Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Ξύλινα Σπαθιά - Νερό που κυλάει

 

Το ζητούμενο για έναν καλλιτέχνη είναι πάντα να περάσει από τον κόσμο μιας πεζής καθημερινότητας στον ονειρικό κόσμο, αυτόν της παράδοξης ομορφιάς. Απαλλαγμένο από λογιστικούς υπολογισμούς και ταπεινές συγκρίσεις. Πολλές φορές για ένα τέτοιο πέρασμα χρειάζεται μια γέφυρα. Οποία μπορεί να είναι από ένα απλό κλαδί, το οποίο αποφάσισε κάποια καταιγίδα να αφαιρέσει από κάποιο γέρικο δέντρο. Ως μια απλή ματιά από την απέναντι όχθη, η οποία κατάφερε να αποκαλύψει την πραγματική φύση μιας εικόνας.



Το πρώτο άλμπουμ των Ξύλινων Σπαθιών, το Ξεσσαλονίκη του 1993, δεν έδωσε μόνο μια τεράστια ώθηση στην ίδια την μπάντα και τον δημιουργό της, Παύλο Παυλίδη, αλλά και σε ολόκληρη την ελληνόφωνη σκηνή. Τα τραγούδια όμως του άλμπουμ δεν γράφτηκαν με ελληνικό στίχο, αλλά με αγγλικό. Και ούτε καν στην Ελλάδα, αλλά σε ένα χωριό έξω από το Παρίσι, δίπλα από ένα ποτάμι. Το χωριό λεγόταν Meriel και απέναντι του ήταν η Auvers, όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Vincent Willem van Gogh. Ανάμεσα στα δύο χωριά υπήρχε «Νερό που κυλάει», ή αλλιώς ο ποταμός Oise.

Η χρονιά είναι 1992, φθινόπωρο και Παύλος Παυλίδης έχει υλικό για παραπάνω από ένα άλμπουμ, αλλά έχει μεταφράσει τους στίχους 11 τραγουδιών και ένα τον ζορίζει πολύ. Το τραγούδι λεγόταν Black Ship και αν τα υπόλοιπα εύκολα ντύθηκαν με ελληνικού στίχους, το 12ο του επερχόμενου άλμπουμ λες και δεν ήθελε να μεταφραστεί. Το εισιτήριο της επιστροφής έχει ήδη αγοραστεί, αλλά λείπει ένα τραγούδι για να ολοκληρωθεί το άλμπουμ.

Ο Παύλος συνήθιζε να πηγαίνει βόλτες με το ποδήλατό του ως την Auvers, όταν είχε κουραστεί στο προσωπικό του στούντιο και σαν διάλλειμα ανάμεσα στις ηχογραφήσεις. «Το μαύρο Καράβι», ζόριζε αρκετά τον μουσικό και έτσι αποφάσισε να κάνει μια ακόμα αγαπημένη του βόλτα. Ήταν σούρουπο. Σκεφτόμενος τον αγαπημένο του ζωγράφο, τα έργα του οποίου στόλιζαν όλο το χωριό, σε ρεπλίκες οι οποίες ήταν δωρεά του Yves Saint Laurent και σχεδόν ζητώντας του να δώσει μια λύση. Ο Γάλλο-Αλγερινός σχεδιαστής μόδας, είχε στήσει σε όλο το χωριό μεταλλικές πινακίδες με αντίγραφα των έργων του van Gogh, ακριβώς στα σημεία στα οποία είχε ο ζωγράφος την παλέτα του.

Καθήμενος σε ένα παγκάκι, ακριβώς από την εκκλησία την οποία είχε αποτυπώσει πολύ όμορφα ο Ολλανδός ζωγράφος.

Και τότε σχεδόν μεταφυσικά ο  van Gogh του απάντησε, όχι με λόγια, αλλά με τα έργα του. Ουσιαστικά αποτύπωνε με τα πινέλα του αυτό που έβλεπε. Και αυτό που έβλεπε μπροστά του ο Έλληνα μουσικός ήταν… το νερό που κυλάει. Τότε σε 5 λεπτά γράφτηκαν και οι στίχοι. Μετά την επιφοίτηση, έτρεξε γρήγορα στο σπίτι του, όπου είχε το προσωπικό του στούντιο, για να ηχογραφήσει το νέο του κομμάτι. Πάνω στον ενθουσιασμό του, πήρε ένα τεράστιο κλαδί, το οποίο είχαν κόψει οι υπάλληλοι του δήμου, όπως συνήθιζαν να κάνουν κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Σέρνοντάς μέσα απ όλο το χωριό, έφτασε στο σπίτι και το τοποθέτησε δίπλα από την κονσόλα του. Με αυτό τον τρόπο, ήθελε να δώσει ένα συμβολισμό στην «επικοινωνία» του με τον μεγάλο ζωγράφο. Αλλά και στην λύση του στιχουργικού προβλήματός του.

Για τον ίδιο είναι από τις πιο αγαπητές του ιστορίες, οι οποίες ήταν και έμπνευση για κάποιο τραγούδι.

Το τραγούδι παίχτηκε για πρώτη φορά στην πρώτη συναυλία των Ξύλινων Σπαθιών στον Μύλο Θεσσαλονίκης. Επίσης έγινε κόμικς για το "Song Stories" του Street Mode Festival το 2019. 



Jacek Henryk Maniakowski


Dwarves - Everything and Moore

 

Οι άνθρωποι είναι σαν χημικά στοιχεία, όπως λέει και η γνωστή έκφραση, κάποιοι έχουν χημεία μεταξύ τους, εννοώντας το πάντα με μια θετική σύμπνοια. Αλλά οι χημικές σχέσεις δεν είναι πάντα …δημιουργικές. Πολλές φορές είναι καταστροφικές, αν όχι για τους ίδιους, σίγουρα για το περιβάλλον γύρω από αυτούς. Και όταν αυτό συμβαίνει σε μια punk μπάντα, που εφαρμόζει πλήρως τον τρόπο ζωής αυτής της «υποκουλτούρας», τότε κινδυνεύει το σύμπαν όλο. Όπως ακριβώς η φιλία ανάμεσα στον Πάτρικ τον Αστερία και τον Μπομπ Σφουγκαράκι Τετραγωνοπντελόνι.



Οι  punk rock Dwarves από το  Chicago, από τα μέσα των 80s, κρατάνε ψηλά την σημαία της ιδεολογίας της punk, όχι μόνο μουσικά, μιας που τα μόνα τους φλερτ είναι με hardcore punk και garage punk, αλλά και στην καθολική νοοτροπία της. Στο 14ο άλμπουμ τους, το Take Back The Night, κάνουν μνεία στα δύο μέλη τους, τα οποία είναι ταίριαζαν σαν τους ήρωες του Stephen Hillenburg. Το 44 δευτερολέπτων “Everything and Moore” μιλάει για τον Rex Everything (μπασίστα στην μπάντα Nick Oliveri) και τον  Vadge Moore, ντράμερ και ιδρυτικό μέλος της μπάντας. Γνωστός και σαν Tim Madison, οποίος μεταξύ των άλλων, είναι πλέον και συγγραφέας και ηθοποιός. Όπως αναφέρει γι αυτούς ο frontman της μπάντας Blag Dahlia, σε μια συνέντευξή του στον Ricky Frankel του New Noise magazine, ήταν πολύ ιδιαίτερο ντουέτο.  Τα πράγματα που μπορούσαν να κάνουν μαζί δήλωναν  μια πολύ extreme συμπεριφορά. Θα μπορούσαν να κάνουν ακραία πράγματα. Φυσικά ο τραγουδιστής δεν είπε κάποιο συγκεκριμένος στο γεγονός, ποια ήταν αυτά τα ακραία πράγματα. Ο καθένας θα μπορούσε όμως μόνος του να φανταστεί.



Το παράξενο σε αυτό το τραγούδι είναι, πως δεν έγραψε τους στίχους ούτε καν την μουσική ο Blag Dahlia, αλλά ο γνωστός session drummer Josh Freese. Ο οποίος έχει παίξει με Guns N' Roses από το 1997 ως 2000, A Perfect Circle από 1999 ως 2012 και  Nine Inch Nails, ακόμα και με τον Sting. Όπως αναφέρει ο frontman της μπάντας στην ίδια συνέντευξη, είναι πολύ αστείο το γεγονός, ότι ένας μουσικός αυτού του μεγέθους να ασχοληθεί μαζί με τους Dwarves. Αλλά πάντα παραμένει μεγάλος τους οπαδός.

Ουσιαστικά ο Josh Freese είναι και ήταν για πολλά χρόνια φίλος του τραγουδιστή. Μάλιστα είχε συμμετάσχει στο άλμπουμ τους ‘The Dwarves Must Die’. Κανονικά το τραγούδι έπρεπε να είχε σόλο στη μέση, αλλά τελικά κάτι τέτοιο δεν έγινε. Αλλά την λύση βρήκε τελικά ο Blag Dahlia, οποίος πήρε τηλέφωνο το παλιό του ντράμερ και ήρωα του τραγουδιού και του ζήτησε να γράψε μερικά σατανικά βουντού. Μιας που ο Vadge Moore είναι και μέλος της Σαντερία της Αϊτής, δεν του ήταν καθόλου δύσκολο να συμπληρώσει μερικές λεπτομέρειες και διάβασε κάποιο απόσπασμα από μια διατριβή για την εν λόγω θρησκεία. Αυτό το τηλεφώνημα μπήκε στην θέση του σόλο.

Δεν χρειάζεται πολύ σκέψη για να κατανοήσει κάποιος ότι οι Dwarves είναι το πιο αποτελεσματικό ενάντια στην σοβαροφάνεια. Οι τρέλα τους, αποτυπωμένη σε 44 δευτερόλεπτα, μπορεί να διαφωτίσει τον καθένα για τους τρόπους που γράφουν μουσική.

 VIDEO HERE 

Jacek Henryk Maniakowski

Πηγή: https://newnoisemagazine.com/interview-blag-dahlia-dwarves/

Ska-P - Crimen Sollicitationis

 

Η μουσική ήταν πάντα αρωγός. Ακόμα και σε ακραίες καταστάσεις, χειραγωγός ανθρώπων. Από την Αναγέννηση, όπου συνέβαλε σημαντικά στην ίδια την πολιτιστική της άνθηση, αν και βρισκόταν κυρίως στο πλευρό των ισχυρών και προσβάσιμη στους πλούσιους, μέχρι την δεκαετία του ’70, όταν η punk εμφανίζεται τυπικά και παίρνει ξεκάθαρα την θέση των περιθωριοποιημένων και των αδύναμων. Και για όσα δεν θέλουν να μιλήσουν τα μέσα με πιο ευρεία ανταπόκριση, η punk δεν θα σιωπήσει.



Έτσι και οι Ισπανοί Ska-P, μετά από 6 χρόνια απουσίας σαν μπάντα (η διάλυσή τους είχε ανακοινωθεί το 2005), επιστρέφουν δυναμικά με το δεύτερο πιο επιτυχημένο τους άλμπουμ, το Lágrimas y Gozos, το 2008. Το άλμπουμ κυκλοφορεί στις 5 Οκτωβρίου 2008 από την RCA / Sony BMG και φτάνει στο Νο.1 των ισπανικών charts. Το πρώτο single, αλλά και το πιο αναγνωρισμένο του τραγούδι, είναι το "Crimen Sollicitationis", το οποίο κυκλοφορεί επίσημα στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, λίγο πριν το άλμπουμ. Το ίδιο το άλμπουμ δανείζεται φράση από τους στίχους του κομματιού – «δάκρυα και χαρά» – αναφερόμενο στα δάκρυα των παιδιών και στην διαστροφική “απόλαυση” των καθολικών ιερέων.

Το τραγούδι στιχουργικά καταπιάνεται με ένα ταμπού που ακόμη και σήμερα προκαλεί αμηχανία. Είναι ένα καθαρό μουσικό κατηγορώ προς την Καθολική Εκκλησία και την θεσμική της υποκρισία. Οι Ska-P, γνωστοί από τη δεκαετία του ’90 για την πολιτική και αντικληρικαλική τους στάση (βλ. “El Papa”, “Mis colegas”), δεν κάνουν πίσω ούτε εδώ. Το κομμάτι κινείται στο γνώριμο ska-punk ύφος τους: γρήγορος ρυθμός, πνευστά που κρατάνε το groove, ειρωνικός αλλά οργισμένος τόνος.

Η δημιουργία είναι συλλογική, όπως συμβαίνει συνήθως με το συγκρότημα, με τον Pulpul (Roberto Gañán Ojea), κιθαρίστα και βασικό τραγουδιστή, να αναλαμβάνει τους στίχους. Ο τίτλος αναφέρεται στην εγκύκλιο Crimen Sollicitationis, ένα εσωτερικό έγγραφο της Αγίας Έδρας, που συντάχθηκε αρχικά το 1922 και επανεκδόθηκε στις 16 Μαρτίου 1962 από την Ανώτατη και Ιερά Σύνοδο των Καρδιναλίων.

Η εγκύκλιος απευθυνόταν σε Πατριάρχες, Αρχιεπισκόπους και Επισκόπους – «περιλαμβανομένων και αυτών του Ανατολικού Τυπικού» – και περιέγραφε τον τρόπο διαχείρισης περιπτώσεων σεξουαλικής προτροπής (solicitation) από ιερείς, κυρίως στο πλαίσιο της εξομολόγησης. Το έγγραφο όριζε ότι οι υποθέσεις έπρεπε να εξετάζονται αυστηρά εντός του εκκλησιαστικού δικαίου και να τηρείται απόλυτη μυστικότητα. Έπρεπε «να φυλάσσεται επιμελώς στα μυστικά αρχεία» και η παραβίαση της μυστικότητας μπορούσε να οδηγήσει σε αφορισμό.

Από το περιεχόμενο του εγγράφου συνάγεται ότι η Αγία Έδρα επέβαλε διαδικασία εσωτερικής διαχείρισης των υποθέσεων, γεγονός που, στην πράξη, εμπόδιζε την άμεση προσφυγή στην πολιτική δικαιοσύνη. Μέσω της εξομολόγησης, ο ιερέας-θύτης υπαγόταν κυρίως στο εκκλησιαστικό δίκαιο και όχι στον κοινό ποινικό κώδικα. Με απλά λόγια, εγκλήματα όπως η παιδοφιλία συχνά δεν τιμωρούνταν με την αυστηρότητα που θα επέβαλλε το κοσμικό δικαστικό σύστημα.

Το έγγραφο ήρθε ξανά στο προσκήνιο στις 6 Αυγούστου 2003 από ρεπορτάζ του αμερικανικού τηλεοπτικού δικτύου CBS, στο πλαίσιο των μεγάλων αποκαλύψεων για σεξουαλικά σκάνδαλα στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας. Στις 28 Αυγούστου 2003, τέσσερις Ιταλοί ευρωβουλευτές (Maurizio Turco, Marco Pannella, Marco Cappato και Gianfranco Dell'Alba) υπέβαλαν ερώτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την ανάγκη αλλαγής πολιτικής έναντι του Βατικανού, ώστε να μην παραμένουν «ζώνες σκιάς και ατιμωρησίας για τον κλήρο».

Στους στίχους του τραγουδιού γίνεται ευθεία αναφορά και στον Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ΄, ο οποίος ως Καρδινάλιος Joseph Ratzinger είχε διατελέσει επικεφαλής της Congregation for the Doctrine of the Faith, του θεσμού που διαχειριζόταν τέτοιες υποθέσεις. Η προσφώνηση δεν είναι καθόλου κολακευτική:

JUDAS, MY NAME IS RATZINGER
JUDAS, SOY BENEDICTO XXVI

Η επιλογή του ονόματος «Ιούδας» δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας.

Παρότι το 2001 η Καθολική Εκκλησία εξέδωσε νέο κανονιστικό πλαίσιο (Sacramentorum Sanctitatis Tutela) που τυπικά αντικαθιστούσε προηγούμενες οδηγίες, πολλά θύματα εξακολουθούν να φοβούνται να μιλήσουν, είτε λόγω κοινωνικής πίεσης είτε λόγω ψυχολογικού τραύματος.

Το βιντεοκλίπ του τραγουδιού ακολουθεί πιστά την στιχουργική γραμμή. Παρουσιάζει έναν αρχιεπίσκοπο σαν παραμορφωμένο τέρας, μια φιγούρα σχεδόν γκροτέσκα, που χειραγωγεί και τιμωρεί ανυπεράσπιστα παιδιά. Η σκηνή όπου κρατάει ένα παιδί από το χέρι δεν αφήνει περιθώρια συμβολισμών· είναι ευθεία αναφορά στην κακοποίηση. Το animation ύφος του βίντεο εντείνει την ειρωνεία, αλλά ταυτόχρονα κάνει το περιεχόμενο ακόμη πιο σκληρό.

Στην περιοδεία που ακολούθησε το 2008-2009, το "Crimen Sollicitationis" δεν ήταν απλώς ένα ακόμη κομμάτι στο setlist. Ήταν το πολιτικό κέντρο βάρους της συναυλίας. Παιζόταν συνήθως προς το τέλος, με τον Pulpul να προλογίζει το τραγούδι με αναφορές στην υποκρισία των θεσμών και την ανάγκη να μιλήσουν τα θύματα. Σε πολλές πόλεις της Ισπανίας, αλλά και σε εμφανίσεις στη Λατινική Αμερική, το κοινό φώναζε ρυθμικά το “JUDAS” πριν καν ξεκινήσει το ρεφρέν. Οι συναυλίες εκείνης της περιόδου είχαν έντονο πολιτικό χαρακτήρα, με πανό, σημαίες και ξεκάθαρα αντικληρικά μηνύματα, δείχνοντας ότι το τραγούδι δεν έμεινε απλώς σε δισκογραφικό επίπεδο, αλλά μετατράπηκε σε ζωντανή δήλωση στάσης.

Οι Ska-P δεν έγραψαν ένα απλό protest song. Έγραψαν ένα τραγούδι που βάζει δάχτυλο σε πληγή θεσμική, παγκόσμια και βαθιά ριζωμένη. Και το έκαναν με τον μόνο τρόπο που ξέρουν: δυνατά, ειρωνικά και χωρίς να ζητήσουν άδεια.


Jacek Henryk Maniakowski


Γιατί η Punk δεν έχει ερωτικά τραγούδια;

 

Η μουσική μπορεί να κατευνάσει, αλλά με τον ίδιο τρόπο να ξεσηκώσει. Και όταν λέμε να ξεσηκώσει, δεν εννοούμε μόνο τον ενθουσιασμό αλλά γενικά οι έναν κοινωνικό ξεσηκωμό, ίσως ακόμα και μια κοινωνική επανάσταση. Και προφανώς αυτό δεν είναι άγνωστος σε ανθρώπους που κατέχουν εξουσία και θέλουν να τη διατηρήσουν. Πέρα από τον κλασικό έλεγχο, ο οποίος απλά συνιστά την απαγόρευση ενοχλητικών τραγουδιών, όπως κάνουν όλα τα δικτατορικά καθεστώτα, υπάρχει ένας τρόπος για την καθοδήγηση των τραγουδιών. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει σε καθεστώτα λογοκρισίας, όπου υπάρχει μόνο μία κατεύθυνση … Τα τραγούδια πρέπει να είναι γλυκανάλατα και να αναφέρονται μόνο σε αγάπη και στον έρωτα. Και όπου δεν υπάρχουν τραγούδια που να ασχολούνται με κάτι άλλο, πέρα από τις επιθυμίες κάτω από τον αφαλό, τότε κοινωνικά κάτι πάει λάθος.



Φυσικά, αν κοιτάξει κανείς τη δισκογραφία της της rock και της pop, θα μπορέσει να καταλάβει πως το ερωτικό τραγούδι είναι σχεδόν κανόνας και ουσιαστικά αποτελεί την πλειοψηφία στις επιλογές για το λυρικό μέρος. Από τις μπαλάντες  των 60ς μέχρι τις stadium rock εξομολογήσεις των ’80s, ο έρωτας είναι το βασικό προϊόν, αλλά και το πιο κερδοφόρο, για τη μουσική βιομηχανία. Η αγάπη, η απώλεια, η επιθυμία, και η λύτρωση   …. μιαααου μετατρέπονται σε αφηγήσεις που εύκολα μπορεί να τις αναγνωρίσει κανείς, αλλά και να ταυτιστεί με αυτές και πάνω από όλα είναι και πιο εμπορικές. Ο ρομαντισμός στην μουσική βιομηχανία δεν είναι η έκφραση κάποιου συναισθήματος, αλλά είναι ένα προσοδοφόρο προϊόν.

Παρ όλα αυτά, όπου υπάρχει δράση υπάρχει και αντίδραση, ένα μουσικό είδος, όχι το μοναδικό αλλά σίγουρα το πρώτο που έγραψε στα παλιά του τα παπούτσια όλο το ρομαντικό λεξιλόγιο, ίσως σε κάποιο μέρος του σώματος κάτω από τον αφαλό, εμφανίστηκε για να χαλάσει αυτήν γλυκανάλατη ισορροπία. Η punk μουσική, για αυτή μιλάμε, δεν φοβήθηκε να μιλήσει ωμά για το σώμα, για τη σεξουαλικότητα, για την επιθυμία χωρίς φίλτρα και λογοκρισία και προπάντων χωρίς να τα εξιδανικεύει. Ουσιαστικά η πανκ μουσική απογύμνωσε τον έρωτα από την ροζ αφήγηση και τον γείωσε χωρίς ιδιαίτερη μελωδία. Και παρ όλα αυτά γεννηµατά ένα βασικό ερώτημα: γιατί η punk δεν έχει ερωτικά τραγούδια;

Η απάντηση δεν βρίσκεται στην απουσία του συναισθήματος, κάτι το οποίο η πανκ μουσική προσφέρει απλόχερα και προφανώς δεν είναι άψυχη. Ουσιαστικά είναι υπερβολικά φορτισμένη για να μπορεί να είναι ουδέτερη. Αυτό που απορρίπτει δεν είναι ο έρωτας ως εμπειρία, αλλά η ρομαντική του αφήγηση. Σε μια εποχή όπου υπήρχε οικονομική κρίση, ανεργία καθώς και η κοινωνική αποσύνδεση, η υπόσχεση για πάντα ή φορεβαρ, όπως μιλάμε στα χωριά μας, ακουγόταν σχεδόν ειρωνική. Από τη στιγμή που η καθημερινότητα είναι επισφαλής η αιωνιότητα είναι απλά είδος πολυτελείας. Κατ αυτόν τον τρόπο λοιπόν, η punk δεν αρνείται τον έρωτα, αλλά αρνείται τις έτοιμες λέξεις που τον περιγράφουν σε μια μελωδική καιρός συσκευασία.



Αν ο έρωτας στη mainstream μουσική παρουσιάζεται ως λύτρωση, τις περισσότερες φορές λειτουργεί ως ένας μηχανισμός οργάνωσης και πειθαρχίας. Η φράση «ανήκω σε κάποιον» δεν αποτελεί μια απλή ρομαντική διατύπωση, αλλά μια δήλωση ιδιοκτησίας. Οι περισσότερες αφηγήσεις που αφορούν τον έρωτα στηρίζονται σε έννοιες όπως είναι η ζήλια, η αποκλειστικότητα, η υπόσχεση αιωνιότητας καθώς και θυσία. Στοιχεία από τα οποια αμα βγαλεις το ροζ περίβλημα ορίζουν περισσότερο μια δομή εξουσίας παρά την ελευθερία, στοιχείο βασικό του έρωτα.

Η punk σκηνή Δημιουργήθηκε μέσα σε μια γενικευμένη δυσπιστία απέναντι σε κάθε είδους μορφή αυθεντίας, είτε αυτοί είναι πολιτικη, είτε κοινωνική είτε θεσμική. Το γεγονός αυτό ουσιαστικά δεν επέτρεπε να αφήσει ανέγγιχτη και την πιο «ιερή» αφήγηση όλων, δηλαδή τον ρομαντικό έρωτα. Σε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο το κράτος, η αγορά και οι κοινωνικοί ρόλοι αμφισβητούνται, ένα ζευγάρι παρουσιάζεται ως μια μικρογραφία εξουσίας και προφανώς για την πανκ μουσική δεν θα μπορούσε να μείνει στο απυρόβλητο.

Ειδικά για τις γυναίκες τις πανκ σκηνής, κάθε είδους ρομαντζάδες ήταν φορτωμένες με πατριαρχικές προσδοκίες. Η ιδέα της αφοσιωμένης, της πάντα συναισθηματικά διαθέσιμης και άριστης σύντροφο κάθε άλλο παρά τέτοιες μια γυναίκα οι οποίοι φτύνει στο μικρόφωνο, ιδρώνεις στη σκηνή, βρίζει σαν νταλικέρης και ρεύεται πιο δυνατά και από τον γκοτζίλα να είναι ένα αντικείμενο που απλά το κοιτάνε οι άντρες. Άρα η απόρριψη ενός love song, ουσιαστικά ήταν η απόρριψη ενός ρόλου που ταίριαζαν σε τέτοιου είδους τραγούδια.

Έτσι, η punk δεν μπορούσε να γράψει για τον έρωτα με τον τρόπο που τα έκανε η ποπ μουσική, γιατί δεν μπορούσε να εμπιστευτεί το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο παρουσιαζόταν. Από τη στιγμή που όλα γύρω σου μοιάζουν δομημένα για να έχεις μια θέση, ως εργαζόμενος, ως καταναλωτής, ως εκπρόσωπος φύλου, τότε ακόμα και η αγάπη φάνταζε σαν ένα σενάριο που έχει γραφτεί για σένα πριν από σένα. Και προπάντων χωρίς καν να σε ρωτήσουν αν θέλεις να συμμετάσχεις.

Ο έρωτας σαν μια βασική έννοια δεν εξαφανίζεται, αλλά απογυμνώνεται. Και όταν απογυμνώνεται από τις ίδιες τις αυταπάτες του σταματάει να γίνεται ένα γλυκανάλατο τραγούδι και γίνεται μέσω μίας σύγκρουσης, αν όχι η ίδια η σύγκρουση.



Όμως, η punk δεν προφητεύει, ούτε εκπληρώνει κάποιο είδος προφητείας. Δεν κατέχει καν τις απόλυτες αλήθειες, ούτε καν προσφέρει εναλλακτικό παράδεισο ή κάποια έστω εναλλακτική λύση. Μπορεί να την παρομοιάσουμε με τον Neo του Matrix, όχι επειδή είναι εκλεκτοί, αλλά επειδή κάποια στιγμή φεύγει από το εικονικό κόσμο και βλέπει καλώδια πίσω από τον τοίχο, καλώδια με τα οποία είναι και οι ίδιοι οι άνθρωποι συνδεδεμένοι. Πανκ μουσική μπορεί να έχει την ωριμότητα ενός οκτάχρονο που βλέπει τον βασιλιά που είναι γυμνός, αλλά δεν εξηγεί τον κόσμο, τον ξεσκεπάζει και μετά κυνικά σε αφήνει να τα βγάλεις πέρα μόνος σου.

 

Η punk αρνείται την συναισθηματική εμπορευματοποίηση

 

Από τη στιγμή που ένας ρομαντικός έρωτας αρχίζει να γίνεται ένα σταθερό μοτίβο κατανάλωσης, παύει να είναι ένα συναίσθημα και μετατρέπεται σε μια δομή της αγοράς. Το είδος των love song είναι από τα πιο σταθερά προϊόντα της μουσικής βιομηχανίας. Και αυτό γιατί είναι επαναλαμβανόμενο, εύκολα αναγνωρίσιμο και πάνω από όλα ασφαλές. Ουσιαστικά λειτουργεί ως μαγικός καθρέφτης μέσα στον οποίο ο ακρατής μπορεί να προβάλλει την προσωπική του επιθυμία, χωρίς να αμφισβητήσει το πλαίσιο μέσα στην οποία πραγματοποιείται η επιθυμία.

Η punk κάνει την εμφάνισή της ακριβώς την ίδια στιγμή που η κανονικότητα έχει κρυσταλλοποιηθεί. Δεν επιτίθεται απλά στην πολιτική, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από το κράτος ή στο ίδιο το κράτος, άρα ουσιαστικά «κράζει» και επιτίθεται στην ίδια τη φόρμα. Στο τι είναι επιτρεπτό να ειπωθεί και με ποιον τρόπο. Όταν οι δισκογραφικές εταιρείες γνωρίζουν πως ένα ερωτικό τραγούδι μπορεί εύκολα να πουλήσει, τότε η άρνηση να γραφτεί ένα τέτοιο τραγούδι δεν είναι μια αισθητική επιλογή αλλά γίνεται μια πραγματικά πολιτική πράξη.



Και με αυτό τον τρόπο εξηγείται το παράδοξο πόση punk μιλάει ανοιχτά για το σεξ, την ερωτική επιθυμία και για το ίδιο το σώμα, αλλά σχεδόν είναι αδύνατο να τραγουδήσει ένα «σ αγαπώ για πάντα». Και όχι επειδή ακριβώς υπάρχουν δεν μπορεί να νιώσει δεν έχει συναισθηματικό υπόβαθρο, αλλά οι φύσεως της δεν με εμπιστεύεται το «για πάντα» όταν αυτό μοιάζει περισσότερο με ένα λόγο τυπωμένο σε κάποιο μπλουζάκι.

 

Punk “love songs” που δεν είναι love songs

 

Με μια επιφανειακή αναζήτηση θα βρει κάποιος ερωτικά τραγούδια… που δεν είναι ακριβώς ερωτικά τραγούδια, απλά μοιάζουν. Οι Ramones, για παράδειγμα, στο I Wanna Be Your Boyfriend χρησιμοποιούν τη φόρμα ενός κλασικού love song. Παρ όλα αυτά, η αμηχανία μαζί με μια σχεδόν παιδική αφέλεια και την παντελής έλλειψη ηρωισμό το μετατρέπουν σε κάτι αδέξιο ως και ειρωνικό. Δεν υπάρχει σε αυτό κάτι μεγαλειώδες, αλλά μια αφελής επιθυμία η οποία δεν ξέρει πώς να σταθεί.


Οι Sex Pistols στο Submission εκφράζουν την επιθυμία με μια υπόγεια επιθετικότητα και μπόλικη ειρωνεία. Εδώ οι στίχοι δεν εξυψώνουν αλλά από δω μόνο και ισχυρίζεται παρουσιάζεται ως ιερή ένωση αλλά ως ένα παιχνίδι επιβολής και δύναμης.

Αλλά ακόμη και η Patti Smith, ως πολύ σημαντική ποιήτρια, πολλές φορές αναφέρεται στους στίχους της για την ένωση και την ένταση, αλλά δεν παρουσιάζει ποτέ τον έρωτα ως ένα ρομαντικό καταφύγιο, αλλά ως μια πνευματική σύμπραξη, μια δημιουργική έκρηξη και πότε σαν μια μελοδραματική υπόσχεση αιωνιότητας. Στους τοίχους της δεν υπάρχει η κλασική δομή ερωτικών στίχων «ανήκουμε ένας στον άλλον», αλλά δημιουργεί μια ένταση ανάμεσα σε δυο υποκείμενα τα οποία την ίδια στιγμή συγκρούονται και συνυπάρχουν ταυτόχρονα.

Η punk, λοιπόν δεν αποφεύγει το συναίσθημα, αλλά ουσιαστικά αγνοεί μια γλυκιά αφήγηση και όταν μιλάει για τον έρωτα, το δείχνει ραγισμένο, με πληγές, ασταθή και γεμάτο ιδρώτα και αμφιβολία. Αυτή ακριβώς η κυνική έκφραση τον κάνει πιο αληθινό αλλά ποτέ εμπορεύσιμο.

 

Riot Grrrl: όταν ο έρωτας γίνεται πολιτική δήλωση

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η riot grrrl σκηνή, ως ένα κοριτσίστικο πανκ μουσικό είδος, δεν έπαιρνε έφερε απλά τον έρωτα στην punk, αλλά έκανε μια διαφορετική προσέγγιζε προς αυτόν, κάνοντας ουσιαστικά μια επαναδιαπραγμάτευση. Μπάντες όπως οι Bikini Kill και οι Bratmobile δεν έγραψα απλά ρομαντικά τραγούδια, όπως ορίζεται από μια κλασσική έννοια, αλλά έγραψαν τραγούδια που μιλάνε για το σώμα, την επιθυμία, την κακοποίηση, την αυτοδιάθεση. Δηλαδή πράγματα τα οποία ακόμα και σήμερα δεν είναι αυτονόητα για μια γυναίκα.



Στην επαναστατική αυτή περίπτωση ο έρωτας δεν είναι μια ροζ αφήγηση, αλλά γίνεται ένα πεδίο μάχης και διεκδίκησης. Εδώ ο έρωτας είναι φωνακλάς και καταγγέλλει συνεχώς, η επιθυμία δεν συνδέεται πλέον με το αντρικό βλέμμα και σταματάει να είναι ένα αντικείμενο για κατανάλωση. Αν η αρχική punk απογύμνωσε τον ρομαντισμό, η riot grrrl προσπαθεί να αποκαλύψει τις έμφυλες δομές του οι οποίες ουσιαστικά ήταν τα θεμέλια της εικόνας του. Το love song δεν απορρίπτεται σαν θέμα, αλλά αποδομείται τελείως ως ένας μηχανισμός που χρησιμοποιείται ως μέσο πειθαρχίας και στη θέση του δεν δημιουργείται μια νέα εξιδανίκευση, αλλά μια ξεκάθαρη και ειλικρινής και κατά συνέπεια άβολη αφήγηση της ίδιας της εμπειρίας του έρωτα. Στην περίπτωση αυτή λοιπόν, ο έρωτας δεν είναι ένα όνειρο αλλά η ίδια η διεκδίκηση του χώρου.

 

Τι λένε οι ίδιοι οι μουσικοί

 

Παρόλο που οι περισσότεροι πρωταγωνιστές της punk δεν διατύπωσαν καμιά συγκεκριμένη θεωρία που να έχει σχέση με την δημιουργία των ερωτικών τραγουδιών ή την έλλειψή της, αλλά έχουν μιλήσει ξεκάθαρα για την απόρριψη της ψεύτικης συναισθηματικότητας και της εμπορευματοποιημένης ροκ κουλτούρας. Ο Johnny Lydon (Johnny Rotten) έχει πει πολλές φορές σε επιθετικό ύφος μιλώντας για τον έρωτα τον οποίο θεωρούσε θεατρικό και αυτό ικανοποιητικό συναισθηματισμό της mainstream rock σκηνής των ’70s, υποστηρίζοντας πώς το punk ήταν μια αντίδραση σε μια μουσική που είχε χάσει την αλήθεια της (Lydon, High Times, 1980· Savage, England’s Dreaming, 1991). Προφανώς αυτή η στάση δεν είχε σαν στόχο τον έρωτα καθ’αυτό, αλλά την ρομαντική εξιδανίκευση του ο νους μια εμπορική φόρμα, η οποία απλά αναπαράγει πολλαπλά το ίδιο πράγμα, ως ένα χρήσιμο καλούπι για χριστουγεννιάτικα μπισκότα.



Η Patti Smith έχει περιγράψει το rock’n’roll ως ένα μέσον μιας συνολικής έκφρασης και ποιήσης, σεξουαλικότητας και πολιτικής και όχι ως μια απλά συναισθηματική εξομολόγηση (Smith, The Talks, 2010). Στο Just Kids συγκεκριμένα παρουσιάζει τον έρωτα όχι ως μια σχέση ιδιοκτησίας ή κάποια ρομαντική υπόσχεση της αιωνιότητας, αλλά ως μια πνευματική και δημιουργική σύμπραξη. Αυτή η μετατόπιση, από το ανήκω στο συν-δημιουργώ δημιουργεί μια ριζική διαφοροποίηση στην punk αντίληψη από το τυπικό love song.

Κατά τον ίδιο τρόπο, η Kathleen Hanna των Bikini Kill έχει πει σε μια συνέντευξή τους πως για αυτήν η punk ήταν «ιδέα, όχι απλώς ήχος», ουσιαστικά ένας τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να εκφραστούν οι εμπειρίες των γυναικών χωρίς να περνάει από το φίλτρο της μουσικής βιομηχανίας ή ακόμα και των ανδρικών προσδοκιών (Hanna, KQED, 2022). Στο πλαίσιο της riot grrrl σκηνής, η ρομαντική αφήγηση έχει αντιμετωπιστεί συχνά ως ένα μέρος του ευρύτερου μηχανισμού της πειθαρχίας και των έμφυλων ρόλο. Έτσι ο έρωτας δεν απορρίπτεται, αλλά από γυμνώνεται από το ίδιο το στερεότυπο που τον έκαναν να φαίνεται πλαστικός και ανούσιος, ως απλό εμπόρευμα.

Έτσι μπορούμε να πούμε, πώς η punk δεν απέτυχε να γράψει ερωτικά τραγούδια, αλλά αρνήθηκε να τραγουδήσει τον έρωτα με έναν τρόπο ο οποίος ουσιαστικά ήταν έτοιμος δοσμένος από τη βιομηχανία. Και σε έναν κόσμο όπου η αγάπη συσκευάζεται, μελοποιείται, θα μπορούσε να πούμε πως η λέξη προέρχεται και από το μέλι, κατόπιν πωλείται ως μια υπόσχεση για διαφυγή ή υπεκφυγή, η πανκ απλά επέλεξε να τους χαλάσει τη συσκευασία, δηλαδή τη μελωδία. Χωρίς ποτέ να απορρίψει το συναίσθημα αλλά το σενάριο έτοιμο δοσμένο, δεν ήταν απλά απίστευτο η αυτήν τη μουσική.

Η mainstream μουσική ουσιαστικά σου δίνει ένα μπλε χάπι, αν πάρουμε υπόψη μας την τριλογία του Matrix, Το οποίο μαζί με την ανακούφιση δίνει την ψευδαίσθηση της αιωνιότητας, την ιδέα πώς η ολοκλήρωση μπορεί να έρθει μέσα από την ένωση 2 ανθρώπων, ενώ οι πανκ σου δίνει το κόκκινο χάπι, το οποίο σου αποκαλύπτει την πραγματικότητα όπως είναι. Δεν τη σώζει φυσικά, ούτε δίνει κάποια καλύτερη ιστορία, απλά δείχνει τα ψεύτικα καλώδια τα οποία απλά κινούν την ψευδαίσθηση του μέσου ανθρώπου.

Ουσιαστικά η μουσική αυτή έδωσε μια άλλη οπτική στην έννοια του έρωτα, που πλέον δεν είναι ντυμένος με ροζ βελούδα, αλλά είναι γυμνός και χωρίς κανένα ψεύτικο και πλαστικό περιτύλιγμα. Δείχνει πως είναι διαπραγματεύσιμο και όχι ορισμένο ως ένα συγκεκριμένο προϊόν που βγαίνει από κάποιο καλούπι. Ουσιαστικά έδωσε την επιλογή στο καθένα μας να το ακολουθήσουμε ή όχι, όμως απογυμνωμένο ξεκάθαρο και πάντα πραγματικό.

 

Jacek Henryk Maniakowski

Πηγές

 

Lydon, John (Johnny Rotten). “A Rotten Interview.” High Times, 1980.

https://hightimes.com/culture/interview-with-johnny-lydon/

Savage, Jon. England’s Dreaming: Sex Pistols and Punk Rock. Faber & Faber, 1991.

Smith, Patti. Interview. The Talks, 2010.

https://the-talks.com/interview/patti-smith/

Smith, Patti. Just Kids. Ecco, 2010.

Hanna, Kathleen. Interview. KQED Arts, 2022.

https://www.kqed.org/arts/13957749/kathleen-hanna-interview-bikini-kill-le-tigre-rebel-girl

Marcus, Greil. Lipstick Traces: A Secret History of the 20th Century. Harvard University Press, 1989.Savage, Jon. England’s Dreaming: Sex Pistols and Punk Rock. Faber & Faber, 1991.

Hebdige, Dick. Subculture: The Meaning of Style. Routledge, 1979.

McRobbie, Angela. Κείμενα για youth culture, gender και subcultures (δεκαετία ’80–’90).

Smith, Patti. Just Kids. Ecco, 2010.

 

Rock - e - pedia : Riot grrrl

 

Η οργή είναι ένας τρόπος να ζητήσεις δικαιοσύνη, η οργισμένη μουσική να την διεκδικήσεις.


Riot grrrl

 

Πως ακούγεται: σαν τσαντισμένα κορίτσια που τραγουδάνε κάτι ανάμεσα σε punk, indie rock και alternative rock. Βασικά αυτό είναι ακριβώς: τσαντισμένα κορίτσια τραγουδάνε κάτι ανάμεσα σε punk, indie rock και alternative rock. Πάντα με στίχους που μιλάνε για φεμινισμό και ίσα δικαιώματα.

Γιατί να το ακούσουμε: γιατί πάντα πρέπει να ακούμε τα κορίτσια είτε τραγουδάνε είτε μιλάνε (λέμε τώρα). Αλλά και γιατί είναι μια γνήσια έκφραση της punk και του κινήματος DIY, πέρα από την μουσική έκφραση του 3ου και 4ου κύματος του φεμινισμού.



Γιατί όχι: γιατί δεν ενδιαφέρεται για μουσική εξέλιξη παρά για επένδυση των φεμινιστικών ιδεών  τους, πολλές φορές χωρίς έμπνευση.

Που; Η.Π.Α. πολιτεία της Washington και ακόμα πιο συγκεκριμένα στην Olympia

Πότε; Αρχές δεκαετίας του ‘90

Ποιοι; Ουσιαστικά όταν συναντήθηκαν οι Allison Wolfe και Molly Neuman των Bratmobile και ξεκίνησαν την έκδοση ενός fanzine με το όνομα Girl Germs. Επίσης χρονιά ορόσημο είναι όταν η Lois Maffeo, πρωτοστάτης του κινήματος φιλοξενήθηκε το 1991 στην εκπομπή Your Dream Girl του σταθμού KAOS της Olympia. Οι Bikini Kill θωρείται από τις πρώτες μουσικές εκφράσεις του κινήματος.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Heavens to Betsy, Excuse 17, Huggy Bear, Skinned Teen, Emily's Sassy Lime, Sleater-Kinney, Unwound, L7, the Fastbacks, the Spinanes, Shadowy Men on a Shadowy Planet, Girl Trouble, the Pastels, Kicking Giant, Rose Melberg, Seaweed, Kreviss, I Scream Truck, Scrawl, Nation of Ulysses, Jad Fair, Thee Headcoats, the Gossip και Steve Fisk.



Μέρες δόξας:  ως τα μέσα της δεκαετίας του ’90, ίσως και λόγω της λάμψης της grunge και κοντινή πόλη του Seattle φωτίστηκε και αυτή. Αλλά κυρίως με τον ενθουσιασμό και την γενική αποδοχή τότε βγήκαν και τα πιο αξιόλογα συγκροτήματα.

Κόκκινη κάρτα: Όπως κάθε μουσικό είδος, το οποίο συνοδεύει κάποιο κοινωνικό κίνημα, γρήγορα φθείρεται και υπάρχει πάντα στις μπάντες του είδους μια απέχθεια ως φόβος για την δόξα. Πολλές φορές καταντά διαμαρτυρία για την διαμαρτυρία και μόνο.

Με τι μπερδεύεται; Hardcore punk, punk rock, alternative rock, indie rock και Queercore

Τι λες στον άσχετο; κάτι κορίτσια τραγουδάνε punk και μερικές φορές δεν μοιάζουν με κορίτσια, αλλά πάντα δείχνουν τσαντισμένες

 Jacek Henryk Maniakowski

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Το φαινόμενο του ηχητικού σκουληκιού (earworm): Part II φαινόμενο Zeigarnik

 Το φαινόμενο Zeigarnik και τα ανολοκλήρωτα μουσικά μοτίβα


Η μουσική είναι η καλύτερη αποτύπωση της ανθρώπινης καθημερινότητας, ακόμα και της ζωής ολόκληρης. Μέσα στα μοτίβα της αναδεικνύονται και τα μοτίβα της ζωής που ακολουθούμε, τις περισσότερες φορές χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Έτσι τα χρωματίζουμε με μαγεία, μπόλικο συναίσθημα και μερικές φορές με μεταφυσικές πινελιές. Αλλά, στην ουσία τα περισσότερα είναι απλά η λειτουργία εγκεφάλου που προσπαθεί να βρει τις ρυθμίσεις του, αλλά ας μην αποκλείουμε και μερικές σταγόνες μαγείας, έτσι για την ομορφιά του άγνωστου.



Ένα αρκετά ενδιαφέρον σημείο το οποίο αξίζει αναφοράς και μπορεί να εξηγήσει καλύτερα τα earworms είναι το λεγόμενο Zeigarnik effect. Σύμφωνα λοιπόν, με το φαινόμενο αυτό οι άνθρωποι τείνουν να θυμόνται πιο έντονα ανολοκλήρωτες ή τις διακεκομμένες εμπειρίες σε σχέση με αυτές που έχουν ολοκληρωθεί ομαλά. Κάτι που θυμίζει και ερωτικές σχέσεις, οι οποίες έχουν μείνει σε μια μισοτελειωμένη κατάσταση και επανέρχονται τακτικά στο μυαλό μας. Η ψυχολογία όμως έχει μια ερμηνεία για αυτή την τάση ως μια μορφή γνωστικής εκκρεμότητας, δηλαδή ο εγκέφαλος κρατάει ένα έργο κάτι το οποίο δεν έχει κλείσει αναζητώντας συνεχώς μια επίλυση ή συνέχεια.

Στη μουσική, αυτό μεταφράζεται πολύ πιο εύκολα. Ένα riff ή ένα μουσικό μοτίβο Το οποίο δεν καταλήγει πλήρως και σταματάει απότομα η αφήνει μια αίσθηση έντασης, δημιουργεί στον κάθε ακροατή μια εσωτερικευμένη ανάγκη για ολοκλήρωση. Ο εγκέφαλος, στην προσπάθειά του να κλείσει αυτό τον κύκλο, επαναλαμβάνει μια φράση νοητικά. Κατ αυτόν τον τρόπο, το earworm Δεν είναι απλά μια τυχαία επανάληψη, αλλά μια προσπάθεια της μνήμης μαζί με την προσοχή να ολοκληρώσουν κάτι που για τον εγκέφαλο έμεινε ανοιχτό.

Στη μουσική rock και metal αυτός ο μηχανισμός είμαι ιδιαίτερα εμφανής, καθώς τα περισσότερα riffs βασίζονται σε ένταση και την αποφόρτωση (tension and release). Πολλά heavy και prog μοτίβα βασίζονται πάνω σε επαναλαμβανόμενες μουσικές φράσεις οι οποίες δεν έχουν αρμονικό κλείσιμο, αλλά στην ουσία αφήνουν μια συνεχή προσμονή. Το αποτέλεσμα είναι πως ένα riff δεν έχει πραγματική κατάληξη μας στο κομμάτι, αλλά συνεχίζει να υπάρχει σαν μια ψυχική ήχο ή σαν ένα φάντασμα το οποίο γυρνάει στο μυαλό του ακροατή, ακριβώς σαν ένα μεθυσμένο σκουλήκι.



Κατά συνέπεια, μπορούμε να πούμε πως τα επίμονα metal riffs δεν είναι μόνο ένα αποτέλεσμα μιας επανάληψης, αλλά και το αποτέλεσμα αυτής της γνωστικής οι νοητικής αισθήσεις του ανολοκλήρωτου. Το earworm Λειτουργεί σαν μια εσωτερική προσπάθεια του εγκεφάλου να δώσει μια λογική συνέχεια και ένα νόημα σε ένα μοτίβο που δεν έκλεισε ποτέ απόλυτα. Άρα εδώ μπορούμε να συμπεράνουμε, πώς η μουσική έχει άμεση σχέση με τη ζωή, ως μέρος της ή απλά καταγραφέας της, καθώς αυτό συμβαίνει σε πολλά πράγματα της καθημερινότητάς μας τα οποία δεν έχουν σχέση με μουσική.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι :

Tool – “Schism”: το επαναλαμβανόμενο μπάσο/κιθαριστικό μοτίβο δημιουργεί συνεχή προσμονή χωρίς πλήρη “λύση”.



Tool – “Lateralus”: κυκλικές μουσικές φράσεις που επιστρέφουν με παραλλαγές, αφήνοντας την αίσθηση του ανολοκλήρωτου.

Iron Maiden – “The Trooper”: το galloping riff επαναλαμβάνεται με ένταση που κρατά τον ακροατή σε συνεχή εγρήγορση.

Black Sabbath – “Iron Man”: αργό, βαρύ riff που μοιάζει να “αιωρείται” χωρίς αρμονική ξεκούραση και ποτέ … δεν προσγειώνεται.

Black Sabbath – “Paranoid”: σύντομο riff που διακόπτεται και επιστρέφει εμμονικά, σαν ανοιχτός κύκλος, σα μια μέλισσα στο κεφάλι.


Metallica – “Enter Sandman”: το κύριο riff λειτουργεί ως ημιτελής φράση που απαιτεί μια σχεδόν αυτιστική επανάληψη.


Metallica – “Sad But True”: riff βασισμένο σε tension-release που κολλάει λόγω του βαριού παλμού του.

Dream Theater – “Pull Me Under”: επαναλαμβανόμενα prog μοτίβα που δεν κλείνουν απλά, αλλά μεταβάλλονται διαρκώς, σαν μια διαρκής μουσική σπείρα.


Pink Floyd – “Money”: το χαρακτηριστικό ρυθμικό μοτίβο (7/4) δημιουργεί “γνωστική εκκρεμότητα” λόγω ασυνήθιστου μέτρου και ποτέ δεν … φτάνει, όπως και το χρήμα άλλωστε.


Deep Purple – “Smoke on the Water”: riff-σύνθημα που είναι τόσο απλό και ανοικτό που ο εγκέφαλος το αναπαράγει αυτόματα. Ίσως το πρώτο εγκεφαλικό σκουλήκι κάθε μεταλλά.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο ότι πολλά riffs της heavy και prog μουσικής αποκτούν τόσο επίμονη παρουσία στη μνήμη. Για παράδειγμα, το κυκλικό μοτίβο του “Schism” των Tool ή τα επαναλαμβανόμενα θέματα του “Lateralus” δημιουργούν μια αίσθηση συνεχούς προσμονής, σαν η μουσική φράση να μην ολοκληρώνεται ποτέ πλήρως.

Αντίστοιχα, κλασικά heavy riffs όπως το “Iron Man” ή το “Paranoid” των Black Sabbath βασίζονται σε ένταση και επανάληψη χωρίς αρμονική “ξεκούραση”, αφήνοντας στον ακροατή μια γνωστική εκκρεμότητα που ο εγκέφαλος προσπαθεί να κλείσει μέσω της νοητικής επανάληψης.

Ακόμη και στο κλασικό rock, μοτίβα όπως το χαρακτηριστικό ρυθμικό σχήμα του “Money” των Pink Floyd ή το riff-σύμβολο του “Smoke on the Water” των Deep Purple λειτουργούν σαν ανοικτοί κύκλοι, οι οποίοι παραμένουν ενεργοί στη μνήμη και επιστρέφουν ακούσια ως earworms.

 

Άλλα είδη και η διαφορετική λειτουργία των earworms

 

Σε είδη όπως η pop, το earworm είναι πολλές φορές αποτέλεσμα μιας πολύ απλής, σχεδόν παιδικής μελωδίας συνοδευόμενο πάντα από μια εμπορική επανάληψη. Στην extreme metal ή τη noise μουσική, αντίθετα, τα earworms είναι πολύ πιο σπάνια ή να παίρνουμε μια μορφή ρυθμικών patterns αντί μελωδιών όπως αναφέρει ο Berger, το 1999. Άρα μπορούμε να πούμε με σιγουριά πώς αυτή η κολλητικότητα δεν αποτελεί θέμα ενός είδος, αλλά ένα θέμα δομής, τακτικής ακρόασης καθώς και προσωπικής εμπειρίας.

Η μουσική, όπως έχουμε αναφέρει σε αρκετά άρθρα, έχει μια βαθιά σύνδεση με το συναίσθημα. Ένα τραγούδι μπορεί να κολλάει στα αυτιά ή να παίρνει τη μορφή ενός νοητικού σκουληκιού όχι επειδή είναι απλώς πιασάρικο, αλλά είναι συναισθηματικά φορτισμένο είτε αυτό προέρχεται από το ίδιο τραγούδι είτε από τις εμπειρίες που έχουμε που σχετίζονται μ αυτό. Ένα riff των Iron Maiden ή των Tool έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως ένα ψυχικό αποτύπωμα, κάτι που πάντα επιστρέφει όχι μόνο ως μια μουσική φράση, αλλά ως ένα σημαντικό μέρος μιας προσωπικής μνήμης, κάτι που αναφέρεται και στη μελέτη των Floridou & Müllensiefen το 2022.

Στη metal μουσική, το riff δεν είναι απλώς συνοδεία, είναι αυτό που ορίζει την ταυτότητα ενός τραγουδιού του είδους. Στην περίπτωση αυτή το riff λειτουργεί όπως το hook στην pop, δηλαδή ως ένα στοιχείο το οποίο το αναγνωρίζεις αμέσως και αναμένεις απλά να επιστρέψεις κατά τη διάρκεια ενός τραγουδιού ξανά και ξανά. Και όπως αναφέρει ο Hudson, στη μελέτη του το 2021, η μέταλ μουσική οργανώνεται και δημιουργείται γύρω από τα riff-cycles, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό μια σχεδόν τελετουργική εμπειρία ως βασικό αίτιο της ακρόασης.

Στο rock και στο metal, είναι αρκετά τα τραγούδια τα οποία λειτουργούν σαν κάποια τελετουργικά μοτίβα κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας. Άλλωστε, όπως έχουμε αναφερθεί σε κάποιο άλλο άρθρο (ΕΔΩ), μια συναυλία αποτελεί από μόνη της μια τελετουργική συνάντηση. Τα stadium chants μαζί με τις ρυθμικές επαναλήψεις έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν την κοινή μνήμη. Το riff ή το hook δεν είναι κάτι που αφορά μόνο τον ακροατή, αλλά λειτουργεί ως ένα κοινό βίωμα. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του “We Will Rock You” των Queen, ενώ στο metal riffs όπως το “Fear of the Dark” αποκτούν ζωή μέσα από το πλήθος.

 

Το φαινόμενο του earworm και του cure tune

Πώς όμως μπορούμε να ξεκολλήσουμε ένα μουσικό κομμάτι από τον εγκέφαλό μας. Και σε αυτό το κομμάτι επιστήμη έχει την απάντησή της. Όπως έχουμε προαναφέρει το φαινόμενο του earworm (ή involuntary musical imagery) αναφέρεται σε μια εκούσια επανάληψη ενός μουσικού αποσπάσματος μέσα στο μυαλό μας χωρίς καν να υπάρχει κάποιο εξωτερικό ερέθισμα. Αν και αυτό μπορεί να θεωρηθεί κάπως ενοχλητικό ουσιαστικά, πρόκειται έναν πολύ φυσιολογικό μηχανισμό της μνήμης και της προσοχής

Το βασικό εύρημα είναι, όπως θα μπορούσαν να καταλάβουν και οι περισσότεροι, πως κάθε προσπάθεια της καταστολής του τραγουδιού, για παράδειγμα «μην το σκέφτεσαι» 50€, συνήθως έχει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας του φαινομένου της ironic mental control, δηλαδή όταν προσπαθούμε να αποφύγουμε μια σκέψη, το μυαλό μας την παρακολουθεί συνεχώς για να ελέγξει αν την αποφεύγουμε κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα να την ενισχύει ακόμα περισσότερο. Σίγουρα περισσότεροι μας το έχουμε πάθει με κάποιον ανεκπλήρωτο έρωτα.



Ωστόσο οι έρευνες έχουν ανακάλυψη 3 βασικά τρικ ώστε να φύγει κάποιο κομμάτι από το κεφάλι μας:

1.     η ακρόαση ολόκληρου τραγουδιού: άκρως τραγουδιού από την αρχή μέχρι το τέλος συνήθως έχει σαν αποτέλεσμα να βοηθήσει, διότι εγκέφαλος τείνει να κολλάει σε ημιτελή μοτίβα, όπως είδαμε παραπάνω στο άρθρο. Ολοκληρώνοντας ένα μουσικό κομμάτι, ουσιαστικά νοητικά κλείνουμε τον κύκλο μειώνοντας ταυτόχρονα την ανάγκη για επανάληψη. Σαν να γοητευόμαστε προς στιγμήν από έναν άνθρωπο, αλλά γνωρίζοντας τον μάλλον απογοητευόμαστε.

2.     Η απασχόληση της μνήμης με κάποια εργασία: κάποιες δραστηριότητες που χρειάζονται αρκετή συγκέντρωση, όπως είναι για παράδειγμα οι μαθηματικοί υπολογισμοί, παζλ, ανάγνωση κάποιου απαιτητικού κειμένου, μπορούν να μειώσουν την ένταση που έχει ένα earworm, εξαιτίας του γεγονότος πώς η μνήμη μιας εργασίας έχει περιορισμένη χωρητικότητα και όταν δεσμεύεται μια άλλη πληροφορία απλά δεν χωράει μέσα η μουσική αναπαραγωγή.

3.      Χρήση ενός “cure tune”: Το cure tune είναι ένα άλλο τραγούδι, το οποίο συνήθως είναι λιγότερο επαναλαμβανόμενο, έχει πιο ουδέτερη συναισθηματική προσέγγιση και βασικά έχει αρχή και τέλος. Το νέο τραγούδι είναι αυτό το οποίο μπορεί να αντικαταστήσει το εγκεφαλικό σκουλήκι χωρίς να δημιουργήσει έναν νέο, ουσιαστικά λειτουργώντας ως ένα νοητικό αντίδοτο σε αντίθεση με κάποιο άλλο κομμάτι που θα ήτανε το ίδιο κολλητικό, το cure tune δεν εγκλωβίζει την προσοχή.

 

Καταλήγοντας, μπορούμε να πούμε πως το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στη metal μουσική, άλλος στο κλασικό ροκ για παράδειγμα, τα earworms έχουν συχνά πιο μελωδικό χαρακτήρα. Οι Queen έχουν χτίσει τραγούδια γύρω από επαναλαμβανόμενα hooks (“Radio Ga Ga”, “We Will Rock You”). Οι Pink Floyd δείχνουν μια πιο υπνωτική πλευρά του earworm, με μοτίβα που δημιουργούν ψυχολογική εμμονή (“Money”, “Another Brick in the Wall”).

 Jacek Henryk Maniakowski

Part I 

Πηγές:

Beaman, C. P., & Williams, T. I. (2010). Earworms (“stuck song syndrome”).

Berger, H. M. (1999). Death metal tonality and the act of listening. Popular Music.

Hudson, S. S. (2021). Compound AABA Form and Style Distinction in Heavy Metal. Music Theory Online.

Jakubowski, K., et al. (2017). Dissecting an earworm. Psychology of Aesthetics, Creativity, and the Arts.

Liikkanen, L. A., & Jakubowski, K. (2020). Involuntary musical imagery review. Psychonomic Bulletin & Review.

Floridou, G., & Müllensiefen, D. (2022). INMI repetition. Music Perception.