Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Δημιουργώντας Μουσική από Όνειρα

 

Υπάρχει μία ρήση η οποία λέει η ουσία να φτιάξεις κάτι πρώτα πρέπει να το ονειρευτείς. Και αυτό ισχύει πολύ περισσότερο στο χώρο της τέχνης, της οποίας η μουσική είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της. Ένας φανταστικός κόσμος, γεμάτος παραδοξότητες, μπορεί να δημιουργήσει κάτι λογικό, χειροπιαστό και προπαντών κάτι που έχει την δυνατότητα να μείνει στην ιστορία, αλλά ακόμα και να την γράψει. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα επιστημόνων οι οποίοι της μεγαλύτερους τους ανακαλύψεις τις είδαν στο όνειρό τους. Άρα δεν είναι κάτι μεταφυσικό το όνειρο, αλλά πατάει γερά στην πραγματικότητα και πολλές φορές και την δημιουργεί. Η μουσική δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό τον κανόνα και διαβάζοντας για της ιστορίας πίσω από τα τραγούδια, δεν είναι λίγα αυτά που δημιουργήθηκαν μετά από ένα όνειρο και πραγματικά πρόσθεσαν ένα μεγάλο κομμάτι στη μουσική ιστορία.



Υπάρχει ορολογία που λέγεται ονειρική σύνθεση και δεν ανήκει στη σφαίρα φαντασίας, μύθου ή κάτι υπερφυσικού. Είναι ένα φαινόμενο το οποίο έχει τεκμηριωθεί και ανήκει στην νευροβιολογική επιστήμη η οποία το ‘χει και χαρτογραφήσει με ακρίβεια. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα όπου ένας μουσικός ξυπνά με μία μελωδία στο μυαλό του, όμως δεν πρόκειται για κάποια θεία επιφοίτηση, αλλά αυτό το γεγονός είναι αποτέλεσμα μιας πολύπλοκής εγκεφαλικής διαδικασίας η οποία γίνεται κατά τη διάρκεια του βαθύ ύπνο και στις μεταβατικές φάσεις της εγρήγορσης. Άρα μπορούμε να αντιληφθούμε πλέον πως η τέχνη η οποία γεννιέται μέσα στον ύπνο δεν αποτελεί κομμάτι μαγείας, αλλά είναι μία υψηλή έκφραση της ανθρώπινης νευρωνικής αρχιτεκτονικής.

Κατά τη διάρκεια της φάσης REM (Rapid Eye Movement), ο εγκέφαλος παρουσιάζει μία νευρονική δραστηριότητα η οποία είναι παρόμοια με αυτήν που έχεις την εγρήγορση, παρόλα αυτά υπάρχει μία σημαντική διαφορά. Οι προμετωπιαίοι φλοιοί, που ευθύνονται για τη λογική, την αυτοκριτική και τον συνειδητό έλεγχο, «κοιμούνται». Παράλληλα, τα επίπεδα της ακετολοχολίνης, μία ακόμα μπερδεμένη λέξη, ενώ από την άλλη η ντοπαμίνη μαζί με την νοραδρεναλίνη, και άλλες δύσκολες λέξεις, ρυθμίζονται με τελείως διαφορετικό τρόπο δημιουργώντας ένα νευροχημικό περιβάλλον το οποίο είναι ιδανικό ώστε να δημιουργηθεί άπειρος αριθμός συνειρμών. Παρόλο που οι λέξεις που περιγράφουν τη διαδικασία είναι σχεδόν μεταφυσικές, η διαδικασία αυτή είναι σχεδόν αυτονόητη.

Η κροταφικοί λοβοί, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την ακουστική επεξεργασία μαζί με το μεταιχμιακό σύστημα, που επεξεργάζονται τα συναισθήματα και τη μνήμη ενεργοποιούνται έντονα, ενώ ταυτόχρονα το δίκτυο προεπιλεγμένης λειτουργίας (default mode network) συνδέει τις ασύνδετες και σχετικά άσχετες μνήμες καθώς και τις εμπειρίες. Αυτό επιτρέπει στον εγκέφαλο να ανακαλεί χιλιάδες ώρες ακρόασης, εξάσκησης, θεωρητικών γνώσεων και επιπρόσθετα συναισθηματικών βιωμάτων, αναμιγνύοντας όλα αυτά χωρίς να υπάρχει κανένας κριτής και κάποιος που ελέγχει, δηλαδή κριτική σκέψη. Όλα αυτά αποτελούν το βασικό συστατικό για ένα πετυχημένο τραγούδι η μία πολύ δυνατή σύνθεση. Βέβαια, πολλοί μουσικοί εγκατέλειπαν την κριτική σκέψη ακόμα και στο ξύπνιο τους, αλλά αυτό δεν εξετάζεται σε αυτό το άρθρο. Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή ως η ενοποίηση της μνήμης (memory consolidation), δηλαδή ουσιαστικά λειτουργεί ως ένας υποσυνείδητος συνθέτης που αναδιατάσσει τα μοτίβα, τις αρμονίες καθώς και τα ρυθμικά σχήματα σε νέους συνδυασμούς και αυτό γίνεται υποσυνείδητα. Ο ιππόκαμπος, ο κεντρικός άξονας της μνήμης, επαναλαμβάνει ξανά και αποσπασματικά ακουστικά ερεθίσματα, ενώ ο φλοιός θα συνδέει σε μία δομημένη μορφή.



Ο καθένας μπορεί να ισχυριστεί ως η ζώνη της δημιουργικής έμπνευσης περιλαμβάνει όλο το εύρος της ματιάς του είτε αυτή είναι κυριολεκτική είτε νοητική. Αλλά σε αυτό προστίθεται και ένα κομμάτι του ονειρικού κόσμου ή σχεδόν ονειρικού κόσμου, δηλαδή υπναγωγικές και υπνοπομπικές καταστάσεις, ουσιαστικά δημιουργούν τη λεγόμενη ζώνη της δημιουργικής ροής. Οι περισσότερες από τις πιο διάσημες εμπνεύσεις που ήρθα στο όνειρο δεν συμβαίνουν στο βαθύ ύπνο, αλλά στις υπναγωγικές (πριν την είσοδο στον ύπνο) ή υπνοπομπικές (κατά την αφύπνιση) καταστάσεις. Σε αυτές τις φάσεις του ύπνου, ο εγκέφαλος εκπέμπει κύματα theta (4–8 Hz), μία συχνότητα η οποία έχει άμεσα σύνδεση με την δημιουργική ροή, αλλά επίσης και με την επίλυση των προβλημάτων και την ενστικτώδη αντίληψη. Τώρα τα New Wave of American Heavy Metal (NWOAHM), New Wave of British Heavy Metal (NWOBHM), New Wave και Cold Wave από ποιου είδους κύματα του ύπνου γεννήθηκαν, δεν αναφέρεται σε κανένα επιστημονικό έντυπο.

Προχωρώντας όμως με περισσότερη σοβαρότητα, αναφέρουμε τις πειραματικές μελέτες του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνιας και του Charité του Βερολίνου, οι οποίες έχουν αναδείξει το γεγονός πως η δημιουργική επίλυση κορυφώνεται ακριβώς σε αυτές τις μεταβατικές περιόδους. Κατά τη διάρκεια αυτών, ο νους απελευθερώνονται από τους γνωστικούς φραγμούς της εγρήγορσης και πλέον μπορεί να λειτουργήσει με αναλογική και συνειρμική λογική. Δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός πως οι καλλιτέχνες από τον Giuseppe Tartini μέχρι τον Paul McCartney, τον Keith Richards και τη Björk, κρατούσαν κάποιο σημειωματάριο ή κασετόφωνο αργότερα ή πλέον smartphone δίπλα στο κρεβάτι. Η ιστορία της μουσικής είναι γεμάτη από περιπτώσεις κατά τις οποίες μία μελωδία ήρθε σε κάποιον κατά της οριακές στιγμές μεταξύ της εγρήγορσης και του ύπνου, αν και κάποιοι το ονομάζουν κατευθείαν όνειρο. Μερικές από αυτές τις περιπτώσεις αναφέρομαι και σε ένα ξεχωριστό άρθρο.

Όμως, στη φύση και στην ζωή δεν υπάρχει παρθενογένεση, εκτός αν πρόκειται για θρησκευτικές αναφορές στα ιερά βιβλία κάποιων θρησκειών. Άρα τίποτα δεν γεννιέται από το μηδέν, πάντα υπάρχει κάποια προηγούμενη εμπειρία. Και πώς δείχνουν τα επιστημονικά δεδομένα, τα οποία όντως είναι εντυπωσιακά, το 15-20% του γενικού πληθυσμού έχει αναφέρει κάποια στιγμή πως έχει ονειρευτεί μουσική, ενώ το ποσοστό στους επαγγελματίες μουσικούς ξεπερνά αρκετά το 50%. Η γνωστική ερμηνεία για αυτό το γεγονός είναι πως η ονειρική μελωδία δεν δημιουργείται εκ του μηδενός, αλλά είναι προϊόν μιας υποσυνείδητης επεξεργασίας (implicit processing) και της συνειρμικής δικτύωσης (associative networking). Δηλαδή, με απλά λόγια, όσο αυτό γίνεται, ο εγκέφαλος ενός μουσικού έχει αποθηκεύσει χιλιάδες ώρες πρακτικής, ακρόασης μουσικής, καθώς και συναισθηματικών εμπειριών. Επομένως, κατά τη διάρκεια του οι πληροφορίες αυτές αναδιατάσσονται σε νέους συνδυασμούς, δημιουργώντας την αίσθηση μιας αυτόματης δημιουργίας ή ακόμα καινούρια σύνθεσης.



Η εντύπωση που προκαλείται από το γεγονός πως ένα τραγούδι η μία σύνθεση ήρθε ολοκληρωμένη από το όνειρο εξηγείται επιστημονικούς όρους ως υπνοπομπική ανακατασκευή. Δηλαδή απλοποιώντας το, όσο αυτό γίνεται, κατά την αφύπνιση ο εγκέφαλος συμπληρώνει ασυνείδητα κενά, οργανώνει αποσπασματικά ακουστικά ερεθίσματα σε μία δομημένη μορφή και το μεταφέρεις στη μνήμη ως μία πλήρης σύνθεση. Δηλαδή κάτι σαν μάγειρας ιδεών ο οποίος παίρνει άσχετα κομμάτια υλικών προς βρώση και φτιάχνει ένα υπέροχο φαγητό, αφού τα συνδέσει όλα μαζί και τα μαγειρέψει. Κάτι τέτοιο αλλά σε διαφορετικούς χρόνους και με διαφορετικά υλικά.

Όλο αυτό το «μαγείρεμα» με σεφ τον εγκέφαλο δεν αναιρεί τη δημιουργική αξία της εμπειρίας, αλλά την τοποθετεί σε ένα πλαίσιο της νευροπλαστικότητας καθώς και της γνωστικής επεξεργασίας, αλλά offline. Στη σύγχρονη εποχή πλέον, η νευροεπιστήμη δεν εξηγεί απλά το φαινόμενο αυτό, αλλά παράλληλα προσφέρει και εργαλεία που μπορεί να πάρουν χρήσιμα στην εκμετάλλευση αυτού. Δηλαδή, έχει δημιουργήσει τεχνικές, όπως η «ονειρική επώαση» (dream incubation), η διατήρηση ενός ημερολογίου ονείρων, η ρύθμιση του ύπνου μέσα από τις κυκλικές φάσεις του μαζί με τη χρήση εφαρμογών οι οποίες καταγράφουν φωνητικές σημειώσεις κατά τη διάρκεια του ύπνου. Αυτές οι τεχνικές πλέον χρησιμοποιούνται από τους σύγχρονους συνθέτες καθώς και παραγωγούς και ίσως είναι καλό να τις δοκιμάσει κάποιος νέος φιλόδοξος rock star. Είτε πετύχει  είτε όχι κάτι θα μάθει για τον εαυτό του.



Μέσα από αυτή την πρόχειρη μάτια σε έναν ονειρικό κόσμο δημιουργίας μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως η δημιουργικότητα δεν κοιμάται ποτέ. Ίσως κάποιος θα νομίζει πως η μύτη πρέπει να μένουν όπως είναι, σίγουρα όμως η επιστήμη δεν απομυθοποιεί αυτό το φαινόμενο, απλά το ερμηνεύει ως ένα φυσικό αποτέλεσμα της ενοποίησης της μνήμης, της υποσυνείδητης συνειρμικότητας, καθώς και της νευροβιολογικής ωρίμανσης του εγκεφάλου κατά την διάρκεια του ύπνου. Και ίσως κάποιες άλλες δύσκολες λέξεις. Τα όνειρα στα οποία γεννιούνται οι μελωδίες είναι η καλύτερη απόδειξη πως η δημιουργικότητα δεν σταματάει όταν κλείνουμε τα μάτια και το ρίχνουμε στον ….  Χάφτα. Απλά αλλάζει το λειτουργικό καθεστώς του εγκεφάλου.

Από την άλλη, ο ίδιος ο καλλιτέχνης δεν παίρνει την έμπνευση από το κενό, αλλά την επεξεργάζεται, την αναδιατάσσει μέσα από ένα βιολογικό σύστημα που έχει εξελιχθεί ώστε να λύνει τα προβλήματα και να συνδέει τα σύνθετα, δημιουργώντας παράλληλα ένα νόημα που εγρήγορση βλέπει μόνο στο χάος. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ζωγράφοι οι οποίοι βλέπουν το ίδιο τοπίο με όλους τους άλλους, αλλά από τη δικιά τους πινελιά βγαίνει ένα έργο τέχνης.

Jacek Henryk Maniakowski 

Πηγές:

 

Matthew Walker – Why We Sleep: Unlocking the Power of Sleep and Dreams (Scribner, 2017)

Deirdre Barrett – The Committee of Sleep: How Artists, Scientists, and Athletes Use Dreams for Creative Problem-Solving (Crown, 2001)

BBC Radio 4 – The Dreaming Mind (Podcast/Documentary Series, 2019–2022)

Scientific American – «How Sleep Fuels Creativity» (2020)

Rolling Stone & The Guardian – Συνεντεύξεις με Paul McCartney, Keith Richards, Björk & Hans Zimmer

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Rock - e - pedia : Pornogrind

 Αν δεν ακούγεται ό λόγος σου, κάνε απλά θόρυβο να μην ακούγεται κανένας άλλος.


Pornogrind (επίσης είναι γνωστό (?) σαν  porngrind ή pornogore)

 

Πως ακούγεται: Σαν να πετάξεις ένα τσίγκινο κονσερβοκούτι μισογεμάτο με βίδες στην τουαλέτα ενός punk μπαρ της Σκωτίας και θα τραβήξεις το καζανάκι, το οποίο είναι το παλιό μαντεμένιο με το σκοινί και θέλει 4-5 φορές να το τραβήξεις για να κατέβει το νερό. Ο σουρωμένος πάνκης στην διπλανή τουαλέτα που ξερνάει με πολύ θόρυβο είναι απλά το συμπλήρωμα του υπόλοιπου θορύβου. Εντάξει,  είναι goregrind με στίχους που έχουν εμμονή με βία και πορνό.

Γιατί να το ακούσουμε: έλα ντε, ίδια απορία έχουμε και μεις. Για να πεις ότι έχεις ακούσει ότι πιο ακραίο ίσως;



Γιατί όχι: για όλους τους λόγους του κόσμου

Που; Στην Γερμανία και τις Η.Π.Α.

Πότε; Αρχές της δεκαετίας του ‘90

Ποιοι; Οι Γερμανοί Gut θεωρούνται «πατέρες» του είδους, όπως και οι συμπατριώτες τους Cock and Ball Torture ( γνωστοί και σαν CBT)

Αλλά ακόμα να ακούσεις: που θέλετε να ξέρω; Δεν φτάνουν αυτά;

Μέρες δόξας:  ας είμαστε σοβαροί



Κόκκινη κάρτα: δεν την βρίσκω, μάλλον κάποιος σκουπίστηκε με αυτήν, μιας που τελείωσε το χαρτί υγείας. Μεταξύ των άλλων ταυτίστηκε το είδος με τον  Connor Stephen Betts, οποίος σκότωσε 10 ανθρώπους και τραυμάτισε άλλους 17 τον Αύγουστο του 2019 στο Ned Peppers Bar στην συνοικία  Oregon District της πόλης  Dayton του Ohio. Έκανε φωνητικά σε μια pornogrind μπάντα που λεγόταν Menstrual Munchies. Ο λόγος της ταύτισης είναι οι μισογυνικοί  στίχοι του είδους.

Με τι μπερδεύεται; Με goregrind, Deathgrind και ήχους τουαλέτας

Τι λες στον άσχετο; Άστο μεγάλε, δε μπορείς να κατανοήσεις.

 Jacek Henryk Maniakowski

Rock - e - pedia : Pirate metal

 Αλλάζοντας μια λέξη από μια φράση, μπορείς να αλλάξεις όλο το νόημα της. Το ίδιο συμβαίνει στην μουσική, αλλάζοντας μια νότα έχεις μια καινούργια σύνθεση.


Pirate metal

 

Πως ακούγεται: με μπύρα ή ρούμι, αλλά πάνω απ όλα δυνατά. Ουσιαστικά μπορεί να είναι Power Metal, thrash metal, speed metal ή ακόμα και folk metal, αλλά πάντα με θεματολογία στίχων τις ιστορίες των πειρατών. Πολλές φορές τα sea shanties* μπαίνουν στο ρεφραίν με πιο μεταλλική επένδυση, άλλες πάλι όλο το τραγούδι μοιάζει με αυτά. Η χρήση της concertina** δίνει στίγμα του είδους.

Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί σαν τις πειρατικές ιστορίες δεν έχει. Γιατί είναι χαβαλετζίδικο και εύκολα τραγουδιέται συνήθως.



Γιατί όχι: Δεν έχει βάθος και οι συνθέσεις σίγουρα δεν πρωτοτυπούν. Αλλά πάλι ποιος δεν δε θέλει να ακούσει ιστορίες για πειρατικές περιπέτειες;

Που; Ουσιαστικά στην Δ. Γερμανία αρχικά και δύο δεκαετίες μετά ξανά στο Η. Βασίλειο και Η.Π.Α.

Πότε; To 1987, όταν οι heavy metal Γερμανοί Running Wild κυκλοφόρησαν το τρίτο τους άλμπουμ, το Under Jolly Roger. Το δεύτερο κύμα στα μέσα της δεκαετίας του ’00. 

Ποιοι; Οι Running Wild με το 4ο τους άλμπουμ Port Royal, έθεσαν βάσεις του είδους. Ουσιαστικά η εμμονή και ο θαυμασμός του τραγουδιστή τους και μοναδικό σταθερό μέλος της μπάντας, για την «Χρυσή εποχή της πειρατείας» (1650-1730) δημιούργησε το είδος. Στην δεύτερη περίοδο οι Σκοτσέζοι Alestorm και κάτω από την σκεπή της Napalm Records, έδωσαν νέα πνοή στο είδος.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Swashbuckle, The Dread Crew of Oddwood, Walk the Plank σε πιο hardcore, Goldblade σε punk έκδοση, Verbal Deception.



Μέρες δόξας:  Στην δεκαετία του ’10, από τα μέσα της βγαίνουν συνέχεια νέες μπάντες που υιοθετούν το είδος αυτό.

Κόκκινη κάρτα: κόκκινη κάρτα σε πειρατές; Ποιος τολμά κάτι τέτοιο; Αν και δεν είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις το είδος, ακόμα δεν έχει σχηματίσει, πέρα της θεματολογίας, μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα.

Με τι μπερδεύεται; Με Folk Metal, Pagan Metal και Viking Metal

Τι λες στον άσχετο; Βάλε μια μπύρα, την μεγάλη και θα σου διηγηθώ μερικές ιστορίες: σκέψου οι πειρατές να είχαν ανακαλύψει τη metal μουσική και να τραγουδούσαν τις ιστορίες τους.

 Jacek Henryk Maniakowski

* https://en.wikipedia.org/wiki/Sea_shanty

** https://en.wikipedia.org/wiki/Concertina

 

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Rock - e - pedia : Palm-wine

Οι νότες για την ζωή είναι ότι τα μπαχάρια για το φαγητό


Palm-wine  (γνωστό και σαν Maringa στη Sierra Leone)

 

Πως ακούγεται: σαν παγάκια μέσα σε ένα περίεργο κοκτέιλ από ένα ακόμα πιο περίεργο ρούμι μαζί με τον ήχο από χαλαρό παφλασμό κυμάτων σε μια ηλιόλουστη παραλία.

Είνα ένα μουσικό είδος της Δυτικής Αφρικής.Εξελίχτηκε στους λαούς Kru της Λιβερίας και της Σιέρα Λεόνε, οι οποίοι χρησιμοποίησαν πορτογαλικές κιθάρες που έφεραν ναυτικοί, συνδυάζοντας τοπικές μελωδίες και ρυθμούς  Trinidadian calypso.Παιζόταν σε μπαρ της εργατικής τάξης στις αποβάθρες και σε μπαρ κρασιού φτιαγμένο από φοίνικες.

Περιλαμβάνει υποείδη όπως το osibisaaba και το annkadaamu των ντόπιων ψαράδων Fanti, τη μουσική asiko από τη Σιέρα Λεόνια και το dagomba, το "fireman" (δηλ. κάρβουνο πλοίου) και " mainline» στυλ κιθάρας επισκεπτών ναυτικών  από το Kru της Λιβερίας.



Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα συνύπαρξη αφρικάνικων ήχων με πορτογαλικές μουσικές επιρροές και γιατί ταιριάζει με το ρούμι.

Γιατί όχι: ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΛ!!!!!

Που; Σιέρα Λεόνε και Λιβερία

Πότε; Αρχές του 1900

Ποιοι; Ο Agya Koo Nimo αναφέρεται ευρέως ως ο «βασιλιάς της Palm-wine » και «παππούς του highlife». Πρωτοπόροι του είδους θεωρούνται επίσης και οι Osita Osadebe, Oliver de Coque, Oriental Brothers, Victor Uwaifo, Rex Lawson, Nana Ampadu, Pat Thomas και Morocco Maduka.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Koo Nimo (a.k.a. Daniel Amponsah), S. E. Rogie, Abdul Tee-Jay, Super Combo, Nigeria’s Umu Obiligbo, Flavour, Zoro, Chike, Phyno; Ghana’s King Promise, Kofi Kinaata; Cameroon’s T’Neeya and Stanley Enow



Μέρες δόξας:  Κέρδισε δημοτικότητα αφού ο μουσικός Ebenezer Calendar, ηχογράφησε τραγούδια τις δεκαετίες του '50 και του '60. Βασικά δεν έχω ιδέα, αν ακόμα ακούγεται σε μέρη όπως η Δυτική Αφρική ή κοντινά νησιώτικα συμπλέγματα.

Κόκκινη κάρτα: ο έντονα τοπικός του χαρακτήρας, μάλλον το περιορίζει σε περιοχές, όπου είναι έντονες εμφύλιες αναταράξεις και δύσκολα μπορεί να έχει επαφή με την ευρεία έννοια της μουσικής βιομηχανίας.

Με τι μπερδεύεται; Με Kaiso, African music, calypso, ragtime

Τι λες στον άσχετο; σκέψου να είσαι σε κάποιο τοπικό μπαρ την εποχή του μεσοπολέμου στην δυτική Αφρική, εεε αυτό θα έπαιζαν. Τι εννοείς λέγοντας «τι είναι μεσοπόλεμος»;;;!!!

Jacek Henryk Maniakowski

Πως η grunge κατέκτησε τον κόσμο; Part II

 

Για να μεγαλώσει ένα δέντρο, ή έστω ακόμα να βγει από το σπόρο του, υπάρχουν πολλές προϋποθέσεις. Η μουσική ακολουθεί και αυτή την εξέλιξη της, ακριβώς όπως υπάρχει στη φύση. Από την κλασική μουσική, που για να υπάρχουν οι συνθέτες έπρεπε να υπάρχει χρηματοδότηση και αποδοχή της άρχουσας τάξης, καθώς και η προστασία αυτής από την αριστοκρατία και τους βασιλιάδες. Καθώς τότε αυτή ήτανε και οικονομικοί άρχοντες, αλλά επίσης είχαν το προνόμιο της μόρφωσης, κάτι που τους έδινα το νοητικό εργαλείο να την κατανοήσουν. Ωστόσο, κάτι το οποίο δεν έχει κοινή αποδοχή δεν μπορεί να υφίσταται, ακόμα και ο ίδιος βασιλιάς αν δεν είναι αποδεκτός από την κοινωνία δεν μπορεί να κρατήσει τον θρόνο του.



Λίγους αιώνες μετά, με τη μουσική να είναι προσβάσιμη σχεδόν σε όλους, ισχύουν οι ίδιοι οι κανόνες. Συγκροτήματα και καλλιτέχνες προηγούμενων δεκαετιών, οι οποίοι ενσάρκωναν τους φόβους, τις προσδοκίες και τα συναισθήματα της εποχής τους, αφήνοντας παράλληλα έναν ανεξίτηλο στίγμα στη μουσική ιστορία, δεκαετίας μετά θα περνούσαν απαρατήρητοι. Άρα, η ανάγκη της κοινωνίας για μουσική, για συγκεκριμένο είδος μουσικής, ουσιαστικά μπορεί να το εκτοξεύσει, αν και αυτό συνοδεύεται με οικονομικούς παράγοντες, δημιουργώντας παράλληλα κάποια μουσική πρωτοπορία. 


Οικονομική Διάσταση: Από την Ανεξαρτησία στην Παγκόσμια Αλυσίδα Αξίας

Όπως εύστοχα μας λένε οι BachmanTurner Overdrive (BTO) (ΕΔΩ) , Takin' Care of Business, για να εξελιχθεί κάτι πρέπει να προσφέρει κέρδος. Και το κέρδος αυτό πρέπει να βγαίνει με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος. Έτσι, όταν δημιουργείται βιομηχανική κόπωση συνεπάγεται και η αναζήτηση ενός χαμηλότερου κόστους. Οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες (Geffen, Epic, A&M, Warner) παρουσίασαν μία οικονομική κόπωση από το από το ακριβό, υπερπαραγόμενο glam metal. Το grunge, από την άλλη, προσέφερε έναν ήχο το οποίο δεν χρειαζόταν τόσο ακριβή παραγωγική επένδυση, άρα μειωμένο κόστος μειωμένο και το ρίσκο.

Στον αντίποδα, η μικρή ανεξάρτητη δισκογραφική Sub Pop ανεξάρτητη ετικέτα δημιούργησε το groundwork με fanzines, tape-trading και τοπικές συναυλίες, ουσιαστικά θεμελιώνοντας ένα καιρό υπόβαθρο έστω και στο τοπικό επίπεδο. Η υπογραφή των Nirvana, Pearl Jam, Soundgarden και Alice in Chains σε majors Labels εξασφάλισε την παγκόσμια διανομή, προϋπολογισμό για βίντεο/περιοδείες και μηχανισμούς marketing. Όπως χαρακτηριστικά αυτό αναφέρεται στα οικονομικά αρχεία της μουσικής βιομηχανίας καθώς και στα δεδομένα των Billboard, η μετάβαση αυτή, δηλαδή από τις ανεξάρτητες δισκογραφικές στις πολυεθνικές, δεν αποτέλεσα απλά μία καλλιτεχνική επιλογή,, αλλά δημιούργησε μία στρατηγική κλιμάκωση η οποία κατάφερε να μετατρέψει ένα τοπικό δίκτυο σε ένα προϊόν που μπορούσε να γίνει εξαγώγιμο σε όλο τον κόσμο, δημιουργώντας ταυτόχρονα και ένα πολιτισμικό υπόβαθρο.



Το τραγούδι των Nirvana «Smells Like Teen Spirit» (1991) κατάφερε να αναδείξει το γεγονός πόσοι τηλεοπτική έκρηξη άμεσα μετατρέπεται και σε εμπορική εκτόξευση. Η μουσική βιομηχανία εκμεταλλεύτηκε την αυθεντικότητα που παρουσίασε το νέο είδος ως άλλο ένα εμπορικό αγαθό, πουλώντας νέα προϊόντα όπως flannels, Doc Martens, merchandise, poster campaigns, ταυτόχρονα μετατρέποντας την αντίσταση στην εμπορευματοποίηση της μουσικής σε ένα ακόμα προϊόν. Όπως γίνονται πάντα, για να σταματήσεις μία επανάσταση απλώς φτιάξε την ως προϊόν προς πώληση. Έτσι ένα τοπικό κίνημα έγινε ένα εξαγώγιμο πολιτισμικό προϊόν με πάρα πολλά έσοδα και μέσα από την μαζική παραγωγή, τις διεθνείς περιοδείες, την αδειοδότηση για ταινίες/παιχνίδια και η μεταγενέστερη ψηφιακή μετάβαση

 

Ψυχολογική Διάσταση: Η Φωνή μιας Γενιάς σε Κρίση Ταυτότητας

Η γυαλισμένη εποχή της μουσικής, όπως ήταν ακριβώς η δεκαετία του ‘80, ήταν συνέπεια όχι μόνον της μουσικής βιομηχανίας, αλλά είχε να κάνει με την γενική έτσι του κόσμου πως όλα πηγαίνουν προς το καλύτερο και η αναζήτηση του γκλαμ και του πλούτου φάνταζε απλά ως συνέπεια. Όταν η λάμψη της φαντασίωσης της ευμάρειας έσβησε, αλλά και οι συνέπειες των νέων ναρκωτικών που εμφανίστηκαν άρχισαν πλέον να γίνονται ορατές, τότε η Generation X ένιωσε πως βίωνε πλέον οικονομική ανασφάλεια, τη διάλυση του κοινωνικού συμβολαίου συνοδευόμενα πάντα από το κενό αξιών μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου. Αυτό που κατάφερε η grunge είναι να δώσει φωνή στην απογοήτευση, με εξωτερικεύσει την κατάθλιψη και όσους συνέπεια να αρνηθεί την ψευδεπίγραφη αισιοδοξία των ’80s.



Η grunge ανέδειξε την ατέλεια ως την κορώνα της, με τις φωνητικές της ερμηνείες, όπως η κραυγή, ο ψίθυρος, η αστάθεια της φωνής και η παραμόρφωση μαζί με τους στίχους που έχουν ως επίκεντρο τι είναι αυτοαναφορά, την αυτοκαταστροφική διάθεση μαζί με την αίσθηση του ευάλωτου δημιούργησε ένα μηχανισμό συναισθηματικής εκτόνωσης. Το κοινό πλέον δεν άκουγε γυαλισμένες νότες ή απλά τη μουσική, αλλά βίωνε το κάθε τραγούδι καθώς και μία ψυχολογική αναγνώριση. Η γενεαλογική αυτή απογοήτευση καταγράφηκε εκτενώς από δημοσιογράφους και κοινωνιολόγους της εποχής, με τον Michael Azerrad στο «Come as You Are» να τεκμηριώνει πώς η ψυχολογική ευαλωτότητα του Cobain και των συνομηλίκων του μετατράπηκε σε συλλογικό αίτημα για αυθεντικότητα.

Η φήμη και η εξάπλωση του είδους δημιούργησε ένα παράδοξο, δηλαδή η αναζήτηση της αυθεντικότητας ενάντια στην εμπορευματοποίηση. Η αντίφαση αυτή, δηλαδή ανάμεσα στην απέχθεια προς τη φήμη, αλλά ταυτόχρονα δημιουργία των ειδώλων κατάφερε να φτιάξει ενός είδους γνωστική ασυμφωνία τροφοδοτώντας παράλληλα τη λατρεία. Ουσιαστικά μια μπάντα η οποία απέρριπτε το σύστημα γινόταν ταυτόχρονα και το σύμβολό του.

Κατά το πιο τολμηρό της βήμα ήταν η ενασχόληση με την ψυχική υγεία και σπάσιμο διάφορων ταμπού που αφορούσαν αυτήν. Θέματα όπως ήταν η κατάθλιψη, η εξάρτηση από τις ουσίες και κατά συνέπεια και συνέχεια αυτοκτονία, κατάφερε να σπάσουν το πολιτισμικό ταμπού, με θύματα τους Cobain, Layne Staley, Andrew Wood, Chris Cornell αργότερα, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησαν και μία συναισθηματική ταύτιση σε μαζική κλίμακα, ανοίγοντας όμως και τον δρόμο για ένα δημόσιο διάλογο γύρω από την ψυχική υγεία. Αυτό το τελευταίο ουσιαστικά δημιούργησε την μεγαλύτερη μουσική προσφορά που μπορεί να έχει ένα μουσικό είδος ή μουσικό ρεύμα. Παρ’ όλο που η New Wave άναψε την πρώτη σπίθα, αλλά δεν μίλησε ποτέ ξεκάθαρα.

 

Κοινωνική Διάσταση: Από το Underground στην παγκόσμια αναγνώριση

 Οι κοινωνικές αλλαγές πάντα ακολουθούνται και από τις μουσικές προτιμήσεις, ουσιαστικά από κάποια στροφή προς αυτές. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως η μουσική μπορεί να εκφράσει και να αποτυπώσεις σε νότες τις κοινωνικές αλλαγές. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 ακόμα, άρχισε να δημιουργείται ένα μεταψυχροπολεμικό κενό το οποίο ακούνονται σε και μία οικονομική ύφεση. Η πτώση του τείχους το 1989, η οικονομική ύφεση στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές της δεκαετίας του 90 μαζί με την απομυθοποίηση του «American Dream» δημιούργησα το κατάλληλο έδαφος για την δημιουργία αντισυστημικών κινημάτων. Το grunge διάβασε αυτές τις κοινωνικές μεταβολές και ενσάρκωσε αμέσως την άρνηση για επίδειξη και αρνήθηκε το στείρο καταναλωτισμό.

Η μετάβαση της grunge μουσικής από DIY ηθική στα χνάρια της punk σε μια εξάρτηση ή αφοσίωση στις δισκογραφικές εταιρίες, ήταν και αυτό μια σημαντική αλλαγή με κοινωνικό αντίτυπο ή αποτέλεσμα. Όταν κάτι λάμπει εύκολα προσελκύει και το ενδιαφέρον τον κερδοσκόπων. Η τοπική σκηνή του Seatle, η οποία βασιζόταν στις συναυλίες σε αποθήκες, fanzines, tape-trading, ανεξάρτητες ετικέτες συνάντησε την εταιρεία μηχανή των δισκογραφικών εταιρειών. Η μετάβαση αυτή δεν ήταν ακριβώς ειρηνική, αλλά ως συνήθως ήταν αρκετά βίαιη όμως ήταν και αναπόφευκτη, καθώς και η κουλτούρα αυτή αφομοιώθηκε, αλλά κατάφερε να αφήσει το δικό του πολιτισμικό αποτύπωμα το οποίο άλλαξε και τα πρότυπα της νεανικής ταυτότητας. Η DIY ηθική, όπως την περιγράφει η Wendy Fonarow σε έρευνές της για τις ανεξάρτητες σκηνές, δεν εξαφανίστηκε απλά μετατοπίστηκε από τις αποθήκες που έκαναν τις πρώτες τους συναυλίες στην πόλη που γέννησε το κίνημα στις μεγάλες οθόνες των μουσικών καναλιών.



Το MTV, college radio, περιοδικά (Rolling Stone, NME, Spin) και η κάλυψη από mainstream media Μπόρεσαν και μετατρέψουν μία τοπική σκηνή σε ένα παγκόσμιο φαινόμενο, με δικό του αφήγημα για τη ζωή και κατά συνέπεια και για τη μουσική. Τα αρχεία του MTV και οι αναλύσεις του περιοδικού Rolling Stone αναδεικνύομαι αυτή τη διαδικασία, δηλαδή πως η εικόνα του ατημέλητου rocker κατάφερε να γίνει ένα παγκόσμιο σήμα ταυτότητας και ένας κωδικός για τον κάτω οπαδό της μουσικής αυτής.

Σε όλες αυτές τις κοινωνικές αλλαγές, η πόλη του Seatle λειτούργησα ως ένα πολιτισμικό εργαστήριο, μέσα στο οποίο υπήρχε χαμηλό κόστος ζωής, απομόνωση από την υπόλοιπη και εικονικά φινετσάτη Αμερική, η διασταύρωση punk/metal/indie σκηνών και όλα αυτά συνοδευόταν από ισχυρά τοπικά δίκτυα υποστήριξης. Όταν τα μεγάλα μέσα ανακάλυψαν αυτή την πόλη, μέσα από την φημισμένη ομίχλη της, πλέον η τοπική δυναμική είχε ωριμάσει τέτοιο βαθμό που μπορούσε να γίνει ένα εξαγώγιμο πολιτισμικό κεφάλαιο.

 

Μουσικολογική Διάσταση: Η Υβριδικότητα ως Καινοτομία

 

Ουσιαστικά η ρήση που λέει πως δεν υπάρχει στη φύση παρθενογένεση, ισχύει και στη μουσική. Αυτό όμως που φαίνεται καινοτομία στη μουσική είναι ο κατάλληλος συνδυασμός των ήχων, με τέτοιο τρόπο το να ακούγεται τελείως διαφορετικά. Αλλά πάντα, όχι τόσο ώστε απλά να ακούγεται εξωγήινο, καθώς αν γίνει αναγνωρίσιμο, αυτό θα γίνει μετά από κάποιες δεκαετίες. Κατά τον ίδιο τρόπο η grunge πάτησε σε παλιούς ήχους, αλλά το αποτέλεσμα ακουγόταν σαν κάτι καινούργιο και προφανώς πιο φρέσκο. Ο συνδυασμός της punk μουσικής, που περιλαμβάνει την ενέργεια, την απλότητα και DIY ηθική, μαζί με heavy metal που την χαρακτηρίζουν βαριές κιθάρες, distortion, δυναμική αντίθεση και την indie/folk στην οποία περιλαμβάνονται μελωδικότητα, ακουστικά στοιχεία, introspective στίχοι. Η υβριδικότητα αυτή ουσιαστικά έκανε το είδος καινοτόμο και ριζοσπαστικό, ενώ ο συνδυασμός των ήδη γνωστών ήχων το έκανε κατανοητό καθώς και προσιτό.

Η δομή καθώς και η δυναμική του είδους παρουσιάζουν και αυτές αρκετά νέα στοιχεία, όπως είναι η χρήση quiet/loud dynamics, με επιρροή  από Pixies, Butthole Surfers. Αλλά επίσης και τα ασύμμετρα ρεφρέν, με γραμμικές δομές και μεγαλύτερη για έμφαση στο riff και στο rhythm section. Έτσι μπορούμε να πούμε πως η μουσική κατά κάποιο τρόπο «αναπνέει» αντί να «σπρώχνει», δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό μία ένταση που επιτυγχάνεται μέσα από τις αντιθέσεις.



Πολύ σημαντική καινοτομία επίσης είναι και στην παραγωγή της μουσικής. Ουσιαστικά το grunge απορρίπτει την «γυαλισμένη» παραγωγή, χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ’80. Αντί αυτού, προτίμησε raw, live-sounding ηχογραφήσεις, χαρακτηριστικό παράδειγμα το Nevermind το παρήχθη από Butch Vig, αλλά διατήρησε την ωμότητα μέσω live takes, ελάχιστων overdubs και φυσικού room sound. Η μουσικολογική ανάλυση της εποχής, όπως αυτή καταγράφηκε από τον Jon Marx στο «Grunge: The Seattle Sound», τονίζει το γεγονός πως η απλότητα που είχαν οι συγχορδίες μαζί με την έμφαση στην έκφραση βοήθησαν μία ολόκληρη γενιά ώστε να μπορέσει να οικειοποιηθεί τον ήχο αυτόν.

Αλλά καινοτομία του είδους είχε να κάνει επίσης και με τα φωνητικά, καθώς και με το λυρικό μέρος των τραγουδιών. Συχνή εναλλαγή μεταξύ ενός ψιθύρου μου κατέληγε σε κραυγή, μαζί με την χρήση τις παραμόρφωση στην φωνή ήταν κάτι καινούργιο. Επίσης, οι στίχοι απέφευγα κάποια σαφήνεια στην αφήγησή τους, δηλώνοντας παράλληλα μία συναισθηματική αμεσότητα η οποία όμως δημιουργούσε και ασάφεια. Η φράση «δεν ξέρω τι νιώθω» έγινε το βασικό σύνθημα των fun του είδους.

Από τεχνικής πλευράς, δημιουργούσα απλές συγχορδίες, μοτίβα τα οποία επαναλαμβάνονταν, δίνοντας παράλληλα οι περισσότερη έμφαση στην έκφραση παρά σε κάποια μουσική επίδειξη, κάτι που ήταν συνηθισμένο ειδικά στην metal μουσική από τα μέσα της δεκαετίας το ‘80. Τα κουραστικά «μπλιμπλικια», κυρίως από ικανούς κιθαρίστες αλλά και παράλληλα φιγούρατζήδες, μετατράπηκαν σε απλές μελωδίες οι οποίες μπορούσαν να επιτρέψουν σε χιλιάδες νέους να μάθουν μουσική δημιουργώντας παράλληλα και δικές τους μπάντες. Με τον τρόπο αυτό τροφοδοτήθηκε μέσα από τον μιμητισμό και την δικτύωση, ακόμα μεγαλύτερη διάδοση αυτού του είδους. Η κοινωνιολογία της υποκουλτούρας, όπως την αναλύει η Deena Weinstein, αναδειχθεί ακριβώς αυτό το γεγονός πως για αυτή η προσβασιμότητα στην εκτέλεση της μουσικής ήταν αυτοί που μετέτρεψε το grunge από τοπικό φαινόμενο σε παγκόσμιο κίνημα.



Ως συμπέρασμα, μπορούμε να πούμε ως η μουσική grunge δεν κατέκτησε τον κόσμο, αλλά ο κόσμος είχε ανάγκη αυτό τον ήχο ακριβώς εκείνη την εποχή. Από οικονομικής πλευράς κατάφερα να εκμεταλλευτεί την κόπωση της μουσικής βιομηχανίας καθώς και τους μηχανισμούς για την παγκόσμια διανομή. Αλλά επίσης, από ψυχολογικής πλευράς ήταν η απόλυτη απάντηση στην ανάγκη τις εποχές εκείνης για αυθεντικότητα, για μία συναισθηματική κάθαρση και γενικά για σπάσιμο του ταμπού που υπήρχαν στην προηγούμενη δεκαετία. Όμως, από κοινωνιολογικής πλευράς μπορούσε να ενσαρκώσει την αντίδραση στον υπερκατατατισμό, ενώ κατάφερε να μετατρέψει μία τοπική υποκουλτούρα σε μία παγκόσμια ταυτότητα. Η μουσική του απλότητα συνδύαζε κατανοητή δομή με ηχητική καινοτομία όμως, δημιουργώντας παράλληλα ένα υβριδιακό είδος που ήταν ταυτόχρονα καινοτόμο και μπορούσε να γίνει και εμπορικά βιώσιμο. Μία έκρηξη της grunge δείχνει ένα κάτι βασικό που έχουμε ξεχάσει, πως η τέχνη μουσική δεν είναι μόνο τα charts, αλλά επίσης είναι και δημιουργός πολιτισμικού χάρτη για την κοινωνική εξέλιξη.

 Jacek Henryk Maniakowski

 Part I

Πηγές:

 

1. Michael Azerrad - Come as You Are: The Story of Nirvana (Doubleday, 1993)

2. Jon Marx  - Grunge: The Seattle Sound (Billboard Books, 1994)

3. Wendy Fonarow - Empire of Dirt: The Aesthetics and Rituals of British Indie Music (Wesleyan, 2006)

4. Deena Weinstein - Heavy Metal: A Cultural Sociology (Lexington Books, 1991) 

5. MTV Archives & Billboard Chart Data (1991–1994) 

6. Άρθρα & Αναλύσεις σε Journal of Popular Music Studies (2010–2020) 

Πως η grunge κατέκτησε τον κόσμο; Part I

 

Η μουσική δεν είμαι κάτι ξεχωριστό από την ζωή ή την κοινωνία, αλλά αποτελεί ένα αναπόσπαστο μέρος της. Η μουσική δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να καθρεφτίζει με νότες μία κατάσταση ή ακόμα την αλλαγή της. Οι μουσικοί αντιλαμβάνονται πιο εύκολα από όλους κάτι που ήδη συμβαίνει στον κόσμο που τους περιβάλλει. Προφανώς δεν αντιλαμβάνονται φυσικές καταστροφές οι φυσικές αλλαγές, όπως κάνουν κάποια ζώα, αλλά ως ένα κομμάτι της κοινωνίας και της ζωής αντιλαμβάνονται κοινωνικές αλλαγές που ήδη συμβαίνουν, όμως δεν γίνονται αντιληπτά από την πλειοψηφία των ανθρώπων, τουλάχιστον όχι συνειδητά. Όταν λοιπόν μία μουσική, ως κάποιο νέο είδος που την εκφράζει, γίνεται δημοφιλές, τότε ουσιαστικά υποσυνείδητα η κοινωνία νιώθει την αλλαγή αυτήν και αγκαλιάζει πιο εύκολα τις νότες που την εκφράζουν.


Ίσως λανθασμένα, πολλοί στρέφουν τα μάτια τους στη μουσική βιομηχανία, θεωρώντας πως αυτή αναδεικνύει τα μουσικά είδη. Εν μέρει ίσως αυτό να ισχύει, κάτι που είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι για ανάλυση, αλλά ουσιαστικά είμαι αυτή που αντιλαμβάνονται πρώτοι αυτή την αλλαγή και με τον τρόπο αυτό προσπαθούν να βγάλουν ακόμα περισσότερα χρήματα. Κατά κάποιο τρόπο οι παράγοντες της μουσικής βιομηχανίας δεν είναι παρά η καύσιμη ύλη για μία μεγάλη πολιτιστική, καμιά φορά και πολιτισμική, έκρηξη ως φωτιά. Από ένα μικρό δισκοπωλείο το οποίο αντιλήφθηκε την έκρηξη της πανκ μουσικής και εξειδικεύτηκε σε αυτό το είδος, ως μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες που αποφάσισαν να το διαφημίσουν και να επενδύσουν χρήματα σε ένα είδος που μόλις εμφανίστηκε.

Αλλά η πιο ενδιαφέρουσα σημειολογία είναι στην έκρηξη της grunge μουσικής στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και αρχές της δεκαετίας του ’90. Παρόλο που το είδος αυτό υπήρχε στην βορειοδυτική Αμερική και συγκεκριμένα στο Seatle, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, ωστόσο διατηρούσε έναν τοπικό χαρακτήρα και underground παρουσία. Αυτό όμως, θα άλλαξε πολύ αθόρυβα το Νοέμβριο του 1988, όταν μία νέα μπάντα κυκλοφόρησε το πρώτο της single, μία διασκευή των Shocking Blue. Οι Nirvana με το «Love Buzz» που κυκλοφόρησε από την  ανεξάρτητη Sub Pop σε μόλις ~1.000 αντίτυπα, δεν μπήκε σε mainstream charts και η επιρροή του τραγουδιού περιορίστηκε στο δίκτυο των college radio, των fanzines και των τοπικών clubs του Σιάτλ, κατάφεραν να γίνουν η σπίθα που θα δημιουργούσε μία τεράστια έκρηξη. Η έκρηξη αυτή θα γινόταν από το ίδιο συγκρότημα 3 χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το Σεπτέμβριο του 1991, με το μνημειώδες  «Smells Like Teen Spirit».



Πλέον υπό τη σκέπη της Geffen, την heavy rotation στο MTV, την είσοδο στο Top 10 του Billboard Hot 100 και την εκθρόνιση του Michael Jackson από την κορυφή των albums (Ιανουάριος 1992), ένα τοπικό φαινόμενο κατάφεραν να μετατραπεί σε μία παγκόσμια κίνηση. Τότε ακριβώς η μουσική βιομηχανία κατάφερε να αντιληφθεί τη δύναμη αυτού του τοπικού φαινομένου.

Ένας ακόμα παράγοντας για την παγκόσμια εξάπλωση του grunge ήταν οι Mother Love Bone. Δεν είμαι απλώς μία μπάντα από το Seatle, αλλά κατάφερε να αποτελέσει έναν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην  underground σκηνή και στην παγκόσμια έκρηξη του είδους. Η συνεισφορά της μπάντας στον ήχο, αλλά και στον μύθο που δημιουργήθηκε γύρω από το είδος, που έχει μία τελείως διαφορετική εξέλιξη χωρίς αυτούς .



Δημιουργήθηκαν το 1987 και κατάφεραν να συνδυάσουν τη βαριά κιθάρα του hard rock, την ωμή ενέργεια του punk και τη θεατρική, σχεδόν glam αισθητική. Αν και η μπάντα, κοροϊδευτικά κατονομαζόταν ως «glunge», έθεσε τα θεμέλια για αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν Seattle sound. Οι Stone Gossard (κιθάρα) και Jeff Ament (μπάσο) διαμόρφωσαν το ρυθμικό και αρμονικό υπόβαθρο που θα γινόταν ο ορισμός της γενιάς, δηλαδή τα βαριά και μελωδικά riffs, με έμφαση στο groove και στη δυναμική αντίθεση. Η τοπική σκηνή τους αναγνώριζε άμεσα ως την πιο ώριμη και φιλόδοξη έκφραση του ήχου που μόλις γεννιόταν.

Όμως κάθε μύθος και η γέννησή του συνίσταται με ένα θάνατο, έτσι και το συγκρότημα αυτό, οι Mother Love Bone, δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ο θάνατος του τραγουδιστή Andrew Wood από υπερβολική δόση ηρωίνης τον Μάρτιο του 1990, λίγες μέρες πριν την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους άλμπουμ Apple, ένα αποτέλεσε απλά μία προσωπική τραγωδία αλλά παράλληλα ξεκίνησε να δημιουργεί έναν μύθο, ίσως και μία κατάρα, όπου πλέον το είδος αλλά και η πόλη του Seatle απέκτησε και συναισθηματική βαρύτητα.

Η απώλεια του ήδη γνωστού στην πόλη τραγουδιστή έδωσε την αφορμή για την ένωση των τοπικών συγκροτημάτων σε ένα δίκτυο αλληλεγγύης, μετατρέποντας τον ανταγωνισμό σε μία συλλογική δημιουργία. Ο Chris Cornell, που ήταν συγκάτοικος του τραγουδιστή και μέλος των ανερχόμενων Soundgarden, οργάνωσε το Temple of the Dog ως project που ήταν αφιερωμένο στον Andrew Wood, στο οποίο συμμετείχαν οι Gossard και Ament. Η ηχογράφηση αυτή λειτούργησε ως ένα είδος «καταλύτη συνεργασιών», που αργότερα οδήγησαν στη δημιουργία των Pearl Jam.

Εύλογα ο καθένας μπορεί να αναρωτηθεί γιατί αυτό έχει τόσο μεγάλης σημασία στην έκρηξη της grunge. Πριν τον θάνατο του Andrew Wood  στις 19 Μαρτίου 1990, η σκηνή του Seatle λειτουργούσε ως ένα δίκτυο ανεξάρτητων πυρήνων την ίδια στιγμή που κάποιες μπάντες κέρδισε ήδη το έδαφος, αλλά πάντα σε τοπικά πλαίσια, οι Mother Love Bone ετοιμάζονταν για mainstream breakout. Παρόλο που υπήρχε σεβασμός ανάμεσα στα συγκροτήματα, υπήρχε έντονος ανταγωνισμός μέσα σε ένα πλαίσιο που υπήρχαν περιορισμένοι πόροι, δηλαδή λίγα στούντιο, λίγες ευκαιρίες οι ζωντανές εμφανίσεις και ακόμα ελάχιστες για κάποιο συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία. Η απότομη απώλεια του τραγουδιστή Andrew Wood, λειτούργησε αντίστροφα προς αυτή τη δυναμική. Οι περισσότεροι κατάλαβαν πως βέβαια έχουν να αντιμετωπίσουν απλά μουσικές προκλήσεις αλλά και υπαρξιακή κρίση, καθώς και η αγαπημένη των star, η ηρωίνη, είχε ήδη στοιχίσει ζωές σε αρκετούς μουσικός της πόλης και η προσδοκία μιας γυαλιστερής, εξαιτίας της κυριαρχίας της glam metal, φάνταζε τελείως μάταιη. Ο ανταγωνισμός υποχώρησε μπροστά στη θλίψη η οποία κατάφερε να γίνει κοινή γλώσσα του είδους, δημιουργώντας την ανάγκη για μία πιο συλλογική επεξεργασία το δυσάρεστων γεγονότων.

Η δημιουργία του Temple of the Dog δεν στόχευε να γίνει κάποιο εμπορικό project, αλλά λειτούργησε ως μία τελετουργική πράξη, κατά την οποία τραγούδια δεν μιλούσαν για μία δόξα ή κάποια επανάσταση, αλλά μιλούσαν για απώλεια, για την ενοχή, για τη μνήμη καθώς και για την ανάγκη να προχωράς παρά τον πόνο. Ουσιαστικά στερέωσε την θεματολογία του είδους, όπου πλέον ο στόχος δεν ήταν η εικόνα, αλλά θαρραλέα ματιά μέσα στην ψυχή και γενικά μία ενδοσκόπηση. Αλλά όχι μόνο η θεματολογία του λυρικού μέρους θεμελιώθηκε, αλλά επίσης και η μουσική δομή, με αργά builds, εκρηκτικά crescendos, εναλλαγή φωνητικών, ακουστικά περάσματα, κάτι που αντανακλούσα ακριβώς αυτή την ψυχολογική διαδρομή. Αλλά όλο αυτό το project είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία τις πήρε εμβληματικής μπάντας του είδους, τους Pearl Jam, που έναν χρόνο αργότερα μπήκαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το ντεμπούτο τους άλμπουμ Ten.



Η κυκλοφορία του Temple of the Dog άλλαξε την ηθική όχι μόνο σκηνής του Seatle και του αναδυόμενου grunge, αλλά γενικά της ροκ και της metal μουσικής. Έδειξε πως η συνεργασία είναι το βασικό θεμέλιο για την επιβίωση και σταμάτησε πλέον να βασίζεται στον ανταγωνισμό, αλλά δημιούργησε την έννοια της μουσικής αλληλεγγύης. Κάτι το οποίο υιοθετήθηκε και από τις επόμενες μπάντες, όπως οι Alice in Chains, Mudhoney, Screaming Trees και έγινε χαρακτηριστικό του «Seattle ethos».

Επίσης, έβγαλε τη σκηνή από έναν τοπικό χαρακτήρα προσελκύοντας το ενδιαφέρον μεγάλο δισκογραφικό εταιρειών, οι οποίες κατάφεραν να δουν η σκηνή όχι απλώς σαν μία συλλογή μεμονωμένων ταλέντων, αλλά ως ένα ιδιαίτερο οικοσύστημα που είχε κοινή αισθητική, κοινό δίκτυο, καθώς και κοινή συναισθηματική γλώσσα. Και όλο αυτό κατάφεραν να μειώσει το ρίσκο της επένδυσης επιταχύνοντας παράλληλα τις υπογραφές με τα νέα συγκροτήματα.

Παράλληλα, η αφήγηση στα Media της ιστορίας του Wood, του «Temple..» και της γέννησης των Pearl Jam έδωσε ένα πιο ανθρώπινο, συναισθηματικά φορτισμένο βάρος, μετατρέποντας το grunge από «μουσικό trend» σε «πολιτισμικό κίνημα». Πλέον η μουσική έπαψε να είναι προϊόν, αλλά μία κοινότητα που θρηνούσε και δημιούργησε στήριξη η μία προς άλλη.

Συνεχίζεται.... 

Jacek Henryk Maniakowski


Πηγές:

Clark, G. – Mother Love Bone: The Apple Tree (1994) 

Azerrad, M. – Come as You Are: The Story of Nirvana (Doubleday, 1993) 

Pearl Jam Twenty (2011) – Ντοκιμαντέρ του Cameron Crowe 

London Bridge Studio Archives & Engineer Tim Palmer Interviews (Sound on Sound, 2011)

Rolling Stone & MTV Archives (1990–1991) 

Clark, G. – Mother Love Bone: The Apple Tree (1994) 

Sub Pop & Stardog Records Archives