόμαναακούσεις: Holy Grinder, Sete Star Sept, Full of Hell, Fear of
God, Insufferable, Melt Banana, Gore Beyond Necropsy, The Gerogerigegege και By Sothoth
Μέρες δόξας:πριν την γέννηση του σύμπαντος
Κόκκινη κάρτα: από πού πρώτα να αρχίσεις
Με τι μπερδεύεται; με Grindcore, pornogrindκαι με
σκουπιδιάρικο που μαζί με τα σκουπίδια αλέθει ένα εξωγήινο που φωνάζει για
βοήθεια βρίζοντας παράλληλα σε μια υποχθόνια γλώσσα.
Τι λες στον άσχετο; σαν σκουπιδιάρικο εν
κίνηση μέσα από ένα πηγάδι με κάτι τύπους που θέλουν να τρομάξουν τους
κατοίκους του πλανήτη που αποκαλείται Γη
Η
πολιτική για τον Πλάτωνα θεωρείται η κορυφαία επιστήμη και ίσως να μην έχει και
πολύ άδικο στα λεγόμενά του, αν τα πράγματα θα ήταν ιδανικά. Αλλά και οι
άνθρωποι να είχαν και την ωριμότητα, που ούτε καν φανταστικοί χαρακτήρες
λογοτεχνημάτων δεν έχουν. Η τέχνη της διαχείρισης της πόλης, με την ευρεία
έννοια του όρου, μοιάζει εδώ χιλιετηρίδες περισσότερο με οργανωμένο έγκλημα
τύπου μαφίας ή γιακούζα ή οποιασδήποτε τέτοιου είδους οργάνωσης. Η τέχνη ή
επιστήμη συγκεντρώνει πολλές ευθύνες, αλλά η πλειονότητα το μεταφράζει σε εξουσίες,
με τον κάθε ηγέτη να παίρνει την θέση του θεού επί της Γης, αντί να καταλάβει
ότι δεν είναι παρά ένας ταπεινός διαχειριστής. Η ιδανική εφαρμογή της πολιτικής
είναι μάλλον θέμα για βιβλία με ουτοπική ή ευτοπική θεματολογία. Όμως η τέχνη
με διακριτικό τρόπο, προσπαθεί να ελέγξει την εξουσία και το μεγαλύτερό της
όπλο είναι η σάτιρα. Η δύναμή της πολύ εύστοχα την παρουσιάζει και ο Ουμπέρτο
Έκο στο «Όνομα του Ρόδου»
Στην
μουσική τα παραδείγματα γελοιοποίησης των εχόντων εξουσία δεν είναι λίγα. Αν
και τέτοιες προσπάθειες εύκολα λογοκρινόταν και με συνοπτικές διαδικασίες, η
θαρραλέα, πολλές φορές φτάνοντας και το θράσος, επιμονή των μουσικών είχε
μέγιστα αποτελέσματα. Ειδικά αν η επιτυχία του τραγουδιού ήταν τέτοια, που
σκαρφάλωνε στην κορυφή των charts.
Οι Frankie Goes to Hollywood ήταν ορισμός του μη πολιτικά ορθού συγκροτήματος. Αλλά
το δικό τους κατόρθωμα μόνο κάποιοι άλλοι μουσικοί από την πόλη του Liverpool
κατάφεραν να φτάσουν. Και αυτό 20 χρόνια πριν την κυκλοφορία του δεύτερου του
σινγκλ "Two Tribes", το 1984. Ήταν το δεύτερο από τα τρία πρώτα της
μπάντας που ανέβηκε στο Νο 1 της Μ. Βρετανίας, πριν καν κυκλοφορήσουν το πρώτο
τους ολοκληρωμένο άλμπουμ. Η δημιουργία των PeterGill, HollyJohnson
και MarkO'Toole μπήκε στο άλμπουμ τους,
το WelcometothePleasuredome του 1984.
Το
τραγούδι γράφτηκε δύο χρόνια νωρίτερα, από την κυκλοφορία του άλμπουμ, όταν
ακόμα ο ψυχρός πόλεμος βρισκόταν στα φόρτε του καιοι προσκείμενοιστην μια πλευρά μποϊκόταραν τις εκδηλώσεις
που γινόταν στο έδαφος της άλλης, με την κορύφωση να είναι οι δύο Ολυμπιάδες
στην Μόσχα το 1980 και στο Λος Άντζελεςτέσσερα χρόνια αργότερα. Αλλά αυτό δεν εμπόδισε του Βρετανικό συγκρότημα
να βάλει τους δύο ηγέτες των υπερδυνάμεων σε ένα … ρινγκ. Στην πραγματικότητα η
κύρια έμπνευση για το τραγούδι υπήρχε μια ρήση του τότε Προέδρου των Η.Π.Α.
Ronald Reagan, στην οποία αναφερόταν στην επιστροφή του Χριστού μετά από έναν
πυρηνικό πόλεμο. Αλλά η βασική τους μουσική έμπνευση προέρχεται από την
προπαγανδιστική ταινία, Βρετανικής παραγωγής, την Protect and Survive, που
αναφέρεται στην προστασία από πυρηνικό πόλεμο, αλλά και την αναγνώριση του
δήθεν εχθρού. Ουσιαστικά έχουν πάρει κομμάτια από την ταινία και με το
κατάλληλο μιξάρισμα και συνοδεία σφυροκοπήματος του μπάσου, δημιουργήθηκε το
κυρίως θέμα.
Η
πρώτη εκδοχή του τραγουδιού ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο του 1982 για το
ραδιοφωνικό παραγωγό του BBC, τονJohn
Peel. Όπως αναφέρει ο Holly Johnson, ήθελαν να συνδυάσουν την Αμερικάνικη funk
μαζί με στοιχεία ρώσικης παραδοσιακής μουσικής. Αν και εποχή που κυκλοφόρησε το
τραγούδι, ο κόσμος ήταν σχεδόν χωρισμένος σε δυο στρατόπεδα, το αμερικάνικο και
το σοβιετικό, ουσιαστικά αναφέρεται σε οποιεσδήποτε δυο αντιμαχόμενες
παρατάξεις «cowboys and Indians ή Captain Kirk and Klingons», όπως λέει σαν
παράδειγμα ο ίδιος. Ωστόσο ο στίχος: "OntheairAmerica/ImodelledshirtsbyVanHeusen"
έχει αφαιρεθεί από το τραγούδι, λόγω της σαφής αναφοράς στον τότε Αμερικανό
πρόεδρο και πρώην πρωταγωνιστή ταινιών γουέστερν. Η σαφήνεια της φράσης
οφείλεται στο γεγονός, ότι ήταν και ο πρωταγωνιστής στην διαφημιστική καμπάνια
της εταιρίας το 1953.
Η
παραγωγή του τραγουδιού έγινε από τονTrevor
Horn στα Sarm West Studios του Λονδίνου, με μηχανικό ήχου τον Steve Lipson. Η
παραγωγή θεωρείται ορόσημο της πρώιμης ψηφιακής εποχής καθώς χρησιμοποιήθηκε
εκτενώς το Fairlight CMI για sampling, συνθεσάιζερ και επεξεργασία φωνής. Τα
μέλη των Art of Noise (JJ Jeczalik, Anne Dudley) συνέβαλαν στον προγραμματισμό
και στο sampling, δίνοντας στο κομμάτι τον χαρακτηριστικό «μηχανικό» αλλά
ταυτόχρονα οργανικό ήχο. Ο ρυθμός, που ουσιαστικά ακούγεται σαν σφυροκόπημα που
θα ζήλευαν οι πιο καταξιωμένοι metalμπασίστες, δεν είναι απλό μπάσο, αλλά επεξεργασμένο kick drum + synth
bass, με layering που δημιουργεί αίσθηση industrial ήχου, πριν αυτός ενταχθεί
ως μουσικό είδος, μαζί με την αίσθηση μιας κλιμακούμενης απειλής.
Το
τραγούδι που παρέμεινε στο Νο 1 του Βρετανικού τσαρτ για 9 εβδομάδες και
θεωρείται το πιο επιτυχημένο σινγκλ μεταξύ 1978 και 1991, πήρε τον τίτλο του
από την ταινία Mad Max 2. Καισυγκεκριμένααπότηνφράση «when two great warrior tribes go to war». Στο
ξεκίνημά του μιλάει ο ηθοποιός Patrick Allen, διαβάζοντας στην πραγματικότητα
από ένα φυλλάδιο της Βρετανικής Κυβέρνησης για την πολιτική προστασία. Η φωνή
ήταν από τις πιο γνωστές τηλεοπτικές φωνές της τηλεόρασης της χώρας. Το
βιντεοκλίπ του τραγουδιού συνέβαλε επίσης στην επιτυχία του. Σκηνοθετημένο από
τους Godley & Creme, απεικονίζει μια μάχη ελεύθερης πάλης ανάμεσα σε Ronald
Reagan και τον Konstantin Chernenko. Αλλά και από το βίντεο κόπηκαν κάποιες
σκηνές λόγω … βίαιου χαρακτήρα τους, όπως η σκηνή όπου ο αμερικανός πρόεδρος
δαγκώνει το αυτί του ομότιμου του σοβιετικού.
Προφανώς
η σκηνοθεσία των χρησιμοποιούσες σωσίες και όχι τους πραγματικούς ηγέτες, ίσως
μπορεί ο καθένας να κάνει μία τέτοια απεικόνιση στο μυαλό του, για ευνόητους
λόγους και προφανώς κανένας από τους 2 ηγέτες δεν δέχονταν κάτι τέτοιο. Παρόλα
αυτά η ομοιότητα ήταν πολύ μεγάλη, κάτι που προκάλεσε και διπλωματική ενόχληση
και αρκετές συζητήσεις στον τύπο. Η σκηνή του δαγκώματος στο αυτί, που κόπηκε
από το μουσικό κανάλι MTV,
αλλά κυκλοφόρησε τελικά σε VHS
singles και σε ειδικές εκδόσεις του άλμπουμ. Υπήρξαν και εναλλακτικές εκδοχές
του βίντεο με άλλους πολιτικούς (Thatcher, Gorbachev, ακόμη και ο Πάπας Ιωάννης
Παύλος Β' σε ορισμένα bootlegs), ενισχύοντας το μήνυμα ότι η σύγκρουση είναι
διαχρονική και όχι γεωπολιτικά συγκεκριμένη.
Πολλές
παραλλαγές του τραγουδιού δημιουργήθηκαν, κάποιες από τις οποίες συνοδευόταν
και από διαφορετικό βιντεοκλίπ, αλλά πάντα με την ίδια θεματολογία και με
πολλούς πολιτικούς ηγέτες να παρελαύνουν από αυτά. Το σιγκλ πούλησε πάνω από 2
εκατομμύρια αντίτυπα και αυτό οφείλεται και στην δισκογραφική εταιρία ZTT, που
το κυκλοφόρησε και στην επιθετική της καμπάνια για την προώθηση του. Οι τρεις
εκδοχές του είναι : - «Annihilation» (12"): πιο επιθετική, με επιπλέον
samples, spoken word αποσπάσματα και extended instrumental breaks.
-
«Carnage» (12"): εστιάζει στην παρανοϊκή κλιμάκωση της σύγκρουσης, με
ασύμμετρα ρυθμικά μοτίβα και χαοτική ενορχήστρωση.
-
«Peace» (7"/radio edit): κλείνει με αισιόδοξο outro και φωνή του ηθοποιού
Chris Barrie (γνωστού impersonator του Reagan), που διαβάζει ένα φανταστικό
ανακοινωθέν ειρήνης.
Αυτή
η στρατηγική δεν ήταν απλώς εμπορική. Κάθε εκδοχή αντιπροσώπευε μια διαφορετική
οπτική της διπολικής λογικής, δηλαδή την καταστροφή, την παρανοϊκή κλιμάκωση
και τέλος την ειρήνη. Η πολλαπλή κυκλοφορία σε διαφορετικά formats (7",
12", picture disc, cassette single) ήταν καινοτόμα για την εποχή και
εκτόξευσε τις πωλήσεις.
Αν
και το τραγούδι ανέμενε μεγάλη λογοκρισία, προφανώς θέλοντας να ωφεληθεί από
αυτό εμπορικά, μέσα από το Forbidden fruit effect. Όμως, παρά την αρχική
επιφύλαξη του BBC,
εξαιτίας του πολιτικού περιεχομένου τραγουδιού και της πρόσφατης διαμάχης που
είχε με το τραγούδι τους«Relax»,
δεν λογοκρίθηκε επίσημα. Αλλά αντίθεταμπήκε
σε heavy rotation μετά από μαζικά αιτήματα ακροατών και κριτική υποστήριξη από
ραδιοφωνικούς παραγωγούς.Η
αφαίρεση του στίχου για τα πουκάμισα Van Heusen έγινε μόνο στην radio edit,
αλλά διατηρήθηκε σε ορισμένες 12" εκδοχές και στο άλμπουμ. Η «απειλή»
λογοκρισίας, παράδοξα, λειτούργησε ως μηχανισμός προώθησης, ενώ η επιθετική
καμπάνια της ZTT (αφίσες, T-shirts, περιορισμένες εκδόσεις, copywriting του
Paul Morley) το μετέτρεψε σε ένα είδος πολιτισμικού φαινόμενου πριν καν μπει
στα charts.
Το
τραγούδι κατάφερε να αφήσει και ένα πολιτισμικό καθώς και πολιτιστικό πρόσημο.
Παρόλο που γράφτηκε στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, δεν είχε μόνο ένα χαρακτήρα
που δήλωνε αντίθεση στα πυρηνικά προγράμματα των δύο ηγετικών χωρών, Αλλά ήταν
και μία σάτιρα για την διπολική λογική που κυβερνούσε τον κόσμο και πάντα ως
στόχο την κάθε δικαστική ιδεολογία. Ειδικά σε χώρες όπου υπάρχει μεγάλη
χειραγώγηση της πλειοψηφίας, το διπόλικό αυτό μοντέλο χρησιμοποιείται ευρέως
για τον έλεγχο των μαζών.Στις
ΗΠΑ, παίχτηκε σε ραδιοφωνικούς σταθμούς college rock και alternative, ενώ στη
Σοβιετική Ένωση κυκλοφόρησε παράνομα μέσω μαγνητοταινιών (magnitizdat),
γίνοντας σύμβολο της νεανικής αντίστασης στη σοβιετική προπαγάνδα. Ο Reagan δεν
σχολίασε ποτέ επίσημα, αλλά η σάτιρα αναγνωρίστηκε από Αμερικανούς κριτικούς ως
«έξυπνη κριτική της πολιτικής θεατρικότητας και της πυρηνικής ρητορικής».
Το
«Two Tribes» έχει διασκευαστεί από συγκροτήματα όπως οι The Sisters of Mercy, Moby,
The Buggles και The KLF, στις ζωντανές εμφανίσεις και μόνο και χωρίς κάποια
επίσημη άδεια, ενώ samples του χρησιμοποιήθηκαν σε hip-hop, industrial και
electronic tracks. Ακαδημαϊκά, μελετάται ως περίπτωση του «political pop
satire» και ως παράδειγμα του πώς η εμπορική μουσική μπορεί να λειτουργήσει ως
κριτικός καθρέφτης της εξουσίας. Το 2014, για τα 30 χρόνια, το περιοδικό NME
και το Rolling Stone το αναγνώρισαν ως ένα από τα πιο τολμηρά πολιτικά singles
της δεκαετίας του ’80, ενώ το BBC Radio 2 το συμπεριέλαβε στη λίστα «100 Songs
That Changed Britain».
Ο
καλλιτέχνης είναι ουσιαστικά ένα ποντίφικας (από το pons «γέφυρα» και το -fex,
προερχόμενο από το facio «κάνω» δηλαδή γεφυροποιός) ανάμεσα στον πραγματικό και
τον φανταστικό κόσμο. «Το Online Etymology Dictionary στο pontifex επιπλέον
παραθέτει διάφορες εκδοχές για την ετυμολογική προέλευση της λέξης. Μεταξύ
άλλων αναφέρει ότι ποντίφικας αρχικά σήμαινε «δημιουργός γέφυρας», γιατί
πάντοτε θεωρούσαν ότι η δημιουργία αυτή χαρακτηρίζεται από θεία έμπνευση.
Σύμφωνα με μια δεύτερη εκδοχή, ο όρος είχε τη μεταφορική σημασία της γεφύρωσης
του επίγειου κόσμου και του βασιλείου των θεών.». Και ουσιαστικά αυτός είναι
και ο ρόλος των μουσικών, να ενσαρκώνουν το «ιερό» μέσα σε μια μελωδία ή ακόμα
και έναν στίχο. Εδώ όμως, την έννοια του ιερού έχει ένα όνειρο. Όπου μόνο ο
καλλιτέχνης μπορεί να γειώσει κάτι αόρατο, ίσως και φανταστικό.
Δεν
είναι λίγες φορές που ένα όνειρο στάθηκε έμπνευση για ένα μουσικό κομμάτι
( https://echooadventures.blogspot.com/2013/08/uriah-heep-lady-in-black.html
) . Αλλά ακόμα και ή ίδια μελωδία παρουσιάστηκε στο όνειρο του καλλιτέχνη ( https://echooadventures.blogspot.com/2026/07/giuseppe-tartini-devils-trill.html ). Η έμπνευση έχει σχεδόν παντού πηγές, οι οποίες δεν αφήνονται ανεκμετάλλευτες
από κάποιον δημιουργό. Έτσι και ο μέγιστος Peter Gabriel, δεν θα άφηνε ένα
έντονο όνειρο να πάει χαμένο. Αποτέλεσμα ενός τέτοιου είναι και το "Red
Rain" από το πέμπτο του προσωπικό του άλμπουμ, το So του 1986. Η δημιουργία
του ανήκει αποκλειστικά στον τραγουδοποιό, οποίος συμμετείχε και στην παραγωγή
τουμε συν-παραγωγό τον Daniel
Lanois σε ορισμένα κομμάτια. Το τραγούδι που ανοίγει και το άλμπουμ, ήταν το
δεύτερο σινγκλ και ηχογραφήθηκε κυρίως στα Ashcombe House και Real World
Studios, με μηχανικό ήχου τον David Bottrill. Η παραγωγή συνδυάζει αναλογικά
όργανα με ψηφιακή επεξεργασία (Fairlight CMI, digital delay), χαρακτηριστικό
της μεταβατικής περιόδου των mid-80s. Και είναι από αυτό και γνώρισε την πιο
μεγάλη του αποδοχή στην Αμερική, καθώς έφτασε στο Νο 3 του Billboard Hot 100, Νο
1 του Mainstream Rock, Νο 46 στο UK, Νο 3 στον Καναδά και Νο 14 στην Αυστραλία.
Ο ήχος της βροχή δημιουργήθηκε στα hi-hat από τον ντράμερ των The Police
Stewart Copeland, οποίος συμμετέχει και σε άλλα κομμάτια του άλμπουμ με την
πραγματική του μουσική ιδιότητα. Στο συγκεκριμένο όμως τραγούδι τα ντραμς
παίζει Jerry Marotta.
Τον
τίτλο, αλλά και το λυρικό μέρος είναι εμπνευσμένο από ένα συνεχόμενο όνειρο που
έβλεπε ο καλλιτέχνης. Συγκεκριμένα ο Gabriel ονειρευόταν ότι κολυμπούσε σε μια
θάλασσα με κόκκινο νερό, η οποία ήταν χωρισμένη από δύο κόκκινους τοίχους. Σε
αυτούς υπήρχαν σαν βιδωμένες δύο φιγούρες, που γέμιζαν την θάλασσα με αίμα. Όσο
πλησίαζε στην ακτή όμως, η ένταση του κόκκινου μειωνόταν. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος
καιέχει δηλώσει
επανειλημμένα (Rolling Stone 1986, Q Magazine 2012, Uncut 2016), συνήθιζε να
έχει αυτά τα έντονα όνειρα, που του δημιουργούσαν πολύ μεγάλο φόβο. Αυτά μάλλον
προερχόταν από συναίσθημα συμπόνιας προς άλλους ανθρώπους. Αλλά υπάρχει και
άλλη εκδοχή σχετική την έμπνευση για το τραγούδι, που πάλι προέρχεται από ένα
όνειρο. Και αυτή αναφέρεται σε κάποια μπουκάλια που έπεφταν από έναν γκρεμό και
είχαν σχήμα ανθρώπων. Καθώς έσπαγαν με την πτώση, έβγαινε από αυτά ένα κόκκινο
υγρό και αμέσως μετά άρχισε να ρίχνει κόκκινη βροχή.
Το
ανήσυχο πνεύμα του τραγουδοποιού αναζητούσε και άλλους τρόπους δημιουργικής
έκφρασης. Μεταξύ αυτών ήταν η δημιουργία μια ταινίας, στηνοποία κάποιοι χωρικοί τιμωρούνται με κόκκινη
βροχή για τις δικές τους αμαρτίες. Το τραγούδι προοριζόταν για να επενδύσει
μουσικά την ταινία. Αλλά στην πραγματικότητα είχε έτοιμο το soundtrack ολόκληρο. Στην
επανέκδοση του άλμπουμ So,
αναφέρεται στις σημειώσεις ότι το τραγούδι αφορά την όξινη βροχή και κατά
κάποιους άλλους σε πυρηνικό νέφος, κάτιενισχύθηκε
από το πολιτικό κλίμα της εποχής (Cold War, Τσερνόμπιλ 1986, περιβαλλοντική
κρίση), αλλά ο Gabriel την άφησε σκόπιμα ανοιχτή, προτιμώντας την «πολυσημία»
έναντι της πολιτικής διδαχής. Όμως, οι στίχοι 'Icometoyou / defensesdown / withthetrustofachild',
κατά κάποιους άλλους αναφέρονται στην αποτυχημένη σχέση του με την ηθοποιό
Rosanna Arquette. Όμως αυτό παραμένει μια ατεκμηρίωτη φημολογία. Ο Gabriel ποτέ
δεν την επιβεβαίωσε, τονίζοντας ότι οι στίχοι λειτουργούν ως «καθρέφτης» για
τον ακροατή, όχι ως αυτοβιογραφικό ημερολόγιο.
Το
Βίντεο Κλιπσκηνοθετήθηκε από τον Brian
Grant και προτάθηκε για Best Male Video στα MTV VMAs 1987. Χρησιμοποιεί
ελάχιστα σκηνικά, έντονο κόκκινο φωτισμό, υδάτινα εφέ και αργές κινήσεις
κάμερας για να αποδώσει την ονειρική/εφιαλτική διάσταση. Έτσι, δεν προσπαθεί να
διηγηθεί κυριολεκτικά το όνειρο αλλά το μεταφράζει σε μια σε αισθητική εμπειρία
στη οποία η βροχή δεν πέφτει από τον ουρανό, αναδύεται από το έδαφος,
αντιστρέφοντας τη φυσική λογική και τονίζοντας την υποσυνείδητη προέλευση του
τραγουδιού.
Από
πλευράς μουσική το χτίζεται πάνω σε έναν ασύμμετρο, syncopated ρυθμό που
εναλλάσσεται μεταξύ 4/4 και υπονοούμενων 7/8, δημιουργώντας αίσθηση αστάθειας
που ταιριάζει με την ονειρική ή εφιαλτική θεματολογία. Η γραμμή μπάσου του Tony
Levin (παιγμένη σε Chapman Stick) λειτουργεί ως «υποβρύχιος παλμός», κινούμενη
σε αντίρροπη μελωδία με τα φωνητικά και ενισχύοντας την αίσθηση βύθισης ή ανάδυσης.
Τα πλήκτρα και τα συνθεσάιζερ δεν συνοδεύουν απλώς, αποτυπώνουν ηχητικά το
όνειρο με τα pads να μιμούνται την πυκνότητα του νερού, τα arpeggiated patterns
την πτώση των σταγόνων, ενώ η επεξεργασία των φωνητικών δημιουργεί μια αίσθηση
απόστασης έως ηχούς, κάτι που παραπέμπει σε υποσυνείδητη φωνή.
Στα
live, το «Red Rain» συχνά επεκτείνεται με ορχηστρικά μέρη, προβολές και διαφορετικούς
αυτοσχεδιασμούς. Η εκτέλεση στο «Secret World Tour (1993)» και στο «Growing Up
Live (2003)» θεωρείται από τις πιο συναισθηματικά φορτισμένες, με τον Gabriel
να χρησιμοποιεί πιο θεατρικό φωτισμό και κίνηση για να ενισχύσει την αίσθηση
βύθισης και ανάδυσης. Το τραγούδι παραμένει σταθερό στοιχείο του setlist του, πολλές
φορές ως γέφυρα μεταξύ της προσωπικής και της πολιτισμικής αφήγησης. Έχει
διασκευαστεί από ορχήστρες, jazz σχήματα και progressive rock συγκροτήματα, ενώ
χρησιμοποιήθηκε σε ντοκιμαντέρ για την κλιματική αλλαγή και σε ψυχολογικές
μελέτες για τη συμβολική επεξεργασία του τραύματος μέσω της τέχνης.
Το
τραγούδι δεν παρέμεινε μόνο στα αυτιά των φίλων του μουσικού ή ακόμα στις
καρδιές των οπαδών του, αλλά το ταξείδι του έφτασα ακόμα και στα ακαδημαϊκά «σαλόνια».
Συγκεκριμένα μελετάται ως περίπτωση «oneirogenic songwriting» (τραγουδοποιίας
εμπνευσμένης από όνειρα) και ως πολιτισμικό τεκμήριο της δεκαετίας του ’80 για
την «περιβαλλοντική ανησυχία και την ψυχολογική αίσθηση που νιώθει κανείς σαν
ευάλωτος απέναντι στην καταστροφή της φύσης. Η δομή του (απουσία παραδοσιακού
ρεφρέν, κλιμακούμενη ένταση, ηχητική συμβολισμός) αναλύεται σε μαθήματα Μουσικής
Ψυχολογίας, Πολιτισμικών Σπουδών και Ανάλυσης Λαϊκής Μουσικής ως παράδειγμα του
πώς η υποσυνείδητη εμπειρία μεταφράζεται σε δομημένο καλλιτεχνικό λόγο. Οι Ακαδημαϊκές
μελέτες (π.χ. Journal of Popular Music Studies του 2018 και Popular Music &
Society του 2020) το αναφέρουν ως ορόσημο της «μεταμοντέρνας ροκ αφήγησης, κατά
την οποία το προσωπικό όνειρο γίνεται συλλογικός μύθος.
Οι
ρίζες ενός μουσικού είδους είναι πάντα θολές και δύσκολα ως ακατόρθωτα, μπορεί
κανείς να πει ότι κάποιος συγκεκριμένος έπαιξε πρώτος ένα είδος. Άλλωστε οι
μελωδίες είναι ξεχωριστές οντότητες και απλά χρησιμοποιούν τους ανθρώπους για
να τις ενσαρκώσει. Έτσι η εξέλιξη των μουσικών ειδών μπορεί να είναι άμεσα
συνυφασμένη με την εξέλιξη της
τεχνολογίας και των μουσικών οργάνων, αλλά πάντα υπάρχει και ένα υπερφυσικό ή
καλύτερα ανεξήγητο υπόβαθρο στην δημιουργία μιας σύνθεσης.
Η
κλασική μουσική ή ακόμα και προγενέστερα είδη πάντα ήταν ένα Ελντοράντο
έμπνευσης για τους δημιουργούς της ροκ. Τα παντρέματα με τις σκληρές εκφράσεις,
συνήθως ήταν πετυχημένα, αλλά και δημιούργησαν νέα είδη. Ταυτόχρονα έδωσαν
ευκαιρία σε κάθε επίδοξο πιτσιρικά ρόκερ να γνωρίσει τις ρίζες, της ευρωπαϊκής
κυρίως, μουσικής. Άλλωστε οι εκκλησιαστικοί αφορισμοί της μουσικής έχουν μακρά
ιστορία. Την θέση του βιολιού πριν λίγους αιώνες, στην σημερινή εποχή έχει
πάρει η ηλεκτρική κιθάρα. Η ύπαρξη του μύθου πίσω από μια σύνθεση είναι
αναγκαία για την είσοδό τη στην αιωνιότητα. Και ένας από τους πιο γνωστούς
μύθους είναι αυτός γύρω από το The Devil’s Trill του προκλασικού Giuseppe
Tartini (1692–1770).
Το
TheDevil’sTrill
ή The “Devil’sTrill”
Sonata ή ViolinSonatainGMinor μια μουσικήσύνθεσησονάτα για βιολί και Basso continuo, όργανο σχεδόν απαραίτητο για μια
τέτοια σύνθεση στην εποχή της Baroque (1600–1750). Αποτελούμενη από 3 μέρη : Larghettoaffettuoso, Allegromoderato, AndanteAllegroassai, ακολουθεί μια
συνηθισμένη δομή για μια τέτοια σύνθεση. Αλλά άνετα στέκει σε μια ροκ σύνθεση,
είτε σε αποσπάσματα είτε ακόμα και ολόκληρη, πάντα όμως με σύγχρονα ηλεκτρικά
όργανα ερμηνευμένη. Το περίφημο Trill βρίσκεται στο στο Andante του τρίτου
μέρους, πριν την γρήγορη coda,
σβήσιμο και … ουρά στην κυριολεξία. Και δεν είναι απαραίτητο να είναι κάποιο
μουσικό κομμάτι που να ανήκει στην Symphonic metal.
Η
καταπληκτική βιολίστρια Vanessa-Mae έκανε ευρεία γνωστό το μουσικό κομμάτι σε
κοινό που δεν είναι οπαδοί της κλασικής μουσικής απαραίτητα. «Σέρβιρε» με
περίσσια χάρη σε ποπ-ροκ κοινό απόσπασμα από την σονάτα μέσα το ένατο άλμπουμ
της, το The Original Four Seasons and the Devil's Trill Sonata: The Classical
Album 3, δίνοντας τηνευκαιρία σε
πραγματικούς μουσικόφιλους για αναζήτηση της ιστορίας πίσω από την αυθεντική
δημιουργία. Οποία χρονολογείται μεταξύ του 1740 και 1745, περιγράφοντας το 1713 σαν έτος που έλαβε χώρα
η αφήγηση. Αν και λανθασμένα μερικές φορές αναφέρεται αυτή η χρονολογία, αλλά η
γραφή των διπλών φωνών και η ωριμότητα της αρμονίας ανήκουν στη μετέπειτα
περίοδο του Tartini.
Ωστόσο
ο μύθος ή ιστορία, που δημιούργησε ο ίδιος ο συνθέτης δεν αλλάζουν. Λέγεται ότι
ο συνθέτης εκμυστηρεύτηκε ένα όνειρο που είδε, στον φίλο του αστρονόμο Jérôme
Lalande. Συγκεκριμένα, εμφανίστηκε ο διάβολος στον ύπνο του και ζήτησε να γίνει
υπηρέτης του. Αυτός τότε ξεκίνησε να του κάνει κάποια μουσικά μαθήματα και στο
τέλος του έδωσε το βιολί του να δοκιμάσει τις ικανότητες στο παίξιμο. Μιας που
το συγκεκριμένο όργανο έχει ταυτιστεί με τον ακατονόμαστο και δεν εννοώ τον
Μητσοτ…. Γκουχ γκουχ , άρχισε να παίζει δαιμονισμένα και με τέτοια δεξιοτεχνία
που κόπηκε η ανάσα του συνθέτη. Όλα αυτά φυσικά μέσα στο όνειρό του.
Αλλά
ο ίδιος συνθέτης δεν το είχε αναφέρει ποτέ και καταγράφηκε από τον Γάλλο
αστρονόμο Jérôme Lalande μετά από συνομιλία του με τον Tartini το 1765, σε ένα
κείμενο, το Lalande's Voyage d'un François en Italie (1765 - 66): ένα βράδυ το
έτος 1713, ονειρεύτηκε ότι έκανε μια συμφωνία με τον διάβολο με αντάλλαγμα την
ψυχή του. Ο διάβολος αποδείχτηκε πρόθυμος να εκπληρώσει την κάθε του επιθυμία
και μεταξύ άλλον του έδωσε και το βιολί του για να δει αν θα μπορούσε να
παίξει. Η έκπληξη του ήταν μεγάλη, καθώς κατάφερε να συνθέσει την εν λόγω
σονάτα. Μαγεμένος από την τεχνική και τον ευφυή τρόπο παιξίματος…. Ξέχασε να
ανασάνει, μιας που δεν είχε συνηθίσει να αφήνει την φαντασία του ελεύθερη και
να παρασυρθεί από αυτήν. Το αποτέλεσμα ήταν να ξυπνήσει, αλλά άρπαξε κατευθείαν
τοβιολί και προσπάθησε να αποτυπώσεις,
έστω εν μέρει, την μελωδία. Θεωρώντας και ο ίδιος το καλύτερο του δημιούργημα,
δεν μπόρεσε να ξεχάσει την συγκίνηση που του δημιούργησε αυτό το όνειρο.
Σύγχρονη
μουσικοψυχολογία ερμηνεύει το όνειρο ως υπναγωγική κατάσταση (hypnagogic
state): μια φάση μεταξύ εγρήγορσης και ύπνου όπου ο εγκέφαλος συνδυάζει
ασυνείδητες μνήμες, τεχνικές δεξιότητες και συναισθηματική ένταση σε νέες
μορφές. Πολλοί συνθέτες (από τον Tartini έως τον Stravinsky και τον Paul
McCartney) έχουν αναφέρει παρόμοιες «αυτόματες» δημιουργικές εμπειρίες. Ουσιαστικά
ήταν ένα μόνο μικρό μέρος από την σονάτα που έπαιξε ο ίδιος ο διάβολος. Και
στην ενός τετάρτου περίπου σύνθεση, επαναλαμβάνει πολλές φορές το ίδιο μοτίβο,
αλλάζοντας απλά το τέμπο και την ένταση.
Η
σονάτα δεν εκδόθηκε όσο ζούσε ο συνθέτης. Κυκλοφόρησε μεταθανάτια το 1798 από
τον οίκο Longman & Broderip στο Λονδίνο. Ο τίτλος «The Devil’s Trill» δεν
τον έδωσε ο Tartini, αλλά μεταγενέστεροι εκδότες και κριτικοί, που
εντυπωσιάστηκαν από την τεχνική δυσκολία και τη δραματική ατμόσφαιρα. Δεν
πρόκειται για ένα απλόtrill,
αλλά για σειρά ταχέων διπλών τριλιών (double-stop trills) σε εναλλασσόμενες
νότες, που απαιτούν απόλυτη ανεξαρτησία των δαχτύλων του αριστερού χεριού,
ακριβή κατανομή του δοξαριού και αλάνθαστη ευθυτονία ή intonazione.
Στο
Baroque βιολί, οι χορδές ήταν από έντερο, το δοξάρι ελαφρύτερο και η τεχνική
των διπλών τόνων, trill,
βρισκόταν σε πειραματικό στάδιο. Ο Tartini τα ώθησε στα όρια, δημιουργώντας ένα
πολυφωνικό εφέ που ακούγεται σαν δύο βιολιά να παίζουν ταυτόχρονα. Σήμερα, το
απόσπασμα αυτό θεωρείται ένα από τα δυσκολότερα στην ιστορία της μουσική.
Ερμηνευτές όπως ο Jascha Heifetz, ο Itzhak Perlman, η Hilary Hahn και η
Viktoria Mullova το προσεγγίζουν διαφορετικά, άλλοι δίνουν έμφαση στην τεχνική
ακρίβεια, άλλοι στη δραματική αφήγηση, αποδεικνύοντας ότι το «trill» δεν είναι απλώς
επίδειξη, αλλά συναισθηματική κορύφωση.
Η
σονάτα αποτελεί άμεσο πρόγονο του neoclassical metal. Κιθαρίστες όπως ο Yngwie
Malmsteen, ο Marty Friedman και οι Dream Theater έχουν δηλώσει ότι η Baroque
τεχνική του Tartini, του Bach και του Paganini τους δίδαξε πώς να μεταφέρουν
την πολυφωνία, αρπέτζιο και τα trill
στην ηλεκτρική κιθάρα.
Τεχνικές
όπως το sweep picking, το legato, το tapping και τα γρήγορα εναλλασσόμενα
μοτίβα στην κιθάρα είναι η ηλεκτρική μετάφραση των διπλών τριλιών και των
πολυφωνικών γραμμών του βιολιού. Η σονάτα έχει διασκευαστεί ή δανειστεί από
συγκροτήματα όπως οι Trans-Siberian Orchestra, οι Apocalyptica, οι Therion και
οι Rhapsody of Fire, ενώ το «trill»
εμφανίζεται ως μοτίβο σε prog-metal και symphonic rock συνθέσεις που αναζητούν
τη δραματική ένταση του Baroque.
Η
Vanessa-Mae, μπορεί να το έφερε στο ευρύ κοινό, αλλά η πραγματική «γέφυρα» με
τη ροκ σκηνή χτίστηκε μέσω των κιθαριστικών διασκευών και της χρήσης του σε
soundtracks ταινιών, σειρών και βιντεοπαιχνιδιών (π.χ. Assassin’s Creed, The
Witcher 3 mods, κλασικά RPG).
Η
σονάτα μελετάται σε πανεπιστημιακά τμήματα Ιστορικής Εκτελεστικής Πρακτικής
(HIP) ως περίπτωση σύγκρισης μεταξύ μοντέρνου και Baroque βιολιού, όπως το
διαφορετικό δοξάρι, χορδές, κούρδισμα, ορναμεντική και ρυθμική ελευθερία. Μουσικολόγοι
όπως ο Peter Allsop (Giuseppe Tartini: Master of the Violin) και ο Daniel
Leech-Wilkinson αναλύουν πώς ο μύθος λειτούργησε ως μηχανισμός αυτο-προβολής
και πολιτισμικής νομιμοποίησης για έναν συνθέτη που ήθελε να τοποθετήσει την
τεχνική του βιολιού στο ίδιο επίπεδο με τη φωνητική οπερατική παράδοση.
Σε
λίστες «δυσκολότερων κομματιών για βιολί» (π.χ. Gramophone, Strings Magazine),
το «Devil’s Trill» κατατάσσεται σταθερά στην πρώτη δεκάδα, όχι μόνο για
τεχνικούς λόγους, αλλά γιατί απαιτεί συναισθηματική ωριμότητα, δηλαδή η τεχνική
πρέπει να υπηρετεί την αφήγηση, όχι το αντίστροφο.
Το
χειρόγραφο της σονάτας δεν σώζεται. Γνωρίζουμε το έργο μόνο μέσω των πρώτων
εκδόσεων του 1798 και μεταγενέστερων αντιγράφων.Ο
μύθος έχει εμπνεύσει λογοτεχνία, κόμικς, ακόμη και επιστημονικές μελέτες για τη
δημιουργικότητα στον ύπνο, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη και η επιστήμη συχνά
συναντιούνται στο ίδιο όνειρο.
Όσα μπορεί να κάνει ένα σφυρί, ούτε ο πιο
εξελιγμένος υπολογιστής δε μπορεί.
Noise rock
Πως ακούγεται: σαν μια punkμπάντα τζαμάρει με
φίλους την ίδια στιγμή που οι μάστορες κάνουν δουλειά στον ίδιο χώρο και κάπου
από δίπλα ακούγεται και ένας τζαζίστας να κάνει πρόβα. Βασικά σαν μια μπάντα,
που κάνει πρόβα, αλλά και κουρδίζουν συγχρόνως όλοι τα όργανά τους χωρίς
ιδιαίτερη επιτυχία, αλλά το αποτέλεσμα ακούγεται καλό!
Γιατί να το ακούσουμε: γιατί έδωσαν έναυσμα
για νέα είδη της rockκαι για νέες μουσικές αναζητήσεις και σε μουσικούςκαι σε μουσικόφιλους.
Γιατί όχι: γιατί οwhite noise τρυπάει τα αυτιά και μετά
εισέρχεται στον εγκέφαλο και τον καταστρέφει, κάνοντας τον κάτοχό του ένα ζόμπι
Που; Νέα Υορκη, Η.Π.Α.
Πότε; Από τα τέλη δεκαετίας του ’60 ως την
δεκαετία του ’80, αλλά γενικά είναι θολό το χρονικό πλαίσιο
Ποιοι; Το άλμπουμ WhiteLight/WhiteHeatτου 1968 των TheVelvetUndergroundθεωρείται
ορόσημο για το συγκεκριμένο είδος, αλλά και για 4-5 ακόμα. Οι Sonic Youth
κατάφεραν να φτάσουν το είδος στο ζενίθ του, αλλά αρκετά χρόνια αργότερα. Σίγουρα
και οι The Stooges έβαλαν και το λιθαράκι (κοτρώνα) στην δημιουργία του είδους.
Αλλάακόμαναακούσεις: The Butthole Surfers, Cows, Dinosaur Jr., Swans, White Zombie,
Killdozer, Flipper, Lightning Bolt
Μέρες δόξας: καλά, λέμε τώρα σε κύκλους
μουσικόφιλων και μόνο. Αλλά τέλη ’80 και αρχές ’90 σα να βγήκε από το καβούκι
τους, μέχρι να συντελέσει στην μουσική έκρηξη άλλων ειδών μέσα από τα σπλάχνα
του, τα οποία γνώρισαν και δόξα.
Κόκκινη κάρτα: ο υπερβολικός πειραματισμός
ουσιαστικά το κρατά στην σφαίρα του cult. Οτιδήποτε «γυαλίζει» τον ήχο θεωρείτε εχθρικό και εμμονή στη
τραχύτητά του είναι μάλλον υπερβολική.
Μετιμπερδεύεται; Με
Experimental rock, punk rock, Indie Rock, Grunge, alternative rock, post punk
Τι λες στον άσχετο; Έχεις δει συγκρότημα να
κουρδίζει ταυτόχρονα τα όργανά του; Αυτό μαζί με συνοδεία ηλεκτρικής σκούπας,
από τις παλιές που κάνουν θόρυβο.
Για κάθε άποψη που γεννιέται, υπάρχει πάντα
μια αντίθετη.
No wave
Πως ακούγεται: σαν τσαντισμένη funkμε στοιχεία punkκαι ψήγματα από avant-garde.
Ανάλογα με την ποσότητα αλκοόλ στο αίμα, μπορεί να ακουστεί σαν free jazz.
Βασικά ακούγεται σαν να θέλει να κάποιος να πει κάτι, αλλά δε μπορείς να
καταλάβεις τι
Γιατί να το ακούσουμε: από φιλομάθεια και
μόνο.
Γιατί όχι: γιατί είναι καλλιτεχνικό κίνημα και
απλά η μουσική είναι ένα κομμάτι του και γιατί το γεγονός να αντιτίθεσαι σε
κάποιο άλλο κίνημα σε κάνει απλά παράσιτό του, γιατί χωρίς αυτό δεν υπάρχει και
λόγος ύπαρξης.
Που; Νέα Υόρκη
Πότε; Τέλη δεκαετίας ’70 ως αρχές των ‘80ς,
Ουσιαστικά ξεκίνησε το 1978
Ποιοι; Κάποιοι απογοητευμένοι πάνκηδες, οι
οποίοι βρήκαν καλλιτεχνική στέγη στο Artists Space της Ν. Υόρκης. Οι theContortions, TeenageJesusandtheJerks, Mars, DNA, TheoreticalGirlsκαιRhysChathamήταν βασικοί θεμελιωτές της μουσικής
πλευράς του κινήματος αυτού.
Αλλά ακόμα να ακούσεις: Κυρίως συλλογές της ZE
Records
Μέρες δόξας:μόνο το γεγονός πως επηρέασαν σημαντικούς καλλιτέχνες στο μέλλον.
Κόκκινη κάρτα: πολυσχιδής χαρακτήρας του
κινήματος δεν μπορούσε να έχει διάρκεια. Ούτε μπορεί να γράψεις μουσική χωρίς
νότες.
Με τι μπερδεύεται; Από μόνη της είναι
μπερδεμένη αυτή η μουσική. Δεν μπερδεύεται, σε μπερδεύει. Βασικά με avant-garde και noise.
Τι λες στον άσχετο; Έχεις δει πίνακες του Jackson
Pollock; Αυτό σε μουσική. Αλλά και μπορείς να πεις: έχεις δει κάτι ρομαντικές
αμερικάνικες κωμωδίες, όπου ο υποψήφιος εραστής πάει όπου τον πάει η υποψήφια
κοπέλα του και βρίσκονται σε κάποιο μισο-άδειο σκοτεινό κλαμπ, όπου παίζει
μπάντα που κανένας δεν καταλαβαίνει τι προσπαθούν να κάνουν, αλλά χάρης της
τέχνης όλοι χειροκροτούν. 5-6 δηλαδή όλοι και όλοι. Αυτή η μπάντα παίζει No
wave.