Οι νότες για την ζωή είναι ότι τα μπαχάρια για
το φαγητό
Palm-wine(γνωστό και σαν Maringa στη Sierra Leone)
Πως ακούγεται: σαν παγάκια μέσα σε ένα
περίεργο κοκτέιλ από ένα ακόμα πιο περίεργο ρούμι μαζί με τον ήχο από χαλαρό
παφλασμό κυμάτων σε μια ηλιόλουστη παραλία.
Είνα ένα μουσικό είδος της Δυτικής Αφρικής.Εξελίχτηκε στους λαούς Kru της Λιβερίας και
της Σιέρα Λεόνε, οι οποίοι χρησιμοποίησαν πορτογαλικές κιθάρες που έφεραν
ναυτικοί, συνδυάζοντας τοπικές μελωδίες και ρυθμούς Trinidadian calypso.Παιζόταν σε μπαρ της εργατικής τάξης στις
αποβάθρες και σε μπαρ κρασιού φτιαγμένο από φοίνικες.
Περιλαμβάνει υποείδη όπως το osibisaaba και το
annkadaamu των ντόπιων ψαράδων Fanti, τη μουσική asiko από τη Σιέρα Λεόνια και
το dagomba, το "fireman" (δηλ. κάρβουνο πλοίου) και " mainline»
στυλ κιθάρας επισκεπτών ναυτικώναπό το
Kru της Λιβερίας.
Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί είναι μια πολύ
ενδιαφέρουσα συνύπαρξη αφρικάνικων ήχων με πορτογαλικές μουσικές επιρροές και
γιατί ταιριάζει με το ρούμι.
Γιατί όχι: ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΛ!!!!!
Που; Σιέρα Λεόνε και Λιβερία
Πότε; Αρχές του 1900
Ποιοι; Ο Agya Koo Nimo αναφέρεται ευρέως ως ο
«βασιλιάς της Palm-wine » και «παππούς του highlife». Πρωτοπόροι του είδους θεωρούνται επίσης και οι
Osita Osadebe, Oliver de Coque, Oriental Brothers, Victor Uwaifo, Rex Lawson,
Nana Ampadu, Pat Thomas και Morocco Maduka.
Αλλά ακόμα να ακούσεις: Koo Nimo (a.k.a.
Daniel Amponsah), S. E. Rogie, Abdul Tee-Jay, Super Combo, Nigeria’s Umu
Obiligbo, Flavour, Zoro, Chike, Phyno; Ghana’s King Promise, Kofi Kinaata;
Cameroon’s T’Neeya and Stanley Enow
Μέρες δόξας:Κέρδισε δημοτικότητα αφού ο μουσικός Ebenezer Calendar, ηχογράφησε
τραγούδια τις δεκαετίες του '50 και του '60. Βασικά δεν έχω ιδέα, αν ακόμα
ακούγεται σε μέρη όπως η Δυτική Αφρική ή κοντινά νησιώτικα συμπλέγματα.
Κόκκινη κάρτα: ο έντονα τοπικός του
χαρακτήρας, μάλλον το περιορίζει σε περιοχές, όπου είναι έντονες εμφύλιες
αναταράξεις και δύσκολα μπορεί να έχει επαφή με την ευρεία έννοια της μουσικής
βιομηχανίας.
Με τι μπερδεύεται; Με Kaiso, African music,
calypso, ragtime
Τι λες στον άσχετο; σκέψου να είσαι σε κάποιο
τοπικό μπαρ την εποχή του μεσοπολέμου στην δυτική Αφρική, εεε αυτό θα έπαιζαν.
Τι εννοείς λέγοντας «τι είναι μεσοπόλεμος»;;;!!!
Για να
μεγαλώσει ένα δέντρο, ή έστω ακόμα να βγει από το σπόρο του, υπάρχουν πολλές
προϋποθέσεις. Η μουσική ακολουθεί και αυτή την εξέλιξη της, ακριβώς όπως
υπάρχει στη φύση. Από την κλασική μουσική, που για να υπάρχουν οι συνθέτες
έπρεπε να υπάρχει χρηματοδότηση και αποδοχή της άρχουσας τάξης, καθώς και η
προστασία αυτής από την αριστοκρατία και τους βασιλιάδες. Καθώς τότε αυτή ήτανε
και οικονομικοί άρχοντες, αλλά επίσης είχαν το προνόμιο της μόρφωσης, κάτι που
τους έδινα το νοητικό εργαλείο να την κατανοήσουν. Ωστόσο, κάτι το οποίο δεν
έχει κοινή αποδοχή δεν μπορεί να υφίσταται, ακόμα και ο ίδιος βασιλιάς αν δεν
είναι αποδεκτός από την κοινωνία δεν μπορεί να κρατήσει τον θρόνο του.
Λίγους αιώνες
μετά, με τη μουσική να είναι προσβάσιμη σχεδόν σε όλους, ισχύουν οι ίδιοι οι
κανόνες. Συγκροτήματα και καλλιτέχνες προηγούμενων δεκαετιών, οι οποίοι
ενσάρκωναν τους φόβους, τις προσδοκίες και τα συναισθήματα της εποχής τους,
αφήνοντας παράλληλα έναν ανεξίτηλο στίγμα στη μουσική ιστορία, δεκαετίας μετά
θα περνούσαν απαρατήρητοι. Άρα, η ανάγκη της κοινωνίας για μουσική, για
συγκεκριμένο είδος μουσικής, ουσιαστικά μπορεί να το εκτοξεύσει, αν και αυτό
συνοδεύεται με οικονομικούς παράγοντες, δημιουργώντας παράλληλα κάποια μουσική
πρωτοπορία.
Οικονομική
Διάσταση: Από την Ανεξαρτησία στην Παγκόσμια Αλυσίδα Αξίας
Όπως εύστοχα
μας λένε οιBachman–TurnerOverdrive (BTO) (ΕΔΩ) , Takin' CareofBusiness, για
να εξελιχθεί κάτι πρέπει να προσφέρει κέρδος. Και το κέρδος αυτό πρέπει να
βγαίνει με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος. Έτσι, όταν δημιουργείται
βιομηχανική κόπωση συνεπάγεται και η αναζήτηση ενός χαμηλότερου κόστους. Οι
μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες (Geffen, Epic, A&M, Warner) παρουσίασαν
μία οικονομική κόπωση από τοαπό το
ακριβό, υπερπαραγόμενο glam metal. Το grunge, από την άλλη, προσέφερε έναν ήχο
το οποίο δεν χρειαζόταν τόσο ακριβή παραγωγική επένδυση, άρα μειωμένο κόστος
μειωμένο και το ρίσκο.
Στον αντίποδα,
η μικρή ανεξάρτητη δισκογραφικήSub Pop ανεξάρτητη ετικέτα δημιούργησε το groundwork με
fanzines, tape-trading και τοπικές συναυλίες, ουσιαστικά θεμελιώνοντας ένα
καιρό υπόβαθρο έστω και στο τοπικό επίπεδο. Η υπογραφή των Nirvana, Pearl Jam,
Soundgarden και Alice in Chains σε majors Labelsεξασφάλισε την παγκόσμια διανομή, προϋπολογισμό για βίντεο/περιοδείες
και μηχανισμούς marketing. Όπως χαρακτηριστικά αυτό αναφέρεται στα οικονομικά
αρχεία της μουσικής βιομηχανίας καθώς και στα δεδομένα των Billboard, η
μετάβαση αυτή, δηλαδή από τις ανεξάρτητες δισκογραφικές στις πολυεθνικές, δεν
αποτέλεσα απλά μία καλλιτεχνική επιλογή,, αλλά δημιούργησε μία στρατηγική
κλιμάκωση η οποία κατάφερε να μετατρέψει ένα τοπικό δίκτυο σε ένα προϊόν που
μπορούσε να γίνει εξαγώγιμο σε όλο τον κόσμο, δημιουργώντας ταυτόχρονα και ένα
πολιτισμικό υπόβαθρο.
Το τραγούδι των
Nirvana«SmellsLikeTeenSpirit»
(1991) κατάφερε να αναδείξει το γεγονός πόσοι τηλεοπτική έκρηξη άμεσα
μετατρέπεται και σε εμπορική εκτόξευση. Η μουσική βιομηχανία εκμεταλλεύτηκε την
αυθεντικότητα που παρουσίασε το νέο είδος ως άλλο ένα εμπορικό αγαθό, πουλώντας
νέα προϊόντα όπωςflannels,
Doc Martens, merchandise, poster campaigns, ταυτόχρονα μετατρέποντας την
αντίσταση στην εμπορευματοποίηση της μουσικής σε ένα ακόμα προϊόν. Όπως
γίνονται πάντα, για να σταματήσεις μία επανάσταση απλώς φτιάξε την ως προϊόν
προς πώληση. Έτσι ένα τοπικό κίνημα έγινε ένα εξαγώγιμο πολιτισμικό προϊόν με
πάρα πολλά έσοδα και μέσα από την μαζική παραγωγή, τις διεθνείς περιοδείες, την
αδειοδότηση για ταινίες/παιχνίδια και η μεταγενέστερη ψηφιακή μετάβαση
Ψυχολογική
Διάσταση: Η Φωνή μιας Γενιάς σε Κρίση Ταυτότητας
Η γυαλισμένη
εποχή της μουσικής, όπως ήταν ακριβώς η δεκαετία του ‘80, ήταν συνέπεια όχι
μόνον της μουσικής βιομηχανίας, αλλά είχε να κάνει με την γενική έτσι του
κόσμου πως όλα πηγαίνουν προς το καλύτερο και η αναζήτηση του γκλαμ και του
πλούτου φάνταζε απλά ως συνέπεια. Όταν η λάμψη της φαντασίωσης της ευμάρειας
έσβησε, αλλά και οι συνέπειες των νέων ναρκωτικών που εμφανίστηκαν άρχισαν
πλέον να γίνονται ορατές, τότε ηGeneration X ένιωσε πως βίωνε πλέον οικονομική ανασφάλεια,
τη διάλυση του κοινωνικού συμβολαίου συνοδευόμενα πάντα από το κενό αξιών μετά
το τέλος του ψυχρού πολέμου. Αυτό που κατάφερε η grunge είναι να δώσει φωνή
στην απογοήτευση, με εξωτερικεύσει την κατάθλιψη και όσους συνέπεια να αρνηθεί
την ψευδεπίγραφη αισιοδοξία των ’80s.
Η grunge ανέδειξε την ατέλεια ως την κορώνα της, με τις φωνητικές της ερμηνείες,
όπως η κραυγή, ο ψίθυρος, η αστάθεια της φωνής και η παραμόρφωση μαζί με τους
στίχους που έχουν ως επίκεντρο τι είναι αυτοαναφορά, την αυτοκαταστροφική
διάθεση μαζί με την αίσθηση του ευάλωτου δημιούργησε ένα μηχανισμό
συναισθηματικής εκτόνωσης. Το κοινό πλέον δεν άκουγε γυαλισμένες νότες ή απλά
τη μουσική, αλλά βίωνε το κάθε τραγούδι καθώς και μία ψυχολογική αναγνώριση. Η
γενεαλογική αυτή απογοήτευση καταγράφηκε εκτενώς από δημοσιογράφους και
κοινωνιολόγους της εποχής, με τον Michael Azerrad στο «Come as You Are» να
τεκμηριώνει πώς η ψυχολογική ευαλωτότητα του Cobain και των συνομηλίκων του
μετατράπηκε σε συλλογικό αίτημα για αυθεντικότητα.
Η φήμη και η
εξάπλωση του είδους δημιούργησε ένα παράδοξο, δηλαδή η αναζήτηση της
αυθεντικότητας ενάντια στην εμπορευματοποίηση. Η αντίφαση αυτή, δηλαδή ανάμεσα
στην απέχθεια προς τη φήμη, αλλά ταυτόχρονα δημιουργία των ειδώλων κατάφερε να
φτιάξει ενός είδους γνωστική ασυμφωνία τροφοδοτώντας παράλληλα τη λατρεία.
Ουσιαστικά μια μπάντα η οποία απέρριπτε το σύστημα γινόταν ταυτόχρονα και το
σύμβολό του.
Κατά το πιο
τολμηρό της βήμα ήταν η ενασχόληση με την ψυχική υγεία και σπάσιμο διάφορων
ταμπού που αφορούσαν αυτήν. Θέματα όπως ήταν η κατάθλιψη, η εξάρτηση από τις
ουσίες και κατά συνέπεια και συνέχεια αυτοκτονία, κατάφερε να σπάσουν το
πολιτισμικό ταμπού, με θύματα τους Cobain, Layne Staley, Andrew Wood, Chris Cornell αργότερα,
αλλά ταυτόχρονα δημιούργησαν και μία συναισθηματική ταύτιση σε μαζική κλίμακα,
ανοίγοντας όμως και τον δρόμο για ένα δημόσιο διάλογο γύρω από την ψυχική υγεία.
Αυτό το τελευταίο ουσιαστικά δημιούργησε την μεγαλύτερη μουσική προσφορά που
μπορεί να έχει ένα μουσικό είδος ή μουσικό ρεύμα. Παρ’ όλο που η NewWaveάναψε την πρώτη σπίθα, αλλά δεν μίλησε
ποτέ ξεκάθαρα.
Κοινωνική
Διάσταση: Από το Underground στην παγκόσμια αναγνώριση
Οι κοινωνικές
αλλαγές πάντα ακολουθούνται και από τις μουσικές προτιμήσεις, ουσιαστικά από
κάποια στροφή προς αυτές. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως η μουσική μπορεί
να εκφράσει και να αποτυπώσεις σε νότες τις κοινωνικές αλλαγές. Στις αρχές της
δεκαετίας του ‘90 ακόμα, άρχισε να δημιουργείται ένα μεταψυχροπολεμικό κενό το
οποίο ακούνονται σε και μία οικονομική ύφεση. Η πτώση του τείχους το 1989, η
οικονομική ύφεση στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές της δεκαετίας του 90 μαζί
με την απομυθοποίηση του «American Dream» δημιούργησα το κατάλληλο έδαφος για
την δημιουργία αντισυστημικών κινημάτων. Το grunge διάβασε αυτές τις κοινωνικές
μεταβολές και ενσάρκωσε αμέσως την άρνηση για επίδειξη και αρνήθηκε το στείρο
καταναλωτισμό.
Η μετάβαση της
grunge
μουσικής από DIY ηθική στα χνάρια της punk σε
μια εξάρτηση ή αφοσίωση στις δισκογραφικές εταιρίες, ήταν και αυτό μια
σημαντική αλλαγή με κοινωνικό αντίτυπο ή αποτέλεσμα. Όταν κάτι λάμπει εύκολα
προσελκύει και το ενδιαφέρον τον κερδοσκόπων. Η τοπική σκηνή του Seatle, η οποία
βασιζόταν στις συναυλίες σε αποθήκες, fanzines, tape-trading, ανεξάρτητες
ετικέτες συνάντησε την εταιρεία μηχανή των δισκογραφικών εταιρειών. Η μετάβαση
αυτή δεν ήταν ακριβώς ειρηνική, αλλά ως συνήθως ήταν αρκετά βίαιη όμως ήταν και
αναπόφευκτη, καθώς και η κουλτούρα αυτή αφομοιώθηκε, αλλά κατάφερε να αφήσει το
δικό του πολιτισμικό αποτύπωμα το οποίο άλλαξε και τα πρότυπα της νεανικής
ταυτότητας. Η DIY ηθική, όπως την περιγράφει η Wendy Fonarow σε έρευνές της για
τις ανεξάρτητες σκηνές, δεν εξαφανίστηκε απλά μετατοπίστηκε από τις αποθήκες
που έκαναν τις πρώτες τους συναυλίες στην πόλη που γέννησε το κίνημα στις
μεγάλες οθόνες των μουσικών καναλιών.
Το MTV, collegeradio, περιοδικά (RollingStone, NME, Spin) και η κάλυψη
από mainstreammedia Μπόρεσαν και
μετατρέψουν μία τοπική σκηνή σε ένα παγκόσμιο φαινόμενο, με δικό του αφήγημα
για τη ζωή και κατά συνέπεια και για τη μουσική. Τα αρχεία του MTV και οι
αναλύσεις του περιοδικού Rolling Stone αναδεικνύομαι αυτή τη διαδικασία, δηλαδή
πως η εικόνα του ατημέλητου rocker κατάφερε να γίνει ένα παγκόσμιο σήμα
ταυτότητας και ένας κωδικός για τον κάτω οπαδό της μουσικής αυτής.
Σε όλες αυτές
τις κοινωνικές αλλαγές, η πόλη του Seatleλειτούργησα ως ένα πολιτισμικό εργαστήριο, μέσα στο οποίο υπήρχε χαμηλό
κόστος ζωής, απομόνωση από την υπόλοιπη και εικονικά φινετσάτη Αμερική, η διασταύρωση
punk/metal/indie σκηνών και όλα αυτά συνοδευόταν από ισχυρά τοπικά δίκτυα
υποστήριξης. Όταν τα μεγάλα μέσα ανακάλυψαν αυτή την πόλη, μέσα από την
φημισμένη ομίχλη της, πλέον η τοπική δυναμική είχε ωριμάσει τέτοιο βαθμό που
μπορούσε να γίνει ένα εξαγώγιμο πολιτισμικό κεφάλαιο.
Μουσικολογική
Διάσταση: Η Υβριδικότητα ως Καινοτομία
Ουσιαστικά η
ρήση που λέει πως δεν υπάρχει στη φύση παρθενογένεση, ισχύει και στη μουσική.
Αυτό όμως που φαίνεται καινοτομία στη μουσική είναι ο κατάλληλος συνδυασμός των
ήχων, με τέτοιο τρόπο το να ακούγεται τελείως διαφορετικά. Αλλά πάντα, όχι τόσο
ώστε απλά να ακούγεται εξωγήινο, καθώς αν γίνει αναγνωρίσιμο, αυτό θα γίνει
μετά από κάποιες δεκαετίες. Κατά τον ίδιο τρόπο η grungeπάτησε σε παλιούς ήχους, αλλά το αποτέλεσμα ακουγόταν σαν κάτι
καινούργιο και προφανώς πιο φρέσκο. Ο συνδυασμός της punk μουσικής,
που περιλαμβάνει την ενέργεια, την απλότητα και DIY ηθική, μαζί με heavy metal
που την χαρακτηρίζουν βαριές κιθάρες, distortion, δυναμική αντίθεση και την indie/folk
στην οποία περιλαμβάνονται μελωδικότητα, ακουστικά στοιχεία, introspective
στίχοι. Η υβριδικότητα αυτή ουσιαστικά έκανε το είδος καινοτόμο και
ριζοσπαστικό, ενώ ο συνδυασμός των ήδη γνωστών ήχων το έκανε κατανοητό καθώς
και προσιτό.
Η δομή καθώς
και η δυναμική του είδους παρουσιάζουν και αυτές αρκετά νέα στοιχεία, όπως
είναι η χρήση quiet/loud dynamics, με επιρροή από Pixies, Butthole Surfers. Αλλά επίσης και
τα ασύμμετρα ρεφρέν, με γραμμικές δομές και μεγαλύτερη για έμφαση στο riff και
στο rhythm section. Έτσι μπορούμε να πούμε πως η μουσική κατά κάποιο τρόπο «αναπνέει»
αντί να «σπρώχνει», δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό μία ένταση που
επιτυγχάνεται μέσα από τις αντιθέσεις.
Πολύ σημαντική
καινοτομία επίσης είναι και στην παραγωγή της μουσικής. Ουσιαστικά το grungeαπορρίπτει την «γυαλισμένη» παραγωγή, χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ’80.
Αντί αυτού, προτίμησεraw,
live-sounding ηχογραφήσεις, χαρακτηριστικό παράδειγμα το Nevermind το παρήχθη
από Butch Vig, αλλά διατήρησε την ωμότητα μέσω live takes, ελάχιστων overdubs
και φυσικού room sound. Η μουσικολογική ανάλυση της εποχής, όπως αυτή
καταγράφηκε από τονJon
Marx στο «Grunge: The Seattle Sound», τονίζει το γεγονός πως η απλότητα που
είχαν οι συγχορδίες μαζί με την έμφαση στην έκφραση βοήθησαν μία ολόκληρη γενιά
ώστε να μπορέσει να οικειοποιηθεί τον ήχο αυτόν.
Αλλά
καινοτομία του είδους είχε να κάνει επίσης και με τα φωνητικά, καθώς και με το
λυρικό μέρος των τραγουδιών. Συχνή εναλλαγή μεταξύ ενός ψιθύρου μου κατέληγε σε
κραυγή, μαζί με την χρήση τις παραμόρφωση στην φωνή ήταν κάτι καινούργιο. Επίσης,
οι στίχοι απέφευγα κάποια σαφήνεια στην αφήγησή τους, δηλώνοντας παράλληλα μία
συναισθηματική αμεσότητα η οποία όμως δημιουργούσε και ασάφεια. Η φράση «δεν
ξέρω τι νιώθω» έγινε το βασικό σύνθημα των fun του είδους.
Από τεχνικής
πλευράς, δημιουργούσα απλές συγχορδίες, μοτίβα τα οποία επαναλαμβάνονταν,
δίνοντας παράλληλα οι περισσότερη έμφαση στην έκφραση παρά σε κάποια μουσική
επίδειξη, κάτι που ήταν συνηθισμένο ειδικά στην metal μουσική από τα μέσα της
δεκαετίας το ‘80. Τα κουραστικά «μπλιμπλικια», κυρίως από ικανούς κιθαρίστες
αλλά και παράλληλα φιγούρατζήδες, μετατράπηκαν σε απλές μελωδίες οι οποίες
μπορούσαν να επιτρέψουν σε χιλιάδες νέους να μάθουν μουσική δημιουργώντας
παράλληλα και δικές τους μπάντες. Με τον τρόπο αυτό τροφοδοτήθηκε μέσα από τον
μιμητισμό και την δικτύωση, ακόμα μεγαλύτερη διάδοση αυτού του είδους.Η κοινωνιολογία της
υποκουλτούρας, όπως την αναλύει η Deena Weinstein, αναδειχθεί ακριβώς αυτό το
γεγονός πως για αυτή η προσβασιμότητα στην εκτέλεση της μουσικής ήταν αυτοί που
μετέτρεψετο
grunge από τοπικό φαινόμενο σε παγκόσμιο κίνημα.
Ως συμπέρασμα,
μπορούμε να πούμε ως η μουσικήgrunge δεν κατέκτησε τον κόσμο, αλλά ο κόσμος είχε ανάγκη
αυτό τον ήχο ακριβώς εκείνη την εποχή. Από οικονομικής πλευράς κατάφερα να
εκμεταλλευτεί την κόπωση της μουσικής βιομηχανίας καθώς και τους μηχανισμούς
για την παγκόσμια διανομή. Αλλά επίσης, από ψυχολογικής πλευράς ήταν η απόλυτη
απάντηση στην ανάγκη τις εποχές εκείνης για αυθεντικότητα, για μία
συναισθηματική κάθαρση και γενικά για σπάσιμο του ταμπού που υπήρχαν στην
προηγούμενη δεκαετία. Όμως, από κοινωνιολογικής πλευράς μπορούσε να ενσαρκώσει
την αντίδραση στον υπερκατατατισμό, ενώ κατάφερε να μετατρέψει μία τοπική υποκουλτούρα
σε μία παγκόσμια ταυτότητα. Η μουσική του απλότητα συνδύαζε κατανοητή δομή με
ηχητική καινοτομία όμως, δημιουργώντας παράλληλα ένα υβριδιακό είδος που ήταν
ταυτόχρονα καινοτόμο και μπορούσε να γίνει και εμπορικά βιώσιμο. Μία έκρηξη τηςgrunge δείχνει ένα κάτι βασικό
που έχουμε ξεχάσει, πως η τέχνη μουσική δεν είναι μόνο ταcharts, αλλά επίσης είναι και δημιουργός πολιτισμικού
χάρτη για την κοινωνική εξέλιξη.
Η μουσική δεν
είμαι κάτι ξεχωριστό από την ζωή ή την κοινωνία, αλλά αποτελεί ένα αναπόσπαστο
μέρος της. Η μουσική δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να καθρεφτίζει με
νότες μία κατάσταση ή ακόμα την αλλαγή της. Οι μουσικοί αντιλαμβάνονται πιο
εύκολα από όλους κάτι που ήδη συμβαίνει στον κόσμο που τους περιβάλλει.
Προφανώς δεν αντιλαμβάνονται φυσικές καταστροφές οι φυσικές αλλαγές, όπως
κάνουν κάποια ζώα, αλλά ως ένα κομμάτι της κοινωνίας και της ζωής
αντιλαμβάνονται κοινωνικές αλλαγές που ήδη συμβαίνουν, όμως δεν γίνονται
αντιληπτά από την πλειοψηφία των ανθρώπων, τουλάχιστον όχι συνειδητά. Όταν
λοιπόν μία μουσική, ως κάποιο νέο είδος που την εκφράζει, γίνεται δημοφιλές,
τότε ουσιαστικά υποσυνείδητα η κοινωνία νιώθει την αλλαγή αυτήν και αγκαλιάζει
πιο εύκολα τις νότες που την εκφράζουν.
Ίσως
λανθασμένα, πολλοί στρέφουν τα μάτια τους στη μουσική βιομηχανία, θεωρώντας πως
αυτή αναδεικνύει τα μουσικά είδη. Εν μέρει ίσως αυτό να ισχύει, κάτι που είναι
ένα ξεχωριστό κομμάτι για ανάλυση, αλλά ουσιαστικά είμαι αυτή που
αντιλαμβάνονται πρώτοι αυτή την αλλαγή και με τον τρόπο αυτό προσπαθούν να
βγάλουν ακόμα περισσότερα χρήματα. Κατά κάποιο τρόπο οι παράγοντες της μουσικής
βιομηχανίας δεν είναι παρά η καύσιμη ύλη για μία μεγάλη πολιτιστική, καμιά φορά
και πολιτισμική, έκρηξη ως φωτιά. Από ένα μικρό δισκοπωλείο το οποίο
αντιλήφθηκε την έκρηξη της πανκ μουσικής και εξειδικεύτηκε σε αυτό το είδος, ως
μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες που αποφάσισαν να το διαφημίσουν και να
επενδύσουν χρήματα σε ένα είδος που μόλις εμφανίστηκε.
Αλλά η πιο
ενδιαφέρουσα σημειολογία είναι στην έκρηξη της grunge μουσικής στα τέλη της
δεκαετίας του ‘80 και αρχές της δεκαετίας του ’90. Παρόλο που το είδος αυτό
υπήρχε στην βορειοδυτική Αμερική και συγκεκριμένα στο Seatle, ήδη από τις
αρχές της δεκαετίας του ‘80, ωστόσο διατηρούσε έναν τοπικό χαρακτήρα και undergroundπαρουσία. Αυτό όμως, θα άλλαξε πολύ αθόρυβα το Νοέμβριο του 1988, όταν
μία νέα μπάντα κυκλοφόρησε το πρώτο της single, μία διασκευή των Shocking Blue.
Οι Nirvana με το «Love Buzz» που κυκλοφόρησε από την ανεξάρτητη Sub Pop σε μόλις ~1.000 αντίτυπα,
δεν μπήκε σε mainstream charts και η επιρροή του τραγουδιού περιορίστηκε στο
δίκτυο των college radio, των fanzines και των τοπικών clubs του Σιάτλ, κατάφεραν
να γίνουν η σπίθα που θα δημιουργούσε μία τεράστια έκρηξη. Η έκρηξη αυτή θα
γινόταν από το ίδιο συγκρότημα 3 χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το Σεπτέμβριο
του 1991, με το μνημειώδες «Smells Like
Teen Spirit».
Πλέον υπό τη
σκέπη της Geffen, την heavy rotation στο MTV, την είσοδο στο Top 10 του
Billboard Hot 100 και την εκθρόνιση του Michael Jackson από την κορυφή των albums (Ιανουάριος
1992), ένα τοπικό φαινόμενο κατάφεραν να μετατραπεί σε μία παγκόσμια κίνηση.
Τότε ακριβώς η μουσική βιομηχανία κατάφερε να αντιληφθεί τη δύναμη αυτού του
τοπικού φαινομένου.
Ένας ακόμα
παράγοντας για την παγκόσμια εξάπλωση του grungeήταν οι Mother Love Bone. Δεν είμαι απλώς μία μπάντα από το Seatle, αλλά
κατάφερε να αποτελέσει έναν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην underground σκηνή και στην παγκόσμια έκρηξη
του είδους. Η συνεισφορά της μπάντας στον ήχο, αλλά και στον μύθο που
δημιουργήθηκε γύρω από το είδος, που έχει μία τελείως διαφορετική εξέλιξη χωρίς
αυτούς .
Δημιουργήθηκαν
το 1987 και κατάφεραν να συνδυάσουν τη βαριά κιθάρα του hard rock, την ωμή
ενέργεια του punk και τη θεατρική, σχεδόν glamαισθητική. Αν και η μπάντα, κοροϊδευτικά κατονομαζόταν ως «glunge», έθεσε
τα θεμέλια για αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν Seattle sound. Οι Stone Gossard
(κιθάρα) και Jeff Ament (μπάσο) διαμόρφωσαν το ρυθμικό και αρμονικό υπόβαθρο
που θα γινόταν ο ορισμός της γενιάς, δηλαδή τα βαριά και μελωδικά riffs, με έμφαση
στο groove και στη δυναμική αντίθεση. Η τοπική σκηνή τους αναγνώριζε άμεσα ως
την πιο ώριμη και φιλόδοξη έκφραση του ήχου που μόλις γεννιόταν.
Όμως κάθε
μύθος και η γέννησή του συνίσταται με ένα θάνατο, έτσι και το συγκρότημα αυτό,
οι Mother Love Bone, δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ο θάνατος του τραγουδιστήAndrew Wood από υπερβολική δόση ηρωίνης
τον Μάρτιο του 1990, λίγες μέρες πριν την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους
άλμπουμApple, ένα
αποτέλεσε απλά μία προσωπική τραγωδία αλλά παράλληλα ξεκίνησε να δημιουργεί
έναν μύθο, ίσως και μία κατάρα, όπου πλέον το είδος αλλά και η πόλη του Seatleαπέκτησε και συναισθηματική βαρύτητα.
Η απώλεια του
ήδη γνωστού στην πόλη τραγουδιστή έδωσε την αφορμή για την ένωση των τοπικών
συγκροτημάτων σε ένα δίκτυο αλληλεγγύης, μετατρέποντας τον ανταγωνισμό σε μία
συλλογική δημιουργία.Ο ChrisCornell, που ήταν συγκάτοικος του τραγουδιστή και μέλος των ανερχόμενων
Soundgarden,
οργάνωσε το TempleoftheDog ως projectπου ήταν αφιερωμένο στον Andrew Wood, στο οποίο συμμετείχαν οι Gossard και Ament. Η ηχογράφηση
αυτή λειτούργησε ως ένα είδος «καταλύτη συνεργασιών», που αργότερα οδήγησαν στη
δημιουργία των Pearl Jam.
Εύλογα ο
καθένας μπορεί να αναρωτηθεί γιατί αυτό έχει τόσο μεγάλης σημασία στην έκρηξη της
grunge. Πριν
τον θάνατο του Andrew Wood στις 19
Μαρτίου 1990, η σκηνή του Seatleλειτουργούσε ως ένα δίκτυο ανεξάρτητων πυρήνων την ίδια στιγμή που
κάποιες μπάντες κέρδισε ήδη το έδαφος, αλλά πάντα σε τοπικά πλαίσια, οι Mother
Love Bone ετοιμάζονταν για mainstream breakout. Παρόλο που υπήρχε σεβασμός
ανάμεσα στα συγκροτήματα, υπήρχε έντονος ανταγωνισμός μέσα σε ένα πλαίσιο που
υπήρχαν περιορισμένοι πόροι, δηλαδή λίγα στούντιο, λίγες ευκαιρίες οι ζωντανές
εμφανίσεις και ακόμα ελάχιστες για κάποιο συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία. Η
απότομη απώλεια του τραγουδιστήAndrew Wood, λειτούργησε αντίστροφα προς αυτή τη δυναμική.
Οι περισσότεροι κατάλαβαν πως βέβαια έχουν να αντιμετωπίσουν απλά μουσικές
προκλήσεις αλλά και υπαρξιακή κρίση, καθώς και η αγαπημένη των star, η ηρωίνη,
είχε ήδη στοιχίσει ζωές σε αρκετούς μουσικός της πόλης και η προσδοκία μιας
γυαλιστερής, εξαιτίας της κυριαρχίας της glammetal, φάνταζε
τελείως μάταιη. Ο ανταγωνισμός υποχώρησε μπροστά στη θλίψη η οποία κατάφερε να
γίνει κοινή γλώσσα του είδους, δημιουργώντας την ανάγκη για μία πιο συλλογική
επεξεργασία το δυσάρεστων γεγονότων.
Η δημιουργία
τουTempleoftheDog δεν
στόχευε να γίνει κάποιο εμπορικόproject, αλλά λειτούργησε ως μία τελετουργική πράξη, κατά
την οποία τραγούδια δεν μιλούσαν για μία δόξα ή κάποια επανάσταση, αλλά
μιλούσαν για απώλεια, για την ενοχή, για τη μνήμη καθώς και για την ανάγκη να
προχωράς παρά τον πόνο. Ουσιαστικά στερέωσε την θεματολογία του είδους, όπου
πλέον ο στόχος δεν ήταν η εικόνα, αλλά θαρραλέα ματιά μέσα στην ψυχή και γενικά
μία ενδοσκόπηση. Αλλά όχι μόνο η θεματολογία του λυρικού μέρους θεμελιώθηκε,
αλλά επίσης και η μουσική δομή, με αργά builds, εκρηκτικά crescendos, εναλλαγή
φωνητικών, ακουστικά περάσματα, κάτι που αντανακλούσα ακριβώς αυτή την
ψυχολογική διαδρομή. Αλλά όλο αυτό το project είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία
τις πήρε εμβληματικής μπάντας του είδους, τουςPearl Jam, που έναν χρόνο αργότερα μπήκαν στο στούντιο
για να ηχογραφήσουν το ντεμπούτο τους άλμπουμ Ten.
Η κυκλοφορία
τουTempleoftheDog
άλλαξε την ηθική όχι μόνο σκηνής του Seatleκαι του αναδυόμενου grunge, αλλά
γενικά της ροκ και της metal μουσικής. Έδειξε πως η συνεργασία είναι το βασικό
θεμέλιο για την επιβίωση και σταμάτησε πλέον να βασίζεται στον ανταγωνισμό,
αλλά δημιούργησε την έννοια της μουσικής αλληλεγγύης. Κάτι το οποίο υιοθετήθηκε
και από τις επόμενες μπάντες, όπως οι Alice in Chains, Mudhoney, Screaming
Trees και έγινε χαρακτηριστικό του «Seattle ethos».
Επίσης, έβγαλε
τη σκηνή από έναν τοπικό χαρακτήρα προσελκύοντας το ενδιαφέρον μεγάλο
δισκογραφικό εταιρειών, οι οποίες κατάφεραν να δουν η σκηνή όχι απλώς σαν μία
συλλογή μεμονωμένων ταλέντων, αλλά ως ένα ιδιαίτερο οικοσύστημα που είχε κοινή
αισθητική, κοινό δίκτυο, καθώς και κοινή συναισθηματική γλώσσα. Και όλο αυτό
κατάφεραν να μειώσει το ρίσκο της επένδυσης επιταχύνοντας παράλληλα τις
υπογραφές με τα νέα συγκροτήματα.
Παράλληλα, η
αφήγηση στα Media της ιστορίας του Wood, του «Temple..» και της γέννησης των
Pearl Jam έδωσε ένα πιο ανθρώπινο, συναισθηματικά φορτισμένο βάρος,
μετατρέποντας το grunge από «μουσικό trend» σε «πολιτισμικό κίνημα». Πλέον η
μουσική έπαψε να είναι προϊόν, αλλά μία κοινότητα που θρηνούσε και δημιούργησε
στήριξη η μία προς άλλη.
Η επικοινωνία
ανάμεσα σε μέλη ενός όμοιου συνόλου ή ακόμα και ανάμεσα σε ανόμοια σύνολα,
δείχνει πνευματική εξέλιξη. Οι τρόποι με τους οποίους γίνεται αυτή, ορίζουν και
την εξέλιξη μιας κοινότητας. Από κραυγές και νοήματα σε πρώτους ανθρωπίδες, ως
αποτύπωση πρώτων σχεδίων σε σπηλιές. Όλα αυτά είναι απλοϊκοί τρόποι
επικοινωνίας, αλλά μας δείχνουν την εξέλιξη της. Αν θα συμφωνήσουμε στην
μυθοπλασία του Σπίλμπεργκ στη ταινία «Στενές επαφές Τρίτου τύπου», μπορούμε να
αποδεχτούμε πως η μουσική, σαν ύστατη έκφραση της τέχνης, είναι κορυφή στην
εξέλιξη της επικοινωνίας.
Και σε μια
συντηρητική Ελλάδα της δεκαετίας του ’80, οποία έψαχνε να βρει την νέα της
ταυτότητα, ο μόνος τρόπος για να επικοινωνήσεις και να συστηθείς ήταν μερικοί
στίχοι και η μουσική. Ίσως και να παρασύρεις κάποιους ομοϊδεάτες σε νέες
μουσικές διαδρομές και στην ανακάλυψη κάποιων μουσικών Μυστικών Κήπων.
Μυστικοί Κήποι είναι
κα το ντεμπούτο άλμπουμ των Λευκή Συμφωνία και το ομώνυμο τραγούδι που το
ανοίγει. Η μουσική του ανήκει σε όλο το συγκρότημα και οι στίχοι στον
τραγουδιστή του συγκροτήματος ΘοδωρήΔημητρίου. «Το τραγούδι το οποίο είναι και ένα από τα πρώτα με ελληνικό
στίχο τραγούδια που γράψαμε ξεκίνησε από το σχήμα στο μπάσο του Διογένη σε μία
από τις καθημερινές πρόβες στο στούντιό μας στο Δάσος Χαιδαρίου.» μας διηγείται
ο frontmanτης
μπάντας για την αρχή της δημιουργία του τραγουδιού.
Η ζωή είναι μια
σκάλα, την οποία ανεβαίνουμε χτίζοντας την ταυτόχρονα. Αλλά καμιά φορά και τα
τραγούδια ακολουθούν αυτήν την διαδικασία. «Ήταν ένα πραγματικά ξεχωριστό
ρυθμικό-μελωδικό σχήμα που μας καθήλωσε και μας ενέπνευσε όλους. Ο Σπύρος (ΣπύροςΧαρίσης - ντράμς) ξεκίνησε να χτίζει το
ρυθμικό μέρος στα ντραμς και ο Τάκης (ΤάκηςΜπαρμπαγάλας - κιθάρα) να
προσθέτει τις ατμοσφαιρικέςκιθάρες
.Άρχισα να τραγουδάω την μελωδία της φωνήςκαι να προσαρμόζω επάνω της τους στίχους που είχα ήδη γράψει και ένιωθα
ότι ταιριάζουν στα συναισθήματα που μου προκαλούσε η μουσική.» συνεχίζει την
διήγηση του ο ΘοδωρήςΔημητρίου.
Το τραγούδι προσδίδει
στον ακροατή μια αίσθηση μιας αόριστης λύπης, σαν κάποιο μακρινό κλάμα από
κάποιο κρυφό δωμάτιο. Σαν να βγήκε από την παράξενη ατμόσφαιρα της αρχής του
κλασικού The Secret Garden του F. H. Burnett, αλλά χωρίς το happyendτου. «Ήταν ένα τραγούδι που σε έβαζε κατευθείαν
στον πιο εσωτερικό κόσμο του συγκροτήματος, στις ψυχές των τεσσάρων μελών και
αποκάλυπτε κάποια από τα μηνύματα που θα βρίσκονταν σε όλη σχεδόν τη
στιχουργική και μουσική δημιουργία της Λευκής Συμφωνίας: Moναξιά, προσμονή, απουσία.»
καταλήγει ο Θοδωρής. Και όπως φαίνεται όρισε και τον ήχο του συγκροτήματος για
την συνέχεια της καριέρας τους.
Η σύνθεση αυτή
ουσιαστικά αποτέλεσε καρτ βιζίτ του συγκροτήματος, όσο στιχουργικά, τόσο μουσικά.
Ομιχλώδη μουσικά τοπία, στα οποία μπορεί να περιπλανηθεί ο ακροατής, αλλά και
χωρίς φόβο να χαθεί. Όπως σε κάποιο λαβυρινθώδη κήπο, ψάχνοντας για το πιο
σπάνιο άνθος.
Υπάρχουν τόποι που ηχούν πιο πολύ δυνατά και
πολύχρωμα από άλλους.
Paisley Underground
Πως ακούγεται; Σαν Indierock ανακατεμένη με ψυχεδέλεια της δεκαετίας του ’60,
με τον ήχο ενός κύματος του Ειρηνικού Ωκεανού μιας παραλίας της Καλιφόρνια να
χαϊδεύει τα αυτιά μαζί με μια απαλή αύρα, που φέρνει και ένα άρωμα από το …
τσιγάρου που έχει σκάσει μια παρέα δίπλα. Ουσιαστικά είναι μια μίξη indie, surfκαι Psychedelic rock συνδυασμένη
με έναν πολύ ιδιαίτερο ήχο.
Γιατί να το ακούσουμε: γιατί είναι πολύ
καλοκαιρινό, αβλαβές και μελωδικό. Και γιατί μοιάζει με ένα καλοκαιρινό
κυριακάτικο απόγευμα.
Γιατί όχι: Γιατί δεν είμαστε στην Καλιφόρνια
και ζωή μας δεν είναι σαν καλοκαιρινό κυριακάτικο απόγευμα. Υπερβολικά
μελιστάλαχτο και χάνεται μέσα στις ψυχεδελικές του μελωδίες.
Που; Η.Π.Α. Καλιφόρνια και πιο συγκεκριμένα στο
LosAngeles, Sacramentoκαι Davis
Πότε; Μέσα δεκετίας του ‘80
Ποιοι; Αναμφίβολα οι Dream Syndicate, όταν
δημιουργήθηκαν στο Los Angeles το 1981, αλλάοι True West οι οποίοι παρέμεινα
στην πόλη Davis. Ωστόσο το όνομα βγήκε έναν χρόνο αργότερα από τον MichaelQuercioτων TheThreeO'Clock, όταν συνεργάστηκε
με την στενή του φίλη Lina Sedillo μπασίτρια τοπικού punk συγκροτήματος Peer
Group και παρατήρησε πως φορούσε φόρεμα με σχέδιο paisley* σε μια συναυλία
καθώς και μια γραμμένη φράση «Words from the paisley underground» γραμμένη στο
μπάσο της. Λίγες εβδομάδες αργότερα του ζητήθηκε να περιγράψει τις μπάντες The
Bangles, Rain Parade, οι οποίες μαζί με την δική του άνηκαν στην ίδια
δισκογραφική. Έτσι γεννήθηκε και το όνομα του είδους. GreenonRed,
15 Minutesκαι
AlternateLearningθεωρούνται πρωτεργάτες
του είδους.
Αλλάακόμαναακούσεις: Game Theory, Thin White Rope, 28th Day, Viva Saturn, Viva Saturn,
Mazzy Star, Allah-Las, Exploding Flowers, Mercury Rev και Grandaddy
Μέρες δόξας:Ουσιαστικά στα μέσα της δεκαετίας του ’80 κυρίως με την επιτυχία των The
Bangles, αλλά μετά τα μέσα του ’10 διαπιστώθηκε μια αναζωπύρωση του κινήματος,
αλλά πάντα είχε το κοινό του. Επηρέασε πολλά μεγάλα ονόματα.
Κόκκινη κάρτα: Ο χαρακτήρας του σαν κίνημα ή
σκηνή περισσότερο, παρά σαν είδος. Πολλές μπάντες έχουν απαρνηθεί τον όρο και
κάποιες άλλες ακολούθησαν πιο popμονοπάτια.
Μετιμπερδεύεται; Με
alternative rock, folk rock, garage rock, Shoegazing
Τι λες στον άσχετο; Κάτι καλιφορνέζικα
ψυχεδελικά για ηλιοκαμένους μαστούρηδες σέρφερς.
Όπως με μια σταγόνα μαύρο χρώμα αλλάζει κάθε
χρώμα, όση ποσότητα και να υπάρχει απ’ αυτό. Όπως και μια λέξη μπορεί να
αλλάξει νόημα, όχι μόνο σε μια φράση, αλλά και σε μια ιδέα.
Pagan metal
Πως ακούγεται: σαν θρόισμα φύλλων, στο οποίο
παίζει νότες κρύος φθινοπωρινός αέρας των βόρειων χωρών. Ο ήχος των καιγόμενων
ξύλων συνοδεύει τα τύμπανα συνοδεύουνκαλλίγραμμες γυμνές χορεύτριες,
οι οποίες ακολουθούν κάποιον ακατάληπτο ρυθμό γύρω από μια φωτιά; Όχι ρε, απλά
είναι μια μίξη folk/blackmetalμε στιγμές καθαρού heavymetal στις χαλαρές του στιγμές. Η θεματολογία των
στίχων το διαφοροποιεί.
Γιατί να το ακούσουμε: γιατί έχει αρκετά
μουσικά διαμάντια και για να μάθουμε νέα παραδοσιακά όργανα των βόρειων χωρών.
Βασικά για τους ίδιους λόγους με το folk
metal.
Γιατί όχι: γιατί δεν είναι τίποτα άλλο από μια
ακόμα υποκουλτούρα αναβίωσης προχριστιανικών ανιμιστικών κατά βάση θρησκειών, η
οποία απλά ψάχνει και βρίσκει μουσικό υπόβαθρο.
Που; Στη βόρειαΕυρώπη, που αλλού;
Πότε; Στις αρχές των ‘90ς
Ποιοι; Οι Νορβηγοί In the Woods θεωρούνται
πρωτοπόροι. Αλλά ο όρος δόθηκε από το τραγούδι των Ιρλανδών Primordialαπό το τραγούδι
"ToEnterPagan" από το ντέμο της μπάντας "DarkRomanticism" του 1993. Κάποιες folkmetalμπάντες θεωρούνται και αυτές πως ανήκουν στο
είδος.
Αλλά ακόμα να ακούσεις: Arkona, Bathory, Drudkh,
Týr, Wolfchant και τους Τυνήσιους Ymyrgar (ναι ναι Τυνήσιους!)
Μέρες δόξας:έχουν τις δόξες τους σαν ξεχωριστά συγκροτήματα, αλλά κάπου στα τέλη των
‘90ς μπορεί να χαρακτηριστεί η καλή εποχή, αλλά και στη δεκαετία ’10 προς τα
τέλη της.
Κόκκινη κάρτα: Ναζί!, μαζεύουν ναζί.
Συγκεκριμένα οι Λετονοί Skyforger το χουν δηλώσει ανοιχτά. Θέλει πολύ προσοχή,
γιατί με το πρόσχημα των προχριστιανικών λατρειών, λατρεύουν σβάστικες.
Με τι μπερδεύεται; Με folkmetal, βασικά αυτό είναι στην ουσία. Με blackmetalκαι γενικά θέλει μια ματιά στην θεματολογία
των στίχων τους για να το ξεχωρίσεις.
Τι λες στον άσχετο; Σαν το folkmetal, αλλά πριν την έλευση του Χριστιανισμού στις
βόρειες χώρες…. Όχι,δεν είναι τόσο
παλιό, απλά θυμάται τα παλιά ή έτσι νομίζει.
Όταν τα λόγια σου ακούγονται αδύναμα, συνόδεψε
τα με νότες και θα μείνουν για πάντα.
Oi!
Πως ακούγεται: Σαν ένα μάτσο μεθυσμένοι οπαδοί
ποδοσφαιρικής ομάδας να τραγουδάνε μετά την νίκη της. Στην πραγματικότητα, ίσως
είναι η πιο ατόφια έκφραση της punk
rock. Απλά ακόρντα
και δυνατοί στίχοι.
Γιατί να το ακούσουμε: Πάντα οι Άγγλοι βγάζουν
ενδιαφέροντες νέες μουσικές τάσεις. Γιατί είναι αγνή punk και με στίχο κυνικά
εύστοχο.
Γιατί όχι: Γιατί θέλει πολύ προσοχή ο στίχος,
μη μπερδευτεί κανείς με nazi
punk, οι οποίοι
υιοθέτησαν το είδος . Και γιατί μπορεί να μην σ αρέσει η punk
Που; Αγγλία και μάλιστα συγκεκριμένα στο
ανατολικό Λονδίνο.
Πότε; Τέλη δεκαετίας του ’70 αρχές ‘80
Ποιοι; Εδώ είναι κάπως θολά τα πράγματα, καθώς
οι πρώτες μπάντες έπαιζα punk
rock, αυτό που
άλλαζε ήταν τα ξυρισμένα κεφάλια και συγκεκριμένος ενδυματολογικός κώδικας. Οι Sham
69 και Cock Sparrer, έπαιζαν το είδος πριν καν χρησιμοποιηθεί ο όρος. Οι Cockney
Rejects χρησιμοποιούσαν την λέξη για ξεσηκώσουν τον κόσμο και μάλιστα το
τραγούδι τους "Oi, Oi, Oi" του 1980 είναι το ορόσημο για το είδος. Οόροςσημαίνει hey ή hey there!
Αλλάακόμαναακούσεις: Angelic Upstarts, the 4-Skins, the Business, Anti-Establishment,
Blitz, the Blood και Combat 84
Μέρες δόξας:
αρχές δεκαετίας του ’80, αλλά η punk και δόξα δεν πάνε μαζί. Ουσιαστικά σε πολύ
συγκεκριμένους κύκλους έχουν το κοινό τους και ανάμεσα σε χούλιγκαν.
Κόκκινη κάρτα: Οι υποκουλτούρα των skinheads ταυτίστηκε
γρήγορα από τους νέο-ναζί, αν αρχικά είχε σχέση μόνο με εργατική τάξη και
κοινωνικούς αγώνες, αλλά και με την οπαδική ποδοσφαιρική βία. Μέσα από το στυλ
τους υιοθετήθηκε από εθνικιστικές οργανώσεις και γρήγορα σε όλους νεοναζί σε
όλο τον δυτικό κόσμο.
Με τι μπερδεύεται; Με νεοναζί σκινάδες, Mod
revival και την σκέτη punk.
Τι λες στον άσχετο; Ξέρεις το "RoseTattoo" των DropkickMurphys, αυτό που έπαιζαν στην αρχή της καριέρας τους και
πριν βάλουν γκάιντες.