Gang of Four εκτός από τη γνωστή κινέζικη τετράδα είναι και ένα post-punk συγκρότημα από το Leeds της Αγγλίας. Το 1979 λοιπόν, δυο χρόνια μετά τη σύστασή τους, κυκλοφορούν το At Home He's a Tourist.
Το κοινωνικά ευαισθητοποιημένο αυτό συγκρότημα αναφέρεται στο τραγούδι ως "το απόλυτο υπαρξιακό μπουρίνι". Για τη δημιουργία του δε χρειάστηκε να προηγηθεί καμία συγκέντρωση των μελών, καμία προετοιμασία ως προς τη σύνθεση... απλά αυθόρμητες νότες στις χορδές τις κιθάρας και κραυγές πόνου ακριβώς έτσι όπως συντρίβονται και αναρριχώνται πάλι, ωθούμενοι από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, μέσα σε ένα όμορφο anti-solo που αφορά στο "τώρα" και την τρέχουσα πραγματικότητα και όχι στα "ίσως". Ο τραγουδιστής του group, Jon King, δήλωσε: "Θεωρήσαμε αυτό το τραγούδι ως ένα μεταλλαγμένο disco σε μια εποχή που δεν ήταν κακό να σου αρέσει η dance μουσική, αλλά που ταυτόχρονα το funk και το rock ήταν δυο "στρατόπεδα" που έπρεπε να βρίσκονται σε απόσταση προς αποφυγή επιμειξίας." Στις επόμενες δεκαετίες οι Gang of Four επηρέασαν αμέτρητες μπάντες με τον προφητικό πολιτικό dance rock ήχο τους.
Πρώτη επιτυχία για τη Marianne Faithfull, το 1964, το As Tears Go By, αρχικά είχε τον τίτλο As Time Goes By, αλλά μετονομάστηκε για να αποφευχθεί σύγχυση με το ομώνυμο κομμάτι που ακούστηκε στην ταινία Casablanca. Γράφτηκε από το Mick Jagger και τον Keith Richards, καθώς οι σχέσεις της Marianne με τους Rolling Stones είναι γνωστές και με τη βοήθεια του manager του συγκροτήματος, Andrew Oldham, έγινε hit. Ήπιος, ευγενικός - θα έλεγε κανείς - ήχος, νοσταλγική μελωδία και με την ενορχήστρωση του Phil Spector και σε συνδυασμό με το γενικότερο ύφος της εποχής, η επιτυχία ήταν εξασφαλισμένη. Η ηχογράφηση έγινε με το σκεπτικό να βγει το κομμάτι στη δεύτερη πλευρά του debutο single της Marianne Faithfull, αλλά τελικά αποτέλεσε το πρώτο της κομμάτι που την οδήγησε και στην κορυφή. Ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε η version των Rolling Stones και κατά δήλωση του ίδιου του Jagger, δε φαντάστηκαν ποτέ, γράφοντάς το, να το κρατήσουν για τους ίδιους, το έδωσαν κατευθείαν στη Faithfull. Το τραγούδι εκτελέστηκε και από τη Nancy Sinatra το 1966, μεταφράστηκε στα ιταλικά με τίτλο Con le mie lacrime, το 1965 και τελευταία διασκευάστηκε το 1998 από τον πιανίστα David Lanz για το album του Songs from an English Garden.
Το 1986 ο RobertPalmerκυκλοφορεί το AddictedtoLove, το οποίο γνώρισε τέτοια
επιτυχία που έγινε το σήμα κατατεθέν του Άγγλου τραγουδοποιού.Δύο προσπάθειες χρειάστηκαν οι KaiserChiefsγια
να δώσουν την απάντησή τους22 χρόνια
μετά με το AddictedtoDrugs.
Η πρώτη εκτέλεση των Βρετανών δεν τους έκατσε καλά ως
αποτέλεσμα καθώς υπήρξε ασυμβίβαστο στο συνδυασμό τίτλου, αισθήματος που
δημιουργούσε και downbeattempo
του τραγουδιού, δίνοντας έναν επικριτικό τόνο που, προφανώς, δεν ήταν στις
επιθυμίες τους να προκύψει.
Ξαναηχογραφούν λοιπόν το κομμάτι, ανεβάζοντας το ρυθμό,
ενσωματώνουν πολλά κρουστά και την
τελευταία πινελιά τη βάζει ο παραγωγός MarkRonson με το agogobell
- αφρικάνικο κρουστό αποτελούμενο από ένα ως τέσσερα ξύλινα ή μεταλλικά καμπανάκια
και μια μπαγκέτα που τα χειρίζεται.
Ο δρόμος του rock'n'roll, αλλά και του blues-rock, δεν είναι καμιά λεωφόρος αλλά ούτε καν δρόμος. Είναι ένα κακοτράχαλο μονοπάτι, με πολύ κόσμο να στριμώχνεται πάνω του. Το μόνο που μπορεί να σου προσφέρει είναι μοναδικές εμπειρίες αλλά και γνώση.... ένα πραγματικό ταξείδι. Ταξείδι, σημαίνει τα άξια είδα, γνώρισα αυτά που έχουν αξία και μόνο αυτά που πραγματικά αξίζουν επιβιώνουν, ακόμα και αν χρειαστούν να αναγεννηθούν από τις στάχτες τους, όπως ο φοίνικας.Αλλά και κάθε αναγέννηση και ένα βήμα μπροστά, ένα βήμα πριν την εκπλήρωση του ονείρου τους. Κάτι τέτοιο θυμίζει και η ιστορία των Lost Boys που, αν και υπάρχουν από το 2005, ξαναγεννήθηκαν μόλις στις αρχές του 2013. Σε αντίθεση με το όνομά τους δεν είναι καθόλου χαμένοι και δεν λένε να εγκαταλείψουν το μονοπάτι του rock'n'roll, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν κάθε πρόκληση και δυσκολία. Η μπάντα δημιουργήθηκε από τον τραγουδιστή - κιθαρίστα της μπάντας Χρήστο Τσιφ. Το όνομα του συγκροτήματος βγήκε από την αγαπημένη του ταινία (The Lost Boys 1987). Δημιουργήθηκαν στη Θεσσαλονίκη και φυσικά έχουν πάρει πολλά και από το πνεύμα της. Όπως και στην πόλη αυτή, ο συνδυασμός διαφορετικών πολιτισμών την κράτησε για αιώνες ζωντανή, έτσι και οι Lost Boys συνδυάζουν πολλά είδη μουσικής. Η ισχυρή επιρροή από τους ροκ και μπλουζ καλλιτέχνες είναι εμφανής μέσα σε αυτή συνδέοντας Country και ψυχεδελικούς ρυθμούς έρχεται να δημιουργήσει ένα ενδιαφέρον μείγμα στη μελωδία των τραγουδιών τους. Και λίγο καιρό μετά την αναγέννηση τους έχουν ξεκινήσεις και αποτελούμενοι πλέον από τους Αντώνης - Bass, Anestis Poirazis - Guitar, Δήμος Δημητριάδης - Drums και Percussion, Johnny - Harmonica και φυσικά ο Xristos Tsif - Vocals & Guitar (electric blues slide guitar and acoustic slide), δέσανε με μεγάλη ευκολία μεταξύ τους. Οι ζωντανές εμφανίσεις δεν έχουν αργήσει να έρχονται, κάτι που τους έχει βοηθήσει ακόμα περισσότερο να δεθούν μουσικά μεταξύ τους. Και όπως συμβαίνει στο rock'n'roll, το οξυγόνο, αλλά και βασική πηγή έμπνευσης για μια μπάντα είναι τα live, έτσι έχουν ήδη έτοιμο υλικό για το νέο τους άλμπουμ. Ο ήχος τους τιμάει και την παράδοση του Αμερικάνικου νότου, αλλά και βαδίζει στα χνάρια πολλών ελληνικών συγκροτημάτων που επέλεξαν αυτόν τον ήχο. Είναι έτοιμοι να βάλουν την λίθο τους στην blues σκηνή της Ελλάδας, φλερτάροντας και με την rock. Η προσωπικότητα τους διακρίνεται στις νέες τους συνθέσεις, όπως και η αγάπη τους για τα '70s. Και επειδή μια ένωση ανθρώπων αξίζει πολύ περισσότερο από πολλούς ανθρώπους ξεχωριστά, αποφάσισαν και αυτοί να συμπράξουν στη Rock N Roll Republic κίνηση, δημιουργώντας ακόμα μια μουσική τους σύνθεση ειδικά γι αυτήν την περίσταση
Ο άνθρωπος
ταυτίζεται με έναν τόπο, είτε δημιουργεί σε αυτό και μέσα από αυτές τις
δημιουργίες ορίζεται και ο ίδιος είτε απλά υπάρχει η αναφορά σε αυτόν
ουσιαστικά υπονοεί και το μέρος. Υπάρχουν όμως και πόλεις οι οποίες είναι αυτές
που ορίζουν τους ανθρώπους, τους καθορίζουν, καθώς και αποτελούν τα θεμέλια τις
ιδέας που έχει η πόλη. Ένα καινούργιο κάτι τέτοιο, καθώς από αρχαίους χρόνους
άνθρωπος ταυτίζεται κυρίως με τις πόλεις στις οποίες είτε έμενε είτε γεννήθηκε
είτε απλά δημιούργησε. Ωστόσο κάποιες άλλες, βαφτίζονται με αρκετές
προσωπικότητες που δεν κατάφερε να τη σβήσει η ιστορία και παραμένουν στη
συλλογική μνήμη πολλών ανθρώπων, με απλή αναφορά σε αυτούς ο καθένας από αυτούς
μπορεί να φανταστεί την πόλη. Και το όνομα του Andy Warhol, το
πρώτο πράγμα που φέρνει στο μυαλό είναι η πόλη της Νέας Υόρκης.
Το "Edie
(Ciao Baby)'" είναι ένα τραγούδι των Άγγλων The Cult και βρίσκεται στο
καλύτερο. κατά την γνώμη πολλών, άλμπουμ τους, το Sonic Temple του 1989 και
είναι το δεύτερο single από αυτό. Ορισμός της hard rock μπαλάντας,
δημιουργήθηκε από τους Ian Astbury, τραγουδιστή της μπάντας και τον κιθαρίστα
Billy Duffy.
Η ηχογράφηση
ολοκληρώθηκε στα Mediasound Studios της Νέας Υόρκης με παραγωγό τον Bob Rock, ο
οποίος έδωσε στο κομμάτι έναν «arena-ready» ήχο χωρίς να θυσιάσει την ωμή
ενέργεια της μπάντας. Ο Rock εφάρμοσε τη γνωστή του μέθοδο, δηλαδή πολλαπλά
layers κιθάρας, συμπαγές rhythm section και φωνητικά με έντονη reverberation.
Το bassline του Jamie Stewart είναι ο ρυθμικός πυλώνας, ενώ τα τύμπανα του Les
Warner χτυπούν σαν καρδιακός παλμός που επιταχύνεται, όπως ακριβώς μπορεί να
χτυπάει η καρδιά αυτής της μεγαλούπολης. Η δομή ακολουθεί τον κλασικό τύπο της
hard rock μπαλάντας, αλλά με ασύμμετρα περάσματα και μια γέφυρα που θυμίζει
ψυχεδελικό rock των late '60s.
Η Edie είναι
πραγματικό πρόσωπο και αναφέρεται συγκεκριμένα στην Edie Sedgwick, μέλος της ομάδας ηθοποιών του Andy Warhol's Factory, στην
δεκαετία του '60. Η ίδια είχε πρωταγωνιστήσει στις ταινίες Poor Little Rich Girl και Beauty No. 2, αλλά ο
ρόλος της σύντομης ζωής της ήταν, όταν υποδύθηκε την Susan Superstar στο Ciao! Manhattan, εξ ου
προήλθε και το δεύτερο σκέλος του τίτλου του τραγουδιού. Η Sedgwick έζησε μια
ταραγμένη ζωή γεμάτη με προβλήματα ψυχικής υγείας και εθισμούς σε ναρκωτικά. Το
1971 πέθανε από υπερβολική δόση. Ήταν 28 ετών. Η ταινία Factory Girl, με πρωταγωνίστρια
την Sienna Miller, αναφέρεται
στη ταραχώδη ζωή της, παρόλο που είναι μυθοπλαστική και έχει επικριθεί από
ιστορικούς και πρώην μέλη του Factory για ανακρίβειες. Η πιο αξιόπιστη πηγή για
τη ζωή της Sedgwick παραμένει το βιβλίο Edie: American Girl του Jean Stein
& George Plimpton (1982)..
Η ιδέα για την
δημιουργία του κομματιού ήρθε στον φρόντμαν Ian Astbury όταν
ηχογραφούσαν το Sonic Temple άλμπουμ τους
στην Ν. Υόρκη. Μιας και ο Warhol
μανάτζαρε τους The Velvet Underground από 1965 ως
το 1967, του δημιουργήθηκε ενδιαφέρον γενικά για την καλλιτεχνική κίνηση της
σκηνής της Ν. Υόρκης. Ο Warhol δεν ήταν ακριβώς,
«μάνατζερ» των Velvet Underground με την κλασική έννοια, αλλά παραγωγός,
χορηγός και καλλιτεχνικός προστάτης. Χρηματοδότησε τις ηχογραφήσεις, τους
ενέταξε στο Factory και τους έδωσε οπτική ταυτότητα. Ο Billy Duffy αναφέρει ότι, το τραγούδι δεν είναι για την Edie Sedgwick, απλά την χρησιμοποιεί σαν παράδειγμα, σε ένα τραγούδι
που ήθελε να τονίσει την ιδιαιτερότητα της μεγαλούπολης που έζησε η ηθοποιός.Ο στίχος «Ciao baby, I'm leaving
you» δεν είναι απλώς αποχαιρετισμός, αλλά αναγνώριση του αναπόφευκτου τέλους
μιας εποχής. Η χρήση της λέξης «Ciao» από τον τίτλο της ταινίας Ciao! Manhattan
(1972) δίνει στο κομμάτι μια κινηματογραφική διάσταση, σαν να κλείνει μια σκηνή
πριν ανοίξει η επόμενη.
Το τραγούδι έφτασε
στο Νο 1 του Billboard Mainstream Rock Tracks, Νο 38 του UK Singles Chart, Νο 1
στον Καναδά και Νο 12 στην Αυστραλία. Ήταν η πρώτη φορά που οι Cult μπήκαν στο
Top 40 της Βρετανίας μετά το «She Sells Sanctuary». Το βίντεο κλιπ σκηνοθέτησε
ο Nigel Dick και συνδύαζε ασπρόμαυρες εικόνες που παρέπεμπαν στην αισθητική του
Warhol με έγχρωμες σκηνές του Astbury σε ερημικά και αστικά τοπία. Η heavy
rotation στο MTV το μετέτρεψε σε πολιτισμικό φαινόμενο, ανοίγοντας την πόρτα
της αμερικανικής αγοράς για τη βρετανική hard rock σκηνή.
Όλοι
οι φίλοι μου χορεύουν το "όρο"
\Χορεύουν το oro, γιορτάζουν τη μέρα\Όλοι
οι Ρομά, μαμά\ Όλοι οι Ρομά, μπαμπά,
μπαμπά\Όλοι οι Ρομά, ο μαμά...
Το
Ederlezi το γνωρίσαμε στη ταινία " Ο
καιρός των Τσιγγάνων", του Εμίρ
Κουστουρίτσα, με την εκδοχή του Γκόραν
Μπρέγκοβιτς. Είναι ένα γνωστό τραγούδι
της μειονότητας των Ρομά των Βαλκανίων.
Το τραγούδι πήρε το όνομά του από την
μεγαλύτερη γιορτή των τσιγγάνων της
περιοχής της Σερβίας και της Βουλγαρίας.
Θρησκευτικά ταυτίζεται με την Γιορτή
του Αη-Γιώργη. Ξεκινάει να γιορτάζεται
στις 23 Απριλίου και κορυφώνεται στις 6
Μαΐου. Χόρα ή όρο είναι (Πιθανότατα
προερχόμενο από το αρχαιοελληνικό
Χορός)κυκλωτικός τσιγγάνικος χορός. Η
κορύφωση της γιορτής γίνεται 40 ημέρες
μετά από την εαρινή ισημερία και
συμβολίζει την επιστροφή της άνοιξης.
Έχει γνωρίσει αρκετές παραλλαγές, κυρίως
από καλλιτέχνες βαλκανικών χωρών, μεταξύ
αυτών και από την Α. Πρωτοψάλτη με στίχους
της Λ. Νικολακοπούλου.
Η δεκαετία του '80
βρίσκει τον David Bowie με καινούργιο δίσκο,
το Scary Monsters (and Super Creeps) (1980), ο οποίος
κλείνει έναν κύκλο του καλλιτέχνη. Η
μεγάλη επιτυχία του δίσκου είναι το
"Ashes to Ashes", μια συνέχεια του "Space
Oddity". Με κεντρικό ήρωα τον Major Tom, ο
τραγουδοποιός απαλλάσσεται από τις
μάσκες και προσωπικότητες προηγούμενων
ετών, σατιρίζοντας τον ήρωα. Είναι ακόμα
ένα κομμάτι που ουσιαστικά αποτελεί
αυτοβιογραφικό μέρος της δισκογραφίας
του. Το παράξενο είναι ότι, αποτέλεσε
το δεύτερο Νο 1 του καλλιτέχνη, με πρώτο
το, αρχικά απαξιωμένο από το κοινό,
"Space Oddity".
Ο επόμενος του
δίσκος είναι το Let's Dance (1983), αν και
αποτελεί ορισμό του ροκ, έχει πιο
ευκολοχόνευτες συνθέσεις και την
παραγωγή κάνει ο Nile Rogers, παραγωγός των
ντίσκο Chic. Στον άλμπουμ παίζει κιθάρα
ο Steve Ray Vaughn,
αλλά δεν τον συνοδεύει στην περιοδεία
που ακολουθεί την κυκλοφορία του
άλμπουμ,μιας που δεν ταίριαζαν τα χνώτα τους. Επίσης περιέχει και το "China
Girl", μια σύνθεση του Iggy
Pop, που
για καιρό το το βιντεοκλίπ υπήρχε στη
μαύρη λίστα του MTV,
λόγω των τολμηρών ερωτικών σκηνών, πάντα
με την λογική του μουσικού καναλιού. Ο
Bowie, εγκαταλείπει οριστικά την γκλάμουρ
εικόνα του ροκ σταρ και υιοθετεί την
εικόνα ενός τζέντλεμαν δεχόμενος και
πολλά ειρωνικά σχόλια, από αρκετούς
μουσικούς δημοσιογράφους. Το Tonight (1984),
έχει χλιαρή υποδοχή από τους κριτικούς,
αν και έχει αρκετή ανταπόκριση από το
κοινό και πολύ καλές συνεργασίες. Όπως
και το επόμενο Never Let Me Down (1987), θεωρείται
από τους θαυμαστές σαν χειρότερος δίσκος
του. Ακόμα και ο ίδιος θέλει να ξεχάσει την ύπαρξη του.
Η επόμενη δεκαετία
τον βρίσκει με τακτικό συγκρότημα, τους
Tin Machine και με μεγάλες τουρνέ ανά την
υφήλιο. Στο Black Tie White Noise (1993) εγκαταλείπει
τον κλασικό ροκ ήχο και προσθέτει και
άλλα είδη στο ρεπερτόριό, με αρκετή
επιτυχία. Στο Outside (1995) ξανασυνεργάζεται
με τον Brian Eno. Με το Earthling (1997), πειραματίζετα
με την νέα τεχνολογία και συμπεριλαμβάνει
στοιχεία
jungle και
drum and bass στις
συνθέσεις του. Το Hours... (1999), περιλαμβάνει
το "What's
Really Happening",
το οποίο το συνέθεσε μαζί με έναν οπαδό
του καλλιτέχνη, που κέρδισε σχετικό
διαγωνισμό στο ίντερνετ. Τα τελευταία
δύο του άλμπουμ είναι το Heathen (2002) και
Reality (2003). Και μια δεκαετία μετά θα
κυκλοφορεί The Next Day στις 12 Μαρτίου. Το
πρώτο σινγκλ Where Are We Now? δε με ενθουσίασε, αλλά ο δίσκος ακούγεται ολόκληρος και περιέχει αρκετά διαμάντια, που δείχνουν, ότι η ρυτίδες δεν επηρεάζουν το πνεύμα.