Η ζωή πολλές φορές
παρομοιάζεται με μια σκάλα. Και όπως είναι λογικό, αποτελείται από σκαλοπάτια,
που άνετα μπορούν να παρομοιαστούν και με σταθμούς που σημαδεύουν και την ζωή
του καθένα. Φυσικά η κουλτούρα της κάθε χώρας ορίζει και κάποιους σταθμούς, που
μπορεί να είναι γενικοί, αλλά επηρεάζουν τον καθένα προσωπικά. Αλλά από τους
γενικούς κανόνες, που είναι τουλάχιστον διέπουν το δυτικό πολιτισμό, είναι η
φοιτητική ζωή. Ένα σχεδόν ξεχωριστό κομμάτι για κάθε νέο, που και ηλικιακά
ξεπερνάει την εφηβεία και μπαίνει στον παραλογισμό της ενήλικης ζωής. Και οι
μνήμες από κείνο το χρονικό κομμάτι της ζωής, πολλές φορές είναι και θεμέλια
μια ισορροπημένης ζωής, αλλά και ένα δεκανίκι στις δυσκολίες της. Όμως μερικές
φορές μπορεί να αποτελέσει και έμπνευση για ένα καλλιτέχνη.
Έτσι λοιπόν τα
φοιτητικά βιώματα αποτέλεσαν και έμπνευση για τον Πάνο Βιολιστή των Λουδίας, να
γράψει ένα τραγούδι για την συλλογή Rock’n’rollRepublic. Αλλά ορισμένες ιδέες είναι σαν τα δέντρα
και χρειάζονται πολλά χρόνια μέχρι να καρποφορήσουν, καμιά φορά μέχρι και μιά
25-ετία. Όπως και το τραγούδι Μπουρλότο, που περίμενε την κατάλληλη στιγμή
(συλλογή) για να ενσαρκωθεί. Και πριν σκεφτεί κανείς κάποιο μπουρλοτιέρη, όπως
ο Κ. Κανάρης, πρέπει να αναλογιστεί ότι κανένας φοιτητής δεν θυμάται την
σχολική ύλη, αλλά μόνο την φοιτητική ζωή του. Και αυτή έχει λίγη σχέση με το
διάβασμα, αλλά περισσότερο με το χρόνο εκτός εκάστοτε σχολής ή μάλλον εκτός
πανεπιστημιακής αίθουσας. Όπως διηγείται ο δημιουργός του τραγουδιού, η πηγή
έμπνευσης ήταν ακριβώς αυτός ο χρόνος, αλλά και μια συγκεκριμένη δραστηριότητα
που τον γέμιζε: «… ήταν τέλη το1986 κι ήμουν φοιτητής στα ΤΕΙ της Λάρισας. Με
100 δρχ έπαιρνες ένα κρίγκερ μπύρα στην κεντρική πλατεία, ενώ ο καφές είχε
50δρχ στο κυλικείο της σχολής. Παρ’ όλα αυτά,
χρήματα και τότε δεν υπήρχαν και τι πιο όμορφο και συνετό
και οικονομικό, από το να πιάσεις μια τράπουλα και να παίξεις μια "ξερή".
Τα παιδιά στην Ν. Ελλάδα την παίζουν αλλιώς σαν "ΔΗΛΩΤΗ", αλλά για να βρούμε κοινό παιχνίδι μαθαίνουμε σχεδόν
όλοι οι συμφοιτητές ένα παιχνίδι που μοιάζει με πρέφα, μαζεύεις πόντους, παίζεται
με 4 σε 2 ομάδες σαν την "ξερή" είναι πολύ πιο συναρπαστικό, δεν παίζεται
με λεφτά, μπορεί να κρατήσει όσο χρόνο θες (ακόμα και 24ωρα εάν αντέχουν οι παίκτες),
θέλει στρατηγική (όπως το σκάκι) κι ονομάζεται "ΜΠΟΥΡΛΟΤΟ"!!!» .
Αν και η ατμόσφαιρα
που δίνει το λυρικό μέρος, θυμίζει περισσότερο ατμόσφαιρα καφενείου κάποιου
ορεινού χωριού, αλλά ήταν η βασική ασχολία στην φοιτητική ζωή του δημιουργού….
«Μ’ αυτά και με τα άλλα πέρασαν 4 χρόνια πάνω στην τσόχα, πήρα πτυχίο, μα η
ανάγκη για "μπουρλοτοπαίγνιο" βαστά ως τις μέρες μας, που ο καφές στο
κυλικείο έχει 345δρχ, ενώ το κρίγκερ το λιγότερο 1 χιλιάρικο! Κάποια στιγμή
ακούγοντας το " The Jack" των AC/DC,σκέφτηκα πως
ήταν καιρός να γράψω ένα τραγούδι για το
παιχνίδι των φοιτητικών μου χρόνων. Έτσι αβίαστα βγήκε το "Μπουρλότο"…
συνεχίζει ο δημιουργός. Σίγουρα ακούγοντας τους στίχους πολλοί λάτρεις του
χαρτοπαίγνιου αυτού θα αναγνωρίσουν και την αργκό που το συνοδεύει. Αλλά αυτοί
που δεν το γνωρίζουν, σίγουρα δε θα το έχουν σαν οδηγό, για να μάθουν το
παιχνίδι.
Η πρώτη προσπάθεια
όμως να αποτυπωθεί η λατρεία για το «μπουρλότο» σε στίχους τραγουδιού, ήταν στο
τραγούδι των Λουδίας, το «Μπαλάντα του μαθηματικού». Όπως αναφέρει ο Πάνος
Βιολιστής: «Από το ‘95 όταν βγήκε το τραγούδι "μαθηματικός" το ‘χα
αναφέρει σ’ έναν στίχο που ‘λεγε "τράπουλα δεν ήξερα ,τα ‘μαθα μια χαρά ,/
που όταν αποφοίτησα με ‘λεγαν παιχταρά!" στο "μπουρλότο"
αναφέρονταν». Και καταλήγει: «σημειωτέων πως στη σχολή τα τραπέζια στο κυλικείο
ήταν μεγάλα τετράγωνα και εκεί στηνόταν μυθικές παρτίδες από τις 8 το πρωί!. Δεκάδες
ώρες παρακολουθήσεων χάθηκαν, καθώς και εξεταστικές, λόγω μπουρλότου.».Σίγουρα όμως, είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τουλάχιστο δύο
τραγούδια, με το ομώνυμο του χαρτοπαίγνιου να είναι και ύμνος σε αυτό.
Η ηχογράφηση του
τραγουδιού έγινε στα πλαίσια της συλλογής Rock’n’roll Republic και κει μόνο
μπορεί να το βρει κανείς, στο στούντιο των Πράσσειν Άλογα. Η δημιουργία του
είναι εξ ολοκλήρου του Πάνου Βιολιστή, που είναι και στα φωνητικά και κιθάρες.
Στο μπάσο είναι ο Kάκκος Δημήτρης, μέλος των Λουδίας καιστα κρουστά ο Τάσος Οικονομίδης των Πράσσειν
Άλογα. Για τα backvocals ο συνθέτης ζήτησε
από τον Ellinatorνα συμμετάσχει σε αυτά, αλλά προστέθηκε και ο Θάνος Δημητρακούδης, η
πρώτη φωνή των Πράσσειν Άλογα,που απλά
… πέρασε για καφέ, αλλά δεν έμεινε «ανεκμετάλλευτος» από τον Πάνο Βιολιστή.
Ένα καλός τρόπος για να νικήσει
κανείς την νύχτα, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά είναι να την φωτίσει. Και
ένα πάρτι είναι ένα καλό μέσο, πάντα
όμως, με τους κατάλληλους καλεσμένους και κάποιον μοναδικό διοργανωτή. Σε
τέτοιες περιπτώσεις μια κούφια διασκέδαση, με την κυριολεκτική έννοια της
λέξης, γίνεται ψυχαγωγία, πειραματισμός και πάνω απ' όλα ανταλλαγή ιδεών. Ο
κόσμος αλλάζει όταν οι άνθρωποι ανταλλάσσουν ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα
και μέσα από κάποια πάρτι της δεκαετίας '60 γεννήθηκαν πολλά καλλιτεχνικά
ρεύματα, που έδωσαν την ώθηση και για πολλές κοινωνικές μεταρυθμίσεις. Άλλωστε
και αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι εκφράσεις του rock'n'roll πάντα
κατηγορούνται από κάθε βολεμμένο σκοτεινόμυαλο συντηριτικό κατεστημένο.
Στη δεκαετία του ’60, το πάρτι δεν
ήταν πάντα απλώς διασκέδαση. Σε κάποιες περιπτώσεις ήταν και κατά κάποιον τρόπο ένα εργαστήριο. Ήταν χώρος
όπου συναντιόντουσαν ζωγράφοι, μουσικοί, ποιητές, ηθοποιοί, κινηματογραφιστές,
drag performers, μοντέλα, περιθωριακοί, πλούσιοι, φτωχοί, ιδιοφυΐες και
καμένοι. Και όταν όλα αυτά ανακατεύονταν κάτω από φώτα, προβολές, δυνατή
μουσική και χημικές ή συναισθηματικές υπερβολές, δεν έβγαινε απλώς ένα βράδυ.
Έβγαινε εποχή.
Τα πάρτυ του Andy Warhol, του
οποίου την ιδιαίτρη προσωπικότητα ανακάλυψε ο δικός μας Αλέξανδρος Ιόλας, ήταν
σημείο αναφοράς και σίγουρα μια μαχαιριά στην καρδιά της υποκρισίας της εποχής.
Η παραγωγή στον πρώτο άλμπουμ τωνThe
Velvet Underground, τοThe Velvet
Underground & Nico του 1967, είχε το ίδιο πειραματικό χαρακτήρα και με ότι
έχει ασχοληθεί ο καλλιτέχνης.
Το άλμπουμ αυτό, με το περίφημο
εξώφυλλο της μπανάνας που σχεδίασε ο Warhol, δεν γνώρισε μεγάλη εμπορική
επιτυχία όταν κυκλοφόρησε. Αντίθετα, στην εποχή του πέρασε σχεδόν σαν παράξενο
σώμα μέσα στη μουσική αγορά. Το Billboard το είδε να φτάνει χαμηλά στα charts,
όμως η επιρροή του αποδείχθηκε τεράστια αργότερα. Γι’ αυτό και έχει μείνει η
περίφημη φράση που αποδίδεται στον Brian Eno, ότι μπορεί να πούλησε λίγα
αντίτυπα στην αρχή, αλλά «όλοι όσοι το αγόρασαν έφτιαξαν μπάντα». Και δεν
απέχει πολύ από την αλήθεια, γιατί μέσα σε αυτόν τον δίσκο υπάρχουν σπόροι για
το punk, το post-punk, το gothic rock, το noise, το alternative και σχεδόν όλη
την σκοτεινή πλευρά της σύγχρονης ανεξάρτητης μουσικής.
Φυσικά και η προσωπικότητα τουLou Reed, η βασική κινητήριος δύναμη της
μπάντας, μαζί την συνθετική του δυνότητα, δημιούργησε έναν συνδυασμό που θα
επηρρέαζε ακόμα και σήμερα πολλές εκφράσεις του rock'n'roll. Φυσικά, με την
προσθήκη σε τρία τραγούδια την μοναδικής Nico, μπορούσε να δημιουργήσει μόνο
συνθέσεις, που ο χρόνος απλά θα τις "γυάλιζε", ώστε να φαίνονται
ακόμα πιο λαμπερές στο πέρασμα του χρόνου.
Η Nico, κατά κόσμον Christa
Päffgen, δεν μπήκε ποτέ πραγματικά σαν κανονικό μέλος με την κλασική έννοια,
αλλά περισσότερο σαν φιγούρα που επέβαλε ο Warhol στο αισθητικό σύμπαν του
δίσκου. Και όμως, η παρουσία της στα “Femme Fatale”, “All Tomorrow’s Parties”
και “I’ll Be Your Mirror” είναι απόλυτα καθοριστική. Η ψυχρή, χαμηλή, σχεδόν
απόκοσμη φωνή της δεν τραγουδάει με τον συνηθισμένο rock τρόπο. Δεν «ερμηνεύει»
θεατρικά τον πόνο. Τον παγώνει. Και ακριβώς γι’ αυτό τον κάνει πιο έντονο.
Το "All Tomorrow's
Parties" είναι μια από αυτές, δημιουργία του ίδιου του Lou Reed και με τα
φωνητικά της Nico. Η έμπνευση για την δημιουργία του προήλθε από την συνεχόμενη
παρατήρηση του Warhol και της "κλίκας" του. Ουσιαστικά ο δημιουργός
του περιγράφει πρόσωπα που αποτελούσαν το περίφημοAndy Warhol's Factory. Όπως λέει ο ίδιο ο
δημιουργός του άκουγε ανθρώπους να μιλάνε για τα πιο άστοχα, εκπληκτικά,
χαρούμενα και λυπηρά πράγματα μαζί. Ήταν το πιο αγαπημένο τραγούδι του
παραγωγού της μπάντας.
Ο Lou Reed παρατηρούσε τους
ανθρώπους του Factory σχεδόν σαν συγγραφέας που κάθεται σε μια γωνία και
καταγράφει χαρακτήρες. Στο Factory δεν υπήρχαν μόνο πάρτι. Υπήρχαν ρόλοι,
μάσκες, βλέμματα, φιλοδοξίες, ματαιώσεις, λάμψη και φθορά. Το “All Tomorrow’s Parties”
δεν είναι λοιπόν ένα τραγούδι για το πόσο ωραία περνάει κάποιος σε ένα πάρτι.
Είναι σχεδόν το αντίθετο. Είναι ένα τραγούδι για το τι κοστούμι θα φορέσει ο
άνθρωπος για να αντέξει το επόμενο πάρτι, την επόμενη εμφάνιση, την επόμενη
ανάγκη να τον κοιτάξουν.
Οστίχος “And what
costume shall the poor girl wear / To all tomorrow’s parties?” είναιαπότουςπιοχαρακτηριστικούς. Η “poor girl” δεν είναι
απλώς μια κοπέλα που δεν ξέρει τι να βάλει. Είναι μια τραγική φιγούρα που
ψάχνει ποιο πρόσωπο θα φορέσει για να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο όπου η
εικόνα ήταν ταυτόχρονα ελευθερία και φυλακή. Το φόρεμα από δεύτερο χέρι, το
“hand-me-down dress”, γίνεται σύμβολο μιας ταυτότητας δανεικής, φτιαγμένης από
τα βλέμματα των άλλων. Πίσω από τη λάμψη των πάρτι του Warhol υπήρχαν άνθρωποι
εύθραυστοι, μόνοι, συχνά αυτοκαταστροφικοί, που έγιναν τέχνη αλλά πολλές φορές
κάηκαν μέσα στην ίδια τη διαδικασία.
Κατά την διάρκεια της ηχογράφησης
του έπρεπε να εμφανίζονται στοDom, μαι
πολωνική αίθουσα χωρού, την οποία νοίκιαζε μαζί οι Andy Warhol και Paul
Morrissey, αργότερα μάνατζερ της μπάντας. Κάθε μέλος πήρε 5 δολάρια για κάθε
εμφάνιση. Μαζί με την Nico, πουεμφανιζόταν σανExploding Plastic Inevitable, άλλη μια
δημιουργία του δαιμόνιου καλλιτέχνη.
Το Exploding Plastic Inevitable δεν
ήταν απλώς συναυλία. Ήταν πολυθέαμα. Οι Velvet Underground έπαιζαν, η Nico
εμφανιζόταν σαν παγωμένη ιέρεια της σκηνής, οι ταινίες του Warhol προβάλλονταν
πάνω στα σώματα και στους τοίχους, φώτα αναβόσβηναν, χορευτές κινούνταν μέσα
στον χώρο και το κοινό δεν ήξερε πάντα αν παρακολουθούσε μουσική, happening,
performance art ή κοινωνικό πείραμα. Στην πραγματικότητα ήταν όλα μαζί. Γι’
αυτό και το “All Tomorrow’s Parties” μοιάζει να κουβαλάει μέσα του όχι μόνο ένα
τραγούδι, αλλά ολόκληρο το σκηνικό από το οποίο γεννήθηκε.
Στη ηχογράφησή του πρώτη φορά
χρησιμοποιήθηκε προηχογραφημένο πιάνο, στο οποίο είχε ανάλογο κούρδισμα και η
κιθάρα του δημιουργού του.
Εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο
ενδιαφέροντα τεχνικά στοιχεία του κομματιού. Ο Exploding Plastic Inevitable που είχε έρθει από
τον χώρο της avant-garde και είχε επηρεαστεί από τον μινιμαλισμό και το drone
του La Monte Young, έδωσε στο τραγούδι αυτόν τον υπνωτικό, σχεδόν τελετουργικό
χαρακτήρα. Το πιάνο δεν ακούγεται σαν συνηθισμένο rock πιάνο. Λειτουργεί
περισσότερο σαν επαναλαμβανόμενο χτύπημα, σαν μηχανισμός που γυρίζει
ασταμάτητα.
Παράλληλα, ο Lou Reed χρησιμοποίησε
το περίφημο “ostrich tuning”, ένα κούρδισμα στο οποίο οι χορδές της κιθάρας
κουρδίζονται στην ίδια νότα ή γύρω από την ίδια τονική βάση, δημιουργώντας έναν
βαρύ, μονότονο, υπνωτικό ήχο. Το όνομα προερχόταν από το παλιότερο τραγούδι του
“The Ostrich”, που είχε γράψει πριν τους Velvet Underground, όταν δούλευε ως
συνθέτης για την Pickwick Records. Αυτό το κούρδισμα δίνει στο “All Tomorrow’s
Parties” την αίσθηση ότι δεν προχωράει απλώς από κουπλέ σε ρεφρέν, αλλά
κινείται κυκλικά, σαν τελετή που επαναλαμβάνεται.
Καθοριστικό ρόλο έχει και η Maureen
Tucker στα τύμπανα. Η Tucker δεν έπαιζε σαν κλασικός rock drummer. Συχνά
στεκόταν όρθια, χρησιμοποιούσε απλό set και απέφευγε τα περιττά γεμίσματα. Στο
συγκεκριμένο τραγούδι ο ρυθμός της μοιάζει με πομπή. Δεν σπρώχνει απλώς το
κομμάτι μπροστά, το καρφώνει στη γη. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με το νόημα του
τραγουδιού: όλα τα αυριανά πάρτι θα έρθουν, οι ίδιες μάσκες θα φορεθούν, το
ίδιο δράμα θα επαναληφθεί.
Το “All Tomorrow’s Parties” είχε
κυκλοφορήσει και ως single πριν από το άλμπουμ, το 1966, με b-side το “I’ll Be
Your Mirror”. Η single εκτέλεση ήταν μικρότερη από αυτή του δίσκου, ώστε να
μπορέσει να παιχτεί ευκολότερα στο ραδιόφωνο. Παρ’ όλα αυτά δεν έγινε επιτυχία.
Ήταν πολύ σκοτεινό, πολύ επαναληπτικό, πολύ παράξενο για τα ραδιοφωνικά
δεδομένα της εποχής. Το κοινό του 1966 ήταν ακόμη πιο έτοιμο να δεχτεί την pop
έκρηξη των Beatles ή την ψυχεδέλεια του San Francisco, όχι όμως απαραίτητα αυτό
το παγωμένο νεοϋορκέζικο μοιρολόι για τα παιδιά των πάρτι.
Και όμως, αυτή ακριβώς η
διαφορετικότητά του το έκανε αργότερα τόσο σημαντικό. Το τραγούδι μοιάζει να
προαναγγέλλει πράγματα που θα εμφανίζονταν χρόνια μετά: το post-punk, το gothic
rock, το art rock, το industrial, την dark wave και την alternative σκηνή. Την
ώρα που το 1967 πολλοί τραγουδούσαν για λουλούδια, αγάπη και ψυχεδελική
απελευθέρωση, οι Velvet Underground τραγουδούσαν για ναρκωτικά, μοναξιά,
σεξουαλικά περιθώρια, αστική αποξένωση και ανθρώπους που χάνονται μέσα στην
ίδια τους την εικόνα. Αν η Καλιφόρνια έδειχνε την ηλιόλουστη πλευρά της
επανάστασης, η Νέα Υόρκη των Velvet Underground έδειχνε το υπόγειο.
Το τραγούδι έδωσε όνομα σε ένα
μουσικό φεστιβάλ, στοCamber Sands, στο
East Sussex της Αγγλίας, σε μια νουβέλα του William Gibson και μια ταινία του
Yu Lik-wai.
Το φεστιβάλ All Tomorrow’s Parties
ξεκίνησε το 1999 και δεν ήταν ένα συνηθισμένο φεστιβάλ. Η φιλοσοφία του ήταν
ότι κάθε φορά ένας καλλιτέχνης ή ένα συγκρότημα αναλάμβανε την επιμέλεια του
προγράμματος, διαλέγοντας τους καλεσμένους του. Δηλαδή, λειτουργούσε σχεδόν σαν
ιδανική συνέχεια της λογικής του Factory: καλλιτέχνες που καλούν άλλους
καλλιτέχνες, κοινότητες που χτίζονται γύρω από συγγένειες και όχι απλώς γύρω
από εμπορικά ονόματα. Κατά καιρούς με το ATP συνδέθηκαν ονόματα όπως οι Mogwai,
οι Sonic Youth, οι Shellac, ο Nick Cave, οι My Bloody Valentine και πολλοί
άλλοι. Ήταν ένα φεστιβάλ που κουβαλούσε έντονα το πνεύμα των Velvet
Underground: ανεξαρτησία, πειραματισμό, θόρυβο, σκοτάδι και καμία ανάγκη να
γίνει αρεστό σε όλους.
Η νουβέλα του William Gibson, “All
Tomorrow’s Parties”, κυκλοφόρησε το 1999 και αποτελεί μέρος της λεγόμενης
Bridge Trilogy, ενώ η ταινία του Yu Lik-wai κυκλοφόρησε το 2003, δανειζόμενη
και αυτή τον τίτλο από το τραγούδι. Αυτό δείχνει πόσο δυνατή αποδείχθηκε η
φράση του Lou Reed. Δεν έμεινε απλώς τίτλος τραγουδιού. Έγινε εικόνα, έγινε
ατμόσφαιρα, έγινε τρόπος να μιλήσεις για ένα μέλλον που υπόσχεται γιορτή αλλά
κρύβει μοναξιά.
Το “All Tomorrow’s Parties”
διασκευάστηκε επίσης από αρκετούς καλλιτέχνες, κυρίως από χώρους που
συγγενεύουν με το σκοτεινό, το art rock και το εναλλακτικό. Οι Japan το έφεραν
στη δική τους new wave αισθητική, ο Bryan Ferry το προσέγγισε με τον κομψό, παρακμιακό
του τρόπο, ενώ η ίδια η Nico το κράτησε ζωντανό και στις προσωπικές της
εμφανίσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το τραγούδι βρήκε δεύτερη ζωή σε σκηνές που
αγάπησαν το σκοτάδι, τη θεατρικότητα και την απόσταση.
Ο τίτλος του παραμένει ειρωνικός
και προφητικός μαζί. “All Tomorrow’s Parties”. Όλα τα αυριανά πάρτι. Από τη μία
ακούγεται σαν υπόσχεση. Αύριο θα ξαναβγούμε, αύριο θα λάμψουμε, αύριο θα μας
δουν, αύριο κάτι μπορεί να αλλάξει. Από την άλλη, μέσα στη φωνή της Nico και
στο επαναληπτικό παίξιμο της μπάντας, το αύριο μοιάζει να είναι απλώς η
επανάληψη του ίδιου κενού. Άλλο φόρεμα, ίδιος πόνος. Άλλο πάρτι, ίδια μοναξιά.
Άλλο προσωπείο, ίδιο πρόσωπο από κάτω.
Και ίσως γι’ αυτό το τραγούδι
αντέχει τόσο. Γιατί δεν μιλάει μόνο για το Factory, ούτε μόνο για τη Νέα Υόρκη
του Warhol. Μιλάει για κάθε σκηνή, κάθε παρέα, κάθε εποχή όπου οι άνθρωποι
ντύνονται, εμφανίζονται, ποζάρουν, προσπαθούν να υπάρξουν μέσα από τα μάτια των
άλλων και μετά επιστρέφουν μόνοι τους στο σκοτάδι. Το πάρτι τελειώνει. Αλλά το
επόμενο έχει ήδη ανακοινωθεί.
Ένας metalhead έχει μια
ιδιαίτερη σχέση με ταT-Shirt
του, κάτι που μπορεί να παρομοιασθεί μόνο με μια έφηβη και το αγαπημένο της
ρούχο. Ο καθένας φοράει το μπλουζάκι του αναλόγως με την περίσταση, ανάλογα με
τη διάθεση και δεν είναι λίγες οι φορές που δίνει στη μπλούζα του μεταφυσικές
ιδιότητες, όπως γούρι ή ως κάποιο εργαλείο που δίνει έξτρα δύναμη. Κανένας
μεταλλάς που σέβεται τον εαυτό του δεν πετάει τα μπλουζάκια του, έχει μ αυτά
μια σχέση συναισθηματική, για να μην πούμε κάτι πολύ περισσότερο. Αν και οι
περισσότεροι μεταλλάδες δεν δίνουν και μεγάλη σημασία στην ενδυμασία τους, όσο
αφορά το μπλουζάκι του υπάρχει μια μεγάλη διαφοροποίηση. Το κάθε μπλουζάκι
περιβάλλεται με αγάπη, μνήμη και το συναίσθημα με το οποίο συνοδεύεται αυτό.
Εθνογραφικές
Μαρτυρίες: Το T-Shirt ως Μνήμη και Τελετουργία
Πέρα από τις
ακαδημαϊκές αναλύσεις, η πραγματική σημασία του metal T-shirt φαίνεται μέσα από
τις μαρτυρίες τον των ίδιων τωνοπαδών,
κυρίως σεεθνογραφικά
threads στο Reddit και σε άλλες online κοινότητες, δεκάδες metalheads
περιγράφουν τη σχέση τους με τα μπλουζάκια τους με τέτοιο τρόπο γίνεται φανερή
η βάρδια στην ασθματική σχεδόν τελετουργική σύνδεση με το ρούχο αυτό. ΤοT-shirts δεν αποτελεί ένα απλό
ρούχο, είναι συλλεκτικό αντικείμενο, ένα άλμπουμ αναμνήσεων, ένα τελετουργικό
σύμβολο το οποίο καταφέρνει να συγκρατήσει τις προσωπικές ιστορίες αλλά και τις
συλλογικές εμπειρίες.
Η αγορά ενός
metal T-shirt σε σε μια συναυλία ή ακόμα σε κάποιο φεστιβάλ από μόνη της είναι
μια τελετουργία. Η υπομονετική αναμονή στην ουρά του merchandise stand, η
επιλογή της μπλούζας, συνήθως κατά τη διάρκεια που περιμένει στην ουρά, έτσι
ώστε να είναι έτοιμος μόλις έρθει η σειρά του και προφανώς ένα σημαντικό ποσό
που θα πληρώσει για αυτό. Δεν υπάρχει οπαδός του μέταλ που φεύγοντας από ένα
τέτοιο σταντ και κρατώντας την μπλούζα να μην χαμογελάει λες και είναι ο πρώτος
είναι που ανακάλυψε την Αμερική. Δεν κρατάει στα χέρια του ένα απλό ρούχο, αλλά
την απόδειξη που ήταν εκεί, μια υλική μαρτυρία για τη συμμετοχή του στην
τελετουργία που έχει μια συναυλία. Το επίκεντρο μιας τέτοιας μπλούζας είναι η
φράση «ήμουν και εγώ εκεί» ή όπως πολλές φορές αναφέρεται στους κύκλους των
οπαδών της μέταλ «τους έχω δει και μπλούζα». Και σίγουρα σε μια εποχή που η
μουσική περισσότερο είναι άυλη, το T-shirt παραμένει το μόνο χειροπιαστό, υλικό
αποτύπωμα της εμπειρίας.
Δεν είναι
λίγες οι μαρτυρίες των οπαδών που αποκαλύπτουν τη σχέση που έχουνμε τα T-shirts και η σχέση αυτή
δεν περιέχει καθόλου λογική. Οι περισσότεροι κρατάνε τα μπλουζάκια τους για
δεκαετίες, ακόμα και αν έχει φθαρεί, ξεθωριάσει, αποκτήσει κάποιες τρύπες από
τσιγάρα ή από άλλους λόγους, αλλά ακόμα και αν σκιστεί. Η φθορά μιας μπλούζας
δεν είναι λόγος για να τη πετάξεις, αλλά αντίθετα είναι μια απόδειξη της
αυθεντικότητας της. Ένα "vintage" T-shirt από μια περιοδεία του 1988,
το οποίο έχει περάσει από εκατοντάδες πλυσίματα πιθανόν και δεκάδες συναυλίες,
έχει τέτοια αξία που είναι αδύνατο να αντικατασταθεί από ένα καινούριοreprint. Η φθορά είναι μέρος της
ιστορίας.
Δεν είναι
λίγοιfans που
περιγράφουν τα T-shirts τους ως «χρονοκάψουλες», δηλαδή αντικείμενα που έχουν
τη δυνατότητα να τους μεταφέρουν πίσω σε συγκεκριμένες στιγμές στη ζωή τους.
Κάθε φορά που ένας οπαδός κρατάει ένα μπλουζάκι ή το φοράει, θυμάται κάποιο
καλοκαίρι ολόκληρο, την ίδια συναυλία με τους φίλους του, ίσως ακόμα και πολύ
προσωπικές στιγμές που έχουν σχέση περισσότερο με το βγάλσιμο της μπλούζας.Τα T-shirts λειτουργούν ως
triggers μνήμης, κάτι σαν πύλες οι οποίες μπορούν να ανοίξουν στο παρελθόν,
στιγμές του παρελθόντος, οι οποίες θα μπορούσαν να ξεθωριάσουν σε διαφορετική
περίπτωση.
Η τελετουργία
που έχει ένα μπλουζάκι προεκτείνεται και στον τρόπο και τόπο φοράει κάποιοςτα T-shirts. Δεν είναι λίγοι οι
φανς, ασχέτως αν οι λίγοι το παραδέχονται, που έχουν συγκεκριμένα μπλουζάκια
για συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως για παράδειγμα ένα τυχερόT-shirt για συναυλίες, ένα
αγαπημένο για φεστιβάλ και ίσως κάποιο διαφορετικό για πιο ειδικές περιστάσεις.
Κάποιοι άγραφοι κανόνες υπάρχουν και μέσα στην κοινότητα των metalheads, όπως για
παράδειγμα μην πας με την μπλούζα της μπάντας που θα πας να δεις, από κάποιους
θεωρείται κλισέ, παρόλο που ο συγγραφέας πάντα αυτό κάνει. Αλλά επίσης πρέπει
να φορέσει κάποιος κάτι το οποίο έχει να κάνει με το εύρος του μουσικού του
γούστου, δηλαδή πηγαίνοντας σε μια συναυλία μιας progressive μπάντας, να μη φοράς μια μπλούζα
των Mötley Crüe. Και ίσως να υπάρχει ακόμα και ένα πλήθος άλλων κανόνων, που
δείχνει πόσο σοβαρά παίρνει μια κοινότητα το θέμα του T-shirt.
Παρ όλα αυτά,
κάποιες μαρτυρίες είναι ακόμα πιο συγκινητικές οι οποίες αναφέρουν πώς θα έχουν
κληρονομήσει κάποια μπλουζάκια τους θα έχουν χαρίσει. Παιδιά που φοράνε τις
μπλούζες των γονιών τους πλέον είναι κάτι συνηθισμένο ή στις σπάνιες
περιπτώσεις, κάποιος φίλος θα χαρίσει μια μπλούζα ίσως ακόμα και να ανταλλάξεις
με κάποιον άλλον. Ακόμα και κάποιοι που κρατάνε τις μπλούζες κάποιων άλλων
φίλων τους που πλέον δεν είναι κοντά. Βλέποντας όλα αυτά, μπορούμε να δούμε την
ιερότητα που περιβάλλει ένα T-shirt, ως κειμήλιο, ως φορέας μνήμης αλλά και
συναισθήματος που ξεπερνά κατά πολύ την υλική του αξία.
Το T-Shirt ως
Πρόκληση και Αντίσταση
Το metal T-shirt δεν
αποτελεί μόνο ένα σύμβολο που ορίζει την ταυτότητα ούτε μόνο φορέας μνήμης,
πολλές φορές είναι και ένα εργαλείο για μια κοινωνική αφύπνιση ακόμα και
πρόκληση σε αντίσταση. Σε αντίσταση σε στερεότυπα, σε καταπιεστικές
συμπεριφορές γενικά απέναντι σε κάτι καταπιεστικό.Τα artworks πολλές φορές που διακοσμούν τα μπλουζάκια
περιλαμβάνον μερικά σύμβολα που δεν είναι κοινωνικά αποδεκτά, όπως κάποιος
μορφής διαβολάκος, κάποιοι ανθρώπινοι σκελετοί, δαίμονες και δαιμόνια, μπόλικο
αίμα ενίοτε συνοδευόμενο από εικόνες βίας και πάντα μπόλικα σατανιστικά και αν
δεν τα σκέφτηκα μηνύματα. Οι εικόνες αυτές δεν είναι καθόλου τυχαίες και
αποτελούν μια σκόπιμη πρόκληση απέναντι στην κάθε κυρίαρχη κουλτούρα και είναι
μια οπτική κραυγή η οποία δηλώνει ξεκάθαρα … δεν ανήκω εκεί που θέλετε να με
βάλετε.
Όπως σημειώνει
η μελέτη του Berg, το metal T-shirt έχει ως βασικό ρόλο «την πρόκληση απέναντι
στη γενική κοινωνική δομή». Ουσιαστικά, η φράση αυτή σημαίνει πώς το να φοράς
ένα τέτοιο μπλουζάκι σε έναν δημόσιο χώρο είναι από μόνο του μια πράξη
αντίστασης και άρνηση η συμμορφωθείς με τους κανόνες και τους κώδικες μιας
στερεοτυπικής εμφάνισης. Δεν είναι λίγες οι χώρες, που κατά περιόδους αλλά και
ακόμα και στη σημερινή εποχή τα metal T-shirts έχουν απαγορευτεί στα σχολεία,
σε χώρους εργασίας, αλλά επίσης και σε δημόσιους χώρους. Ακόμα και στην Ελλάδα
στη δεκαετία του 70, όσοι φορούσαν τις μπλούζες ήταν δακτυλοδεικτούμενοι και
προφανώς ο κάθε αδαής σχημάτιζε πολλές ιστορίες γύρω από το άτομο που φορούσε
το μπλουζάκι. Οι απαγορεύσεις αυτές δείχνουν τη δύναμη που αναγνωρίζει και
πολλές φορές φοβίζει η κοινωνία σε ένα τόσο ασήμαντο κομμάτι υφάσματος.
Η προκλητική
διάσταση του metal T-shirt έχει τις ρίζες της στην ίδια τη φιλοσοφία της metal
μουσικής. Από την δημιουργία του είδους αυτού, ο στόχος ήταν να σοκάρει, να
τρομάξει τον αδαή, να ταράξει και να αμφισβητήσει.Οι Black Sabbath τραγουδούσαν για τον διάβολο, οι Slayer
για τον Άγγελο του Θανατου, όπως αλλιώς ήταν γνωστός ο Μέγκελε, οι Cannibal
Corpse για φρικιαστικές σκηνές βίας. Οι μπλούζες των συγκροτημάτων αυτών έφεραν
αυτές τις εικόνες στο δρόμο, στο σχολείο, σε χώρους εργασίας και γενικά σε
χώρους όπου η κανονικότητα πρόσθεσε τη σιωπή και συμμόρφωση.
Προφανώς, η
πρόκληση τέτοιου είδους είχε συνέπειες. Πολλοί οπαδοί μπορούν να διηγηθούν
ιστορίες οι οποίες αναφέρονται στα προβλήματα που έχουμε αντιμετωπίσει εξαιτίας
κάποιες μπλούζες που φορούσαν. Από αποβολές στα σχολεία, ακόμα και συγκρούσεις
με την ίδια την αστυνομία και έφταναν ως και σωματικές επιθέσεις από ανθρώπους
περιορίζονταν στις συμβατικές συμπεριφορές. Σε κάποιες χώρες,συγκεκριμένα T-shirts, ειδικά
αυτά που έχουμε αντιθρησκευτικό περιεχόμενο πιθανόν να οδηγούσαν σε σύλληψη,
αλλά αυτό δεν απέτρεπε έναν πραγματικό metalhead να συνεχίζει να το φοράει,
καθώς η πρόκληση είναι και αυτό ένα μέρος της ίδιας της ταυτότητάς του κι
αρνείσαι συμμόρφωση καταπιεστικών συμπεριφορών είναι θεμελιώδης αρχή της μέταλ
υποκουλτούρας.
Παρ όλα αυτά,
η πρόκληση το να φοράς ένα metal T-shirt δεν έχει πάντα αρνητικό αντίκτυπο ή
μπορεί να είναι καταστροφική. Στη σημερινή εποχή και κυρίως στον δυτικό κόσμο
πλέον είναι μια πρόκληση που ανοίγει τον διάλογο αναγκάζοντας παράλληλα τους
ανθρώπους να σκεφτούν, να αμφισβητήσουν τις προκαταλήψεις τους. Ένα μπλουζάκι
το οποίο απεικονίζει ένα δαίμονα πιθανόν να προκαλέσει μια συζήτηση για τη
θρησκεία, τη λογοκρισία καθώς και την ελευθερία της έκφρασης, αναγκάζοντας
ακόμα και τον κάτοχο του να μελετήσει αρκετά θέματα. Όπως ακόμα και ένα
μπλουζάκι με ένα ξεκάθαρο αντιπολεμικό μήνυμα μπορεί να φέρει στην επιφάνεια
θέματα που κυρίαρχη κουλτούρα αρέσκεται στο να τα αγνοεί.
Για αντίσταση
που εκφράζει ένα μπλουζάκι μιας μπάντας επίσης είναι και αισθητική, σε έναν
κόσμο ο οποίος προωθεί την ομοιομορφία καθώς και την καθαρή εμφάνιση,το metal T-shirt ξεκαθαρίζει πως
υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να υπάρχεις. Είναι χαρακτηριστικό ένα meme που κυκλοφορεί στο
διαδίκτυο και δείχνει έναν τύπο με μπλούζα των Ghost ανάμεσα σε
καλοντυμένους και με τυπική εμφάνιση, με σχόλια από πάνω «ποιος ξέρει πως
σημαντική είναι η δουλειά του τύπου αυτού». Η σκοτεινή αισθητική μαζί με τα
βαριά σύμβολα και η βρώμικη εμφάνιση είναι μια απάντηση σε μια κουλτούρα που
θέλει όλους ίδιους, ελεγχόμενους και εξωτερικά καθαρούς και ένα metal T-shirt
ξεκαθαρίζει πως δεν θα γίνει αυτό που θέλετε να γίνει ο ιδιοκτήτης της μπλούζας.
Καταλήγοντας,
η αντίσταση που δημιουργεί ένα metal T-shirt έχει και μια οικονομική διάσταση.
Σε μια εποχή που οι μεγάλες εταιρείες έχουν τον έλεγχο όλης της μουσικής
βιομηχανίας, η αγορά μιας μπλούζας κατευθείαν από την μπάντα, ειδικά από underground
μπάντες είναι μια πράξη στήριξης, μαζί με την άρνηση να περάσεις από τους
ενδιάμεσους που ελέγχουν τη μουσική. Και είναι όντως αλήθεια πως αρκετές μικρές
και ανεξάρτητες μπάντες επιβιώνουν χάρη στις πωλήσεις merchandise, το T-shirt
να γίνεται ένα εργαλείο οικονομικής αντίστασης απέναντι σε ένα ολοκληρωτικό
οικονομικό σύστημα.
Συνοψίζοντας
και τα τρία άρθρα, μπορούμε να πούμε πως απλά ένα κομμάτι υφάσματος με ένα τύπωμα
ή μια στάμπα αποδεικνύεται ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα της σύγχρονης
υποκουλτούρας, αλλά επίσης και κουλτούρας. Είναι ταυτόχρονα ένα υλικό πολιτισμό
καθώς και μέσο επικοινωνίας, ενός φορές αφήγησης αλλά και τελετουργικό
αντικείμενο, μέσω μνήμης και ταυτόχρονα όπλο αντίστασης απέναντι στην
ομοιομορφία. Μέσα από το T-shirt, ο metalhead έχει τη δυνατότητα να δείξει
ποιος είναι, που ανήκει, καθώς και τι πιστεύει και ταυτόχρονα αρνείται να
ομοιόμορφοποιηθεί και να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις μιας κοινωνίας που όλους
τους θέλει ελεγχόμενα ίδιους.
Σε μια εποχή
όπου η μουσική έχει χάσει την υλική της υπόσταση και τα πάντα ρέουν σε streams
και downloads, το metal T-shirt παραμένει ένα χειροπιαστό αντικείμενο με υλική
υπόσταση και καθ όλα πραγματικό. Είναι κάτι το οποίο μπορείς να αγγίξεις, να το
φορέσεις κοίτα να το κρατήσεις για πάντα. Είναι μια ακόμα απόδειξη πως μουσική
δεν είναι μόνο ήχος, αλλά είναι μια εμπειρία, είναι η ένταξη σε μια κοινότητα
που παράλληλα καταφέρνει να σου δίνει και την προσωπική ταυτότητα. Και όσο
υπάρχουν μεταλλάδες οι οποίοι περήφανα θα φοράνε τα μπλουζάκια τους, η
κουλτούρα αυτή θα συνεχίζει να ζει και να προκαλεί, ταυτόχρονα και με
αντιστέκεται.
Η φράση «μια
εικόνα αξίζει όσο 1000 λέξεις» έχει πλήρης εφαρμογή στην περίπτωση του T-Shirt.
Σίγουρα ρωτώντας κάποιον κάτοχο μιας τέτοιας μπλούζας, θα καταφέρει να διηγηθεί
άπειρες ιστορίες, ίσως και με λίγη σάλτσα και λίγη υπερβολή, αλλά πάντα πάνω σε
δω να αλλάξουμε που στηρίζεται στα γεγονότα και στην περιπέτεια που βίωσε για
να αποκτήσετε την μπλούζα. Σ όλα αυτά συμπληρώνονται ένα σωρό συναισθήματα και
εντυπώσεις από τη ζωντανή εμφάνιση της μπάντας της οποίας φορά την μπλούζα,
αλλά ακόμα και πολλές λεπτομέρειες, ασήμαντες ναι μεν χρήσιμες στην αφήγηση δε.
Μια μπλούζα δεν αποτελεί ένα ρούχο, αλλά μια αφήγηση πάντα δοσμένη με τα μάτια
του κατόχου της.
Transmedia Storytelling: Το T-Shirt ωςΑφήγηση
Η έννοια του transmedia storytelling, όπως την
ανέπτυξε ο θεωρητικός Henry Jenkins Εξετάζει τον
τρόπο με τον οποίο μια αφήγηση μπορεί να εξαπλωθεί σε πολλές πλατφόρμες και μέσα,
προσθέτοντας μια ξεχωριστή συμβολή στο σύνολο με κάθε νέο κείμενο.Η μελέτη του Nenad Pavel στο
Academia.edu κατάφερε να εφαρμόσει αυτή την έννοια και στο αντικείμενο στο
οποίο αναφερόμαστε στο κείμενο αυτό, δηλαδή στο metal T-shirt, αποδεικνύοντας
πως το μπλουζάκι καταφέρνει να λειτουργεί ως ένας φορέας μιας ιδιαίτερες
αφηγήσεις η οποία επεκτείνει την ιστορία της μπάντας, ακόμα και πέρα από τη
μουσική και τους στίχους της, μεταφέροντας την μες την οντότητα του ακροατή και
προφανώς και του κατόχου της μπλούζας.
Άλλωστε,
έχουμε αναφέρει πολλές φορές πως μια metal δεν
αποτελεί απλά ένα μουσικό σχήμα, αλλά ένα ολόκληρο σύμπαν το οποίο πάντα
συνοδεύεται από μια αφήγηση. Οι βασικοί άξονες του σύμπαντος αυτού είναι η
μουσική, οι στίχοι, τα artworks των άλμπουμ, τα music videos, οι ζωντανές
εμφανίσεις του συγκροτήματος, οι συνεντεύξεις των μελών του, οι μύθοι και οι
φήμες γύρω από το συγκρότημα κατ αυτό αλλά και τα μέλη τους ξεχωριστά, ακόμα
και η ερωτική του ζωή.Το
T-shirt είναι ένα ακόμα κομμάτι αυτού του puzzle, το μέσο που είναι ικανό να
μεταφέρει αυτή την αφήγηση σε ένα και μοναδικό πλαίσιο, τις πλάτες ενός φαν.
Όταν κάποιος
φορά ένα T-shirt με το εξώφυλλο κάποιο αγαπημένο του άλμπουμ, όπως για
παράδειγμα των Iron Maiden με τον Eddie να κρατά μια σημαία σε ένα πεδίο μάχης,
αυτό δεν αποτελεί απλά μια εικόνα πάνω σε μια μπλούζα, αλλά μια ολόκληρη
ιστορία ή ακόμα την ίδια την ιστορία. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι μια
ξεκάθαρη αναφορά στο ποίημα του του Tennyson για τη Μάχη της Μπαλακλάβα, κάτι
που ουσιαστικά χωράει ακόμα και τον καλπασμό των αλόγων που ανοίγουν το
τραγούδι The Trooper και συνεχίζει η αφήγηση με τον ίδιο τον τραγουδιστή της
μπάντας, τον Bruce Dickinson να τρέχει στη σκηνή κυματίζοντας την Union Jack.
Ακόμα και οι δικoί μας NEED με το
μπλουζάκι που απεικονίζει μια φάλαινα όρκα, ουσιαστικά διηγείται την ιστορία
του Tilikum στο οποίο αναφέρεται το ομώνυμο τραγούδι. Έτσι το ταπεινό
μπλουζάκι με μια στάμπα σε πυκνώνει όλα αυτά σε μια εικόνα και αυτός που την
φορά δείχνει την ιστορία σε αυτούς που είναι μιλημένοι και μπορούν να
αναγνωρίσουν και να αποκωδικοποιήσουν αυτήν.
Η μελέτη του
Pavel υπογραμμίζει ότι το metal T-shirt δημιουργεί μια "φορέσιμη
ταυτότητα" (wearable identity). Όπου το σώμα του φαν γίνεται ένας καμβάς,
ακόμα και μια κινητή διαφήμιση αλλά σε μια ζωντανή αφήγηση για τον καθένα που
βλέπει την μπλούζα. Η κάθε μια αφηγείται μια ιστορία, που δεν αφορά μόνο την
ιστορία της μπάντας της οποίας στάμπα φοράει, αλλά και την ιστορία αυτουνού που
την φοράει, που την αγόρασε, σε ποια συναυλία ήταν και ποιοι τον συνόδευαν,
καθώς τι σήμαινε γι αυτόν εκείνη τη στιγμή.
Η διπλή αυτή
αφήγηση, δηλαδή η αφήγηση της μπάντας αλλά και προσωπική του οπαδού της, είναι
αυτή που κάνει το metal T-shirt τόσο δυνατό σύμβολο. Αυτό το κομμάτι ύφασμα δεν
αποτελεί απλά ένα αντικείμενο που αγοράζεται για να φοριέται, αλλά είναι μια
σημαία η οποία γράφετε αλλά και διαβάζετε διαρκώς προσθέτοντας κάθε φορά νέα
επίπεδα νοήματος κάθε φορά που θα φορεθεί από τον ιδιοκτήτη της.
Η έννοια του transmedia storytelling στο metal T-shirt γίνεται ακόμα
πιο σύνθετη εάν λάβουμε υπόψη και τις πολλαπλές εκδόσεις μιας μπλούζας. Δεν
είναι λίγες φορές που μια μπάντα κυκλοφορεί δεκάδες διαφορετικά T-shirts για το
ίδιο άλμπουμ, το καθένα με διαφορετικό artwork, διαφορετικό design, διαφορετικό
μήνυμα. Κι έναν συλλέκτη για ακόμα έναν οπαδό τους σύμπαντας οι συγκεκριμένες
αυτές εκδόσεις είναι αντικείμενο αναζήτησης και προφανώς πόθος για να αποκτηθεί
μια τέτοια μπλούζα. Κάθε ένα από αυτά είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην αφήγηση
είτε της μπάντας είτε της κοινότητας που την περιβάλλει.
Παράλληλα, το
T-shirt Μπορεί να λειτουργήσει ως ένα μέσο για την επέκταση της αφήγησης σαν να
έχω κοινό. Ένας νέος φα ή όποιος δεν έχει ζήσει την εποχή που κυκλοφορούσε
κάποιο κλασικό άλμπουμ, φορώντας το αντίστοιχοT-shirt, έχει τη δυνατότητα να
συνδεθεί με αυτήν την εποχή κληρονομώντας ταυτόχρονα μια ιστορία την οποία δεν
έζησε, να γίνει μέρος μιας συνέχειας η οποία εκτείνεται μπορεί και κάποιες
δεκαετίες πίσω.
Έτσι, ρωτώντας
έναν metalhead για
την μπλούζα που φοράει, πρέπει ο καθένας να δεχτεί ότι θα ακούσει μια, πιθανόν
μεγάλη, η ιστορία γύρω από αυτήν. Το αν αυτή η ιστορία ανταποκρίνεται στην
πραγματικότητα ή όχι έχει ελάχιστες σημασία για αυτόν που τη φοράει, αλλά και
αυτό που θέλει να ακούσει. Πολλές φορές μπαίνουν με αρκετές σάλτσες στην
αφήγηση γύρω από το θέμα της μπλούζας ή από τα γεγονότα που τις συνοδεύουν,
άλλες φορές όμως είναι τόσο πραγματικές μου φαίνονται εξωπραγματικές. Ένας
οπαδός μιας μέταλ μπάντας είναι έτοιμος να κάνει πολλά πράγματα είτε για να
αποκτήσει ένα ενθύμιο είτε για να χτίσει ο ίδιος μια ιστορία γύρω από την
αγαπημένη του μπάντα. Ένα μπλουζάκι αποτελεί απλά ένα εξώφυλλο μιας μεγάλης
ιστορίας, είτε αυτή είναι εσωτερική είτε εξωτερική είτε πραγματική είτε λίγο
φανταστική, αλλά όπως σε ένα βιβλίο ελάχιστη σημασία υπάρχει αν η αφήγηση είναι
μυθοπλασία η αναφορά στα πραγματικά γεγονότα. Η ουσία είναι να είναι καλά η
επόμενη ιστορία.
Σύνδεση ενός
οπαδού με ένα από τα πολλά του μπλουζάκια είναι ιδιαίτερη και αντικατοπτρίζει
και την ίδια τη διάθεσή του όταν το φοράει. Είναι μια συναισθηματική σχέση που
έχει να κάνει με τη μνήμη του γύρω από τα γεγονότα τα οποία τα έχει συνδέσει με
το ρούχο αυτό.
Η metal μουσική, δεν αποτελεί απλά μια επιλογή
συγκεκριμένου ήχου, αλλά μια δήλωση ταυτότητας, προσχώρηση σε μια κοινότητα και
γενικά αποτελεί ένα κοινωνικό φαινόμενο. Όποιος ξεκινάει να ασχολείται με αυτή
τη μουσική, δεν πατάει απλά ένα κουμπί και ακούει τη μουσική, υιοθετεί
συγκεκριμένη συμπεριφορά, ακολουθεί κάποιους κανόνες οι οποίοι δεν είναι
γραμμένοι πουθενά, αλλά πάνω από όλα ξεχωρίζει από την μάζα και γίνεται
αυτόματα μέλος μιας κοινότητας. Και αυτό δηλώνεται με πολύ απλό τρόπο, είτε με
μακριά μαλλιά και κάποιο συγκεκριμένο ντύσιμο είτε με απλό μπλουζάκι, συνήθως
μαύρο T-shirt.
Το T-shirt στη
metal κουλτούρα δεν αποτελεί απλά ένα ένδυμα, ένα διακοσμητικό ρούχο που
καλύπτει το σώμα, αλλά είναι μια δήλωση, ένα απόσπασμα μιας τελετουργίας, ένας
φορέας που δηλώνει την ταυτότητα, καθώς ξεπερνά κατά πολύ την απλή λειτουργική
του διάσταση. Από τις πρώτες εμφανίσεις των πρώτων metal
συγκροτημάτων, όπως ήταν οι Black Sabbath στα τέλη της δεκαετίας του '60 μέχρι
και τα σύγχρονα μεγάλα φεστιβάλ, στα οποία συγκεντρώνονται χιλιάδες οπαδοί
φορώντας τα αγαπημένα τους μπλουζάκια, δηλαδή το logo της αγαπημένης τους μπάντας, έχει γίνει ένα πολύ ισχυρό
κοινωνικό σήμα, το οποίο μπορεί να αποκαλύψει ποιος είσαι, τι πιστεύεις και που
ανήκεις.
Η ιστορία του
metal T-shirt ξεκινάει μαζί με τη γέννηση του ίδιου του είδους. Από τις αρχές
της δεκαετίας του ‘70, τα πρώτα συγκροτήματα πουλούσαν merchandise στις
συναυλίες τους, ουσιαστικά η ανακαλύψουν τα έξοδα που είχαν τα πρώτα τους live και οι πρώτες
τους περιοδείες. Όμως πολύ γρήγορα, αυτά τα ταπεινά μπλουζάκια με το σήμα της
μπάντας ή το λόγκο, μετατράπηκαν σε κάτι πολύ περισσότερο, έγιναν σύμβολα
αναγνώρισης, ότι δεν ακολουθούν την πεπατημένη, έγιναν πύλες εισόδου στις
πρώτες metal
κοινότητες, αλλά επίσης και αποδείξεις για την πίστη και την αφοσίωση στην
μπάντα ή στο είδος.Το να
φοράς ένα T-shirt των Iron Maiden ή των Slayer δεν σήμαινε απλά ότι σου αρέσει
η μουσική τους, συμβολίζει ότι ανήκεις κάπου και μοιράζεσαι μια κοσμοθεωρία με
άλλους ανθρώπους που το ίδιο σύμβολο ή ιδιο μπλουζάκι.
Στο σημείο
αυτό metal
μουσική διαχωρίζεται από τα άλλα είδη, όπου το merchandise λειτουργεί κυρίως ως
ένα αναμνηστικό ή ως διαφημιστικό εργαλείο, σε αντίθεση πώς την κοινότητα της metal έχει μια
σχεδόν ιερή διάσταση. Οι μεταλλάδες δεν φοράνε απλά το μπλουζάκι τους, το
επιλέγουν προσεκτικά, το φροντίζουν και το κρατάνε για δεκαετίες και οι πιο
μεγάλοι κληρονόμων ακόμα και στα παιδιά τους. Ένα ξεθωριασμένο, φθαρμένο
T-shirt, από μια συναυλία κάποιες περασμένης δεκαετίας δεν αποτελεί ένα ρούχο
που πρέπει να πεταχτεί, αλλά αποτελεί ένα κειμήλιο μια απόδειξη του «ήμουν κι
εγώ εκεί» ή «έχω πάει», ουσιαστικά μια απόδειξη της εμπειρίας του έμειναν
ανεξάρτητοι μέσα στο χρόνο στη ζωή του κατόχου.
Η σημασία του
metal T-shirt εκτείνεται και στην οπτική επικοινωνία. Τα artworks, τα οποία
κοσμούν τα μπλουζάκια αυτά, πολλές φορές αρκετά σκοτεινά, προκλητικά, συνήθως
αν πολλά σύμβολα θανάτου και όχι λίγες φορές επανάστασης η μυθολογίας, δεν
αποτελούν κάποια τυχαία επιλογή. Στην πραγματικότητα αντανακλούν την αισθητική
καθώς και την ιδεολογία ενός είδους, στοχεύουν με προκαλέσουν, να διχάσουν,
ουσιαστικά να δημιουργήσουν κάποιες αντιδράσεις. Το να φοράς ένα τέτοιο
T-shirt, με κάποιον δαίμονα ή κάποιο κρανίο, είναι από μόνη της σε μια πράξη
αντίστασης, μια ένδειξη άρνησης για τυφλή συμμόρφωση με τους κώδικες μιας
κυρίαρχης κουλτούρας.
Θα
προσπαθήσουμε να εξερευνήσουμε περισσότερες από μία διαστάσεις που έχει ένα
metal T-shirt. Ουσιαστικά θα το δούμε ως ένα υλικό του πολιτισμού και μέσω της
κοινωνικής έκφρασης, ως ένα φορέας αφήγησηςκαι transmedia storytelling, ως ένα τελετουργικό αντικείμενο, το οποίο
φέρει και μνήμη, αλλά επίσης ως ένα αντικείμενο που στοχεύει στην πρόκληση και
στην αντίσταση. Θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε ως ένα απλό κομμάτι υφάσματος
με μια στάμπα ή ένα τύπωμα μπορεί να μεταμορφωθεί σε ένα ισχυρό σύμβολο
ταυτότητας και ιδεολογίας, αλλά επίσης αναγνώρισης μεταξύ των μελών μιας
κοινότητας.
Υλικό
Πολιτισμού και Κοινωνική Σημασία
Η έννοια της
"υλικής κουλτούρας" (material culture) αναφέρεται στα φυσικά
αντικείμενα που δημιουργούν, χρησιμοποιούν και ανταλλάσσουν οι άνθρωποι, και
στους τρόπους με τους οποίους αυτά τα αντικείμενα αντανακλούν, διαμορφώνουν και
μεταδίδουν πολιτισμικές αξίες, κοινωνικές σχέσεις και ιδεολογίες. Σύμφωνα με τη
μελέτη του Arild Berg και των συνεργατών του από το Oslo University College, το
metal T-shirt είμαι ένα τέτοιο παράδειγμα της υλικής κουλτούρας η οποία μπορεί
να λειτουργήσει σε πολλαπλά επίπεδα, καθώς έχει τη δυνατότητα να εκφράσει τις
κοινωνικές σχέσεις, να μεταφέρει την ιδεολογία και ταυτόχρονα προσφέρει μια
συγκεκριμένη αισθητική εμπειρία, τόσο σε όποιον τη φορά όσο και στους άλλους
που τον βλέπουν.
Το metal
T-shirt, εν αντιθέσει με οποιοδήποτε συνηθισμένο ρούχο, δεν επιλέγεται με βάση
κάποια παροδική μόδα, την άνεση ή ακόμα και το χρώμα με τοοποίο ταιριάζει το υπόλοιπο ντύσιμο. Ή
επιλογή μιας τέτοιας μπλούζας γίνεται με βάση το νόημα το οποίο κουβαλάει το
σχέδιο που είναι γραμμένο πάνω της. Κάθε μπλουζάκι αντιπροσωπεύει και μια
συγκεκριμένη μπάντα, ένα συγκεκριμένο άλμπουμ, μια περιοδεία, τις όποιες
ημερομηνίες είναι γραμμένες στο πίσω μέρος της μπλούζας, μια συγκεκριμένη
συναυλία και κατά επέκταση, ουσιαστικά μια ολόκληρη κοσμοθεωρία. Ο metalhead
που φορά ένα T-shirt των Metallica δηλώνει μια διαφοροποίηση από αυτόν που
φοράει μια μπλούζα των NapalmDeathή Manowar. Οι διαφορές
δεν είναι μόνο μουσικές, είναι ιδεολογικές, αισθητικές και μερικές φορές ακόμα
και πολιτικές.
Η μελέτη του Berg υπογραμμίζει
ότι το T-shirt λειτουργεί ως
«μέσο επικοινωνίας και διαπραγμάτευσης ταυτότητας». Αυτό ουσιαστικά σημαίνει
πώς ένα μπλουζάκι δεν είναι απλά κάτι παθητικό, αλλά ένα εργαλείο το οποίο
χρησιμεύει ως ένας φορέας για να μπορεί κάποιος να επικοινωνήσει με τον κόσμο
γύρω του, αλλά παράλληλα και να διαπραγματευτεί τη θέση του μέσα σε αυτόν. Για
παράδειγμα, όταν κάποιος φορά ένα μπλουζάκι με μια black metal μπάντα σε ένα
περιβάλλον πολύ συντηρητικό, δεν δείχνει απλά πως αγαπάει μια μπάντα αλλά
ταυτόχρονα κάνει μια πολιτική πράξη, προκαλεί θέτοντας παράλληλα ερωτήματα και
αναγκάζοντας τους γύρω τους να δείξουν κάποια αντίδραση.
Η κοινωνική
σημασία του metal T-shirt αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία μέσα στο πλαίσιο τις
ίδιες τις metal
κοινότητας. Ένας οπαδός μπορεί να γνωρίσει έναν άλλον ως «ομοϊδεάτη» μόνο και
μόνο από το T-shirt που φορά, ξεκινώντας έτσι μια ζήτηση με μεγάλη ευκολία και
δημιουργώντας παράλληλα και δεσμούς. Η διαδικασία αυτή έγινε ιδιαίτερα
σημαντική σε μια υποκουλτούρα η οποία δεκαετίες ολόκληρες νιώθει
περιθωριοποιημένη από την κυρίαρχη κοινωνία. Τότε, το T-shirt γίνεται ένα σήμα
αναγνώρισης, ένα είδος μυστικής χειραψίας, όπως για παράδειγμα έχουν οι
μυστικές εταιρείες, δηλώνοντας ταυτόχρονα πώς μέσα από την αγάπη τους για την
ίδια μπάντα υπάρχουν και άλλοι στενοί δεσμοί και κοινές ιδέες.
Παράλληλα, το
metal T-shirt, έχει και μια αισθητική διάσταση που δεν είναι καθόλου αμελητέα.Τα artworks που κοσμούν αυτά τα
μπλουζάκια είναι συχνά έργα τέχνης από μόνα τους, δημιουργίες καλλιτεχνών όπως
ο Derek Riggs (Iron Maiden), ο Ed Repka (Megadeth), ο Dan Seagrave (Death,
Entombed) ή ο Pushead (Metallica), Zdzislaw Beksinski που έχει φιλοξενηθεί στα
άλμπουμ των Sepultura. Τα έργα αυτά δεν αποτελούν μόνο διακόσμηση ενός
εξωφύλλου ή αποτύπωση σε κάποιο μπλουζάκι, αλλά είναι οπτικές θα τα παραστάσεις
της ίδιας της μουσικής, της ατμόσφαιρας που αυτή επιδιώκει καθώς και της
ιδεολογίας της κάθε μπάντας. Το να φοράς ένα T-shirt με το εξώφυλλο κάποιου
κλασικού άλμπουμ, δεν σημαίνει απλά πως έχεις πάνω σε αίμα κομμάτι τέχνης, αλλά
επίσης και μια εικόνα που έχει σημαδέψει μια ολόκληρη γενιά.
Η υλική
διάσταση του T-shirt, όπως το ύφασμα, η φθορά, το ξεθώριασμα, δείχνει ακόμα ένα
πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί μια νοηματοδότηση. Ένα μπλουζάκι το οποίο
είναι καινούργιο έχει τελείως διαφορετικό νόημα από αυτό που είναι ένα παλιό,
φθαρμένο και σίγουρα έχει περάσει από δεκάδες συναυλίες καθώς και πλυσίματα και
κάποιες τρύπες προσφέρουμε ένα ακόμα επιπλέον κομμάτι μνήμης. Στην περίπτωση
αυτή η φθορά δεν αποτελεί μειονέκτημα, αλλά μια ξεκάθαρη απόδειξη
αυθεντικότητας η οποία μαρτυρά ότι αυτό το μπλουζάκι, προφανώς και ο κάτοχος
του, έχει ζήσει πολλά και σίγουρα έχει εμπειρίες οι οποίες τον έχουν σημαδέψει.
Αυτό αποτελεί
μόνο μία όψη της συγκεκριμένης αυτής ενδυμασίας. Ένα τέτοιο μπλουζάκι δηλώνει
ακόμα περισσότερα, αφηγείται μια διαδρομή γεμάτη νότες και εμπειρίες και
συνήθως όταν ερωτηθεί κάποιος για ένα T-shirtπου φοράει, έχει
να διηγηθεί μια ιστορία, όχι μόνο αυτά που σχετίζονται με το συγκρότημα που
απεικονίζεται, αλλά με τη διαδρομή προς μια συναυλία και τα τεκταινόμενα που
έγιναν μετά. Γεγονότα τα οποία θα εξεταστούν στα επόμενα άρθρα με αυτό το θέμα.
Ακόμα και στην πιο σκοτεινή νύχτα θα λάμπει κάποιο μακρινό
άστρο ικανό να ζεστάνει και την πιο παγωμένη καρδιά.
Melodic
black-death (επίσηςγνωστόκαισανblackened melodic
death metalή melodic
blackened death metal)
Πως ακούγεται: Σαν τον Chopinνα έκανε μια blackmetal με ψευδώνυμο παρμένο
από κάποιον δαίμονα της Σολομωνικής. Βασικά πιασάρικα riffs, σωστός συνδυασμός μελωδίας με brutalφωνητικά.
Η blackmetal
συναντά τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό του 19ου αι. σε μια νέα προσέγγιση
προς τον ακραίο ήχο και ακόμα πιο σκοτεινό.
Γιατί να το ακούσουμε: είναι το δώρο της blackmetal προς την υπόλοιπη
ανθρωπότητα.
Γιατί όχι: γιατί συνεχίζουν να σε τρομάζουν τα φανταστικά
διαβόλια και τριβόλια και κοιμάσαι πάντα με αναμμένο φωτάκι από τα 5 σου.
Που; Σουηδία, Νορβηγία, Πολωνία ακόμα και Ελλάδα.
Πότε; Μέσα δεκαετίας του ‘90
Ποιοι; Dissection θεωρούνται πρωτοπόροι με το άλμπουμ τους, The
Somberlain ουσιαστικά ξεκίνησαν το είδος, αλλά και οι At the Gates και οι In
Flames έβαλαν τα θεμέλια του είδους, χωρίς να ανήκουν σε αυτό. Επίσης και οι Sacramentum
με τα δύο πρώτα τους άλμπουμ το καθιέρωσαν. ΑκόμαοιEmperor,
Naglfar καιDark Tranquility.
Αλλάακόμαναακούσεις: Embraced, God
Dethroned, Satariel, Throes of Dawn, Obscurity, Dawn, Catamenia, Midvinter,
Twin Obscenity, Nokturnal Mortum, Unanimated, Epoch of Unlight, This Ending,
Suidakra, Oathean, Thulcandra, Skeletonwitch και Cardinal Sin.
Μέρες δόξας:όσο και
όταν ο Σατανάς αγαπά τον κόσμο και τον εαυτό του. Ουσιαστικά από την δεκαετία
του ’00 έχει μια σταθερή άνοδο και εξέλιξη.
Κόκκινη κάρτα: Θέλει εκπαίδευση στα αυτιά, δύσκολα θα
προσεγγίσει με την πρώτη νέο ακροατή.
Μετιμπερδεύεται;με Melodic black-death, war metal, Melodic death metal, blackened
death-doom
Τι λες στον άσχετο; τι να του πρωτοπείς; Δεν είναι για αυτόν
Πάντα το παρελθόν οδηγεί το μέλλον, πολλές φορές είναι το
παρελθόν που ζούμε ξανά και ξανά.
Medieval
metal (επίσηςλέγεταικαιMittelalter-MetalήMittelalter-Rock)
Πως ακούγεται: Στα γερμανικά. Μελωδικό αρκετά πομπώδες, αλλά
με ευχάριστο τρόπο. Πολλές φορές σαν μουσική μιας αποκρυφιστικής τελετής μαύρης
μαγεία με επίκληση κάποιου δαίμονα από το βιβλίο του Πάπα Πίου VIκαι
όλα αυτά σε μια εγκαταλειμμένη εκκλησία γοτθικού τύπου. Ουσιαστικά σαν folkmetalστα
γερμανικά με συνοδεία πολλών περίεργων μουσικών οργάνων.
Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί είναι μελωδικό με πολύ
ποιοτικές συνθέσεις, αλλά και γιατί δεν ξέρεις πώς να χρησιμοποίησεις το πτυχίο
των γερμανικών που έχεις. Αλλά και γιατί μπορείς να μάθεις νέα (παλιά, πολύ
παλιά) όργανα όπως ζουρνάς, cister, hurdy-gurdy, biniou, buccina, davul, riq, cornetto
curvo και Άσκαυλος (bagpipes)
Γιατί όχι: όοοοοχι άλλον μεσαίωνα και γιατί έχεις κοπεί στα
γερμανικά, επειδή απλά δεν τα γουστάρεις. Βασικά γιατί σου αρέσει το απλό
γνήσιο metal.
Που; Γερμανία
Πότε; Αρχές δεκαετίας του ‘90
Ποιοι; Αν και θεωρείται κατά βάση γερμανικό φαινόμενο το
είδος, σίγουρα το ντεμπούτο άλμπουμ των Skyclad, το The Wayward Sons of Mother
Earth και ακόμα πιο συγκεκριμένα το τραγούδι "The Widdershins Jig" είναι ο σπόρος
του είδους. Από τις πρώτες μπάντες που έδωσαν την ώθηση για το είδος, αν και
δεν ανήκουν σε αυτό, είναι οι Corvus Corax. Οι Ανατολικο-Γερμανοί Subway to
Sally θεωρούνται οι πρωτοπόροι του είδους, όπως οι In Extremo
Αλλά ακόμα να ακούσεις: Schandmaul, LetzteInstanz,
Morgenstern, SaltatioMortis, Schattentantz, Tanzwut, Feuerschwanzκαι
Folkstone
Μέρες δόξας:Κυρίως
στην δεκαετία ’00, αλλά συνεχίζει να έχει μια αρκετά υψηλή θέση στην προτίμηση
κυρίως των Γερμανών.
Κόκκινη κάρτα: πολλές φορές οι μπάντες μοιάζουν σαν
παρουσιάσεις τάπερ στα σπίτια, όπου τα τάπερ είναι περίεργα μουσικά όργανα.
Επίσης ο καθαρά γοτθικός του χαρακτήρες δημιουργεί υπόνοιες που τρομάζουν.
Με τι μπερδεύεται;με
Folk metal και medieval folk rock
Τι λες στον άσχετο; κάτι γότθοι που μοιάζουν με αυτούς που
πολεμούσαν τις ρωμαϊκές λεγεώνες και παίζουν metalμε κάτι μεσαιωνικά μαραφέτια ,
έχουν όμως ηλεκτρικές κιθάρες.