Ένα καλός τρόπος για να νικήσει
κανείς την νύχτα, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά είναι να την φωτίσει. Και
ένα πάρτι είναι ένα καλό μέσο, πάντα
όμως, με τους κατάλληλους καλεσμένους και κάποιον μοναδικό διοργανωτή. Σε
τέτοιες περιπτώσεις μια κούφια διασκέδαση, με την κυριολεκτική έννοια της
λέξης, γίνεται ψυχαγωγία, πειραματισμός και πάνω απ' όλα ανταλλαγή ιδεών. Ο
κόσμος αλλάζει όταν οι άνθρωποι ανταλλάσσουν ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα
και μέσα από κάποια πάρτι της δεκαετίας '60 γεννήθηκαν πολλά καλλιτεχνικά
ρεύματα, που έδωσαν την ώθηση και για πολλές κοινωνικές μεταρυθμίσεις. Άλλωστε
και αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι εκφράσεις του rock'n'roll πάντα
κατηγορούνται από κάθε βολεμμένο σκοτεινόμυαλο συντηριτικό κατεστημένο.
Στη δεκαετία του ’60, το πάρτι δεν
ήταν πάντα απλώς διασκέδαση. Σε κάποιες περιπτώσεις ήταν και κατά κάποιον τρόπο ένα εργαστήριο. Ήταν χώρος
όπου συναντιόντουσαν ζωγράφοι, μουσικοί, ποιητές, ηθοποιοί, κινηματογραφιστές,
drag performers, μοντέλα, περιθωριακοί, πλούσιοι, φτωχοί, ιδιοφυΐες και
καμένοι. Και όταν όλα αυτά ανακατεύονταν κάτω από φώτα, προβολές, δυνατή
μουσική και χημικές ή συναισθηματικές υπερβολές, δεν έβγαινε απλώς ένα βράδυ.
Έβγαινε εποχή.
Τα πάρτυ του Andy Warhol, του
οποίου την ιδιαίτρη προσωπικότητα ανακάλυψε ο δικός μας Αλέξανδρος Ιόλας, ήταν
σημείο αναφοράς και σίγουρα μια μαχαιριά στην καρδιά της υποκρισίας της εποχής.
Η παραγωγή στον πρώτο άλμπουμ τωνThe
Velvet Underground, τοThe Velvet
Underground & Nico του 1967, είχε το ίδιο πειραματικό χαρακτήρα και με ότι
έχει ασχοληθεί ο καλλιτέχνης.
Το άλμπουμ αυτό, με το περίφημο
εξώφυλλο της μπανάνας που σχεδίασε ο Warhol, δεν γνώρισε μεγάλη εμπορική
επιτυχία όταν κυκλοφόρησε. Αντίθετα, στην εποχή του πέρασε σχεδόν σαν παράξενο
σώμα μέσα στη μουσική αγορά. Το Billboard το είδε να φτάνει χαμηλά στα charts,
όμως η επιρροή του αποδείχθηκε τεράστια αργότερα. Γι’ αυτό και έχει μείνει η
περίφημη φράση που αποδίδεται στον Brian Eno, ότι μπορεί να πούλησε λίγα
αντίτυπα στην αρχή, αλλά «όλοι όσοι το αγόρασαν έφτιαξαν μπάντα». Και δεν
απέχει πολύ από την αλήθεια, γιατί μέσα σε αυτόν τον δίσκο υπάρχουν σπόροι για
το punk, το post-punk, το gothic rock, το noise, το alternative και σχεδόν όλη
την σκοτεινή πλευρά της σύγχρονης ανεξάρτητης μουσικής.
Φυσικά και η προσωπικότητα τουLou Reed, η βασική κινητήριος δύναμη της
μπάντας, μαζί την συνθετική του δυνότητα, δημιούργησε έναν συνδυασμό που θα
επηρρέαζε ακόμα και σήμερα πολλές εκφράσεις του rock'n'roll. Φυσικά, με την
προσθήκη σε τρία τραγούδια την μοναδικής Nico, μπορούσε να δημιουργήσει μόνο
συνθέσεις, που ο χρόνος απλά θα τις "γυάλιζε", ώστε να φαίνονται
ακόμα πιο λαμπερές στο πέρασμα του χρόνου.
Η Nico, κατά κόσμον Christa
Päffgen, δεν μπήκε ποτέ πραγματικά σαν κανονικό μέλος με την κλασική έννοια,
αλλά περισσότερο σαν φιγούρα που επέβαλε ο Warhol στο αισθητικό σύμπαν του
δίσκου. Και όμως, η παρουσία της στα “Femme Fatale”, “All Tomorrow’s Parties”
και “I’ll Be Your Mirror” είναι απόλυτα καθοριστική. Η ψυχρή, χαμηλή, σχεδόν
απόκοσμη φωνή της δεν τραγουδάει με τον συνηθισμένο rock τρόπο. Δεν «ερμηνεύει»
θεατρικά τον πόνο. Τον παγώνει. Και ακριβώς γι’ αυτό τον κάνει πιο έντονο.
Το "All Tomorrow's
Parties" είναι μια από αυτές, δημιουργία του ίδιου του Lou Reed και με τα
φωνητικά της Nico. Η έμπνευση για την δημιουργία του προήλθε από την συνεχόμενη
παρατήρηση του Warhol και της "κλίκας" του. Ουσιαστικά ο δημιουργός
του περιγράφει πρόσωπα που αποτελούσαν το περίφημοAndy Warhol's Factory. Όπως λέει ο ίδιο ο
δημιουργός του άκουγε ανθρώπους να μιλάνε για τα πιο άστοχα, εκπληκτικά,
χαρούμενα και λυπηρά πράγματα μαζί. Ήταν το πιο αγαπημένο τραγούδι του
παραγωγού της μπάντας.
Ο Lou Reed παρατηρούσε τους
ανθρώπους του Factory σχεδόν σαν συγγραφέας που κάθεται σε μια γωνία και
καταγράφει χαρακτήρες. Στο Factory δεν υπήρχαν μόνο πάρτι. Υπήρχαν ρόλοι,
μάσκες, βλέμματα, φιλοδοξίες, ματαιώσεις, λάμψη και φθορά. Το “All Tomorrow’s Parties”
δεν είναι λοιπόν ένα τραγούδι για το πόσο ωραία περνάει κάποιος σε ένα πάρτι.
Είναι σχεδόν το αντίθετο. Είναι ένα τραγούδι για το τι κοστούμι θα φορέσει ο
άνθρωπος για να αντέξει το επόμενο πάρτι, την επόμενη εμφάνιση, την επόμενη
ανάγκη να τον κοιτάξουν.
Οστίχος “And what
costume shall the poor girl wear / To all tomorrow’s parties?” είναιαπότουςπιοχαρακτηριστικούς. Η “poor girl” δεν είναι
απλώς μια κοπέλα που δεν ξέρει τι να βάλει. Είναι μια τραγική φιγούρα που
ψάχνει ποιο πρόσωπο θα φορέσει για να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο όπου η
εικόνα ήταν ταυτόχρονα ελευθερία και φυλακή. Το φόρεμα από δεύτερο χέρι, το
“hand-me-down dress”, γίνεται σύμβολο μιας ταυτότητας δανεικής, φτιαγμένης από
τα βλέμματα των άλλων. Πίσω από τη λάμψη των πάρτι του Warhol υπήρχαν άνθρωποι
εύθραυστοι, μόνοι, συχνά αυτοκαταστροφικοί, που έγιναν τέχνη αλλά πολλές φορές
κάηκαν μέσα στην ίδια τη διαδικασία.
Κατά την διάρκεια της ηχογράφησης
του έπρεπε να εμφανίζονται στοDom, μαι
πολωνική αίθουσα χωρού, την οποία νοίκιαζε μαζί οι Andy Warhol και Paul
Morrissey, αργότερα μάνατζερ της μπάντας. Κάθε μέλος πήρε 5 δολάρια για κάθε
εμφάνιση. Μαζί με την Nico, πουεμφανιζόταν σανExploding Plastic Inevitable, άλλη μια
δημιουργία του δαιμόνιου καλλιτέχνη.
Το Exploding Plastic Inevitable δεν
ήταν απλώς συναυλία. Ήταν πολυθέαμα. Οι Velvet Underground έπαιζαν, η Nico
εμφανιζόταν σαν παγωμένη ιέρεια της σκηνής, οι ταινίες του Warhol προβάλλονταν
πάνω στα σώματα και στους τοίχους, φώτα αναβόσβηναν, χορευτές κινούνταν μέσα
στον χώρο και το κοινό δεν ήξερε πάντα αν παρακολουθούσε μουσική, happening,
performance art ή κοινωνικό πείραμα. Στην πραγματικότητα ήταν όλα μαζί. Γι’
αυτό και το “All Tomorrow’s Parties” μοιάζει να κουβαλάει μέσα του όχι μόνο ένα
τραγούδι, αλλά ολόκληρο το σκηνικό από το οποίο γεννήθηκε.
Στη ηχογράφησή του πρώτη φορά
χρησιμοποιήθηκε προηχογραφημένο πιάνο, στο οποίο είχε ανάλογο κούρδισμα και η
κιθάρα του δημιουργού του.
Εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο
ενδιαφέροντα τεχνικά στοιχεία του κομματιού. Ο Exploding Plastic Inevitable που είχε έρθει από
τον χώρο της avant-garde και είχε επηρεαστεί από τον μινιμαλισμό και το drone
του La Monte Young, έδωσε στο τραγούδι αυτόν τον υπνωτικό, σχεδόν τελετουργικό
χαρακτήρα. Το πιάνο δεν ακούγεται σαν συνηθισμένο rock πιάνο. Λειτουργεί
περισσότερο σαν επαναλαμβανόμενο χτύπημα, σαν μηχανισμός που γυρίζει
ασταμάτητα.
Παράλληλα, ο Lou Reed χρησιμοποίησε
το περίφημο “ostrich tuning”, ένα κούρδισμα στο οποίο οι χορδές της κιθάρας
κουρδίζονται στην ίδια νότα ή γύρω από την ίδια τονική βάση, δημιουργώντας έναν
βαρύ, μονότονο, υπνωτικό ήχο. Το όνομα προερχόταν από το παλιότερο τραγούδι του
“The Ostrich”, που είχε γράψει πριν τους Velvet Underground, όταν δούλευε ως
συνθέτης για την Pickwick Records. Αυτό το κούρδισμα δίνει στο “All Tomorrow’s
Parties” την αίσθηση ότι δεν προχωράει απλώς από κουπλέ σε ρεφρέν, αλλά
κινείται κυκλικά, σαν τελετή που επαναλαμβάνεται.
Καθοριστικό ρόλο έχει και η Maureen
Tucker στα τύμπανα. Η Tucker δεν έπαιζε σαν κλασικός rock drummer. Συχνά
στεκόταν όρθια, χρησιμοποιούσε απλό set και απέφευγε τα περιττά γεμίσματα. Στο
συγκεκριμένο τραγούδι ο ρυθμός της μοιάζει με πομπή. Δεν σπρώχνει απλώς το
κομμάτι μπροστά, το καρφώνει στη γη. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με το νόημα του
τραγουδιού: όλα τα αυριανά πάρτι θα έρθουν, οι ίδιες μάσκες θα φορεθούν, το
ίδιο δράμα θα επαναληφθεί.
Το “All Tomorrow’s Parties” είχε
κυκλοφορήσει και ως single πριν από το άλμπουμ, το 1966, με b-side το “I’ll Be
Your Mirror”. Η single εκτέλεση ήταν μικρότερη από αυτή του δίσκου, ώστε να
μπορέσει να παιχτεί ευκολότερα στο ραδιόφωνο. Παρ’ όλα αυτά δεν έγινε επιτυχία.
Ήταν πολύ σκοτεινό, πολύ επαναληπτικό, πολύ παράξενο για τα ραδιοφωνικά
δεδομένα της εποχής. Το κοινό του 1966 ήταν ακόμη πιο έτοιμο να δεχτεί την pop
έκρηξη των Beatles ή την ψυχεδέλεια του San Francisco, όχι όμως απαραίτητα αυτό
το παγωμένο νεοϋορκέζικο μοιρολόι για τα παιδιά των πάρτι.
Και όμως, αυτή ακριβώς η
διαφορετικότητά του το έκανε αργότερα τόσο σημαντικό. Το τραγούδι μοιάζει να
προαναγγέλλει πράγματα που θα εμφανίζονταν χρόνια μετά: το post-punk, το gothic
rock, το art rock, το industrial, την dark wave και την alternative σκηνή. Την
ώρα που το 1967 πολλοί τραγουδούσαν για λουλούδια, αγάπη και ψυχεδελική
απελευθέρωση, οι Velvet Underground τραγουδούσαν για ναρκωτικά, μοναξιά,
σεξουαλικά περιθώρια, αστική αποξένωση και ανθρώπους που χάνονται μέσα στην
ίδια τους την εικόνα. Αν η Καλιφόρνια έδειχνε την ηλιόλουστη πλευρά της
επανάστασης, η Νέα Υόρκη των Velvet Underground έδειχνε το υπόγειο.
Το τραγούδι έδωσε όνομα σε ένα
μουσικό φεστιβάλ, στοCamber Sands, στο
East Sussex της Αγγλίας, σε μια νουβέλα του William Gibson και μια ταινία του
Yu Lik-wai.
Το φεστιβάλ All Tomorrow’s Parties
ξεκίνησε το 1999 και δεν ήταν ένα συνηθισμένο φεστιβάλ. Η φιλοσοφία του ήταν
ότι κάθε φορά ένας καλλιτέχνης ή ένα συγκρότημα αναλάμβανε την επιμέλεια του
προγράμματος, διαλέγοντας τους καλεσμένους του. Δηλαδή, λειτουργούσε σχεδόν σαν
ιδανική συνέχεια της λογικής του Factory: καλλιτέχνες που καλούν άλλους
καλλιτέχνες, κοινότητες που χτίζονται γύρω από συγγένειες και όχι απλώς γύρω
από εμπορικά ονόματα. Κατά καιρούς με το ATP συνδέθηκαν ονόματα όπως οι Mogwai,
οι Sonic Youth, οι Shellac, ο Nick Cave, οι My Bloody Valentine και πολλοί
άλλοι. Ήταν ένα φεστιβάλ που κουβαλούσε έντονα το πνεύμα των Velvet
Underground: ανεξαρτησία, πειραματισμό, θόρυβο, σκοτάδι και καμία ανάγκη να
γίνει αρεστό σε όλους.
Η νουβέλα του William Gibson, “All
Tomorrow’s Parties”, κυκλοφόρησε το 1999 και αποτελεί μέρος της λεγόμενης
Bridge Trilogy, ενώ η ταινία του Yu Lik-wai κυκλοφόρησε το 2003, δανειζόμενη
και αυτή τον τίτλο από το τραγούδι. Αυτό δείχνει πόσο δυνατή αποδείχθηκε η
φράση του Lou Reed. Δεν έμεινε απλώς τίτλος τραγουδιού. Έγινε εικόνα, έγινε
ατμόσφαιρα, έγινε τρόπος να μιλήσεις για ένα μέλλον που υπόσχεται γιορτή αλλά
κρύβει μοναξιά.
Το “All Tomorrow’s Parties”
διασκευάστηκε επίσης από αρκετούς καλλιτέχνες, κυρίως από χώρους που
συγγενεύουν με το σκοτεινό, το art rock και το εναλλακτικό. Οι Japan το έφεραν
στη δική τους new wave αισθητική, ο Bryan Ferry το προσέγγισε με τον κομψό, παρακμιακό
του τρόπο, ενώ η ίδια η Nico το κράτησε ζωντανό και στις προσωπικές της
εμφανίσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το τραγούδι βρήκε δεύτερη ζωή σε σκηνές που
αγάπησαν το σκοτάδι, τη θεατρικότητα και την απόσταση.
Ο τίτλος του παραμένει ειρωνικός
και προφητικός μαζί. “All Tomorrow’s Parties”. Όλα τα αυριανά πάρτι. Από τη μία
ακούγεται σαν υπόσχεση. Αύριο θα ξαναβγούμε, αύριο θα λάμψουμε, αύριο θα μας
δουν, αύριο κάτι μπορεί να αλλάξει. Από την άλλη, μέσα στη φωνή της Nico και
στο επαναληπτικό παίξιμο της μπάντας, το αύριο μοιάζει να είναι απλώς η
επανάληψη του ίδιου κενού. Άλλο φόρεμα, ίδιος πόνος. Άλλο πάρτι, ίδια μοναξιά.
Άλλο προσωπείο, ίδιο πρόσωπο από κάτω.
Και ίσως γι’ αυτό το τραγούδι
αντέχει τόσο. Γιατί δεν μιλάει μόνο για το Factory, ούτε μόνο για τη Νέα Υόρκη
του Warhol. Μιλάει για κάθε σκηνή, κάθε παρέα, κάθε εποχή όπου οι άνθρωποι
ντύνονται, εμφανίζονται, ποζάρουν, προσπαθούν να υπάρξουν μέσα από τα μάτια των
άλλων και μετά επιστρέφουν μόνοι τους στο σκοτάδι. Το πάρτι τελειώνει. Αλλά το
επόμενο έχει ήδη ανακοινωθεί.
Ο άνθρωπος
ταυτίζεται με έναν τόπο, είτε δημιουργεί σε αυτό και μέσα από αυτές τις
δημιουργίες ορίζεται και ο ίδιος είτε απλά υπάρχει η αναφορά σε αυτόν
ουσιαστικά υπονοεί και το μέρος. Υπάρχουν όμως και πόλεις οι οποίες είναι αυτές
που ορίζουν τους ανθρώπους, τους καθορίζουν, καθώς και αποτελούν τα θεμέλια τις
ιδέας που έχει η πόλη. Ένα καινούργιο κάτι τέτοιο, καθώς από αρχαίους χρόνους
άνθρωπος ταυτίζεται κυρίως με τις πόλεις στις οποίες είτε έμενε είτε γεννήθηκε
είτε απλά δημιούργησε. Ωστόσο κάποιες άλλες, βαφτίζονται με αρκετές
προσωπικότητες που δεν κατάφερε να τη σβήσει η ιστορία και παραμένουν στη
συλλογική μνήμη πολλών ανθρώπων, με απλή αναφορά σε αυτούς ο καθένας από αυτούς
μπορεί να φανταστεί την πόλη. Και το όνομα του Andy Warhol, το
πρώτο πράγμα που φέρνει στο μυαλό είναι η πόλη της Νέας Υόρκης.
Το "Edie
(Ciao Baby)'" είναι ένα τραγούδι των Άγγλων The Cult και βρίσκεται στο
καλύτερο. κατά την γνώμη πολλών, άλμπουμ τους, το Sonic Temple του 1989 και
είναι το δεύτερο single από αυτό. Ορισμός της hard rock μπαλάντας,
δημιουργήθηκε από τους Ian Astbury, τραγουδιστή της μπάντας και τον κιθαρίστα
Billy Duffy.
Η ηχογράφηση
ολοκληρώθηκε στα Mediasound Studios της Νέας Υόρκης με παραγωγό τον Bob Rock, ο
οποίος έδωσε στο κομμάτι έναν «arena-ready» ήχο χωρίς να θυσιάσει την ωμή
ενέργεια της μπάντας. Ο Rock εφάρμοσε τη γνωστή του μέθοδο, δηλαδή πολλαπλά
layers κιθάρας, συμπαγές rhythm section και φωνητικά με έντονη reverberation.
Το bassline του Jamie Stewart είναι ο ρυθμικός πυλώνας, ενώ τα τύμπανα του Les
Warner χτυπούν σαν καρδιακός παλμός που επιταχύνεται, όπως ακριβώς μπορεί να
χτυπάει η καρδιά αυτής της μεγαλούπολης. Η δομή ακολουθεί τον κλασικό τύπο της
hard rock μπαλάντας, αλλά με ασύμμετρα περάσματα και μια γέφυρα που θυμίζει
ψυχεδελικό rock των late '60s.
Η Edie είναι
πραγματικό πρόσωπο και αναφέρεται συγκεκριμένα στην Edie Sedgwick, μέλος της ομάδας ηθοποιών του Andy Warhol's Factory, στην
δεκαετία του '60. Η ίδια είχε πρωταγωνιστήσει στις ταινίες Poor Little Rich Girl και Beauty No. 2, αλλά ο
ρόλος της σύντομης ζωής της ήταν, όταν υποδύθηκε την Susan Superstar στο Ciao! Manhattan, εξ ου
προήλθε και το δεύτερο σκέλος του τίτλου του τραγουδιού. Η Sedgwick έζησε μια
ταραγμένη ζωή γεμάτη με προβλήματα ψυχικής υγείας και εθισμούς σε ναρκωτικά. Το
1971 πέθανε από υπερβολική δόση. Ήταν 28 ετών. Η ταινία Factory Girl, με πρωταγωνίστρια
την Sienna Miller, αναφέρεται
στη ταραχώδη ζωή της, παρόλο που είναι μυθοπλαστική και έχει επικριθεί από
ιστορικούς και πρώην μέλη του Factory για ανακρίβειες. Η πιο αξιόπιστη πηγή για
τη ζωή της Sedgwick παραμένει το βιβλίο Edie: American Girl του Jean Stein
& George Plimpton (1982)..
Η ιδέα για την
δημιουργία του κομματιού ήρθε στον φρόντμαν Ian Astbury όταν
ηχογραφούσαν το Sonic Temple άλμπουμ τους
στην Ν. Υόρκη. Μιας και ο Warhol
μανάτζαρε τους The Velvet Underground από 1965 ως
το 1967, του δημιουργήθηκε ενδιαφέρον γενικά για την καλλιτεχνική κίνηση της
σκηνής της Ν. Υόρκης. Ο Warhol δεν ήταν ακριβώς,
«μάνατζερ» των Velvet Underground με την κλασική έννοια, αλλά παραγωγός,
χορηγός και καλλιτεχνικός προστάτης. Χρηματοδότησε τις ηχογραφήσεις, τους
ενέταξε στο Factory και τους έδωσε οπτική ταυτότητα. Ο Billy Duffy αναφέρει ότι, το τραγούδι δεν είναι για την Edie Sedgwick, απλά την χρησιμοποιεί σαν παράδειγμα, σε ένα τραγούδι
που ήθελε να τονίσει την ιδιαιτερότητα της μεγαλούπολης που έζησε η ηθοποιός.Ο στίχος «Ciao baby, I'm leaving
you» δεν είναι απλώς αποχαιρετισμός, αλλά αναγνώριση του αναπόφευκτου τέλους
μιας εποχής. Η χρήση της λέξης «Ciao» από τον τίτλο της ταινίας Ciao! Manhattan
(1972) δίνει στο κομμάτι μια κινηματογραφική διάσταση, σαν να κλείνει μια σκηνή
πριν ανοίξει η επόμενη.
Το τραγούδι έφτασε
στο Νο 1 του Billboard Mainstream Rock Tracks, Νο 38 του UK Singles Chart, Νο 1
στον Καναδά και Νο 12 στην Αυστραλία. Ήταν η πρώτη φορά που οι Cult μπήκαν στο
Top 40 της Βρετανίας μετά το «She Sells Sanctuary». Το βίντεο κλιπ σκηνοθέτησε
ο Nigel Dick και συνδύαζε ασπρόμαυρες εικόνες που παρέπεμπαν στην αισθητική του
Warhol με έγχρωμες σκηνές του Astbury σε ερημικά και αστικά τοπία. Η heavy
rotation στο MTV το μετέτρεψε σε πολιτισμικό φαινόμενο, ανοίγοντας την πόρτα
της αμερικανικής αγοράς για τη βρετανική hard rock σκηνή.