Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Dustbowl - The Great Fandango

 Πολλές φορές έχω αναφέρει τις νότες σαν ανεξάρτητες οντότητες, που χρησιμοποιούν τους μουσικούς για να μπουν στον πεζό κόσμο των ανθρώπων. Να το ομορφύνουν λίγο και ίσως να μας παρατηρήσουν. Μέσα από τα δάκτυλα ενός κιθαρίστα δραπετεύουν από τον ιδεατό τους κόσμο, για να μπουν στον δικό μας, στα αισθήματα μας, τις σκέψεις μας, αλλά καμιά φορά και στα πόδια μας, για να μπορούν να χορέψουν μαζί μας κάποιο χορό. Ένα Fandango για παράδειγμα, με ταμπεραμέντο μεξικάνικης φιεστας.  

Ένα The Great Fandango θα μπορούσε να μεταφέρει και δικές τους ιδέες, από τον δικός τους κόσμο, όπου και κυβερνούν. Και ίσως να μας μάθουν τις δομές της δικής τους κοινωνίας. 

Έτσι οι πρώτες νότες του Το Great Fandango των Dustbowl δραπέτευσαν στον δικό μας κόσμο τον Δεκέμβριο του 2015 πάνω σε ένα finger pickin’ pattern (Είναι ένας δακτυλισμός που παίζετε στην κιθάρα) που έπαιζε καιρό πριν στην ακουστική κιθάρα ο Νίκος Φυσάκης:  «(Εδώ πρέπει να πω πως όποιο τραγούδι δεν μπορεί να παιχτεί με μια κιθάρα και μια φωνή δεν αξίζει να ασχοληθείς μαζί του).» Σχολιάζει ο κιθαρίστας του συγκροτήματος. 

«Ηχογραφήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2015 και κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2016. Είναι το ομώνυμο τραγούδι του τελευταίου μας άλμπουμ και αναμφισβήτητα το κομμάτι «κλειδί» του δίσκου αν και το “Linger On” ήταν το πρώτο ολοκληρωμένο τραγούδι που γράφτηκε εκείνη την εποχή, ανοίγει και καθορίζει το άλμπουμ, τα live μας και τον ήχο μας.» Αναφέρει ο κιθαρίστας του συγκροτήματος και δημιουργός του. 

«Θυμάμαι ότι (αν και όχι στην αρχή γιατί δεν είχαμε συνείδηση του τι κάναμε αλλά από ένα διάστημα και μετά) θέλαμε ένα κόνσεπτ άλμπουμ όπου θα περιστρέφονται όλα τα τραγούδια γύρω από το Great Fandango, την μεγάλη φιέστα, το λίκνισμα της ζωής. Μια ωδή στην παντοτινή αγάπη, στη σχέση της αγάπης με την απώλεια και το χάσιμο του εαυτού μας μέσα στο χρόνο» («And I kept this old address of someone that I knew»). . Σε έναν χορό της ζωής, αν ξεκινήσει το πρώτο βήμα, τα άλλα απλά ακολουθούν αρμονικά. Άλλωστε η εύρεση του ίδιου του εαυτού μας ξεκινά από το κέντρο του, όπως ένας φανταστικός χορός. 

Και συνεχίζει ο Νίκος: «Μια προσωπική, ανώριμη (γιατί όχι!) και άναρχη πασιφιστική θεώρηση της «μητέρας γης» («Lord knows how much I’ve loved you deviant child of mother earth since the night of the great fandango when muddy trails gave you birth»). Αυτό ίσως να φαντάζει πομπώδες και αφελές αλλά είναι η δική μου, μικροαστική αν θέλετε, θεώρηση.» . Ο ίδιος δεν έχει μεγάλη αγωνιά να καταλάβει  και να εξηγήσει  τον κόσμο. Σίγουρα βλέπει της σχέση της μονάδας με το όλο όπως και ότι όλα τα όντα αισθάνονται το ίδιο με την καρδιά τους και το σώμα τους. Όλα λοιπόν σε έναν μεγάλο χορό της ζωής, χωρίς πολλές αναλύσεις. 

 «Δηλαδή πιστεύω σε «αδόκιμες ουτοπικές» θεωρήσεις πχ ότι τα ζώα έχουν τα ίδια δικαιώματα για να μη πω περισσότερα από τον άνθρωπο και άλλα τέτοια. Αυτή η προσωπική προσέγγιση,  αλλά και άλλες αντι-επαναστατικές παράδοξες θεωρήσεις με έκαναν να στραφώ σε ένα κύκλο τραγουδιών που θα έχουν την προσωπική αντίφαση σε πρώτο πλάνο καθώς και την έννοια της οποιαδήποτε μορφής της αγάπης μπροστά. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου και το καλύτερο παιδί, προσπαθώ όμως και για αυτό αναφέρομαι στην «οποιαδήποτε» μορφής αγάπης, ειδικά στο τραγούδι αυτό.» συνεχίζει ο δημιουργός με δύο λόγια παραπάνω για την έννοια των στίχων του, αλλά και την ίδια την παρουσία του μέσα σε αυτούς. 

Οι νότες, όταν μπαίνουν στον δικό μας πεζό κόσμο, πάντα παίρνουν ένα κομμάτι του καλλιτέχνη είτε για να τιμήσουν τον ξενιστή τους είτε γιατί δε μπορούν να κάνουν αλλιώς. «Η ουτοπία με την έννοια της προσμονής, της ελπίδας και του ονείρου δεν είναι μια ιρασιοναλιστική (δηλ όπου η  λογική έχει περιορισμένες δυνατότητες) φαντασίωση αλλά είναι η ρεαλιστική πραγματικότητα του αύριο. Εμπεριέχει δε τις προσδοκίες μας. Είναι τα όνειρα ουτοπικά (ουτοπικά με την έννοια του ανεκπλήρωτου)? Όχι. Είναι τα όνειρα πάντα ευχάριστα? Όχι. Ο ιστορικός χρόνος είναι επαναστατικός και αυτάρκης μέσα στην όποια ροη του.». Ίσως και οι έννοιες και ιδέες έχουν την δική τους οντότητα και πεδίο δράσης τον χρόνο. 

«Ήταν άλλη μια περίεργη και δύσκολη εποχή για τους Dustbowl, μια εποχή αλλαγών στο line-up και σε αυτά που θέλαμε να κάνουμε. Όμως νιώθαμε ότι είχαμε ένα «νέο ήχο» στα χέρια μας κάτι που είχαμε αισθανθεί και στο “Goin’ Down” παλιότερα (το προηγούμενο άλμπουμ μας. Είχαν προηγηθεί 2 singles και ένα άλμπουμ το Troublebound & Lonesome στο παρελθόν). Αυτό τον ήχο τον ονομάσαμε τώρα Mother Earth Rock. Τίποτα περισσότερο από το κιθαριστικό σύμπλεγμα που είχαμε παλιά αλλά αυτή τη φορά βάλαμε το τραγούδι σε πρώτο πλάνο έχοντας τα παιξίματα, τα arrangements και την παραγωγή σε μια άλλη προσέγγιση: μια παντελής απουσία της οποιαδήποτε φορμαλιστικής εμμονής στο ήδη τυπικό, αποδεκτό ή συμβατό με οποιοδήποτε άλλο σχήμα της εγχώριας σκηνής όπως την ξέρουμε. Αυτό δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνουμε όμως και μάλλον ούτε η τελευταία.» μας επαναφέρει στον πρακτικό κόσμο της δημιουργίας. 

«Στο Great Fandango η διακριτική χρήση του πιάνου και του Hammond ήταν κάτι το νέο για εμάς, αλλά το καταλυτικό αυτή τη φορά ήταν τα φωνητικά και το πώς αυτά τοποθετηθήκαν με μαζί με τις αρμονίες και τις εξάρσεις των backing vocals κατά την κορύφωση του τραγουδιού.»

«το Great Fandango, το τραγούδι αλλά και το άλμπουμ, είναι η επιτομή των Dustbowl της τελευταίας αυτής περιόδου αλλά συγχρόνως είναι το τέλος της μπάντας όπως την ξέραμε στο παρελθόν. Είναι το σκαλοπάτι που θέλαμε να κτίσουμε και που καλούμαστε να ανέβουμε και να ξεπεράσουμε στο μέλλον… δηλ. απλά Great Fandango είμαστε εμείς και οι ιστορικές αντιφάσεις μας!»

Άλλωστε και η ζωή μας δεν είναι παρά μια μεγάλη φιέστα, όπου άλλες φορές βρίσκουμε τα βήματα του χορού και άλλες τα χάνουμε, αυτό που συμβαίνει και πιο συχνά. Πάντα όμως μεθυσμένοι με τις φανταστικές ιδέες μας και τις θεωρήσεις περί τις αξίας της ζωής. Καλεσμένοι ή απρόσκλητοι σε ένα πάρτι που διοργανώνει κάποια θεότητα, επειδή απλά βαριέται την μεγαλοσύνη της. 



 Jacek Henryk Maniakowski


Status Quo - Down Down

 Το rock’n’roll είναι μια συνεχής κίνηση, με πολλές έννοιες. Από μια συνεχής γεωγραφική μετακίνηση των συγκροτημάτων, ως και την διαρκής εξέλιξή του. Αλλά μια μπάντα που πραγματικά έχει «πουλήσει την ψυχή της στον θεό του rock’n’roll» είναι αναγκασμένη να περιφέρεται από πόλη σε πόλη, μέχρι να γνωρίσει την επιτυχία. Ακόμα και αν την γνωρίσει το ίδιο πρέπει να κάνει, μοιάζοντας πολλές φορές με κάποιο περιπλανώμενο τσίρκο του μεσαίωνα. Και ίσως να μην πολύ μακριά η παρομοίωση και απλά να είναι συνεχιστές μιας τέτοιας παράδοσης οι ροκ μουσικοί. Μιας που το σόου είναι ένα σημαντικό μέρος μιας ζωντανής εμφάνισης. 

Οι Status Quo έχουν τιμήσει με υπερβάλλοντα ζήλο το rock’n’roll και σίγουρα το «άστρο» τους δύσκολα μπορεί να ξεχαστεί. Στις 5 δεκαετίες της ύπαρξης τους σαν συγκρότημα και με δεκάδες άλμπουμ, έχουν διασχίσει άπειρα χιλιόμετρα, αλλά αυτό ποτέ δεν τους κούρασε και συνεχίζουν να προσκυνάνε έμπρακτα τον rock’n’roll θεό. Πρόσφατα ένα τραγούδι τους ψηφίστηκε μέσα στα καλύτερα riff όλων των εποχών, από ακροατές του BBC2, το "Down Down". Το πρώτο τους και μοναδικό Νο 1 στην πατρίδα τους την Αγγλία, αν και φάνηκε πως κυκλοφορήσε κυκλοφόρησε αρχικά σαν b-side στο τραγούδι "Nightride", το 1974, κάτι τέτοιο δεν ισχύει, καθώς και τα δύο τραγούδια ηχογραφήθηκαν ταυτόχρονα και η δισκογραφική το προώθησε αρκετά. Και τα δύο τραγούδια εμπεριέχονται στο όγδοο τους άλμπουμ το On the Level, που μπήκε στα ράφια των δισκοπωλείων την επόμενη χρονιά. 

Η δημιουργία του Francis Rossi και του road manager και κατά περίσταση παίχτη φυσαρμόνικας στα live τους Bob Young, ξεκίνησε την μουσική της πορεία με τον τίτλο "Get Down". Ο λόγος που άλλαξε τίτλο ήταν μάλλον λόγο της συνωνυμίας με το τραγούδι του Gilbert O'Sullivan, μεγάλο χιτ της προηγούμενης χρονιάς. Σαν βάση το τραγούδι είχε το μουσικό μέρος, πάνω στο οποίο γράφτηκαν και οι στίχοι. Ο πρώτος στίχος που έδωσε το έναυσμα για το υπόλοιπο λυρικό μέρος ήταν ο «I want all the world to see, to see you laughing, and you're laughing at me». Όπως αποκάλυψε ο συνιδρυτής της μπάντας και τραγουδιστή, σχεδόν 40 μετά την συγγραφή του, αναφερόταν στην πρώην γυναίκα του και στον Βρετανικό Τύπο εκείνης της εποχής. 

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στα Pathway Studios του Λονδίνου, με παραγωγό τον Pip Williams. Σε αντίθεση με την πολυεπίπεδη παραγωγή που επικρατούσε τότε, οι Status Quo επέλεξαν μια σχεδόν «ζωντανή» προσέγγιση: ελάχιστα overdubs, τα όργανα ηχογραφήθηκαν ταυτόχρονα, και οι φωνές μπήκαν σε ένα-δύο takes. Αυτή η επιλογή δεν ήταν απλώς οικονομική. Ήταν αισθητική δήλωση: το rock’n’roll δεν χρειάζεται λείανση. Χρειάζεται παλμό. Το αποτέλεσμα ακούγεται σαν να παίζεται σε ένα γεμάτο pub, όχι σε κλιματιζόμενο στούντιο.

Όμως οι δυσκολίες που υπήρχαν, δεν περιοριζόταν μόνο στον τίτλο και το περιεχόμενο τον στίχων δεν ήταν το ζητούμενο. Ο στιχουργός ήθελε να δημιουργήσει ένα τραγούδι, στο οποίο και οι στίχοι θα δίνουν τον ρυθμό. Και αυτό θα μπορούσε να κατορθωθεί με την επαναλαμβανόμενη χρήση του γράμματος «D», ακριβώς όπως στο τραγούδι των T.Rex, το Deborah. Έτσι ο Bob Young θεώρησε τον τίτλο Down Down τον κατάλληλο γι’ αυτό. Με αυτήν την λογική ξεκίνησε η δημιουργία τους κατά την διάρκεια της Αμερικάνικης περιοδείας τους και συγκεκριμένα στην «πόλη των αγγέλων». Ουσιαστικά ο στιχουργός το δούλεψε μόνος του όταν η υπόλοιπη μπάντα, προσπαθούσε να σκεφτεί μια καλή ιδέα, «ακονίζοντας τα μολύβια τους», όπως λέει χαρακτηριστικά ο τραγουδιστής. Την ώρα που γευμάτιζε το συγκρότημα σε διπλανό του στούντιο εστιατόριο, το  Copper Penny. Ο Rossi ήθελε και την συμβολή του γράμματος «Β» για να έχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, κάτι που δεν χρειάστηκε τελικά. 

Αν και ο Francis Rossi υπογράφει τη σύνθεση, ο Rick Parfitt ήταν ο ρυθμικός κινητήρας του τραγουδιού. Η κιθάρα του Parfitt δεν κάνει σόλο, δεν διακοσμεί. Λειτουργεί ως η ρυθμική βάση, παίζοντας ακριβώς τις ίδιες συγχορδίες με τον Rossi, αλλά με ελαφρώς διαφορετική επίθεση και timing. Αυτό το «δίδυμο κιθαρών» δημιουργεί τον χαρακτηριστικό, σχεδόν βιομηχανικό ήχο των Quo. Χωρίς τον Parfitt, το riff θα ήταν απλώς μια μελωδία. Μαζί του αποκτά τέμπο και γίνεται σα μηχανή.

Η επανάληψη του γράμματος «D» δεν είναι απλώς στιχουργικό τέχνασμα. Ο Bob Young το αντιμετώπισε σαν κρουστό όργανο. Κάθε “down” χτυπάει σαν τύμπανο, σαν πέταλο μπάσου, σαν ρόδα που κυλάει στη άσφαλτο. Υπάρχει μάλιστα η μαρτυρία ότι ο Young εμπνεύστηκε τον ρυθμό από τον ήχο μιας παλιάς γραφομηχανής και από τον παλμό τρένου που άκουγε κατά τις αμερικανικές περιοδείες. Το “D” δεν προφέρεται απλώς χτυπάει σαν ένα κρυφό τύμπανο.

Η ευκολία στο μουσικό μέρος οφείλεται στο γεγονός, ότι κλέψανε το ίδιο τους εαυτό. Ουσιαστικά αντιγράψανε την πρώτη τους επιτυχία, από το ντεμπούτο άλμπουμ τους του 1968, το "Pictures Of Matchstick Men", που ήταν και μεγαλύτερη τους Αμερικάνικη επιτυχία. Το τραγούδι χρησιμοποιήθηκε για την καμπάνια μιας αλυσίδας σουπερ μάρκετ της Αυστραλίας και Ηνωμένου Βασιλίου. Ο τίτλος άλλαξε σε Prices are down , αλλά και οι στίχοι προσαρμόστηκαν ανάλογα. Φυσικά αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ξεφτιλιστεί «λίγο» το κομμάτι. Ήταν πράγματι μια εμπορική κίνηση που η μπάντα δεν υποδέχτηκε με ενθουσιασμό. Ο Rossi έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις ότι ένιωσε ότι το τραγούδι «υποβαθμίστηκε σε jingle». Παρ’ όλα αυτά, η διαφήμιση κράτησε το κομμάτι ζωντανό στη λαϊκή μνήμη για χρόνια, ειδικά σε οικογένειες που δεν άκουγαν rock ραδιόφωνα. Σήμερα, πολλοί το θεωρούν παράδειγμα του πώς η ποπ κουλτούρα «ανακυκλώνει» το rock, αλλά και του πώς ένα τραγούδι μπορεί να επιβιώσει ακόμη και όταν το βγάζουν από το αρχικό του πλαίσιο.

Στις συναυλίες, το “Down Down” δεν παίζεται ποτέ όπως στο δίσκο. Η μπάντα το επεκτείνει, προσθέτει αυτοσχεδιασμούς και το μετατρέπει σε μια συλλογική εμπειρία. Το κοινό φωνάζει τα “down down” πριν καν μπει η κιθάρα, ο Rossi κάνει νεύμα, τα φώτα σβήνουν, και για τρία λεπτά η αίθουσα γίνεται ένα. Αυτό ακριβώς μοιάζει με την εικόνα του «περιπλανώμενου τσίρκου» και το τραγούδι δεν τελειώνει με το fade out. Συνεχίζεται στο δρόμο, στα βαν, στις επόμενες πόλεις.

Το τραγούδι έφτασε στο Νο 1 στο UK Singles Chart τον Ιανουάριο του 1975 και παρέμεινε εκεί για μία εβδομάδα. Πούλησε πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε ψηφοφορία του BBC Radio 2 για τα «Καλύτερα Riff Όλων των Εποχών», βρέθηκε σταθερά στην πρώτη δεκάδα, συχνά μπροστά από κομμάτια των Led Zeppelin, Deep Purple και AC/DC. Παρά το γεγονός ότι είναι το μοναδικό τους Νο 1 στη Μ. Βρετανία, οι Status Quo έχουν πουλήσει πάνω από 125 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως και έχουν κυκλοφορήσει πάνω από 30 στούντιο άλμπουμ. Το “Down Down” δεν είναι η «κορυφή» της καριέρας τους, αλλά είναι η πύλη που τους άνοιξε τον δρόμο για την επιτυχία.



 Jacek Henryk Maniakowski


Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Πως μπορούσες να μάθεις για την Metal στην Ελλάδα των 80s

 

Όλες πράξεις του ανθρώπου έχουν να κάνουν με δυο κατευθύνσεις: την αναπαραγωγή του και την αναζήτηση τροφής. Η τροφή δεν είναι μόνο η υλική, αλλά και νοητική, συναισθηματική και πνευματική. Ουσιαστικά καλύπτοντας τις βασικές ανάγκες του προς επιβίωση, αναζητά μια συναισθηματική κάλυψη, νοητικά ερεθίσματα και αργότερα  μια κάποια πνευματικότητα, συνήθως με την μορφή κάποια θεότητας. Ακριβώς όπως τα ορίζει η  πυραμίδα των αναγκών του Maslow.



Στην δεκαετία του τίποτα, όπως έχει ειπωθεί από μουσικούς κριτικούς για ‘80s, κάτι καινούργιο ερχόταν στο προσκήνιο. Η Metal μουσική, άφηνε την νηπιακή της ηλικία και επίμονα ζητούσε την θέση της στην παγκόσμια μουσική σκηνή. Παρ’ όλη την στοχοποίηση από συντηρητικούς κύκλους σε παγκόσμιο επίπεδο, χάρη στους οπαδούς της, δεν παρέδιδε … τις κιθάρες. Οι νέες μπάντες ξεφύτρωναν σε όλες τις χώρες, μαζί με τα νέα της είδη. Όμως στην μετα-χουντική Ελλάδα, πως μπορούσε κάποιος να μάθει για νέες κυκλοφορίες ή και μπάντες.

Ο τύπος γύρω από αυτήν μουσική σχεδόν ανύπαρκτος, με μοναδική πηγή το περιοδικό «Ποπ & Ροκ», το οποίο ουσιαστικά «έθαβε» ουκ ολίγα αριστουργήματα κάποιων ονομάτων, οι οποία ήταν καταξιωμένα μεν, αλλά σε άλλες χώρες. Ο λόγος γι αυτό, δεν είχε να κάνει με δόλο, αλλά ουσιαστικά τις «δισκοκριτικές» τις έκανε ένας, οποίος δεν ήταν και πολύ φίλος με την μουσική αυτή. Η προσθήκη του Στάθη Παναγιωτόπουλου στην συντακτική ομάδα, βελτίωσε κάπως την κατάσταση. Στα μέσα της δεκαετίας όμως εμφανίζεται το “Heavy Metal” μετέπειτα “Metal Hammer”, ουσιαστικά πρώτος μουσικός οδηγός στα δύσκολα αυτά χρόνια στην Ελλάδα.



Όμως, για ένα διψασμένο μεταλλά ούτε και αυτό ήταν αρκετό για τις μουσικές του αναζητήσεις. Έτσι δημιούργησε αρκετούς τρόπους, ώστε να βρει κάποιο καινούργιο διαμαντάκι ή ακόμα να ανακαλύψει κάποιο παλιό. Ας δούμε τους τρόπου με τους οποίου επέλεγε να αγοράσει κάποιο άλμπουμ, στην φτωχή από metal, μουσική αγορά.

-        Οι συγγενείς από το εξωτερικό: είτε με κάποια επίσκεψη στην Δ. Γερμανία κυρίως είτε σαν παραγγελία, αν δεν είχαν φρίξει βλέποντας μόνο το εξώφυλλο κάποιου άλμπουμ

-        Οι δίσκοι βινυλίου της metal ήταν κατά βάση εισαγωγής, αυτό σήμαινε πως ήταν αρκετά ακριβοί, συνήθως 2-3 φορές ακριβότεροι από αυτούς των ελληνικών εταιριών. Οι οποίες δεν προτιμούσαν την σκληρή μουσική. Άρα, τα λιγοστά δισκάδικα, τα οποία είχαν άλμπουμ εισαγωγής της σκληρής μουσικής, τα πουλούσαν υπερ-τιμολογημένα. Περιθώριο λάθος, μπορεί να στοίχιζε το χαρτζιλίκι δυο εβδομάδων τουλάχιστον. Για να ακούσεις πριν τι αγόραζες, μάλλον απίθανο, γιατί απλά όλα ήταν σε κλειστές συσκευασίες. Απλά καθόσουν δίπλα σε πιο «πάλιουρες» για να κρυφο-ακούσεις τις απόψεις τους.

-        Κάποια βιβλιοπωλεία είχαν «Ξένο Τύπο», όπου μερικές φορές έβρισκες περιοδικά για μουσική, αλλά κανένα για metal. Ειδικά το γερμανικό 15-ημερο  Bravo, που και που είχε κάποιες αναφορές στις νέες κυκλοφορίες. Μέσα από τις γερμανικές λέξεις, μπορούσες να ξεχωρίσεις κάποιους αγγλικού τίτλους.



-        Με την εμφάνιση του περιοδικού “Heavy Metal”, άρχισαν να εμφανίζονται πρώτες αγγελίες για ανταλλαγή κασετών. Ουσιαστικά ήταν ο πιο σίγουρος και τίμιος τρόπος για ανταλλαγή μουσικών απόψεων και αναζήτησης νέων ειδών, που ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια μετά την βροχή. Η παραγωγή φυσικά ήταν από κακή ως άθλια, αλλά μας έφτανε.

-        Αργότερα, κάποια δισκάδικα είχαν κασέτες ντέμο, συνήθως τοπικών συγκροτημάτων, αλλά και αντιγραφές από μπάντες του εξωτερικού. Η υπερ-τιμολογούμενη κασέτα ήταν σαν να έπαιζες σε «πειραγμένη» λοταρία κάποιου πανηγυριού. Οι πιθανότητες να βρεις κάτι αξιόλογο ήταν 1 προς 10. Ωστόσο, υπήρχαν διαμαντάκια όπως αυτό των Deceptor.

-        Οι δισκοκριτικές ήταν επίσης κορώνα-γράμματα, καθώς ο τομέας της μουσικής αρθρογραφίας ήταν στα επίπεδα του… γραφικού. Ακόμα κλαίω τα 5000 δρχ που έδωσα για δίσκο των Mentors, μοναδικών αντιπροσώπων και βασιλιάδων της Porn Metal. Φυσικά υποψίες για χρηματισμό κάποιων συντακτών, πάντα πλανιόνταν πάνω από τα κεφάλια μας.

-        Καθώς τα ερεθίσματα λίγα, προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε στα «πάντα» καινούργιες μπάντες. Ακόμα και παρατηρώντας τα μπλουζάκια των ειδώλων μας. Για παράδειγμα οι Misfits έγιναν γνωστοί χάρη στο μπλουζάκι που φορούσε ο James Hetfield των Metallica. Αλλά και πολλά ακόμα ονόματα ανακαλύφθηκα από μπλούζες, που φορούσαν μέλη άλλων συγκροτημάτων


-        Φυσικά, η ανταλλαγή ιδεών μεταξύ άλλων μεταλλάδων ήταν η βασική πηγή γνώσης, αλλά κατά βάση συνομήλικων, καθώς οι μεγαλύτεροι δεν ήταν ιδιαίτερα διαθέσιμοι για μια μουσική συζήτηση με μικρότερους.

Σίγουρα, σε κάποιες άλλες χώρες τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα. Αλλά βλέπουμε πως και σήμερα η αναπαραγωγή και το άκουσμα της metal μπορεί να στοιχίσει και την ζωή κάποιου. Ίσως κάποιοι θα δουν έναν ρομαντισμό μέσα από αυτήν την υπενθύμιση, ωστόσο  τα πράγματα ήταν αρκετά δύσκολα για μεταλλάδες της εποχής εκείνης, καθώς ήταν εισπράκτορες κάθε στερεοτυπικής προκατάληψης. Οι νεότεροι δεν μπορούν να φανταστούν καν πως ήταν η μουσική αναζήτηση χωρίς διαδίκτυο και τις μουσικές πλατφόρμες.

Ευχαριστώ ιδιαίτερα το Δημήτρη Μάλαμα για την κουβέντα αυτήν, αλλά και για τις κασέτες που μου έγραφε τότε.

Jacek Henryk Maniakowski

Rock - e - pedia : Neofolk

 Ο Bob Dylan στα πρώτα του μουσικά βήματα είχε πει κάποτε για τον Roy Orbison ότι τραγουδούσε μουσικά είδη, τα οποία δεν είχαν ακόμα εφευρεθεί.

 

Neofolk


Πως ακούγεται: Σαν να παίζει ο Bob Dylan δίπλα σε ένα εργοστάσιο σε πλήρης λειτουργία. Ουσιαστικά σαν μίξη μεσαιωνικής μουσικής με πολλούς ηλεκτρονικούς πειραματισμούς.



Γιατί να το ακούσουμε: Βασικά πολλοί έχουν ακούσει το είδος, χωρίς καν να το γνωρίζουν σε metal διασκευές. Είναι παράξενα μαγευτικός ήχος της μουσικής αυτής με πολλές ιδέες σε κάθε κομμάτι. Κατάλληλο για αυτούς που ψάχνουν για πρωτοτυπία, αλλά χωρίς να φτάνει αυτή στα άκρα.

Γιατί όχι: γιατί χουααααααχ (χασμουρητό), τι λέγαμε; Ααα ναι, ε καταντάει τελείων μονότονο και βαρετό. Άλλες πάλι κουράζει με τους υπερβολικούς πειραματισμούς.

Που; Κυρίως στην Αγγλία.

Πότε; Εδώ υπάρχει αρκετή θολούρα. Ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Αλλά χωρίς να υπάρχει το είδος, ήδη παιζόταν από την δεκαετία του ‘60

Ποιοι;  Γενικά περιγράφει την μουσική, η οποία έχει σαν βασική επιρροή τους Douglas Pearce (Death In June), Tony Wakeford (Sol Invictus) και David Tibet (Current 93), οι οποίοι είναι και πρωτοπόροι του είδους. Αλλά και οι Vulcan's Hammer, Changes, Leonard Cohen, και Comus, θεωρούν ήδη από την δεκαετία του ’60 εκπρόσωποι του είδους. Ακόμα και ο Lou Reed βρίσκεται στην κορυφή των επιρροών.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Rome από Λουξεμβούργο,  τους Ολλανδούς A Challenge of Honour και Omnia, τους Γερμανούς Forseti, τους Φιλανδούς Nest και Empyrium στα πιο πρόσφατα τους άλμπουμ.



Μέρες δόξας:  χμμ, στις αρχές των ‘90ς, αν μπορεί αυτή η έκρηξη να θεωρηθεί δόξα. Αν και από την δεκαετία ’10 βγαίνουν πολύ αξιόλογα σχήματα.

Κόκκινη κάρτα: η ενασχόληση με νέο-παγανισμό και αποκρυφισμό τραβάει ναζί και σαν οντότητες καθόλου έξυπνες μπερδεύουν τους ρούνους με σβάστικες.

Με τι μπερδεύεται; Με experimental, Martial industrial, dark folk και pagan folk"

Τι λες στον άσχετο; Μεσαιωνικά ντρίνγκι ντρίνγκι με τους μουσικούς να παθαίνουν που και που ηλεκτροπληξία ενώ παίζουν.


Jacek Henryk Maniakowski

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Rock - e - pedia : Neoclassical metal

 Δεν υπάρχει τίποτα που να έχει οντότητα και να μην έχεις παρελθόν, έστω και μη ορατό.


Neoclassical metal

 

Πως ακούγεται: σαν ο Μότσαρτ να βγήκε από τον τάφο του και έπιασε μια ηλεκτρικά κιθάρα. Βασικά σαν οι hardrockers της δεκαετίας του ’70 να «κλέβουν» τους κλασικούς, προκλασικούς, μπαρόκ και ρομαντικούς συνθέτες. 



Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί έδωσε βάσεις για την εξέλιξη της metal. Απέδειξε πως οι μουσικοί του νέου τότε είδους κατέχουν την τέχνη της μουσικής. Γιατί είναι «αριστοκρατικό» και φινιρισμένο σαν καλογυαλισμένη Rolls Royce. Ουσιαστικά μια πολύ φινετσάτη έκφραση της metal.

Γιατί όχι: Υπερβολικά γυαλισμένη και για φιγουρατζίδες κιθαρίστες. Η τεχνική παίζει υπερβολικό ρόλο και πέφτει πολύ κλέψιμο από κλασικούς συνθέτες.

Που; Βόρεια Αμερική και Ευρώπη.

Πότε; Τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές ’80. Αλλά ήδη υπήρχαν δείγματα του είδους τουλάχιστον μια δεκαετία πριν κυρίως με τους Deep Purple και το άλμπουμ τους Concerto for Group and Orchestra, το οποίο κυκλοφόρησε Δεκέμβριο του 1969. Σαν είδος αναγνωρίστηκε μόλις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Ποιοι; Ουσιαστικά ξεκίνησε με μουσικού που έκαναν συνδυασμό του hard rock με την κλασική μουσική όπως Jon Lord, Keith Emerson, Ritchie Blackmore, Uli Jon Roth και Randy Rhoads. Αλλά μεγάλη ώθηση έδωσε ο Yngwie Malmsteen.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Tony MacAlpine, Vinnie Moore, Joey Tafolla, Michael Angelo Batio, Paul Gilbert, David T. Chastain, Jason Becker και Marty Friedman



Μέρες δόξας:  Μέσα δεκαετίας του ’80 κυρίως μέσω των κυκλοφοριών της Shrapnel Records.

Κόκκινη κάρτα: πολλά μπλιμπλίκια από φιγουρατζίδες κιθαρίστες. Υπερβολική βάση στις τεχνικές δεξιότητες, παρά στην σύνθεση. Ακόμα και μέτριοι συνθέτες και μουσικοί, εξαιτίας της εκπαίδευσης τους, ακούγονται σαν μουσικές μεγαλοφυΐες.

Με τι μπερδεύεται; Με Power metal, symphonic metal και καμιά φορά με progressive metal

Τι λες στον άσχετο; Κάτι φιγουρατζίδες παίζουν πολύ γρήγορα ηλεκτρική κιθάρα, μπορεί να παίζουν και γρήγορα κάποιες συνθέσεις κλασικής μουσικής.

Jacek Henryk Maniakowski

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Rock - e - pedia : Nardcore

Πολλοί γνωρίζουν τις εκβολές ενός ποταμού, αλλά ελάχιστοι τις πηγές του.


Nardcore


Πως ακούγεται: Σαν μια πιο σκληρή μίμηση της αγγλικής punk. Αγνό, δυνατό και ακατέργαστο, πάντα με λίγη καλιφορνέζικη χροιά. Ουσιαστικά είναι μια πρώιμη εκδοχή του skate punk.



Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί είναι από την Καλιφόρνια, είναι καθαρό και ακατέργαστα γνήσιο.

Γιατί όχι: ακούγεται πολύ εφηβικό και δεν γουστάρουμε Καλιφόρνια, θέλουμε σκοτεινό αρκτικό χειμώνα.

Που; Καλιφόρνια και συγκεκριμένα στο Oxnard προάστιο του Silver Strand Beach και στο Port Hueneme της περιοχής Ventura County.

Πότε; Τέλη δεκαετίας του ’70, αρχές ‘80

Ποιοι; Το όνομα προέρχεται από την περιοχή Oxnard και το hardcore και μάλλον η πρώτη μπάντα ήταν κάποιοι the Rotters, που το 1977 άρχισαν να παίζουν σε σχολικά πάρτυ… λίγο πιο άγρια. Απλά διαπίστωσαν πως γίνεται και έτσι και μπορούνε να παίζουν … λίγο πιο άγρια. Αργότερα μέλη της μπάντας σχημάτισαν τους Dr. Know και Ill Repute. Ο όρος ανήκει στον κιθαρίστα των πρώτων Ismael Hernandez. Επίσης οι Agression, False Confession, Habeas Corpus, Stalag 13, RKL και Scared Straight αποτέλεσαν το πρώτο κύμα της σκηνής.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Rich Kids on LSD, Rat Pack, In Control, California Redemption, The Last Priority, Public Defecation, The Missing 23rd, Flower Leperds, Dogends, Schismism,



Μέρες δόξας:  Κάπου στα ‘80s, αλλά πάντα σε τοπικά πλαίσια της περιοχής και κυρίως χάρης στην στήριξη της σκηνής από κάποια fanzines και την προώθηση από την Mystic Records.

Κόκκινη κάρτα: ο τοπικός χαρακτήρας του είδους, ουσιαστικά το καθιστά σαν σκηνή. Οι μπάντες έχουν να επιδείξουν μεγάλη αλληλεγγύη μεταξύ, κάτι που όντως δείχνει πολύ καλό, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια ακόμα hardcore κλίκα, η οποία λειτουργεί σε συγκεκριμένα πλαίσια.

Με τι μπερδεύεται; με Hardcore punk, thrash και skateboard punk

Τι λες στον άσχετο; Κάτι πιτσιρικάδες με καπέλα τζόκεϊ ανάποδα, παίζουν αγριεμένο punk όταν δεν κάνουν skateboard.

Jacek Henryk Maniakowski

 

Suzi Quatro - Can the Can

 

Ο χώρος της μουσικής, από τα πρώτα χρόνια της, δεν ήταν ιδιαίτερα φιλόξενος για τις γυναίκες. Αλλά γενικά ο χώρος της κάθε είδους δημιουργίας, είχε τις πόρτες κλειστές ανθρώπου θηλυκού γένους. Αυτό μάλλον οφειλόταν σε γενικά κοινωνικά στερεότυπα, που προεκτεινόταν και στον χώρο της τέχνης γενικά. Ίσως πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η περίπτωση της αδελφής του Mozart, της Nannerl. Παιδί – θαύμα και αυτή, κατά την γνώμη πολλών ειδικών, μεγαλύτερο ακόμα ταλέντο από τον ίδιο τον Amadeus, αλλά…. «η Nannerl είναι κορίτσι και ένα κορίτσι δεν έχει το δικαίωμα να συνθέτει...» όπως γράφει κάποιος για την ταινία του 2010, που αφορούσε την ζωή της. Όμως από την δεκαετία του ’70, τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν την κανονική τους ροή και με την εμφάνιση της ροκ κυρίως, το ταλέντο σταμάτησε να έχει γένος.


Και η κυρία, που από τις πρώτες γυναικείες φωνές, απέδειξε ότι το rocknroll δεν είναι μόνο αντρική υπόθεση, ήταν η Suzi Quatro. Το ντεμπούτο άλμπουμ  της Can the Can του 1973 έκανε παγκόσμια αίσθηση, ανεβάζοντάς την στην κορυφή πολλών charts, αλλά και στον θρόνο της rock’n’roll μουσική.  Και το πιο σημαντικό σκαλοπάτι για τον θρόνο αυτό ήταν το δεύτερο single και το ομώνυμο του άλμπουμ τραγούδι. Η συγκεκριμένη σύνθεση δεν ανήκει στην ίδια, αλλά στους Mike Chapman και Nicky Chinn. Δύο μουσικοί παραγωγοί που είναι υπεύθυνοι για πολλές επιτυχίες και για την μουσική παραγωγή κορυφαίων ροκ άλμπουμ, όπως και στο συγκεκριμένο άλμπουμ του 1973. Παρ’ όλο που οι περισσότερες συνθέσεις, άνηκαν στην ίδια τραγουδίστρια, αλλά και μπασίστρια, πρώτη γυναίκα που έπαιζε αυτό το όργανο και έφτασε στο Νο 1, με αυτό το τραγούδι έκανε την απόλυτη επιτυχία της. Και ουσιαστικά έβαλε την θεμέλιο λίθο για την δημιουργία και άλλων female bands.

Η επιτυχία της αυτή ήταν από τις πιο επιδραστικές στην  ιστορία της ροκ μουσικής, ώστε να δημιουργηθεί ακόμα ένα μεγάλο μουσικό ρεύμα αυτό των γυναικείων γκρουπ. Όπου ο ρόλος μιας μουσικού δεν είναι διακοσμητικός μόνο, αλλά και μπορεί άνετα να ηγηθεί μια μπάντας που ξέρει να ροκάρει. Άλλωστε και ο τίτλος του τραγουδιού είναι ένα είδος ποιητικής αδείας, που γραμματικά και συντακτικά δεν υπάρχει, αλλά προσδιορίζει ότι μπορείς να κάνεις το αδύνατο. Ο Nicky Chinn συγκεκριμένα αναφέρει ότι το δεύτερο can (μπορώ) επιτείνει την έννοια του μπορώ, πέρα από το πολύ καλό ηχητικό αποτέλεσμα. Επίσης στο ρεφρέν υπάρχει ένα λογοπαίγνιο με την λέξη «can” και όλες τις σημασίες της, μπερδεύοντας ακόμα περισσότερο κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με την σημασία των στίχων. Γενικά ο κόσμος αποδέχτηκε την φράση σχεδόν ασχολίαστα. Η ίδια ερμηνεύτρια όταν άκουσε την δημιουργία των δύο παραγωγών, κατάλαβε κατευθείαν ότι είχε στα χέρια της «κάτι μεγάλο». Η φράση «Can the Can» δεν υπήρχε ως σταθερή έκφραση στην αγγλική γλώσσα πριν το τραγούδι. Οι Chinn/Chapman την επινόησαν συνδυάζοντας δύο στοιχεία: Το ρήμα «to can» στην αργκό σημαίνει «να τα καταφέρεις», «να χειριστείς μια δύσκολη κατάσταση» ή ακόμη και «να απολύσεις/να σταματήσεις κάτι». Η επανάληψη της λέξης δημιουργεί έναν ρυθμικό, σχεδόν κρουστικό ήχο που μιμείται τον παλμό του τραγουδιού.

Ουσιαστικά, ο τίτλος λειτουργεί σαν μανιφέστο: «Μπορείς να κάνεις το αδύνατο. Μπορείς να τα βγάλεις πέρα. Μπορείς να σπάσεις το καλούπι». Η Suzi το κατάλαβε αμέσως γιατί η ίδια ζούσε καθημερινά αυτή την πραγματικότητα: μια γυναίκα με μπάσο σε έναν αντρικό κόσμο.

Το πρώτο single από αυτό το άλμπουμ ήταν το τραγούδι Rolling Stone, όμως η μόνο στην Πορτογαλία έκανε κάποια σχετική επιτυχία. Έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη για ένα νέο single και όπως αποδείχθηκε ήταν και πολύ εύστοχη κίνηση. Το τραγούδι, αν και ηχογραφήθηκε με session μουσικούς, ανέβηκε Νο 1 στην Αυστραλία, Γερμανία και στην Βρετανία, χωρίς όμως να πιάσει κορυφή, αλλά ούτε να έχει ιδιαίτερη επιτυχία στην Αμερική.  Παρ΄ όλα αυτά έχει μπει σε αρκετούς καταλόγους με τα πιο σημαντικά τραγούδια του περασμένου αιώνα. το κομμάτι ηχογραφήθηκε με session μουσικούς. Αυτό ήταν η συνήθης πρακτική του ντουέτου Chapman & Chinn στην αρχή της δεκαετίας του ’70, δηλαδή έγραφαν, παρήγαγαν και ηχογραφούσαν τα βασικά όργανα με έμπειρους στούντιο μουσικούς, ενώ ο καλλιτέχνης εστίαζε στα φωνητικά και την ερμηνεία. Η Suzi Quatro, αν και ήδη ικανή μπασίστρια, δεν έπαιξε μπάσο στην αρχική στούντιο εκτέλεση. Ωστόσο, η ενέργεια και η στάση της στο μικρόφωνο ήταν τέτοια που το τραγούδι απέκτησε αμέσως «σώμα». Σύντομα, η ίδια θα αναλάμβανε το μπάσο και στις ζωντανές εμφανίσεις και στις επόμενες ηχογραφήσεις, μετατρέποντας το project από «προϊόν παραγωγής» σε αυθεντική ροκ μπάντα.

Η επιτυχία του «Can the Can» δεν ήταν απλώς εμπορική. Ήταν οπτική και πολιτισμική. Η Joan Jett έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι βλέποντας τη Suzi Quatro στην τηλεόραση να παίζει μπάσο και να τραγουδάει με αυτή την επιθετική, αυτοπεποίθηση, κατάλαβε ότι «μια γυναίκα μπορεί να ηγηθεί ροκ μπάντας». Αυτή η στιγμή αναγνωρίζεται ως καταλυτική για τη δημιουργία των «The Runaways» και, κατ’ επέκταση, για ολόκληρη την punk, riot grrrl και alternative γυναικεία σκηνή των επόμενων δεκαετιών. Χωρίς το «Can the Can», το τοπίο του γυναικείου rock θα ήταν σημαντικά διαφορετικό.

Το promo clip του Can the Can θεωρείται ένα από τα πρώτα «rock video» που έδειχναν γυναίκα με δερμάτινα, με το μπάσο στο χέρι και στάση που δεν ταυτιζόταν με την ως τότε εικόνα μιας γυναίκας που τραγουδάει. Σε μια εποχή που οι γυναικείες φωνές στην ποπ προβάλλονταν συχνά ως «γλυκές» ή «διακοσμητικές», η εικόνα της Quatro ήταν σοκ. Δεν τραγουδούσε για αγάπη με δάκρυα. Τραγουδούσε για δύναμη, για ρυθμό, για παρουσία. Αυτή η οπτική γλώσσα επηρέασε άμεσα την glam rock αισθητική και αργότερα την punk και new wave σκηνή.

Το τραγούδι έχει συμπεριληφθεί σε πολλές λίστες «σπουδαιότερων rock τραγουδιών του 20ού αιώνα» από περιοδικά όπως το «Q», το «Mojo» και το «Classic Rock». Αναγνωρίζεται όχι μόνο για την εμπορική του επιτυχία, αλλά για το ότι «έσπασε το ταμπού του οργάνου», ουσιαστικά πριν τη Suzi, το μπάσο θεωρούνταν σχεδόν αποκλειστικά αντρικό πεδίο. Εκείνη το έκανε σύμβολο γυναικείας ροκ δύναμης. Επιπλέον, η φράση «Can the Can» έχει περάσει στην ποπ κουλτούρα ως συνώνυμο του «να τα καταφέρεις απέναντι σε όλες τις αντιξοότητες».



Jacek Henryk Maniakowski