Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

Rock - e - pedia : Paisley Underground

Υπάρχουν τόποι που ηχούν πιο πολύ δυνατά και πολύχρωμα από άλλους.


Paisley Underground

 

Πως ακούγεται; Σαν Indie rock ανακατεμένη με ψυχεδέλεια της δεκαετίας του ’60, με τον ήχο ενός κύματος του Ειρηνικού Ωκεανού μιας παραλίας της Καλιφόρνια να χαϊδεύει τα αυτιά μαζί με μια απαλή αύρα, που φέρνει και ένα άρωμα από το … τσιγάρου που έχει σκάσει μια παρέα δίπλα. Ουσιαστικά είναι μια μίξη indie, surf και Psychedelic rock συνδυασμένη με έναν πολύ ιδιαίτερο ήχο. 

Γιατί να το ακούσουμε: γιατί είναι πολύ καλοκαιρινό, αβλαβές και μελωδικό. Και γιατί μοιάζει με ένα καλοκαιρινό κυριακάτικο απόγευμα.



Γιατί όχι: Γιατί δεν είμαστε στην Καλιφόρνια και ζωή μας δεν είναι σαν καλοκαιρινό κυριακάτικο απόγευμα. Υπερβολικά μελιστάλαχτο και χάνεται μέσα στις ψυχεδελικές του μελωδίες.

Που; Η.Π.Α. Καλιφόρνια και πιο συγκεκριμένα στο Los Angeles, Sacramento και Davis

Πότε; Μέσα δεκετίας του ‘80

Ποιοι; Αναμφίβολα οι Dream Syndicate, όταν δημιουργήθηκαν στο Los Angeles το 1981, αλλά  οι True West  οι οποίοι παρέμεινα στην πόλη Davis. Ωστόσο το όνομα βγήκε έναν χρόνο αργότερα από τον Michael Quercio των The Three O'Clock, όταν συνεργάστηκε με την στενή του φίλη Lina Sedillo μπασίτρια τοπικού punk συγκροτήματος Peer Group και παρατήρησε πως φορούσε φόρεμα με σχέδιο paisley* σε μια συναυλία καθώς και μια γραμμένη φράση «Words from the paisley underground» γραμμένη στο μπάσο της. Λίγες εβδομάδες αργότερα του ζητήθηκε να περιγράψει τις μπάντες The Bangles, Rain Parade, οι οποίες μαζί με την δική του άνηκαν στην ίδια δισκογραφική. Έτσι γεννήθηκε και το όνομα του είδους. Green on Red, 15 Minutes και Alternate Learning θεωρούνται πρωτεργάτες του είδους.



Αλλά ακόμα να ακούσεις: Game Theory, Thin White Rope, 28th Day, Viva Saturn, Viva Saturn, Mazzy Star, Allah-Las, Exploding Flowers, Mercury Rev και Grandaddy

Μέρες δόξας:  Ουσιαστικά στα μέσα της δεκαετίας του ’80 κυρίως με την επιτυχία των The Bangles, αλλά μετά τα μέσα του ’10 διαπιστώθηκε μια αναζωπύρωση του κινήματος, αλλά πάντα είχε το κοινό του. Επηρέασε πολλά μεγάλα ονόματα.

Κόκκινη κάρτα: Ο χαρακτήρας του σαν κίνημα ή σκηνή περισσότερο, παρά σαν είδος. Πολλές μπάντες έχουν απαρνηθεί τον όρο και κάποιες άλλες ακολούθησαν πιο pop μονοπάτια.

Με τι μπερδεύεται; Με alternative rock, folk rock, garage rock, Shoegazing

Τι λες στον άσχετο; Κάτι καλιφορνέζικα ψυχεδελικά για ηλιοκαμένους μαστούρηδες σέρφερς.

 Jacek Henryk Maniakowski

* https://en.wikipedia.org/wiki/Paisley_(design)

Rock - e - pedia : Pagan metal

Όπως με μια σταγόνα μαύρο χρώμα αλλάζει κάθε χρώμα, όση ποσότητα και να υπάρχει απ’ αυτό. Όπως και μια λέξη μπορεί να αλλάξει νόημα, όχι μόνο σε μια φράση, αλλά και σε μια ιδέα.


Pagan metal

 

Πως ακούγεται: σαν θρόισμα φύλλων, στο οποίο παίζει νότες κρύος φθινοπωρινός αέρας των βόρειων χωρών. Ο ήχος των καιγόμενων ξύλων συνοδεύει τα τύμπανα συνοδεύουν  καλλίγραμμες  γυμνές χορεύτριες, οι οποίες ακολουθούν κάποιον ακατάληπτο ρυθμό γύρω από μια φωτιά; Όχι ρε, απλά είναι μια μίξη folk/black metal  με στιγμές καθαρού heavy metal στις χαλαρές του στιγμές. Η θεματολογία των στίχων το διαφοροποιεί.

Γιατί να το ακούσουμε: γιατί έχει αρκετά μουσικά διαμάντια και για να μάθουμε νέα παραδοσιακά όργανα των βόρειων χωρών. Βασικά για τους ίδιους λόγους με το folk metal.



Γιατί όχι: γιατί δεν είναι τίποτα άλλο από μια ακόμα υποκουλτούρα αναβίωσης προχριστιανικών ανιμιστικών κατά βάση θρησκειών, η οποία απλά ψάχνει και βρίσκει μουσικό υπόβαθρο.

Που; Στη βόρεια  Ευρώπη, που αλλού;

Πότε; Στις αρχές των ‘90ς

Ποιοι; Οι Νορβηγοί In the Woods θεωρούνται πρωτοπόροι. Αλλά ο όρος δόθηκε από το τραγούδι των Ιρλανδών Primordial από το τραγούδι "To Enter Pagan" από το ντέμο της μπάντας "Dark Romanticism" του 1993. Κάποιες folk metal μπάντες θεωρούνται και αυτές πως ανήκουν στο είδος.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Arkona, Bathory, Drudkh, Týr, Wolfchant και τους Τυνήσιους Ymyrgar (ναι ναι Τυνήσιους!) 



Μέρες δόξας:  έχουν τις δόξες τους σαν ξεχωριστά συγκροτήματα, αλλά κάπου στα τέλη των ‘90ς μπορεί να χαρακτηριστεί η καλή εποχή, αλλά και στη δεκαετία ’10 προς τα τέλη της.

Κόκκινη κάρτα: Ναζί!, μαζεύουν ναζί. Συγκεκριμένα οι Λετονοί Skyforger το χουν δηλώσει ανοιχτά. Θέλει πολύ προσοχή, γιατί με το πρόσχημα των προχριστιανικών λατρειών, λατρεύουν σβάστικες. 

Με τι μπερδεύεται; Με folk metal, βασικά αυτό είναι στην ουσία. Με black metal και γενικά θέλει μια ματιά στην θεματολογία των στίχων τους για να το ξεχωρίσεις.

Τι λες στον άσχετο; Σαν το folk metal, αλλά πριν την έλευση του Χριστιανισμού στις βόρειες χώρες…. Όχι,  δεν είναι τόσο παλιό, απλά θυμάται τα παλιά ή έτσι νομίζει.

Jacek Henryk Maniakowski

Rock - e - pedia : Oi!

 Όταν τα λόγια σου ακούγονται αδύναμα, συνόδεψε τα με νότες και θα μείνουν για πάντα.

 

Oi!

 

Πως ακούγεται: Σαν ένα μάτσο μεθυσμένοι οπαδοί ποδοσφαιρικής ομάδας να τραγουδάνε μετά την νίκη της. Στην πραγματικότητα, ίσως είναι η πιο ατόφια έκφραση της punk rock. Απλά ακόρντα και δυνατοί στίχοι.

Γιατί να το ακούσουμε: Πάντα οι Άγγλοι βγάζουν ενδιαφέροντες νέες μουσικές τάσεις. Γιατί είναι αγνή punk και με στίχο κυνικά εύστοχο.



Γιατί όχι: Γιατί θέλει πολύ προσοχή ο στίχος, μη μπερδευτεί κανείς με nazi punk, οι οποίοι υιοθέτησαν το είδος . Και γιατί μπορεί να μην σ αρέσει η punk

Που; Αγγλία και μάλιστα συγκεκριμένα στο ανατολικό Λονδίνο.

Πότε; Τέλη δεκαετίας του ’70 αρχές ‘80

Ποιοι; Εδώ είναι κάπως θολά τα πράγματα, καθώς οι πρώτες μπάντες έπαιζα punk rock, αυτό που άλλαζε ήταν τα ξυρισμένα κεφάλια και συγκεκριμένος ενδυματολογικός κώδικας. Οι Sham 69 και Cock Sparrer, έπαιζαν το είδος πριν καν χρησιμοποιηθεί ο όρος. Οι Cockney Rejects χρησιμοποιούσαν την λέξη για ξεσηκώσουν τον κόσμο και μάλιστα το τραγούδι τους "Oi, Oi, Oi" του 1980 είναι το ορόσημο για το είδος. Ο όρος σημαίνει hey ή hey there!

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Angelic Upstarts, the 4-Skins, the Business, Anti-Establishment, Blitz, the Blood και Combat 84



Μέρες δόξας:  αρχές δεκαετίας του ’80, αλλά η punk και δόξα δεν πάνε μαζί. Ουσιαστικά σε πολύ συγκεκριμένους κύκλους έχουν το κοινό τους και ανάμεσα σε χούλιγκαν. 

Κόκκινη κάρτα: Οι υποκουλτούρα των skinheads ταυτίστηκε γρήγορα από τους νέο-ναζί, αν αρχικά είχε σχέση μόνο με εργατική τάξη και κοινωνικούς αγώνες, αλλά και με την οπαδική ποδοσφαιρική βία. Μέσα από το στυλ τους υιοθετήθηκε από εθνικιστικές οργανώσεις και γρήγορα σε όλους νεοναζί σε όλο τον δυτικό κόσμο.

Με τι μπερδεύεται; Με νεοναζί σκινάδες, Mod revival και την σκέτη punk.

Τι λες στον άσχετο; Ξέρεις το "Rose Tattoo" των Dropkick Murphys, αυτό που έπαιζαν στην αρχή της καριέρας τους και πριν βάλουν γκάιντες. 

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Siouxsie and the Banshees - Kiss Them for Me

 

Η έβδομη τέχνη ή αλλιώς ο κινηματογράφος, είναι άμεσα συνυφασμένη με την μουσική. Ουσιαστικά αυτή τον στήριξε στα πρώτα του βήματα. Αλλά, ακόμα και σήμερα ένα μεγάλο μέρος επιτυχίας μιας ταινίας οφείλεται σε ένα επιτυχημένο soundtrack. Αλλά δεν είναι λίγες φορές που η θεματολογία κάποιου τραγουδιού είναι κάποιος κινηματογραφικός σταρ, ή έστω κάποιος υποσχόμενος σταρ (http://echooadventures.blogspot.gr/2013/04/the-cult-edie-ciao-baby.html) . Αλλά αυτό που κινεί το ενδιαφέρον, να γίνει ένας ηθοποιός πρωταγωνιστής σε κάποιο τραγούδι, είναι το …. τέλος του. Όσο πιο τραγικό, τόσους μουσικούς δημιουργούς προσελκύει για να η ιστορία του λυρικό μέρος ενός τραγουδιού.



Πολλές φορές ο κινηματογραφικός αστέρας, στον οποίο είναι αφιερωμένο το τραγούδι, αποκαλύπτεται μέσα από τον τίτλο. Άλλες φορές μέσα από τους  στίχους φανερώνεται το όνομά του. Άλλες πάλι πρέπει να αναζητήσεις, πάντα μέσα από το λυρικό μέρος, την σημασία των στίχων, αλλά και τα γεγονότα που περιγράφουν. Και σε αυτήν την κατηγορία ανήκει το τραγούδι «Kiss Them for Me» των Siouxsie and the Banshees. Είναι το πρώτο single από το δέκατο άλμπουμ της βρετανικής μπάντας, το Superstition του 1991. Η δημιουργία όλης της μπάντας και σε παραγωγή του Stephen Hague, ηχογραφήθηκε το 1991 στα Olympic Studios του Λονδίνου και αναφέρεται στην μεγάλη ξανθιά ντίβα Jayne Mansfield ή αλλιώς Vera Jayne Palmer, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα.

Το bassline παιγμένο από τον Steven Severin είναι ο ρυθμικός πυλώνας του τραγουδιού και προσπαθεί να μιμηθεί τον παλμό μιας μηχανής κατά την διάρκεια κάποιους ταξιδιού. Τα τύμπανα του Budgie

Ο τίτλος του τραγουδιού είναι παρμένος από μια ταινία του 1957, στην οποία πρωταγωνιστούσε η ηθοποιός μαζί με τον Cary Grant. Μια πιο διερευνητική ματιά στο λυρικό μέρος, αποκαλύπτει την άστατη ζωή της, γεμάτη σαμπάνια και ατέλειωτα πάρτι. Αλλά ακόμα και άλλες λεπτομέρειες για την ζωή της, όπως ακόμα και το σχήμα της καρδιάς, που είχε η πισίνα της. Οι στίχοι αναφέρονται ακόμα και στο τραγικό θάνατο της, στον δρόμο για την Νέα Ορλεάνη, σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Όμως η περιγραφή των τελευταίων στιγμών της περιλαμβάνει και μια μακάβρια ειρωνεία: «On the road to New Orleans / a spray of stars hit the screen / as the 10th impact shimmered / the forbidden candles beamed». Το αυτοκίνητο της το παρομοιάζει με spray of stars, που χρησιμοποιούσε η ηθοποιός για τα ξανθά μαλλιά της. Το 10th impact, συμβολίζει την 10η της λαμπερή πρεμιέρα, μιας που είχε γυρίσει 9 ως το ατύχημα της, πάντα με μεταφορικό τρόπο, όπου η λάμψη της συναντά τη μοίρα. Αλλά και τα forbidden candles, είναι μια αναφορά στο έκλυτο βίο της, αλλά και στην καθολική/θρησκευτική ενοχή που συνόδευε τη δημόσια εικόνα της εποχής. Η Mansfield κατηγορούνταν δημόσια για ανηθικότητα, ενώ ταυτόχρονα λατρευόταν ως sex symbol.

Μια άχρηστη πληροφορία σχετικά με την ξανθιά ντίβα, ότι η κόρη της Mariska Hartigay, πρωταγωνιστεί στην γνωστή αστυνομική, πλην κρυφό-ηθικοπλαστική σειρά Law And Order. Από μουσικής άποψης, το συγκρότημα σε αυτό άλμπουμ αλλάζει μουσική κατεύθυνση, θέλοντας να βγει από τα πιο σκοτεινά μονοπάτια της new/dark wave και φλερτάροντας με την straightforward pop. Η επιλογή του Stephen Hague στην παραγωγή θεωρείται ιδανική, καθώς ήταν ήδη μεγάλο όνομα στο κίνημα της synthpop. Για κρουστά χρησιμοποιούνται τα Tabla, είδος σύνηθες περισσότερο σε κουβανική ή λατινοαμερικάνικη μουσική. Αλλά και πιθανώς dholak ή sitar-like synth, που δίνουν την ανατολίτικη/έθνικ υφή σε ρυθμό το bhangra, ένα είδος χορού νοτιο-ανατολικής Ασίας και συγκεκριμένα της Παντζάμπ (Βόρεια Ινδία/Πακιστάν), που στα μέσα της δεκαετίας  γίνεται πολύ δημοφιλές. Επίσης, δημιουργείται η αίσθηση της χρήση samples από άλλα τραγούδια, αλλά αίσθηση αυτή της ανακύκλωσης προέρχεται από την παραγωγή του Stephen Hague, που συνδύασε προγραμματισμένα drums, ethnic percussion και synth pads, δημιουργώντας μια dance-rock αισθητική που θύμιζε την εποχή του acid house και της synthpop, δείχνοντας και την στροφή της μπάντας.

Το τραγούδι κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1991 και έφτασε στο Νο 23 του UK Singles Chart, Νο 1 του US Billboard Modern Rock Tracks, Νο 57 του Billboard Hot 100 και Νο 1 στον Καναδά. Ήταν η μεγαλύτερη αμερικανική επιτυχία της μπάντας μετά το «Cities in Dust» (1985). Το βίντεο κλιπ σκηνοθέτησαν οι Jonathan Dayton και Valerie Faris (μετέπειτα σκηνοθέτες του Little Miss Sunshine). Χρησιμοποίησε γρήγορα cuts, glamour φωτογραφίες, αναφορές στην αισθητική της Mansfield (ξανθά μαλλιά, κόκκινα χείλη, vintage αυτοκίνητα) και heavy rotation στο MTV, που το μετέτρεψε σε πολιτισμικό φαινόμενο της early-90s alternative σκηνής.


Jacek Henryk Maniakowski


Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Η επιτυχία στην μουσική βιομηχανία Part II

 

Η αρχιτεκτονική είναι μία επιστήμη η οποία έχει στηρίξει το κάθε πολιτισμό, αλλά ουσιαστικά το ορίζει κιόλας, εξαιτίας του γεγονότος πως οι δημιουργίες της μένουν στο χρόνο. Η πρόσβαση στα υλικά στα αρχαία χρόνια δεν ήταν τόσο εύκολη, έτσι οι αρχιτέκτονες προσπάθησα να σχεδιάσουν κάτι που θα μείνει στην ιστορία με βάση τα υπάρχοντα υλικά. Κάτι το οποίο είναι σωστά δομημένο, ακόμα και αν το υλικό δεν είναι το καλύτερο, καταφέρνει να κρατηθεί στο χρόνο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι παλιές γέφυρες που κατάφεραν να αντέξουν σεισμους, στηριζόμενες ουσιαστικά σε μία βασική πέτρα. Κάπως έτσι λειτουργεί και η βιομηχανία της μουσικής, μικρά σημεία χτίζουνε κάτι που θα μείνει στο χρόνο. Και τα στοιχεία αυτά βέβαια αποτελούνται από νότες, αλλά και πράγματα που φαίνονται ασήμαντα σε έναν μουσικό.

 


Υποκουλτούρα, Κοινότητα Φαν & Υποπολιτισμικό Κεφάλαιο

 

Μπορεί ακόμα και η ροκ και η metal μουσική να αποτελούν προϊόντα, αλλά αυτά δεν καταναλώνονται απλά παθητικά. Κυρίως στη metal δημιουργούνται κοινότητες και αυτές ακολουθούν κάποια μοτίβα συμπεριφοράς τα οποία έχουν να κάνουν με τις αγαπημένες τους μπάντες. Η Thornton το 1995, επεκτείνοντας τη θεωρία του Bourdieu, εισάγει την έννοια του υποπολιτισμικού κεφαλαίου, δηλαδή έχει να κάνει με τη γνώση των κωδικών εντός μιας κοινότητας, τη συμμετοχή σε σκηνικά δίκτυα, η συλλογή των δίσκων, καθώς και την παρακολούθησε των συναυλιών και πολλές φορές συμμετοχή σε forums/zines. Όλα αυτά είναι μορφές του πολιτισμικού νομίσματος οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να καθορίσουν ακόμα και την ιεραρχία μέσα σε μία τέτοια κοινότητα.

 

Οι Kahn-Harris (2007) και Jenkins (1992) αναδεικνύουν το γεγονός πως οι οπαδοί των συγκροτημάτων δεν είναι απλοί καταναλωτές, αλλά είναι οι ίδιοι οι οποίοι χτίζουν το νόημα, δηλαδή δημιουργούν το περιερχόμενο, οργανώνουν το fun clubs, προωθούν το υλικό μιας μπάντας από στόμα σε στόμα και γενικά λειτουργούν ως πρεσβευτές ή αντιπρόσωποι ενός συγκροτήματος. Σε κάποιες συγκεκριμένες metal σκηνές, στις οποίες η εμπορική προβολή είναι συχνά πολύ περιορισμένη, η οργανική ανάπτυξη μέσω τέτοιων δικτύων που αποτελούνται από τους οπαδούς, είναι ο μόνος δρόμος για τη βιωσιμότητα της μπάντας. Γενικά μία μπάντα η οποία επενδύει στην αλληλεπίδραση, στην προσβασιμότητα καθώς και στην αναγνώριση της κοινότητας της, ουσιαστικά χτίζει ένα κοινωνικό κεφάλαιο που μπορεί να μετατραπεί σε μία μακροπρόθεσμη επιτυχία.



Υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά παράδειγματα συγκροτημάτων τα οποία στηρίζονται στην συμμετοχή του κοινού. Το πρώτο μεγάλο όνομα είναι οι Iron Maiden, οι οποίοι διατηρούν δεκαετίες τι είναι επιτυχία τους μέσα από ένα παγκόσμιο δίκτυο δικτύων fanzines και επίσημων fan clubs πως στην ουσία λειτουργούν ως ένας ανεξάρτητος μηχανισμός προώθησης. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δικοί μας Rotting Christ μετέτρεψαν  το underground tape-trading και το word-of-mouth σε ένα κεφάλαιο που τους εξασφαλίζει πιστό κοινό χωρίς mainstream έκθεση. Οι Γάλλοι Gojira διαρκώς εμπνέουν τους οπαδούς τους για να γίνουν πρεσβευτές ενός οικολογικού και φιλοσοφικού μηνύματος, μέσα από την οργάνωση καμπάνιας  και ουσιαστικά από underground progressive metal με πολύ περιορισμένο κοινό, αλλά πιστό, ουσιαστικά οδηγήθηκαν στο να παίξουν σε έναρξη Ολυμπιάδας και να γίνουν το πρώτο metal συγκρότημα που συμμετείχε σε τέτοια είδους εκδήλωση. Οι Sleep Token από την άλλη σκόπιμα τροφοδότησαν μία απόκρυφη αφήγηση οδηγώντας στους οπαδούς της μπάντας σε ένα είδος αρχαιολόγους του δικού τους μύθου και παράλληλα δημιουργώντας δημοφιλής θεωρίες και ερμηνείες που ουσιαστικά διαφημίζουν και το συγκρότημα. Ενώ οι Amon Amarth χρησιμοποίησαν τον μύθο των Βίκινγκς καλώντας τους οπαδούς τους να συμμετέχουν στη συλλογική αυτή ταυτότητα και παράλληλα δημιούργησαν ένα φανατικό κοινό.

 

Τεχνολογία, Streaming & Αλγοριθμική Ορατότητα

 

Η τεχνολογία άλλαξε τα δεδομένα και στη μουσική, όχι μόνο ως δημιουργία αλλά και στην προώθηση της. Η μετάβαση από την φυσική πώληση στην ψηφιακή και στα ψηφιακά streams άλλαξε σε μεγάλο βαθμό τους μηχανισμούς που μπορούν να γνωστοποιήσουν ένα συγκρότημα για έναν καλλιτέχνη. Στις μέρες μας η ορατότητα μιας μπάντας, δηλαδή ο βαθμός κατά τον οποίο μπορεί ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων να ακούσει και να την δει, καθορίζεται πλέον από τους αλγόριθμους που έχουν διάφορες πλατφόρμες προβολής, όπως είναι Spotify, YouTube, TikTok, από τις playlists, αλλά και μηχανισμούς viral διάδοσης. Ο Wikström το 2020 και ο Morris  λίγο νωρίτερα, το 2015, ήδη το έχουν παρατηρήσει και αναφέρουν πως η ψηφιακή μουσική οικονομία δεν έχει έναν ουδέτερο χαρακτήρα και ευνοεί συγκεκριμένα μοτίβα κατανάλωσης, όπως είναι η μικρή διάρκεια, η άμεση προσοχή που δείχνει το βίντεο ή ο ήχος, καθώς και την τακτική επανάληψη, δημιουργώντας παράλληλα μορφές ανισότητας στην προβολή της μουσικής.



Στη rock και metal μουσική τα μουσικά κομμάτια έχουν μεγαλύτερη διάρκεια, άρα γίνονται λιγότερα φιλικά προς τους αλγόριθμους. Η στρατηγική τοποθέτηση σε niche playlists, η συνεργασία με influencers του είδους, η δημιουργία οπτικού περιεχομένου (lyric videos, live sessions, behind-the-scenes) και η εκμετάλλευση του YouTube ως δευτερεύουσας πλατφόρμας ανακάλυψης έχουν γίνει απαραίτητα εργαλεία. Αν και υπάρχει μία λανθασμένη άποψη προς η τεχνολογία μειώνει την ποιότητα, αυτό στην ουσία δεν ισχύει καθώς δεν την αντικαθιστά, απλά λειτουργεί ως διαφορετικός πολλαπλασιαστής ή ένα ακόμα φίλτρο για την ορατότητα ενός καλλιτέχνη. Σίγουρα στο παρελθόν, όπου υπήρχε φυσική πώληση, λειτουργούσαν πάλι τέτοιοι μηχανισμοί απλά με διαφορετικό τρόπο. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα πλέον, στα οποία νέες χρησιμοποιούν μικρά βιντεράκια στις πλατφόρμες, κάτι που τραβάει εύκολα το βλέμμα και την προσοχή νέου ακροατή και ίσως υποψήφιο οπαδού της μπάντας.

 

Συγκυρία, Πολιτισμικό Πλαίσιο & ο Ρόλος της Τύχης

 

Οι Peterson & Berger το 1975 και ο Frith το 1987 ασχολήθηκαν και ανέλυσαν την έννοια της πολιτιστικής παραγωγής και συμπέραναν πως η επιτυχία έχει να κάνει με πολιτισμικούς ιστορικούς σταθμούς, όπως είναι για παράδειγμα οι κοινωνικές αναταραχές, οι αλλαγές στην κουλτούρα των νέων, κένα που έχουν δημιουργηθεί στην αγορά, καθώς και κάποιες χρήσεις ενός τραγουδιού, όπως είναι η χρήση σε ταινία ή παιχνίδια και δημοφιλή video. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορούμε να μιλάμε για κάποια τυφλή σύμπτωση, αλλά για την ικανότητα μιας μπάντας ή ενός καλλιτέχνη ή του επιτελείου να μπορέσεις να γνωρίσει και να αξιοποιήσει μία πολιτισμική ευκαιρία όταν αυτή εμφανίζεται.

Στη metal μουσική υπάρχουν αρκετά τέτοια παραδείγματα, αλλά τα πιο χαρακτηριστικά είναι άνοδος του groove metal στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, αλλά επίσης αναβίωση του traditional heavy metal τη δεκαετία του 2010, κάτι που δεν είχε να κάνει με μουσικές καινοτομίες αλλά σε μία γενική πολιτισμική κόπωση από τα προηγούμενα trends, επίσης αλλαγές στα μέσα παραγωγής καθώς και στην συλλογική νοσταλγία ή ακόμα αναζήτηση πιο βαριάς μουσικής σε περιόδους κοινωνικής αβεβαιότητας. Η επιτυχία λοιπόν, έχει να κάνει με την σωστή στιγμή, το timing, καθώς και την πολιτισμική συντονιστικότητα, όπως το ονόμασαν οι ακαδημαϊκές πηγές, ή αλλιώς cultural resonance.



Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δυο «βρετανικές εισβολές» στην αμερικάνικη μουσική αγορά, η μία στη δεκαετία του 60 και και η επόμενη 2 δεκαετίες μετά, που είχαν ακριβώς το σωστό timing και έκανα κάθε βρετανική μπάντα να κάνει τρελές πωλήσεις στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Επίσης κάποιες μπάντες έχουν ταυτιστεί με τον πόλεμο του Βιετνάμ και με τους στρατιώτες που γυρνούσαν από τον πόλεμο να τις καθιερώνουν και στην αμερικάνικη αγορά και όχι μόνο στα στρατόπεδα το αμερικάνικου στρατού.

Ουσιαστικά, ξύσαμε λίγο την επιφάνεια και απλά είδαμε μερικούς παράγοντες που μπορούν να καθορίσουν την επιτυχία ή μη μιας ροκ ή μιας metal μπάντας. Και σίγουρα δεν είναι μόνο αυτά πού την καθορίζουν, αλλά υπάρχουν πολλά σημεία ακόμα αν υποθέσουμε πως η μπάντα έχει ήδη τη μουσική αρτιότητα. Σίγουρα η επιτυχία μιας μπάντας ή ενός καλλιτέχνη δεν είναι μονοδιάστατο φαινόμενο και ως θεμέλιο πρέπει να θεωρηθεί η ποιότητα, αλλά η άνοδος, εδραίωση, αλλά ακόμα και η μακροζωία ενός συγκροτήματος καθορίζονται από ένα πλήθος αλληλοεπικαλυπτόμενων παραγόντων, όπως για παράδειγμα τα βιομηχανικά δίκτυα και gatekeepers, στρατηγικό μάρκετινγκ και κατασκευή αυθεντικότητας, ενεργές κοινότητες φαν και υποπολιτισμικό κεφάλαιο, αλγοριθμική ορατότητα και ψηφιακή προσαρμογή, καθώς και πολιτισμική συγκυρία και πάντα λίγη τύχη να είναι υπολογίσιμη.

Η κατανόηση των μηχανισμών αυτών δεν μειώνει την τέχνη ούτε την υποβαθμίζει, αλλά αντίθετα μπορεί και εύκολα να αναγνωρίσουμε το γεγονός πως η μουσική δε ζει στο κενό, αν και πολλές φορές είναι ένας ανεξάρτητος οργανισμός. Η μουσική που ακούμε σήμερα ζει μέσα στα συστήματα που ζούμε κι εμείς, μέσα στις ίδιες κοινότητες και ακολουθεί τις ίδιες ιστορικές στιγμές. Και για αυτό το λόγο ακριβώς οι επιτυχίες στη ροκ και στη metal μουσική είναι συγχρόνως καλλιτεχνική, κοινωνική και η βιομηχανική πράξη.

Jacek Henryk Maniakowski

Part I 

Πηγές: 

1. Anderton, C., Dubber, A., & James, M. (2011). Understanding the Music Industry. SAGE Publications. 

2. Frith, S. (1987). "Towards an Aesthetic of Popular Music". Στο Music and Society: The Politics of Composition, Performance and Reception (επιμ. R. Leppert & S. McClary). Cambridge University Press. 

3. Hesmondhalgh, D. (2019). The Cultural Industries (4η έκδ.). SAGE Publications. 

4. Hirsch, P. M. (1972). "Processing Fads and Fashions: An Organization-Set Analysis of Cultural Industry Systems". American Journal of Sociology, 77(4), 639–659. 

5. Jenkins, H. (1992). Textual Poachers: Television Fans and Participatory Culture. Routledge. 

6. Kahn-Harris, K. (2007). Extreme Metal: Music and Culture on the Edge. Berg Publishers. 

7. Moore, A. F. (2002). "Authenticity as Authentication". Popular Music, 21(2), 209–223. 

8. Morris, J. W. (2015). Selling Digital Music, Formatting Culture. University of California Press. 

9. Peterson, R. A., & Berger, D. G. (1975). "Cycles in Symbolic Production: The Case of Popular Music". American Sociological Review, 40(2), 158–173. 

10. Thornton, S. (1995). Club Cultures: Music, Media and Subcultural Capital. Polity Press. 

11. Weinstein, D. (2013). Heavy Metal: The Music and Its Culture (αναθεωρημένη έκδ.). Da Capo Press. 

12. Wikström, P. (2020). The Music Industry: Music in the Cloud (3η έκδ.). Polity Press. 


Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Η επιτυχία στην μουσική βιομηχανία Part I

 

Είναι σχεδόν επιβεβαιωμένο ως οι πρωτοπόροι σε οποιοδήποτε τομέα σπάνια δοξάζονται συνήθως στη δόξα παίρνει ο αμέσως επόμενος ή ο άνθρωπος που κατάφερε να αναδείξει την πρωτοπορία, που δεν άνηκε πάντα στον ίδιο. Η δόξα ή αναγνώριση, η επιτυχία και η ανάδειξη είναι φαινόμενα που δεν έχουν να κάνουν με την ικανότητα, το ταλέντο και τη γνώση ενός αντικειμένου. Η μουσική, ένα κομμάτι της ζωής και της ανθρώπινης δραστηριότητας, επηρεάζεται από τους ίδιους κανόνες. Όσοι ασχολούνται με μουσική είτε ως ακροατές είτε ως μουσικοί είτε ακόμα ως άνθρωποι που είναι μέσα στην μουσική show bizz, γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν είναι το καλύτερο συγκρότημα ή ο καλύτερος καλλιτέχνης αυτός που γνωρίζει τη μεγάλη επιτυχία, αλλά αυτός που βρισκόταν τη σωστή στιγμή, στο σωστό σημείο και με τη σωστή ιδέα.



Στην πλειοψηφία ο κόσμος έχει την εντύπωση πως ο στόχος της ροκ και της metal μουσικής είναι η δόξα και η καταξίωση, αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν πως ουσιαστικά ο σκοπός είναι η απλή επιβίωση. Και όντως σε αυτό το κομμάτι ένα μικρό μόνο ποσοστό, μάλλον μονοψήφιο, καταφέρνει απλά να επιβιώσει ώστε να συντηρείται από τη μουσική. Η ικανότητα και το ταλέντο ενός μουσικό καθώς και η μουσική γνώση είναι όντως απαραίτητα, αλλά δεν αποτελούν καμία εγγύηση επιτυχίας. Η ιστορία τις ροκ και της metal μουσικής σφήζει από παραδείγματα εξαιρετικών συγκροτημάτων τα οποία ποτέ δεν γνώρισαν τη δόξα και πάντα έμειναν στο περιθώριο. Εν αντιθέσει, κάποιες μπάντες με πολύ μέτρια τεχνική και  μουσική επάρκεια κατάφερε να γίνουν παγκόσμια φαινόμενα. Και έτσι εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε πως η διαφορά δεν βρίσκεται στο στούντιο ή στη σκηνή, αλλά σε ένα πιο πολύπλοκο σύστημα βιομηχανικών, κοινωνικών, τεχνολογικών καθώς ακόμα και πολιτισμικών παραγόντων οι οποίοι αλληλεπιδρούν και διαμορφώνουν την εικόνα ενός καλλιτέχνη μίας μπάντας, την εμπορική επιτυχία και την μακροζωία ενός μουσικού σχήματος.

 

Βιομηχανικά Δίκτυα & Πύλες Εισόδου (Gatekeeping)

 

Στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και γενικά της εύκολης πρόσβαση στην πληροφορία, ένας καλλιτέχνης ή ενα συγκρότημα μπορεί να ακολουθήσει ένα μοναχικό δρόμο και να γίνει γνωστός μέσω από αυτά. Άρα στη συνέχεια τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως το φανταζόταν ένας φιλόδοξος καλλιτέχνης. Εκεί χρειάζεσαι πλέον να μπεις μέσα στη μουσική βιομηχανία και προφανώς τα δημιουργήματά του κάθε μουσικού γίνονται πλέον προϊόντα. Η μουσική βιομηχανία, από τότε που ανακάλυψε πως μπορεί να βγάλει υπερκέρδη από την τέχνη της μουσικής, όσο ένα σύστημα «πυλών» (gatekeeping), μέσα στο οποίο η συγκεκριμένη επαγγελματική κόμβοι ελέγχουν την ροή της δημιουργίας προς το κοινό. Κάτι στο οποίο είχε αναφερθεί ήδη το 1972 ο Hirsch και συγκεκριμένα αναφέρει πως η επιτυχία δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της καλλιτεχνικής αξίας, αλλά αποτελεί προϊόν οργανωσιακών διαδικασιών επιλογής, προώθησης και τέλος διανομής. Στη Rock & Metal σκηνή, οι ρόλοι των A&R (Artists & Repertoire) των μάνατζερ, των παραγωγών, των bookers φεστιβάλ και των ραδιοφωνικών παραγωγών είναι καθοριστικοί. Έτσι, μία μπάντα που μπορεί να διαθέτει ένα καταπληκτικό υλικό αλλά δεν έχει καμία πρόσβαση στα δίκτυα διανομής, συνεργασίες με έμπειρους παραγωγούς και δεν την προσκαλούν σε φεστιβάλ ο έκτης αρχής έχουν πολύ κόσμο, συνεχίζει να είναι απλά ένα κρυμμένο διαμάντι το οποίο ίσως το βρουν κάποιοι μουσικωρύχοι.



Εύκολα μπορεί κάποιος να απαντήσει σε κάποιο ρομαντικό που μόλις ανακάλυψε μία μπαντάρα, γιατί αυτήν δεν παίζουν στα ραδιόφωνα FM ή γιατί δεν καλούν στα μεγάλα φεστιβάλ. Οι Hesmondhalgh το 2019 και Anderton, Dubber & James  το 2011 τονίζουν σχεδόν κυνικά πως η μουσική βιομηχανία δεν ανακαλύπτει τα ταλέντα, αλλά τα κατασκευάζει η ίδια μέσα από στρατηγικές τοποθέτησης, μέσα από σωστές επενδύσεις και μέσα από την σωστή διαμεσολάβηση. Στην metal σκηνή, μιλώντας πιο συγκεκριμένα, η πρόσβαση σε εξειδικευμένα δίκτυα, όπως είναι τα Labels (π.χ. ετικέτες όπως η Nuclear Blast, η Season of Mist ή η Metal Blade), λειτουργούν ως ένα πιστοποιητικό καλής ποιότητας της μπάντας, κάτι που από μόνο του μπορεί να ανοίξει αρκετές πόρτες.

 

Μάρκετινγκ, Οπτική Ταυτότητα & η Κατασκευή της «Αυθεντικότητας»

 

Στη Rock και στη Metal μουσική η καλλιτεχνική αξία πολλές φορές έχει δευτερεύοντα ρόλο, καθώς η εικόνα, κυρίως στη Metal μουσική, παίζει ένα βασικό ρόλο ο οποίος δεν είναι διακοσμητικός και αποτελεί το κυρίως μέρος του προϊόντος. Η ταυτότητα μιας  μπάντας  ως εικόνα (εξώφυλλα, λογότυπα, σκηνική παρουσία, merchandising) λειτουργεί ως ένας κώδικας αναγνώρισης, αλλά επίσης ως ένα μέσον το οποίο το διαφοροποιεί από την ήδη κορεσμένη αγορά. Κάτι το οποίο έχει παρατηρήσει και ο Moore το 2002, λέγοντας χαρακτηριστικά [ως η η «αυθεντικότητα» στη δημοφιλή μουσική δεν είναι εγγενής ιδιότητα, αλλά πολιτισμική κατασκευή που διαπραγματεύεται συνεχώς μέσω των μέσων, των κριτικών και των φαν. Και προφανώς γίνεται εύκολα κατανοητό πως μία μπάντα στη δεκαετία του ‘80 έπρεπε να δημιουργήσει διαφορετική εικόνα απ' ότι μία μπάντα στην δεκαετία του 2020 και μπορεί ο καθένας να αντιληφθεί γιατί κάποιες μπάντες δεν μπορεί να πετύχουν στη σημερινή εποχή αντιγράφοντας κάποιες άλλες τον προηγούμενο δεκαετιών.

Στην Metal μουσική η αυθεντικότητα έχει άμεση σύνδεση με την υποκριτική απόρριψη της εμπορευματοποιήσεις, τονίζοντας την «underground» προέλευση, την τεχνική επάρκεια καθώς και την πολιτισμική συνέπεια, κάτι που αναφέρει χαρακτηριστικά ο Weinstein το 2013. Μία μπάντα πρέπει να παρουσιάσει μία ιστορία γύρω από αυτήν που να έχει συνέπεια και να μπορεί να δημιουργήσει ταυτότητά της, είτε αυτό γίνεται μέσω κάποιας μυθολογίας είτε μέσα από κάποιο κοινωνικό σχολιασμό, αλλά ακόμα μέσω μιας αισθητικής ομοιογένειας, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο μία συναισθηματική δέσμευση που έχει τη δυνατότητα να μεταφραστεί σε πιστό κοινό καθώς και σε εμπορική ανθεκτικότητα.



Η θεωρία του Weinstein βρίσκει την εφαρμογή της σε δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα πολύ επιτυχημένων συγκροτημάτων, στους Ghost και στους Slipknot. Οι πρώτοι κρατάνε τη συνέπεια τους μέσω της θεατρικής, σχεδόν κινηματογραφικής συνέπειας δημιουργώντας μία ιστορική αφήγηση με την διαδοχή Papa Emeritus/Cardinal Copia και τους ανώνυμους Nameless Ghouls. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργούν μία διαρκώς αυξανόμενη βάση των οπαδών (fanbases) και από τις πιο πιστές στη σύγχρονη σκηνή. Κατάφεραν να αναδείξουν το γεγονός πως η εμπορική αυθεντικότητα είναι το ίδιο ισχυρή με την αυθόρμητη.

Οι δεύτεροι, οι Slipknot, δημιούργησα την αυθεντικότητά τους ως μία ωμή συνέπεια και underground ρίζα. Η εικόνα τους με μάσκες, με φόρμες, αλλά ακόμα και με αριθμούς δημιουργήθηκε μέσα από την μυθολογία της Iowa, ακολουθώντας θέματα όπως είναι η αποξένωση, η οργή καθώς και η ψυχολογική κατάρρευση και κατάφερε να δημιουργήσουν μία ταυτότητα που παραμένει αναλλοίωτη στον πυρήνα της, παρά τις αλλαγές των μελών και του ήχου.

Και στις δυο περιπτώσεις, το κοινό δεν αγοράζει τη μουσική των δυο αυτών συγκροτημάτων, αλλά συμμετέχει παράλληλα στον μύθο που έχουν δημιουργήσει.

Jacek Henryk Maniakowski

Part II

Πηγές: 

1. Anderton, C., Dubber, A., & James, M. (2011). Understanding the Music Industry. SAGE Publications. 

2. Frith, S. (1987). "Towards an Aesthetic of Popular Music". Στο Music and Society: The Politics of Composition, Performance and Reception (επιμ. R. Leppert & S. McClary). Cambridge University Press. 

3. Hesmondhalgh, D. (2019). The Cultural Industries (4η έκδ.). SAGE Publications. 

4. Hirsch, P. M. (1972). "Processing Fads and Fashions: An Organization-Set Analysis of Cultural Industry Systems". American Journal of Sociology, 77(4), 639–659. 

5. Jenkins, H. (1992). Textual Poachers: Television Fans and Participatory Culture. Routledge. 

6. Kahn-Harris, K. (2007). Extreme Metal: Music and Culture on the Edge. Berg Publishers. 

7. Moore, A. F. (2002). "Authenticity as Authentication". Popular Music, 21(2), 209–223. 

8. Morris, J. W. (2015). Selling Digital Music, Formatting Culture. University of California Press. 

9. Peterson, R. A., & Berger, D. G. (1975). "Cycles in Symbolic Production: The Case of Popular Music". American Sociological Review, 40(2), 158–173. 

10. Thornton, S. (1995). Club Cultures: Music, Media and Subcultural Capital. Polity Press. 

11. Weinstein, D. (2013). Heavy Metal: The Music and Its Culture (αναθεωρημένη έκδ.). Da Capo Press. 

12. Wikström, P. (2020). The Music Industry: Music in the Cloud (3η έκδ.). Polity Press.  

Rock - e - pedia : New wave of American heavy metal

 Το κύμα μπορεί να γίνει πιο επιτυχημένος αρχιτέκτονας στην φύση, φτάνει να μπορεί να χτυπήσει τον κατάλληλο βράχο.


New wave of American heavy metal (ή NWOAHM)

  

Πως ακούγεται: Σαν metal «αμερικανιά». Σαν αγγλικά riffs της NWOBHM με χάλια φωνητικά. Στην πραγματικότητα είναι η ενσωμάτωση νέων προσεγγίσεων προς την metal μουσική στην καθαρή αγγλική metal.

Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί είναι ορισμός της σύγχρονης metal, χωρίς τις αγκυλώσεις  της κλασικής. Και γιατί περιλαμβάνει μεγάλο φάσμα ακουσμάτων, μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνει και τα πιο κορυφαία ονόματα της μουσικής. Ουσιαστικά έκανε την metal δημοφιλή σε παγκόσμιο επίπεδο.



Γιατί όχι: Γιατί δεν σ’ αρέσει ο mainstream χαρακτήρας της metal και προτιμάς τον πιο κλασικό ήχο, χωρίς να αναμειγνύεται με άλλα είδη.

Που; Η.Π.Α., το λέει και το όνομα

Πότε; Αρχές με μέσα της δεκαετίας του ’90.

Ποιοι; Αν και ήδη τα χαρακτηριστικά του είδους ήταν φανερά μέσα από το post-grunge, σίγουρα οι Korn είναι οι πρωτεργάτες του. Αλλά ακόμα και Pantera, Biohazard και Machine Head.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Unearth, Shadows Fall, Lamb of God, Avenged Sevenfold, Black Label Society, Coheed and Cambria, Disturbed, Five Finger Death Punch, Godsmack, Killswitch Engage, Mastodon, Marilyn Manson, Of Mice & Men, Slipknot, Stone Sour,



Μέρες δόξας:  Από την εμφάνισή του ως σήμερα αποτελεί την ναυαρχίδα της metal και μέσα στα charts. Γενικά οι μπάντες του είδους, συνήθως γεμίζουν στάδια.

Κόκκινη κάρτα: Ο mainstream χαρακτήρας του πολλές φορές γίνεται και όργανο δημαγωγίας της εξουσίας κατά βάση στην πολυφυλετική χώρα της Αμερικάνικης ηπείρου. Επίσης η ποικιλομορφία και μεγάλο εύρος του είδους, αντιμετωπίζει τα ίδια προβλήματα με την χώρα της καταγωγής του.

Με τι μπερδεύεται; Alternative metal, groove metal, metalcore, industrial metal, nu metal

Τι λες στον άσχετο; Η μουσική που ακούγεται στους τίτλους τέλους της ταινίας Lara Croft: Tomb Raider

 Jacek Henryk Maniakowski