Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Η κατάρα της Grunge ( ; )

 

Ο όρος πολιτισμικό αφήγημα χρησιμοποιείται πολύ ώστε να περιγράψει μία διαμορφωμένη ή κατά την διαδικασία της διαμόρφωσης κατάσταση ουσιαστικά μπορεί να δημιουργήσει λογικούς συνειρμούς, πολλές φορές ακόμα και να διαμορφώσει την ιστορία ενός κράτους. Όμως η ερμηνεία του όρου αυτού είναι ένας λογικά διαμορφωμένο, διαδιδόμενο και επαναλαμβανόμενο σύστημα ιστοριών, συμβόλων, αξιών αλλά και πολλαπλών ερμηνειών όπου μία κοινωνία ή μία κοινωνική ομάδα ή ακόμα και υποκουλτούρα χρησιμοποιεί γύρνα κατασκευάσει μία συλλογική ταυτότητα, να νοημοδοτήσει την πραγματικότητα, να μεταδώσει τις κοινές πεποιθήσεις από γενιά σε γενιά καθώς και να δώσει αιτιότητα και ηθικό πλαίσιο σε πιο σύνθετα η πιο χαοτικά φαινόμενα. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του πολιτισμικού αφηγήματος είναι το γεγονός πως δεν είναι απαραίτητο να είναι ιστορικά ακριβές αλλά να φαίνεται αληθινό για την ομάδα που το υιοθετεί. Είναι ένα νοητικό εργαλείο το οποίο συχνά νομιμοποιεί ή αμφισβητεί εξουσίες ή θεσμός ή πρακτικές.



Ένα από τα πιο γνωστά στη ροκ μουσική πολιτισμικά αφηγήματα, πέρα από την κατάρα των 27, είναι η κατάρα της grunge μουσικής και οι θάνατοι των τραγουδιστών των πιο εμβληματικών συγκροτημάτων αυτού του μουσικού ρεύματος. Παρόλα αυτά, αν εξεταστεί αυτό το αφήγημα τον στατιστικά, μέσα από ιστορική σκοπιά, αλλά ακόμα και επιδημιολογικά είτε με χρήση των γνωστικών εργαλείων, εύκολα μπορεί να μας οδηγήσει σε ένα συμπέρασμα το οποίο αναιρεί κάποιο υπερφυσικό μοιραίο φαινόμενο. Αλλά απλά μπορεί να μεταφραστεί σε μία τραγική σύγκλιση των ιστορικών, των κοινωνικών καθώς και των ψυχολογικών παραγόντων πάντα με αρκετή δόση γνωστικών προκαταλήψεων και επίσης media framing.

Εδώ αξίζει να κάνουμε μία παρένθεση, και να αναλύσουμε και να αποσαφηνίσουμε την έννοια του media framing. Κάτι το οποίο μπορεί να βοηθήσει ώστε να αποφύγουμε στο μέλλον οποιοσδήποτε τέτοιες παρόμοιες προκαταλήψεις. Το media framing (πλαισίωση), λοιπόν, ορίζεται η διαδικασία μέσα από την οποία τα μέσα ενημέρωσης επιλέγουν, τονίζουν, ή ακόμα και συνδέουν συγκεκριμένα στοιχεία μίας πραγματικότητας, με τέτοιο τρόπο ώστε να κατευθύν τον τρόπο με τον οποίο το κοινό μπορεί να ερμηνεύσει ένα γεγονός, ένα πρόσωπο ή ακόμα και ένα ζήτημα. Εύκολα μπορεί να γίνει κατανοητό πως αυτό δεν αφορά μόνο τη μουσική, αλλά έχει μεγαλύτερο εύρος με απώτερος στόχο την χειραγώγηση της πραγματικότητας. Ωστόσο, θα ασχοληθούμε μόνο με τη μουσική πλευρά αυτής της πρακτικής.

Έτσι, ο Robert Entman διατύπωσε το συμπέρασμα του ως Media Framing (Πλαισίωση από τα Μέσα) το 1993, ήδη μετά τον θάνατο των πρώτων τραγουδιστών της grunge. Ουσιαστικά η θεωρία του δεν προτρέπει το κοινό στο «τι» να σκεφτεί, αλλά το «πώς» να το σκεφτεί. Δηλαδή λειτουργεί σαν ένας μεγεθυντικός φακός που επικεντρώνεται στην πληροφορία, την αιτιότητα, το ηθικό βάρος και πολλές φορές υπονοεί λύσεις ή συμπεράσματα. Επικεντρώνεται σε ένα γεγονός, αγνοώντας όλα τα υπόλοιπα, ώστε μόνο αυτό να φανεί. Ουσιαστικά λειτουργεί σαν ένα σύνδρομο της ελιάς της Cindy Crowford, κατά το οποίο επικεντρώνεσαι στην ελιά της top model και χάνεις όλη την ουσία της.



Στην περίπτωση της grunge μουσικής ο μηχανισμός του media framing λειτουργεί με τον εξής τρόπο: προβάλλει συγκεκριμένα στοιχεία και εστιάζει στους θανάτους των frontmen, όχι στους επιζώντες. Παραλείπει ένα πλαίσιο ή τα δεδομένα και παράλληλα αγνοεί τα στατιστικά που έχουν να κάνουν με τα ναρκωτικά, εν ψυχική υγεία καθώς και την οικονομική ύφεση. Αιτιολόγηση των γεγονότων βασίζεται στην υπόνοια δηλώνουμε παράλληλα και την αιτία. Συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρει μία κατάρα, τη μοιραία γενιά ή ακόμα και το τίμημα της δόξας. Το επόμενο βήμα είναι ηθική αξιολόγηση η οποία κρίνει ή νοηματοδοτεί πόσοι ήταν αυθεντικοί, οι ήρωες διέπραξαν μία τραγική θυσία. Και καταλήγει με μία πρόταση η λύση που υποδεικνύει έμμεσα δράση, δηλαδή νοσταλγία tribute, εμπορική επανέκδοση, «σεβασμός στη μνήμη».

Η διαφορά με τις συναφείς έννοιες, όπως για παράδειγμα Agenda-Setting, Media Bias και Propaganda, προκύπτει από το γεγονός πως το media framing ερμηνεύει το πως, δεν έχει ιδεολογικά κίνητρα αλλά μόνο εμπορικά και πολλές φορές γίνονται με ασυνείδητο ή δομικό τρόπο και προκύπτει από εγκληματικές ρουτίνες είτε εμπορικά κριτήρια.

Ο μύθος της κατάρας τροφοδοτήθηκε από πραγματικά τραγικά γεγονότα, όπως οι θάνατοι των Andrew Wood (Mother Love Bone, 1990), Kurt Cobain (Nirvana, 1994), Layne Staley (Alice in Chains, 2002), Scott Weiland (Stone Temple Pilots, 2015), Chris Cornell (Soundgarden, 2017), Mark Lanegan (Screaming Trees, 2022). Η συσσώρευση αυτών των θανάτων, ειδικά σε νεαρή μέση ηλικία, αυτόματα δημιούργησε την εντύπωση ενός μοιραίου μοτίβου. Παρόλα αυτά εσύ αυτή τεκμηριώνεται από 3 γνωστικές προκαταλήψεις: η πρώτη είναι η Availability Heuristic που διατυπώθηκε από τους  Tversky & Kahneman το 1973 και να φέρει πώς τα τραγικά γεγονότα είναι πιο διαθέσιμα στη μνήμη, άρα φαίνονται πιο συχνά από όσο είναι στην πραγματικότητα. Η δεύτερη είναι η Illusory Correlation και ορίζει πως ο νους συνδέει ασύνδετα γεγονότα, όπως για παράδειγμα θάνατος και grunge, δημιουργώντας παράλληλα και μία ψευδή αιτιότητα. Και η τρίτη είναι η Survivorship Bias και λέει πως ξεχνάμε αυτούς που έχουν επιζήσει, όσον αφορά το θέμα μας μιλάμε για τους Eddie Vedder, Dave Grohl, Jerry Cantrell, Kim Thayil, Mark Arm, Ben Shepherd κ.ά. Καθώς και άλλους θανάτους που σχετίζονται με άλλα είδη μουσικής και δεν μπήκαν στο ίδιο αφήγημα. Άρα μπορούμε εύκολα να πούμε και παραδείγματα καθημερινά τα οποία συμβαίνουν στο καθένα και απλά το θεωρεί ως δική του γκαντεμιά ή ατυχία.



Άλλο ένα στοιχείο ήπιο μπορεί να καταρρίψει εύκολα το μύθο της κατάρας η στατιστική καθώς και η ίδια ιστορική πραγματικότητα. Οι μελέτες που έγιναν και σχετίζονται με την κρισιμότητα των μουσικών, όπως για παράδειγμα από το BMJ το 2014 και το Journal of Epidemiology & Community Health το 2016, αναδεικνύουν το γεγονός πως οι καλλιτέχνες που ανήκουν στην ροκ και στην metal μουσική έχουν όντως υψηλότερο ποσοστό κίνδυνο για έναν πρόωρο θάνατο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, αλλά όχι υψηλότερα από τους άλλους καλλιτέχνες που ακολουθούν διαφορετικά είδη μουσικής και ανήκουν στην ίδια εποχή, όπως η punk, hip-hop, classic rock, jazz. Αυτό δείχνει πως γενικά η μουσική κινδυνεύουν περισσότερο με έναν πρόωρο θάνατο αλλά δεν έχει αυτό να κάνει με το είδος της μουσικής.

Στη περίπτωση της grunge, άμα αναλυθούν κάτι παράγοντες όπως η δεκαετία (1980s–1990s), το φύλο και η ηλικιακή ομάδα (άνδρες 25–45), η γεωγραφία (Βορειοδυτικός Ειρηνικός) και διαθεσιμότητα ναρκωτικών, τότε η υπερθνησιμότητα που καταλογίζεται στο είδος αυτός στατιστικά εξαφανίζεται. Και αντίληψη που έχει μείνει, ότι πεθαίνουν οι περισσότεροι, έχει ως την έντονη και συναισθηματικά φορτισμένη κάλυψη των media και όχι κάποια δημογραφική ανωμαλία.

Ένα σημαντικό κομμάτι που δεν πρέπει να παραλείπεται πρώτα να ασχοληθεί κάποιος με ένα τέτοιο ευαίσθητο θέμα είναι και αυτό των ναρκωτικών. Κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990 υπήρχε ουσιαστικά επιδημία ηρωίνης στο βορειοδυτικό ειρηνικό, τοποθετώντας το Σιάτλ ως το επίκεντρο αυτής της επιδημίας. Ουσιαστικά υπήρχε πρόσβαση σε μία φθηνή και υψηλής καθαρότητας ηρωίνη εκείνη την εποχή. Σύμφωνα με αρχεία του CDC και αναλύσεις του Seattle Department of Public Health (1988–1995), η διαθεσιμότητα του ναρκωτικού μαζί με την οικονομική ύφεση καθώς και αποβιομηχάνιση της περιοχής, όλα αυτά σε συνδυασμό με την έλλειψη υποδομών για την αντιμετώπιση των εξαρτήσεων, μπορούσαμε να δημιουργήσουν το πιο ιδανικό περιβάλλον για αυτή την επιδημία. Περισσότεροι από τους καλλιτέχνες και κυρίως τους μουσικούς ζούσαν σε κοινόχρηστα σπίτια με περιορισμένη πρόσβαση σε κλινική υποστήριξη. Και σε όλα αυτά προστίθεται το γεγονός πως η ηρωίνη εκείνη την εποχή ήταν φτηνή, εύκολα προσβάσιμη και το χειρότερο από όλα κοινωνικά κανονικοποιημένη τους κύκλους αυτούς. Ουσιαστικά ένας πρεζάκιας είχε ένα καλλιτεχνικό στάτους το οποίο ήταν αποδεκτό μες στους κύκλους του και εκτός αυτών. Και φυσικά είναι γνωστό η κατάληξη αυτής της κανονικοποιήσης το κάθε μουσικού.



Η ψυχική υγεία είναι ένα πολύ σημαντικό μέρος αυτού του μύθου. Σε ένα παλιότερο άρθρο, ασχοληθήκαμε με το κομμάτι της πίεσης που δέχεται ένας star την οποία δύσκολα μπορεί να διαχειριστεί με την αυτονόητη κατάληξη. Έτσι ξαφνική παγκόσμια επιτυχία, μεταξύ του 1991 και 1994, έφερε έντονη έκθεση σε αυτή την πίεση μέσα από τις περιοδείες, τα συμβόλαια και οι υποχρεώσεις που αυτά απαιτούν, media scrutiny* και έλλειψη ψυχολογικής υποστήριξης, οδηγούσαν ουσιαστικά στην ύστατη κατάληξη. Μέσα από τις μελέτες που έχουν γίνει, όπως για παράδειγμα η Help Musicians UK του 2018 και η Psychology of Music του 2020, μπορέσαμε να διαπιστώσουμε πως οι καλλιτέχνες εκείνης της εποχής αντιμετώπισαν πολύ συχνά την κατάθλιψη, την διπολική διαταραχή, και PTSD** και εξαρτήσεις χωρίς επαρκή κλινική ή θεσμική στήριξη. Πάντα με την κουλτούρα σκληρότητας μαζί με την ταύτηση με την punk ηθική, δηλαδή «είμαι σκληρός καριόλης και τα αντέχω όλα», από θαύμα την οποία αναζήτηση βοήθειας.

Επίσης ένα σημαντικό σημείο είναι οι γνώστικες προκαταλήψεις καθώς και η στατιστική ψευδαίσθηση. Η illusory correlation*** και η confirmation bias**** χειραγωγούν τη μνήμη με τέτοιο τρόπο ώστε το κοινό να θυμάται μόνο τους θανάτους οι οποίοι ταιριάζουν σε ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Όμως αγνοεί αυτούς που έχουν επιζήσει, θανάτους από άλλα είδη, όπως για παράδειγμα η hip-hop της ίδιας εποχής, punk, classic rock. Αλλά επίσης ένα άλλο σημαντικό και γεγονός το οποίο δεν λαμβάνει υπόψη είναι πως η θνησιμότητα ανδρών μεταξύ 25 και 45 ετών στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 90 ήταν ήδη υψηλή εξαιτίας των τροχαίων ατυχημάτων, των ναρκωτικών καθώς και των αυτοκτονιών, κάτι που αναφέρεται συγκεκριμένα στη έρευνα του CDC WISQARS, 1990–1999.

Εύκολο μπορούμε να διαπιστώσουμε πως και εδώ ισχύει η αρχή, όπου υπάρχει γνωστικό κενό καλύπτεται πάντα με έναν μύθο ή ακόμα μία συνωμοσιολογία. Άρα και σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει κάποια κατάρα, απλά υπάρχει ιστορική στιγμή κατά την οποία η οικονομική ύφεση, η επιδημία στη χρήση ναρκωτικών μαζί με την έλλειψη κάποιες ψυχιατρικής υποστήριξης και επιπρόσθετα μία ξαφνική παγκοσμιοποίηση μιας τοπικής σκηνής συνέπεσαν με την ευαισθησία νεαρών καλλιτεχνών. Η κατάρα ορίζεται από το γεγονός πως η κουλτούρα μετατρέπει μία στατιστική σύνδεση σε ένα μοιραίο αφήγημα είτε για εμπορικούς λόγους είτε από καθαρή σύμπτωση. Η μουσική δεν φέρνει καμία κατάρα πώς θα δημιουργεί, απλά ζει και καταγράφει την ίδια την ιστορία αλλά μέσα από την οπτική των καθημερινών ανθρώπων.

 Jacek Henryk Maniakowski

 

* Media Scrutiny (Εξονυχιστική παρακολούθηση από τα μέσα):

Αναφέρεται στην έντονη, συχνά αδιάκοπη και κριτική εξέταση της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής ενός καλλιτέχνη από τον Τύπο, την τηλεόραση και τα ψηφιακά μέσα. Στη μουσική βιομηχανία λειτουργεί ως μηχανισμός που μεγεθύνει την πίεση, διαμορφώνει την εικόνα του καλλιτέχνη και συχνά επιβαρύνει την ψυχολογική του ισορροπία.

** PTSD (Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες):

Είναι μια κλινικά αναγνωρισμένη ψυχιατρική διαταραχή που αναπτύσσεται μετά την έκθεση σε τραυματικό γεγονός και χαρακτηρίζεται από επαναβίωση του τραύματος, αποφυγή ερεθισμάτων, αρνητικές αλλαγές στη διάθεση και χρόνια υπερεγρήγορση. Στον χώρο της μουσικής, μπορεί να πυροδοτηθεί ή να επιδεινωθεί από ξαφνική παγκόσμια έκθεση, απώλειες, βιομηχανική εκμετάλλευση ή συνεχή δημόσια έκθεση χωρίς επαρκή ψυχολογική στήριξη.

*** Illusory Correlation (Ψευδής Συσχέτιση)

Η γνωστική τάση να αντιλαμβανόμαστε μια σχέση μεταξύ δύο γεγονότων ή χαρακτηριστικών όταν στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ή είναι πολύ ασθενέστερη. Προκύπτει συχνά όταν ο νους συνδέει σπάνια ή συναισθηματικά φορτισμένα περιστατικά, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση αιτιότητας εκεί που υπάρχει απλή στατιστική σύμπτωση.

**** Confirmation Bias (Προκατάληψη Επιβεβαίωσης)

Η τάση να αναζητούμε, ερμηνεύουμε και θυμόμαστε πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις μας, ενώ αγνοούμε ή υποτιμούμε ό,τι τις αντιφάσεις. Στη διαμόρφωση πολιτισμικών μύθων, οδηγεί το κοινό να εστιάζει μόνο στα περιστατικά που ταιριάζουν στο αφήγημα και να παραβλέπει όσα το ανατρέπουν.

 

Πηγές :

Robert Entman (1993) Framing: Toward clarification of a fractured paradigm

Erving Goffman (1974) Frame Analysis

Todd Gitlin (1980) The Whole World Is Watching

McCombs & Shaw (1972/2004) Agenda-Setting Theory

Κούτρας, Α. (2010) Επικοινωνία και Κοινή Γνώμη

BMJ (2014) «Mortality of famous rock and pop musicians»

CDC & Seattle Dept. of Public Health (1988–1995)

Azerrad, M. (1993). Come as You Are

Weinstein, D. (2013). Heavy Metal: The Music and Its Culture

Tversky & Kahneman (1973). «Availability: A Heuristic for Judging Frequency»

CDC WISQARS (1990–1999)

Rock - e - pedia : Progressive metalcore

 Όσο θάλασσα ανακατεύεται από το κύμα, άλλο τόσο γίνεται θολή, πάντα όμως παραμένει αλμυρή.


Progressive metalcore (επίσης ονομάζεται technical metalcore ή ambient metalcore)

 

Πως ακούγεται: σαν η Progressive metal που μεταλλάχθηκε σε metalcore, αλλά κάτι πήγε στραβά, όπως ακριβώς στην ταινία «Η Μύγα». Ουσιαστικά σαν metalcore, αλλά με πολλά djent ή Progressive metal με core φωνητικά.

Γιατί να το ακούσουμε: Είναι πολύ τεχνικό, φρέσκο και οι μουσική του είδους ξέρουν από μουσική.



Γιατί όχι: δεν έχει feeling. Αναλώνεται σε επίδειξη τεχνικής και core γκαρίσματα, αλλά χωρίς ίχνος οργής.

Που; Η.Π.Α.

Πότε; Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, άρχισαν να φαίνονται/ακούγονται τα πρώτα δείγματα του ήχου αυτού, αλλά πρώτες μπάντες με αποκλειστικότητα στο είδος αυτό από το 2000

Ποιοι; Οι After the Burial θεωρούνται πρωτοπόροι του είδους, όπως και οι Erra. Επίσης οι «I, the Breather», For Today και Born of Osiris.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Carcer City, Northlane, Invent Animate, I Am Noah, Volumes, Architects, August Burns Red, Periphery



Μέρες δόξας:  από τα μέσα τις δεκαετίας του ΄10, δημιουργούνται νέες πολύ αξιόλογες μπάντες και οι ήδη υπάρχουσες έχουν αρκετή αναγνώριση με νέες τους δουλειές. Ο μουσικός τύπος που ασχολείται με την metal, προβάλει πολύ τις μπάντες του είδους.

Κόκκινη κάρτα: υπερ-προβεβλημένο είδος δείχνει να ταιριάζει καθαρά σε αμερικάνικα μουσικά πρότυπα, αλλά και στην αμερικάνικη νοοτροπία. Υπερβολικά τεχνικό.

Με τι μπερδεύεται; Με metalcore, deathcore, mathcore, djent

Τι λες στον άσχετο; Κάτι τύποι με πολλά τατουάζ γκαρίζουν κάτι αμερικανιές, αλλά έχουν πολύ καλό κιθαρίστα.

 Jacek Henryk Maniakowski

Rock - e - pedia : Post-punk revival

 Ότι λάμπει πιο πολύ, πουλάει και καλύτερα, χωρίς απαραίτητα να είναι καλύτερο.


Post-punk revival  (γνωστό σαν garage rock revival, new wave revival και new rock revolution)

 

Πως ακούγεται: σαν indie rock, το οποίο θέλει να γίνει garage rock της δεκαετίας του ’60, αλλά τελικά παίρνει πολλά στοιχεία από post-punk και new wave των επόμενων δεκαετίων. Γενικά είναι αυτό που ονομάζεται πολύ γενικά σύγχρονο rock και ακούγεται στα ραδιόφωνα.

Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί είναι φρέσκο και γενικά αυτό ακούμε, είτε το θέλουμε είτε όχι. Αλλά επίσης είναι το είδος που έβαλε ξανά την rock στο προσκήνιο και από τα μεγαλύτερα ονόματα ανήκουν σε αυτό.



Γιατί όχι: Υπερβολικά mainstream, πολύ ραδιοφωνικό και εύκολα κερδίζει την προσοχή κάποιου μουσικά άσχετου. Ουσιαστικά δεν εκφράζει κάτι, αλλά πουλάει καλά.

Που; Η.Π.Α. και Ευρώπη

Πότε; Τέλη δεκαετίας του ’90 αρχές ‘00

Ποιοι; Η rock σκηνή του Detroit rock  έδωσε το έναυσμα με βασικές αιχμές τους the White Stripes και τους the Von Bondies. Αλλά και τοπικές σκηνές του  Ohio με τους the Black Keys και της Νέας Υόρκης με τους the Strokes, Interpol, Yeah Yeah Yeahs, TV On the Radio, LCD Soundsystem, the Walkmen, the Rapture. Στην Δυτική Ακτή, στην σκηνή του Los Angeles & San Francisco, τα σκήπτρα πρωτοπορίας κρατούν οι  Black Rebel Motorcycle Club, Brian Jonestown Massacre και the Dandy Warhols

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Silversun Pickups, Liars, Arcade Fire, Algiers, Arctic Monkeys, Art Brut, Babyshambles, The Black Angels, Bloc Party, Cold War Kids, Editors, Electric Six, Empire of the Sun, Franz Ferdinand, Glasvegas, Idles, Kaiser Chiefs, Kasabian, The Killers, Kings of Leon, Manic Street Preachers, Placebo, The Raveonettes, Snow Patrol, The Vaccines, White Lies, The xx. Ή απλά βάζεις rock ραδιόφωνο για να ακούσεις δεκάδες ακόμα μπάντες. Και φυσικά τα Top Ten κάθε χώρας, όλο και μερικές ακόμα θα βρίσκονται



Μέρες δόξας:  Εδώ και δύο δεκαετίες το είδος αυτό είναι η «χήνα που κάνει χρυσά αυγά» για τις δισκογραφικές. Το πιο δημοφιλές είδος και το πιο εμπορικό και μάλλον θα κρατήσει ακόμα η δόξα του, παρόλο που πλέον φθίνει.

Κόκκινη κάρτα: Υπερβολική ομοιομορφία στον ήχο των συγκροτημάτων και πολλές φορές ακόμα και στις φάτσες τους, σε βαθμό που δεν τους ξεχωρίζεις. Όσο και να πουλάει, άλλο τόσο κυκλοφορούν πολλές μετριότητες, οι οποίες όμως «στολίζουν» τα ευρωπαϊκά και αμερικάνικα Charts. Δεν διστάζουν να «κλέβουν» από δεκαετία του ’70 κυρίως.

Με τι μπερδεύεται; Με rock punk, garage rock, new wave, Britpop, Indie rock, Alternative rock και garage punk. Και πολλές φορές και οι μπάντες μεταξύ τους μπερδεύονται λόγο ομοιομορφίας.

Τι λες στον άσχετο; Αυτά που ακούς στα  mainstream ραδιόφωνα

Jacek Henryk Maniakowski

Rock - e - pedia : Post-metal

Βλέπουμε μόνο αυτό, το οποίο είναι στην ίδια ταχύτητα δόνησης ύλης με μας.


Post-metal (λέγεται και Art metal και metalgaze)

 


Πως ακούγεται: σαν ο Προκρούστης να τραβάει νότες στο κρεβάτι για να επιμηκύνει. Βασικά σαν progressive metal σε πιο χαμηλές ταχύτητες και λιγότερες αλλαγές τέμπο και με περισσότερη ambient ατμόσφαιρα στις συνθέσεις.  

Γιατί να το ακούσουμε: γιατί αρέσει στις γυναίκες, είναι ατμοσφαιρική η μουσική του είδους και με υψηλή ποιότητα.


Γιατί όχι: τραβηγμένα ακόρντα σαν να σέρνονται από τα ηχεία και επαναλήψεις των ίδιων μουσικών μοτίβων.

Που; Η.Π.Α. και Ηνωμένο Βασίλειο κυρίως

Πότε; Από τα μέσα δεκαετίας του ‘90

Ποιοι; Ήδη από τις αρχές τις δεκαετίας κάποιοι μουσικοί έθεταν βάσεις για το είδος όπως οι Melvins  με το τρίτο τους άλμπουμ του 1991 το Bullhead, οι The Flying Luttenbachers του Weasel Walter και ο Justin Broadrick με το συγκρότημα των Godflesh, των οποίων το 2ο άλμπουμ τους, το Pure, που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1992, θεωρείται το πρώτο του είδους. Σημείο σταθμός επίσης,  θεωρείται και η κυκλοφορία του 3ου άλμπουμ των Neurosis του Souls at Zero το 1992. Όμως οι Isis καθιέρωσαν το είδος λίγα χρόνια αργότερα.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Pelican, Jesu, Boris, Cult of Luna, Year of No Light, Amenra, Russian Circles, Harakiri for the Sky, Ghost Bath, Mono



Μέρες δόξας:  Κυρίως από την δεκαετία του ’10.

Κόκκινη κάρτα: Αν και μουσικοί του είδους έχουν την διάθεση για πειραματισμό και την μουσική ικανότητα να το πετυχαίνουν, πολλές φορές μόνο οι ίδιοι καταλαβαίνουν τι παίζουν, αν και η προηγούμενη τους σύνθεση να είναι αριστούργημα. Δεν υπάρχει σωστή ισορροπία ανάμεσα σε καλλιτεχνική έκφραση και τις ανάγκες του κοινού.

Με τι μπερδεύεται; experimental, post-rock, blackgaze, Avant-garde metal, doom metal,

Τι λες στον άσχετο; Είναι κάτι τύπου που παίζουν metal, αλλά δεν μοιάζουν με μεταλλάδες και την μία ακούγονται πωρωμένοι στο παίξιμο και άλλες φορές σαν να του πήρε ύπνος μαζί με τα όργανά τους. Και δεν μιλάνε και πολύ.

  Jacek Henryk Maniakowski

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Μέμφις - Λυδία λίθος

 Η εξελικτική διαδικασία του ανθρώπου πάντα συμπεριλαμβάνει το κυνήγι της μεταστοιχείωσης. Πάντα θέλει να μετατρέψει το απλό χώμα σε κάποιο αντικείμενο λατρείας ή απλά της καθημερινής χρήσης. Αλλά ακόμα η μετατροπή του ταπεινού μόλυβδου σε χρυσάφι υπήρχε ένας διακαής πόθος των αλχημιστών. Τον ταπεινό σίδηρο κατάφερε να το κάνει ατσάλι μέσα από μια σκληρή διαδικασία. Αλλά, όπως αναφέρουν οι Χαλδαϊκοί Χρησμοί, ο Έρωτας είναι ο πρωταρχικός θεός, οποίος ενώνει διαφορετικά πράγματα για να δημιουργήσει κάτι καινούργιο. Λειτουργεί σαν καταλύτης, που καταφέρνει να ενώσει ή να διαχωρίσει διαφορετικά στοιχεία, μέσα από μια σκληρή δοκιμασία μεταστοιχείωσης. Και πάντα, όποιος την περνάει, καταλήγει να βγει από αυτή λίγο ως πολύ διαφορετικός.



Η Λυδία λίθος είναι ένα πέτρωμα από την περιοχή της Λυδίας, με το οποίο δοκίμαζαν την περιεκτικότητα ενός μετάλλου σε χρυσό. Αλλιώς βασάλτης ή βασανίτης, ο οποίος προέρχεται από την λέξη βάσανο ή κατ’ επέκταση δοκιμασία. Και σε φιλοσοφικό επίπεδο σημαίνει την δοκιμασία μέχρι να βρει κάποιο από τι υλικό είναι κάποιος φτιαγμένος.

Και οι Μέμφις είναι φτιαγμένοι από σκληρό μέταλλο, όπως αποδεικνύουν πάνω στην σκηνή και μέσα από τα τραγούδια τους. Και  Λυδία λίθος είναι το τραγούδι τους που βρίσκεται στο δεύτερο τους άλμπουμ «Ο Ιχνηλάτης που κυνηγούσε το Θάνατο» του 2017 και όλα τα παραπάνω υπήρξαν έμπνευση για να δημιουργηθεί. Άλλωστε και ο θάνατος, με την φιλοσοφική του έννοια, είναι ένα μέρος της δημιουργικής μεταστοιχείωσης. Η μουσική του τραγουδιού ανήκει στον Joe FK, κιθαρίστα του συγκροτήματος και ενός εκ δυο εμπνευστών του σχήματος. Ο έτερος εμπνευστής είναι ο Άλκης Κεχαγιάς και στιχουργός του τραγουδιού. Στο τραγούδι συμμετέχει επίσης και ο Γιάννης Γκορτσίλας  παίζοντας κρητική μαντούρα . Η οποία είναι ένα πνευστό όργανο, που παρασκευάζεται από καλάμι. Έχει 4 με 6 τρύπες για τα δάχτυλα και παράγει ήχο με τη βοήθεια της γλώσσας.

Αρχικά γράφτηκε η μουσική και πάνω σε αυτή έγραψε στίχους ο Άλκης. Όπως αναφέρει ο ίδιος: «Αν το τραγούδι μεταφέρει κάποιο μήνυμα γενικά αρνούμαι να υποδομώ τους στίχους των τραγουδιών μου για να μπορέσει να το κάνει ο κάθε ακροατής,  σύμφωνα με την δική του κρίση. Αυτό που μπορώ να πω είναι σαν γενική ιδέα του τραγουδιού είναι πως ο έρωτας είναι η μεγαλύτερη δοκιμασία για να μάθει κάποιος τον εαυτό του.» . Και ο τελευταίος στίχος του τραγουδιού «Λυδία λίθος εσύ», μάλλον το φανερώνει. Στην πραγματικότητα κανένας δεν βγαίνει αλώβητος από μια δοκιμασία του έρωτα. Είτε θα σπάσει είτε θα γίνει ατσάλι, αλλά ποτέ δεν μένει ίδιος.

Η μαντούρα του Γιάννη Γκορτσίλα παραλίγο να μην ηχογραφηθεί, καθαρά από κακή συνεννόηση που έκανε ο Αλκης μαζί του σχετικά με το μέρος και την ώρα της ηχογράφησης. Φυσικά μετά από αρκετή ταλαιπωρία του χειριστή  του κρητικού πνευστού, η ηχογράφηση ολοκληρώθηκε. Αλλά ο τραγουδιστής του συγκροτήματος έχει ακόμα τύψεις για την ταλαιπωρία που υπέστη ο εξωτερικός τους συνεργάτης και συνεχίζει να του ζητά συγνώμη, μια που θεωρεί δικό του λάθος … την δοκιμασία του μουσικού. Αλλά πάντα οι δυσκολίες ομορφαίνουν τα πράγματα, για κάποιον ανεξήγητο λόγο. Και το αποτέλεσμα το βεβαιώνει.  

Για το τραγούδι υπάρχει μια επιθυμία να εκτελεστεί, μαζί με κάποια άλλα κομμάτια του συγκροτήματος, με συνοδεία διαφορετικών οργάνων. Μια άκρως ενδιαφέρουσα προσέγγιση, που δεν έχει να κάνει με ένα συνηθισμένο unplugged.

Στην ουσία μια Λυδία λίθος, είναι μια ανθρώπινη ανάγκη για την ίδια του την εξέλιξη και πάντα θα την αναζητάει ο καθένας μας είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα. Αλλά ας σταθεί το ίδιο το τραγούδι αρχή για την συνειδητοποίηση αυτής της διαδικασίας. Και ας ο ίδιος ο Έρωτας είτε με την φιλοσοφική του έννοια είτε με την λυρική σταθεί αρωγός και καταλύτης στην αιώνια αυτή την αναζήτησή μας. 



Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Δαιμονία Νύμφη – Witches’ Lullaby

 Η ζωή και η καταγραφή της, δηλαδή η ιστορία κάνει κύκλους. Ένα αξίωμα αποδεκτό μάλλον από όλους. Κύκλοι αυτοί είναι ραμμένοι από τις λεπτές κλωστές των τριών Μοιρών Κλωθούς, Λάχεσης και της Άτροπους. Όσο και εύκολα μπορούν να σπάσουν, άλλο τόσο δύσκολα θα προσπαθήσει κάποιος να τους σπάσει. Αλλά και η ίδια η ανθρωπότητα δείχνει να μην επιθυμεί κάτι τέτοιο. Ωστόσο, ακόμα και σε πιο μεγάλο βούρκο, όπως είναι η ανθρώπινη ιστορία, φυτρώνουν τα πιο όμορφα λουλούδια, όπως είναι η τέχνη. Όπως ο σκοτεινός ουρανός κάνει τον κύκλο, μαζί του φέρνει και τα άστρα, για να μας φωτίζουν τον δρόμο, την ατραπό.



Η τέχνη είναι αυτή που επιστρέφει δείχνοντας μας τον δρόμο μας και αυτό με τον να αναδεικνύει  την σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου και τα δρώμενά του. Αυτό είναι η τέχνη του δράματος, η ίδια η τραγωδία. Μέσα στον χρόνο πάντα επίκαιρη και παρούσα, αναζητώντας κάποια καλλιτεχνική ψυχή να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψει την  σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης.

Χρειάστηκαν περίπου 2000 χρόνια για να συναντήσουν οι Μούσες αντάξια πένα των αρχαίων τραγωδών στο πρόσωπο του William Shakespeare. Οι ίδιες οι τραγικές μορφές υμνούνται και από τον μεγάλο Δραματουργό.

Οι Δαιμονία Νύμφη αποφάσισαν από την δημιουργία τους να «βουτήξουν» βαθειά μέσα στην Ιστορία του τόπου τους και να ανασύρουν μουσικούς θησαυρούς, δίνοντας τους μια σύγχρονη λάμψη: «Ο αρχικός στόχος στην δημιουργία του σχήματος ήταν η πρωτογενής ανάγκη σύνθεσης μιας  μουσικής η οποία θα μπορούσε σε ένα βαθμό να συνδέεται με κάποια στοιχεία από αυτό που θεωρούμε ότι είναι η αρχαία ελληνική μουσική, έχοντας υπόψη μας τα λείψανα της μουσικής αυτής που έχουν βρεθεί και μεταγραφεί στην σύγχρονη σημειογραφία.» αναφέρει ο Σπύρος Γιασαφάκης, εμπνευστή μαζί με την Εύη Στεργίου αυτού του φιλόδοξου σχεδίου.

Μέσα όμως από την «χρονική τους ανάδυση» συνάντησαν ένα άλλον διαφορετικό βασιλοκτόνο από τον Οιδίποδα, ως το  Macbeth και αποφάσισαν να ντύσουν με νότες τις μάγισσες περιτριγυρίζουν τον ήρωα του Shakespeare: «Το «WitchesLullaby» αρχικά γράφτηκε για την παράσταση Μακμπέθ που ανέβηκε στο ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία της Αναστασίας Ρεβή.» και συνεχίζει ο ο Σπύρος Γιασαφάκης: «Στην παράσταση η μελωδία αυτή αντιπροσώπευε τις σαιξπηρικές μάγισσες, αυτά τα αινιγματικά κι επικίνδυνα όντα που χειρίζονται τον Μακμπέθ και που μας κάνουν να αναρωτιόμαστε αν είναι τελικά όντως οι Μοίρες.». Παράλληλα κάνει την σύνδεση με τους μύθους της Αρχαίας Ελλάδας, σαν αρχετυπικά μοτίβα της δυτικής δραματουργίας.

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι ψίθυροι έχουν την πιο δυνατή φωνή και απλά νανουρίσματα είναι πύλες εισόδου σε νέους κόσμους, ίσως και νέα ζωή: «Το νανούρισμα είναι μια μελωδία που συμβολίζει τη γέννηση, τη νέα ζωή. Ακόμη και στην αρχαία ελληνική μυθολογία τη  ζωή επηρέαζαν οι Μοίρες, η Κλωθώ, η Λάχεση και η Άτροπος. Η πρώτη αντιπροσώπευε το παρόν, η δεύτερη το μέλλον και η τρίτη το παρελθόν, όλα αυτά που έχουν συμβεί και δεν γίνεται ν’αλλάξουν.» Συνεχίζει τον αποσυμβολισμό ο ο Σπύρος Γιασαφάκης. «Το νανούρισμα έχει μια σιωπηλή δύναμη και η ανάμνησή του μπορεί να ακολουθήσει μια ψυχή  στο ταξίδι της σ’ αυτόν τον κόσμο. Ταυτόχρονα κάθε νανούρισμα αλλάζει νόημα όταν αλλάζει κι αυτός που το τραγουδάει, όταν η προστατευτική δύναμη που εκπέμπει έχει άλλη αφετηρία και κουβαλάει διαφορετικά όνειρα…»

Συχνά τα ίδια λόγια έχουν διαφορετικά νοήματα ανάλογα με το πρόσωπου που τα εκφέρει. Όπως και όταν οι αποδέκτες όταν είναι διαφορετικοί. Οι νότες σαν πινέλα δίνουν, δίνουν διαφορετικές ερμηνείες ανάλογα για το χειριστή τους, με την ελευθερία του ερμηνευτή να συμβουλεύει την κάθε «πινελιά»: «Ξεκινήσαμε λοιπόν από το σκοτεινό νανούρισμα των μαγισσών του Σαίξπηρ για να δημιουργήσουμε τέσσερα πρωτότυπα και διαφορετικά νανουρίσματα. Και οι πέντε καλλιτέχνιδες που συμμετέχουν στο πρότζεκτ αυτό, είχαν την ελευθερία να δημιουργήσουν το δικό τους νανούρισμα, δίνοντάς του κάθε φορά άλλο νόημα. Η Γιαπωνέζα Hattis Noit, η Ισπανίδα Priscilla Hernandez,η πορτογαλικής καταγωγής  Βρετανή Victoria Couper σε συνεργασία με την  τουρκικής καταγωγής Βρετανή  Reyhan Yusuf και η Ελληνίδα Εύη Στεργίου, μεταφέρουν μέσα από τις φωνές τους μια δική τους ανάμνηση τρυφερότητας, δύναμης κι ελπίδας.» καταλήγει ο εμπνευστής όλου αυτού εγχειρήματος, οποίος το έχει επιμεληθεί κιόλας.

Ο Σπύρος Γιασαφάκης μας αποκάλυψε το μουσικό ταξείδι αυτού του εγχειρήματος, αποδεικνύοντας παράλληλα την σύνδεση των δύο εποχών δραματουργίας. Αλλά ακόμα πως και οι ερμηνείες των αρχετυπικών μύθων δεν έχουν εξαντληθεί ακόμα, διδάσκοντας μας συνεχώς για την ίδια την ανθρώπινη ψυχή.


 

Jacek Henryk Maniakowski

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Δημιουργώντας Μουσική από Όνειρα

 

Υπάρχει μία ρήση η οποία λέει η ουσία να φτιάξεις κάτι πρώτα πρέπει να το ονειρευτείς. Και αυτό ισχύει πολύ περισσότερο στο χώρο της τέχνης, της οποίας η μουσική είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της. Ένας φανταστικός κόσμος, γεμάτος παραδοξότητες, μπορεί να δημιουργήσει κάτι λογικό, χειροπιαστό και προπαντών κάτι που έχει την δυνατότητα να μείνει στην ιστορία, αλλά ακόμα και να την γράψει. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα επιστημόνων οι οποίοι της μεγαλύτερους τους ανακαλύψεις τις είδαν στο όνειρό τους. Άρα δεν είναι κάτι μεταφυσικό το όνειρο, αλλά πατάει γερά στην πραγματικότητα και πολλές φορές και την δημιουργεί. Η μουσική δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό τον κανόνα και διαβάζοντας για της ιστορίας πίσω από τα τραγούδια, δεν είναι λίγα αυτά που δημιουργήθηκαν μετά από ένα όνειρο και πραγματικά πρόσθεσαν ένα μεγάλο κομμάτι στη μουσική ιστορία.



Υπάρχει ορολογία που λέγεται ονειρική σύνθεση και δεν ανήκει στη σφαίρα φαντασίας, μύθου ή κάτι υπερφυσικού. Είναι ένα φαινόμενο το οποίο έχει τεκμηριωθεί και ανήκει στην νευροβιολογική επιστήμη η οποία το ‘χει και χαρτογραφήσει με ακρίβεια. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα όπου ένας μουσικός ξυπνά με μία μελωδία στο μυαλό του, όμως δεν πρόκειται για κάποια θεία επιφοίτηση, αλλά αυτό το γεγονός είναι αποτέλεσμα μιας πολύπλοκής εγκεφαλικής διαδικασίας η οποία γίνεται κατά τη διάρκεια του βαθύ ύπνο και στις μεταβατικές φάσεις της εγρήγορσης. Άρα μπορούμε να αντιληφθούμε πλέον πως η τέχνη η οποία γεννιέται μέσα στον ύπνο δεν αποτελεί κομμάτι μαγείας, αλλά είναι μία υψηλή έκφραση της ανθρώπινης νευρωνικής αρχιτεκτονικής.

Κατά τη διάρκεια της φάσης REM (Rapid Eye Movement), ο εγκέφαλος παρουσιάζει μία νευρονική δραστηριότητα η οποία είναι παρόμοια με αυτήν που έχεις την εγρήγορση, παρόλα αυτά υπάρχει μία σημαντική διαφορά. Οι προμετωπιαίοι φλοιοί, που ευθύνονται για τη λογική, την αυτοκριτική και τον συνειδητό έλεγχο, «κοιμούνται». Παράλληλα, τα επίπεδα της ακετολοχολίνης, μία ακόμα μπερδεμένη λέξη, ενώ από την άλλη η ντοπαμίνη μαζί με την νοραδρεναλίνη, και άλλες δύσκολες λέξεις, ρυθμίζονται με τελείως διαφορετικό τρόπο δημιουργώντας ένα νευροχημικό περιβάλλον το οποίο είναι ιδανικό ώστε να δημιουργηθεί άπειρος αριθμός συνειρμών. Παρόλο που οι λέξεις που περιγράφουν τη διαδικασία είναι σχεδόν μεταφυσικές, η διαδικασία αυτή είναι σχεδόν αυτονόητη.

Η κροταφικοί λοβοί, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την ακουστική επεξεργασία μαζί με το μεταιχμιακό σύστημα, που επεξεργάζονται τα συναισθήματα και τη μνήμη ενεργοποιούνται έντονα, ενώ ταυτόχρονα το δίκτυο προεπιλεγμένης λειτουργίας (default mode network) συνδέει τις ασύνδετες και σχετικά άσχετες μνήμες καθώς και τις εμπειρίες. Αυτό επιτρέπει στον εγκέφαλο να ανακαλεί χιλιάδες ώρες ακρόασης, εξάσκησης, θεωρητικών γνώσεων και επιπρόσθετα συναισθηματικών βιωμάτων, αναμιγνύοντας όλα αυτά χωρίς να υπάρχει κανένας κριτής και κάποιος που ελέγχει, δηλαδή κριτική σκέψη. Όλα αυτά αποτελούν το βασικό συστατικό για ένα πετυχημένο τραγούδι η μία πολύ δυνατή σύνθεση. Βέβαια, πολλοί μουσικοί εγκατέλειπαν την κριτική σκέψη ακόμα και στο ξύπνιο τους, αλλά αυτό δεν εξετάζεται σε αυτό το άρθρο. Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή ως η ενοποίηση της μνήμης (memory consolidation), δηλαδή ουσιαστικά λειτουργεί ως ένας υποσυνείδητος συνθέτης που αναδιατάσσει τα μοτίβα, τις αρμονίες καθώς και τα ρυθμικά σχήματα σε νέους συνδυασμούς και αυτό γίνεται υποσυνείδητα. Ο ιππόκαμπος, ο κεντρικός άξονας της μνήμης, επαναλαμβάνει ξανά και αποσπασματικά ακουστικά ερεθίσματα, ενώ ο φλοιός θα συνδέει σε μία δομημένη μορφή.



Ο καθένας μπορεί να ισχυριστεί ως η ζώνη της δημιουργικής έμπνευσης περιλαμβάνει όλο το εύρος της ματιάς του είτε αυτή είναι κυριολεκτική είτε νοητική. Αλλά σε αυτό προστίθεται και ένα κομμάτι του ονειρικού κόσμου ή σχεδόν ονειρικού κόσμου, δηλαδή υπναγωγικές και υπνοπομπικές καταστάσεις, ουσιαστικά δημιουργούν τη λεγόμενη ζώνη της δημιουργικής ροής. Οι περισσότερες από τις πιο διάσημες εμπνεύσεις που ήρθα στο όνειρο δεν συμβαίνουν στο βαθύ ύπνο, αλλά στις υπναγωγικές (πριν την είσοδο στον ύπνο) ή υπνοπομπικές (κατά την αφύπνιση) καταστάσεις. Σε αυτές τις φάσεις του ύπνου, ο εγκέφαλος εκπέμπει κύματα theta (4–8 Hz), μία συχνότητα η οποία έχει άμεσα σύνδεση με την δημιουργική ροή, αλλά επίσης και με την επίλυση των προβλημάτων και την ενστικτώδη αντίληψη. Τώρα τα New Wave of American Heavy Metal (NWOAHM), New Wave of British Heavy Metal (NWOBHM), New Wave και Cold Wave από ποιου είδους κύματα του ύπνου γεννήθηκαν, δεν αναφέρεται σε κανένα επιστημονικό έντυπο.

Προχωρώντας όμως με περισσότερη σοβαρότητα, αναφέρουμε τις πειραματικές μελέτες του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνιας και του Charité του Βερολίνου, οι οποίες έχουν αναδείξει το γεγονός πως η δημιουργική επίλυση κορυφώνεται ακριβώς σε αυτές τις μεταβατικές περιόδους. Κατά τη διάρκεια αυτών, ο νους απελευθερώνονται από τους γνωστικούς φραγμούς της εγρήγορσης και πλέον μπορεί να λειτουργήσει με αναλογική και συνειρμική λογική. Δεν αποτελεί τυχαίο γεγονός πως οι καλλιτέχνες από τον Giuseppe Tartini μέχρι τον Paul McCartney, τον Keith Richards και τη Björk, κρατούσαν κάποιο σημειωματάριο ή κασετόφωνο αργότερα ή πλέον smartphone δίπλα στο κρεβάτι. Η ιστορία της μουσικής είναι γεμάτη από περιπτώσεις κατά τις οποίες μία μελωδία ήρθε σε κάποιον κατά της οριακές στιγμές μεταξύ της εγρήγορσης και του ύπνου, αν και κάποιοι το ονομάζουν κατευθείαν όνειρο. Μερικές από αυτές τις περιπτώσεις αναφέρομαι και σε ένα ξεχωριστό άρθρο.

Όμως, στη φύση και στην ζωή δεν υπάρχει παρθενογένεση, εκτός αν πρόκειται για θρησκευτικές αναφορές στα ιερά βιβλία κάποιων θρησκειών. Άρα τίποτα δεν γεννιέται από το μηδέν, πάντα υπάρχει κάποια προηγούμενη εμπειρία. Και πώς δείχνουν τα επιστημονικά δεδομένα, τα οποία όντως είναι εντυπωσιακά, το 15-20% του γενικού πληθυσμού έχει αναφέρει κάποια στιγμή πως έχει ονειρευτεί μουσική, ενώ το ποσοστό στους επαγγελματίες μουσικούς ξεπερνά αρκετά το 50%. Η γνωστική ερμηνεία για αυτό το γεγονός είναι πως η ονειρική μελωδία δεν δημιουργείται εκ του μηδενός, αλλά είναι προϊόν μιας υποσυνείδητης επεξεργασίας (implicit processing) και της συνειρμικής δικτύωσης (associative networking). Δηλαδή, με απλά λόγια, όσο αυτό γίνεται, ο εγκέφαλος ενός μουσικού έχει αποθηκεύσει χιλιάδες ώρες πρακτικής, ακρόασης μουσικής, καθώς και συναισθηματικών εμπειριών. Επομένως, κατά τη διάρκεια του οι πληροφορίες αυτές αναδιατάσσονται σε νέους συνδυασμούς, δημιουργώντας την αίσθηση μιας αυτόματης δημιουργίας ή ακόμα καινούρια σύνθεσης.



Η εντύπωση που προκαλείται από το γεγονός πως ένα τραγούδι η μία σύνθεση ήρθε ολοκληρωμένη από το όνειρο εξηγείται επιστημονικούς όρους ως υπνοπομπική ανακατασκευή. Δηλαδή απλοποιώντας το, όσο αυτό γίνεται, κατά την αφύπνιση ο εγκέφαλος συμπληρώνει ασυνείδητα κενά, οργανώνει αποσπασματικά ακουστικά ερεθίσματα σε μία δομημένη μορφή και το μεταφέρεις στη μνήμη ως μία πλήρης σύνθεση. Δηλαδή κάτι σαν μάγειρας ιδεών ο οποίος παίρνει άσχετα κομμάτια υλικών προς βρώση και φτιάχνει ένα υπέροχο φαγητό, αφού τα συνδέσει όλα μαζί και τα μαγειρέψει. Κάτι τέτοιο αλλά σε διαφορετικούς χρόνους και με διαφορετικά υλικά.

Όλο αυτό το «μαγείρεμα» με σεφ τον εγκέφαλο δεν αναιρεί τη δημιουργική αξία της εμπειρίας, αλλά την τοποθετεί σε ένα πλαίσιο της νευροπλαστικότητας καθώς και της γνωστικής επεξεργασίας, αλλά offline. Στη σύγχρονη εποχή πλέον, η νευροεπιστήμη δεν εξηγεί απλά το φαινόμενο αυτό, αλλά παράλληλα προσφέρει και εργαλεία που μπορεί να πάρουν χρήσιμα στην εκμετάλλευση αυτού. Δηλαδή, έχει δημιουργήσει τεχνικές, όπως η «ονειρική επώαση» (dream incubation), η διατήρηση ενός ημερολογίου ονείρων, η ρύθμιση του ύπνου μέσα από τις κυκλικές φάσεις του μαζί με τη χρήση εφαρμογών οι οποίες καταγράφουν φωνητικές σημειώσεις κατά τη διάρκεια του ύπνου. Αυτές οι τεχνικές πλέον χρησιμοποιούνται από τους σύγχρονους συνθέτες καθώς και παραγωγούς και ίσως είναι καλό να τις δοκιμάσει κάποιος νέος φιλόδοξος rock star. Είτε πετύχει  είτε όχι κάτι θα μάθει για τον εαυτό του.



Μέσα από αυτή την πρόχειρη μάτια σε έναν ονειρικό κόσμο δημιουργίας μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως η δημιουργικότητα δεν κοιμάται ποτέ. Ίσως κάποιος θα νομίζει πως η μύτη πρέπει να μένουν όπως είναι, σίγουρα όμως η επιστήμη δεν απομυθοποιεί αυτό το φαινόμενο, απλά το ερμηνεύει ως ένα φυσικό αποτέλεσμα της ενοποίησης της μνήμης, της υποσυνείδητης συνειρμικότητας, καθώς και της νευροβιολογικής ωρίμανσης του εγκεφάλου κατά την διάρκεια του ύπνου. Και ίσως κάποιες άλλες δύσκολες λέξεις. Τα όνειρα στα οποία γεννιούνται οι μελωδίες είναι η καλύτερη απόδειξη πως η δημιουργικότητα δεν σταματάει όταν κλείνουμε τα μάτια και το ρίχνουμε στον ….  Χάφτα. Απλά αλλάζει το λειτουργικό καθεστώς του εγκεφάλου.

Από την άλλη, ο ίδιος ο καλλιτέχνης δεν παίρνει την έμπνευση από το κενό, αλλά την επεξεργάζεται, την αναδιατάσσει μέσα από ένα βιολογικό σύστημα που έχει εξελιχθεί ώστε να λύνει τα προβλήματα και να συνδέει τα σύνθετα, δημιουργώντας παράλληλα ένα νόημα που εγρήγορση βλέπει μόνο στο χάος. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ζωγράφοι οι οποίοι βλέπουν το ίδιο τοπίο με όλους τους άλλους, αλλά από τη δικιά τους πινελιά βγαίνει ένα έργο τέχνης.

Jacek Henryk Maniakowski 

Πηγές:

 

Matthew Walker – Why We Sleep: Unlocking the Power of Sleep and Dreams (Scribner, 2017)

Deirdre Barrett – The Committee of Sleep: How Artists, Scientists, and Athletes Use Dreams for Creative Problem-Solving (Crown, 2001)

BBC Radio 4 – The Dreaming Mind (Podcast/Documentary Series, 2019–2022)

Scientific American – «How Sleep Fuels Creativity» (2020)

Rolling Stone & The Guardian – Συνεντεύξεις με Paul McCartney, Keith Richards, Björk & Hans Zimmer