Όταν καταφέρνεις να μετατρέψεις σε πλεονέκτημα σου
χαρακτηριστικό για το οποίο σε κοροϊδεύει όλος ο κόσμος, τότε είσαι έτοιμος να
γράψεις ιστορία.
Krautrock
( επίσης λέγεται και kosmischeMusik
ή cosmicmusic)
Πως ακούγεται: Σαν αποτέλεσμα ενός οργίου ανάμεσα σεpsychedelic rock, electronic music, experimental
rock και avant-garde, με τις funk και jazzνα συμμετέχουν περιστασιακά σε αυτό.
Γιατί να το ακούσουμε: γιατί είναι από τα πιο επιδραστικά
μουσικά ρεύματα στην ευρωπαϊκή μουσική και υπεύθυνο για την δημιουργία πολλών
νέων ειδών της rock
& metal, όπως και
για την εξέλιξή τους.
Γιατί όχι: γιατί μουσική με όνομα λάχανου, εμπνευσμένο από
λάχανο τουρσί, μπορεί να ακούγεται… ξινό. Παρ’ όλο που κάνει καλό για το
συκώτι.
Που; Δυτική Γερμανία (μετά σε όλη πια Γερμανία)
Πότε; Τέλη δεκαετίας του ’60 αρχές ’70.
Ποιοι; Βασικά η ονομασία ξεκίνησε από την Αγγλία στο τέλος
του Α’ΠΠ και λέξη Kraut
σημαίνει λάχανο και υπονοεί το ξινολάχανο, φαγητό πολύ διαδεδομένο στην
κεντρική Ευρώπη. Στον Β’ΠΠ οι Αμερικανοί στρατιώτες αναφερόταν στου Γερμανούς
με αυτόν τον όρο, οποίος δεν εγκατέλειψε ποτέ την Αγγλία. Ουσιαστικά οι ραδιοφωνικοί
παραγωγοί, όπως ο JohnPeel,
αλλά και μουσικά έντυπα, όπως το MelodyMaker, αναφερόταν με αυτόν τον όρο κοροϊδευτικά σε γερμανικές
μπάντες. Παράλληλα τους ενθουσίαζε και ο ήχος τους. Το 1973 οι Faust βγάζουν
ένα 12-λεπτο τραγούδι με το τίτλο «Krautrock» επικυρώνοντας ουσιαστικά το μουσικό είδος, αν και ήδη
το προηγούμενο τους άλμπουμFaust So Far
κατοχύρωσαν το είδος ηχητικά. Πιο πριν οι μουσικοί όπωςDieterMoebius, και μπαντες όπως οι Clusterκαι Harmonia, ακολουθώντας το επαναστατικό
κλίμα του 1968, ήθελαν να δώσουν και μουσική υπόσταση σε αυτό.
Αλλά ακόμα να ακούσεις:Neu!, Can,
Kraftwerk, AshRaTempel, PopolVuh, AmonDüülII, TangerineDreamκαι
την Τριλογία του Βερολίνου του DavidBowie
Μέρες δόξας:δεκαετία
του ‘70 ως τα μέσα δεκαετίας του ’80, αλλά συνεχίζει μέσα από τα είδη που
ενέπνευσε. Οι Kraftwerk
ακόμα και σήμερα γεμίζουν στάδια.
Κόκκινη κάρτα: Υπερβολικά τάση προς εκκεντρικές συμπεριφορές
με πιο χαρακτηριστικό το γεγονός, όπου οι Kraftwerk έβαλα ρομπότ να παίξουν στην θέση τους. Η υπερβολή
ακόμα και σε πειραματισμούς.
Με τι μπερδεύεται; Με ηλεκτρονική μουσική, post-rockκαι πολλές φορές μπερδεύει για τι
ακριβώς μπορεί να ακούσει ο ακροατής.
Τι λες στον άσχετο; Γερμανικά ηλεκτρονικά μπλιμπλίκια με μια
ηλεκτρική κιθάρα να ακούγεται στο βάθος.
Το θέατρο από μόνο του, αλλά ακόμα
και μαζί με αυτούς που συμμετέχουν σε αυτό, είναι ουσιαστικά ο μόνος χώρος όπου
επιτρέπεται, πάντα από ηθικής άποψης, το ψέμα σαν μέσο που οδηγεί στην αλήθεια.
Ουσιαστικά ένας ηθοποιός είναι αυτός που χρησιμοποιεί την τέχνη του ψέματος,
όπως είναι η υποκριτική, για να φανερώσει την αλήθεια ή έστω να παρακινήσει τον
θεατή να την ανακαλύψει μόνος του, δίνοντάς του παράλληλα το νοητικό χάρτη για
να μπορέσει να τον ακολουθήσει.
Η σκηνή στη rock και metal δεν
είναι απλώς μια πλατφόρμα για μουσική εκτέλεση. Είναι ένας τελετουργικός χώρος,
ένα είδος ιερού θεάτρου, ένα ιερό πεδίο μεταμόρφωσης μέσα στο οποίο ο
καλλιτέχνης παύει να είναι απλώς ένας ερμηνευτής και γίνεται φορέας ενός ρόλου,
ενός μηνύματος και μιας εμπειρίας η οποία ξεπερνάει το δικό του ατομικό πλαίσιο
και αγγίζει πλέον το συλλογικό. Ακριβώς έτσι όπως και στο αρχαίο θέατρο, ο
ηθοποιός που δεν ανέβαινε στη σκηνή τους ως εαυτός του, αλλά όσο ένα πρόσωπο,
μια μάσκα η οποία ενσάρκωνε τους ίδιους τους θεούς, τους ήρωες, τους δαίμονες,
καθώς και τις ανθρώπινες αδυναμίες. Κατά αντίστοιχο τρόπο αλλά ως πρόσωπο — μια
μάσκα που ενσάρκωνε θεούς, ήρωες, δαίμονες, ανθρώπινες αδυναμίες. Αντίστοιχα,
στη rock και metal, η σκηνή γίνεται χώρος μύησης: ο καλλιτέχνης μεταμορφώνεται,
το κοινό συμμετέχει, και η μουσική αποκτά σώμα, μορφή και τελετουργική δύναμη.
Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα
μιας τέτοιας δράσης, ακόμη και δράματος παρουσιάζονται παρακάτω.
Alice
Cooper – Το
horror theatre της
rock
Ο Alice Cooper υιοθέτησε εξαρχής
μια διαφορετική περσόνα μέσω του ονόματος του. Ο ίδιος δεν τραγουδά απλά, αλλά
παίζει ένα ρόλο. Από την αρχή της καριέρας του, από τους πρωτεργάτες του shockrock, κάθε του εμφάνιση είναι ένα
σκοτεινό θέατρο τον τρόμου. Ο ίδιος έχει δηλώσει χαρακτηριστικά πως απλά ήθελε
να δημιουργήσει «μια παράσταση που να σοκάρει και να μαγνητίζει». Και εδώ και
δεκαετίες το κοινό του δεν το βλέπει απλά σαν ένα μουσικό, αλλά βλέπεις έναν
χαρακτήρα που ζει και πεθαίνει επί της σκηνής.
Kiss – Μυθολογία και υπερθέαμα
Οι Kiss, στα χνάρια των σούπερ
ηρώων των κόμικς, κατάφεραν να δημιουργήσουν μια μυθολογία χαρακτήρων, αλλά
ακόμα και να γίνουν και κόμικς: The Demon, The Starchild, The Spaceman, The
Catman. Με μάσκες, φλόγες, πυροτεχνήματα καθώς και θεατρικά σκηνικά, κάθε τους Live ήταν ένα υπερθέαμα, βγαλμένο από
κάποιο κόμικς, αλλά μπορεί να χαρακτηριστική και αρχαία τελετή ή κάποιος
σύγχρονο μιούζικαλ. Για αυτούς η σκηνή δεν αποτελεί τον χώρο για μουσική
εκτέλεση, αλλά ήταν ένα σύμπαν σούπερ ηρώων μέσα στο οποίο το κοινό δεν
παρακολουθεί απλά, αλλά συμμετέχει.
Rammstein – Πολιτικό και υπαρξιακό
θέατρο
Οι Rammstein, ακολουθώντας το
γερμανικό δράμα, κατάφεραν να μετατρέψουν τη σκηνή σε ένα πολιτικό αλλά και
υπαρξιακό θέατρο. Η κάθε τους παράσταση εμπεριέχει φωτιές, μηχανισμούς,
ολόκληρη σκηνοθεσία με μια πληθώρα συμβολισμών. Η κάθε τους εμφάνιση είναι μια
δραματουργική πράξη, στα όρια του αρχαίου δράματος. Η θεματολογία τους, στην
οποία εμπεριέχεται η έννοια της εξουσίας, η σεξουαλικότητα καθώς και βία, αλλά
και η ταυτότητα του ατόμου, παρουσιάζει με σκηνική ακρίβεια παράσταση που
θυμίζει τους μεγάλους Brecht και Artaud. Καμία κίνηση πάνω σε σκηνή δεν είναι
τυχαία, αλλά όλα είναι σκηνοθετημένα για να καταφέρουν να προκαλέσουν στο κοινό
μια συναισθηματική έκρηξη.
Μέσα από όλα αυτά τα παραδείγματα
μπορούμε να συμπεράνουμε πως δεν είναι λίγες φορές που η σκηνή γίνεται ένα
καθαρτήριο, όπως σε ένα αρχαίο δράμα. Εκεί όπου ο καλλιτέχνης και το κοινό
καταφέρνουν να βιώσουν μαζί την ένταση, την έκρηξη και τέλος τη λύτρωση. Όλο
αυτό δεν αποτελεί μια απλή συναυλία, αλλά μια μουσική τελετουργία και η
λειτουργία αυτή είναι βαθιά θεατρική, καθώς δεν αφορά μόνο το τι ακούς ούτε τη
βλέπεις, αλλά και το γεγονός πως το ζεις.
Ο χαρακτήρας ως προσωπείο
Ένα απαραίτητο συστατικό σε μια
θεατρική παράσταση είναι και η μάσκα. Δεν είναι λίγες φορές, ειδικά στο θέατρο,
η μάσκα περισσότερο φανερώνει παρά κρύβει. Ίσως ένα ερώτημα το οποίο δύσκολα
μπορεί να απαντήσει κάποιος και ίσως δεν είναι και απαραίτητο είναι: τι κρύβει
ακριβώς μια μάσκα και τι φανερώνει;
Στο θέατρο, το προσωπείο δεν είναι
απλώς μια μάσκα, αλλά είναι ένα σύμβολο της μεταμόρφωσης, ένα εργαλείο της
αποκάλυψης και πάνω από όλα ένα μέσο υπέρβασης εαυτού. Ένας ηθοποιός δεν παίζει
τον εαυτό του, αλλά έναν ρόλο ο οποίος του επιτρέπει να εκφράσει βαθύτερα, κάτι
συλλογικό. Και αυτό το συλλογικό μέσα στην rock & metalμουσική είναι οι φόβοι και οι
προσδοκίες του κοινού. Γι αυτό και η σκηνική παρουσία στη μουσική αυτή έχει
μεγάλη σημασία και πολλοί καλλιτέχνες επιλέγουν να εμφανίζονται, όχι ως οι
ίδιοι, αλλά ως πρόσωπα-σύμβολα, θεατρικές περσόνες οι οποίες ενσαρκώνουν ιδέες,
συναισθήματα και κοινωνικές συγκρούσεις, οι οποίες διέπουν και το κοινό τους.
Υπάρχουν αρκετά τέτοια παραδείγματα
ήδη από την δεκαετία του 70, αλλά συνεχίζονται και ως σήμερα.
David
Bowie – Ziggy Stardust
Ο Bowie, ίσως ο πρώτος που υιοθέτησε ένα
προσωπείο και δεν δημιούργησε απλώς ένα χαρακτήρα, αλλά μια ολόκληρη μυθολογία
γύρω από αυτό. Ο Ziggy Stardust δεν ήταν απλώς άλλο ένα πρόσωπο, καθώς ήταν
ένας εξωγήινος ροκ σταρ, αγγελιοφόρος της καταστροφής ο οποίος ήρθε στη γη για
να σώσει τους ανθρώπους μέσα από τη μουσική. Και κατά κάποιον τρόπο σίγουρα
έσωσε κάποιους ανθρώπους από τους δικούς του σκοτεινούς δαίμονες. Μέσα από
αυτόν, ο Bowie εξερεύνησε την αποξένωση, την ταυτότητα, την εφήμερη φύση της
δόξας. Ο Ziggy ήταν θεατρικό πρόσωπο, με κοστούμι, σκηνική παρουσία και
εσωτερική πλοκή — και όταν «πέθανε» επί σκηνής, το κοινό βίωσε κάθαρση, ακριβώς
όπως συμβαίνει στο αρχαίο ελληνικό δράμα.
Marilyn Manson – Μεταμοντέρνος
Μεφιστοφελής
Ο Manson κατάφερε να ενσαρκώσει μια
περσόνα η οποία συνδύαζε τον Μεφιστοφελή του Faust, τον Joker και τον Artaud.
Με το κατάλληλο μακιγιάζ, τα παραμορφωμένα κοστούμια και την προκλητική σκηνική
παρουσία του, που στην ουσία δεν ήταν μόνο σκηνική, κατάφερε να γίνει το
σύμβολο της παρακμής, της αμφισβήτησης, της πιο σκοτεινής πλευράς του
αμερικανικού ονείρου ή της αμερικανικής κουλτούρας. Το προσωπείο που υιοθέτησε
δεν ήταν μια απλή αισθητική επιλογή, ήταν μια θεατρική πράξη αντίστασης καθώς
και μια κραυγή ενάντια στην υποκρισία και τον καθωσπρεπισμό, στοιχεία που
διέπουν ακόμα σήμερα την αμερικανική κοινωνία.
Ghost – Ο Papa Emeritus και η
αντί-εκκλησία
Οι Ghost δημιούργησαν μια ολόκληρη
“αντί-εκκλησία”, με τον Papa Emeritus ως αρχιερέα του σκοτεινού rock. Πέρα από
το γεγονός πως ήταν μια έξυπνη εμπορική κίνηση, απευθυνόμενη σε ένα κοινό το
οποίο ούτως ή άλλως δεν είχε καλές σχέσεις με εκκλησιαστικά ζητήματα, κατάφερε
να δημιουργήσει και συνεχίζει να δημιουργεί μια ολόκληρη μυθολογία γύρω από το
πρόσωπο του Papa Emeritus. Η περσόνα που έχει δημιουργηθεί από τον Tobias Forge,
θυμίζει ένα θρησκευτικό θέατρο με πολλά στοιχεία από Brecht και λειτουργική
τελετουργία. Κάθε αλλαγή του Πάπα σηματοδοτεί μια νέα εποχή και μια νέα
θεατρική πράξη. Το συγκρότημα έχει αποδείξει πολλές φορές πάνω στη σκηνή τη
θεατρικότητα του και το κοινό δεν βλέπει απλώς μια μπάντα να παίζει, αλλά
συμμετέχει σε μια μυστηριακή τελετή, όπου η μουσική γίνεται το δόγμα και η
σκηνή ο ναός.
Εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε,
μέσα από τα παραπάνω παραδείγματα, πώς το προσωπείο στη rock και metal Δεν
αποτελεί απλώς ένα μέσο εντυπωσιασμού. Λειτουργεί ως ένα εργαλείο αφήγησης, ως
η πύλη προς το συλλογικό ασυνείδητο καθώς και ο καθρέφτης της εκάστοτε εποχής.
Ακριβώς όπως στο θέατρο, έτσι και εδώ ο χαρακτήρας δεν κρύβει τον καλλιτέχνη,
αλλά ουσιαστικά τον αποκαλύπτει. Μέσα σ αυτό το δράμα το κοινό αντί να βλέπει
έναν άνθρωπο, βλέπει μια ιδέα η οποία ζωντανεύει επί της σκηνής.
Ένας καλλιτέχνης είναι ουσιαστικά παρατηρητής του κόσμου. Συγκεντρώνει τις εμπειρίες του από τη δική του σκοπιά και, αν είναι μουσικός, τις μετατρέπει σε νότες και στίχους, αν και δεν είναι λίγες οι φορές που οι στίχοι περισσεύουν. Η ευαίσθητη ματιά του μουσικού, σε κάθε ταξείδι του, γεωγραφικό ή εσωτερικό, συλλέγει στοιχεία που μόνο εκείνος μπορεί να δει ή να περιγράψει. Και δεν είναι λίγες οι φορές που το στοιχείο έμπνευσης είναι μια ολόκληρη πόλη.
Η μοναδικότητα του David Bowie τον οδήγησε να επιλέξει μια πόλη που δεν είχε τραγουδηθεί από κάποιον αγγλόφωνο καλλιτέχνη: τη Βαρσοβία. Το Warszawa περιγράφει με νότες την πρωτεύουσα της Πολωνίας. Δημιουργήθηκε από τον Bowie μαζί με τον Brian Eno και βρίσκεται στο άλμπουμ Low (1977), το ενδέκατο άλμπουμ του καλλιτέχνη και πρώτο της περίφημης Βερολινέζικης Τριλογίας.
Ο Bowie επισκέφθηκε τη Βαρσοβία δύο φορές. Η πρώτη ήταν το 1973, όταν επέστρεφε στην Αγγλία από τη Σοβιετική Ένωση με τον Υπερσιβηρικό. Το τρένο σταμάτησε στον σταθμό Warszawa Gdańska και ο Bowie αποφάσισε να κάνει μια βόλτα. Όπως ομολόγησε στην τότε σύζυγό του Angie: «Ποτέ δεν έχω φοβηθεί τόσο πολύ στη ζωή μου». Δεν ήταν εγκληματικότητα που τον φόβισε, αλλά η διάχυτη θλίψη της πόλης, το κομμουνιστικό γκρίζο που κυριαρχούσε παντού. Στη μικρή του βόλτα επισκέφθηκε κι ένα βιβλιο-δισκοπωλείο, όπου αγόρασε μερικούς δίσκους. Ανάμεσά τους ήταν και ένας του παραδοσιακού πολωνικού συγκροτήματος Śląsk, με συνθέσεις του Stanisław Hadyna. Το κομμάτι Helokanie αποτέλεσε βασικό μοτίβο που ενσωματώθηκε στη σύνθεση του Bowie.
Η δεύτερη επίσκεψη, το 1976, μαζί με τον Iggy Pop, ολοκλήρωσε την εικόνα του για την πόλη. Αυτή τη φορά ήταν στάση στην επιστροφή τους από τη Μόσχα προς τη Ζυρίχη. Την τελική πνοή για τη δημιουργία του κομματιού έδωσε ο γιος του παραγωγού Tony Visconti, που έπαιξε στο πιάνο μια απλή μελωδία με τις νότες A-B-C. Ο Brian Eno την ανέπτυξε και την παρουσίασε στον Bowie, ολοκληρώνοντας την εισαγωγή.
Το Warszawa έγινε κομμάτι-σύμβολο. Άνοιγε τις περιοδείες του Bowie το 1978 και το 2002, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα σιωπής και προσμονής. Ενέπνευσε το όνομα του συγκροτήματος Warsaw, που αργότερα μετονομάστηκε σε Joy Division, λόγω ύπαρξης άλλου γκρουπ με το όνομα Warsaw Pakt. Οι φωνητικοί ήχοι που ακούγονται δεν είναι σε κάποια γλώσσα· είναι επινοημένες συλλαβές, σχεδιασμένες να θυμίζουν σλαβική χροιά, ενισχύοντας την αίσθηση ξενότητας και μυστικισμού.
Η κληρονομιά του κομματιού συνεχίστηκε: ο Philip Glass το μετέγραψε στη Low Symphony (1993), δίνοντάς του συμφωνική διάσταση. Σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς η μουσική μπορεί να λειτουργήσει ως ηχητικό πορτρέτο μιας πόλης και μιας εποχής.
Το Warszawa δεν είναι απλώς μια μελωδία· είναι η αποτύπωση μιας στιγμιαίας εμπειρίας σε διαχρονικό έργο τέχνης. Ο Bowie, παρατηρητής του κόσμου, κατέγραψε με ήχους την αίσθηση μιας πόλης που πάλευε με τη θλίψη και την ιστορία της. Ένα κομμάτι που δείχνει πως η μουσική μπορεί να γίνει μνήμη, τοπίο και ποίηση μαζί.
Η φύση διαρκώς μεταβάλλεται, μετουσιώνεται και αλλάζει μορφή. Η μόνη σταθερά της είναι η ίδια η αλλαγή. Τα πάντα στην φύση, αν δε μπορούν να αλλάξουν είναι καταδικασμένα να πεθάνουν και συνήθως με αργό και επώδυνο τρόπο, απλά να σαπίσουν. Στην ροκ μουσική ο μεγαλύτερος ψυχολογικός εφιάλτης κάθε μουσικού είναι να γίνεις βαρετός από το κοινό του. Οι αλλαγές όμως, λίγες φορές είναι πετυχημένες και πάντα έχουν κάποιο κόστος, που μεταφράζεται σε κάποια μερίδα των οπαδών, που απαρνούνται την αλλαγή του καλλιτέχνη. Αλλά υπάρχει ένας μουσικός, που καμιά αλλαγή του, μουσική και εμφανησιακή, δεν ήταν ικανή να απογοητεύσει κανέναν φαν του. Δεν είναι τυχαίο, που ο David Bowie πήρε το παρωνύμιο χαμαιλέων της ροκ. Οι μουσικές, αλλά κυρίως οι εμφανισιακές του αλλαγές, γινόταν πρώτη είδηση σε μουσικά έντυπα. Ίσως, ο πιο ολοκληρωμένος μουσικός της ροκ, από την αρχή της μουσικής του σταδιοδρομίας έδωσε το στίγμα του και από νωρίς προϊδέασε το κοινό του γι αυτό που θα ακολουθούσε. Το τραγούδι του, το Changes, ήταν περισσότερο σαν μια προφητική προειδοποίηση, παρά σαν δήλωση. Ανοίγει το τέταρτο άλμπουμ του το Hunky Dory του 1971, στο οποίο αλλάζει μουσικό στιλ, γίνεται πιο προσιτός στο ευρύ κοινό. Αλλά και απαλλάσσεται οριστικά από την προσωπικότητα του Major Tom και υιοθετεί αυτήν του Ziggy Stardust. Το Changes επικεντρώνεται στην καταναγκαστική φύση της καλλιτεχνικής επανεφεύρεση και οι στίχοι "Strange fascination, fascinating me/Changes are taking the pace I'm going through" είναι διαφωτιστικοί. Γενικά, όλο το λυρικό μέρος είναι ένα είδος μανιφέστου για την χαμαιλεοντική προσωπικότητά του, αλλά και για τις συχνές αλλαγές στην μουσική έκφραση της δεκαετία του '70. Το άλμπουμ στο οποίο βρίσκεται το τραγούδι είναι και το ντεμπούτο του στην Β. Αμερική, αν και το σινγκλ "The Man Who Sold the World" κυκλοφόρησε εκεί δυο χρόνια πριν. Οι αλλαγές που γινόταν ήδη στην ζωή του καλλιτέχνη, αποτέλεσαν την πηγή έμπνευσης δια το τραγούδι. Ο Bowie το έγραψε όταν διένυε μια πολύ σημαντική αλλαγή στην ζωή του. Η γυναίκα του , Angela, ήταν έγκυος στο πρώτο παιδί του ζευγαριού, τον Duncan. Ο ίδιος ήταν ευτυχής με το γεγονός αυτό, αλλά και τον νέο ρόλο που έπρεπε να αναλάβει. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο δημιουργός του, οι στίχοι σχετίζονται με νεανικό κοινό και στην ανάγκη τους να αλλάξουν τον κόσμο φτύνοντας το κατεστημένο, χωρίς καμιά διάθεση για διαπραγμάτευση. Αρχικά το τραγούδι ξεκίνησε σαν παρωδία μουσικών κομματιών που παιζόταν σε nightclub, κάτι σαν αυτοσχέδιο κομμάτι μια χρήσης. Ουσιαστικά είναι η πρώτη του προσπάθεια να παίξει πιάνο. Η προσέγγιση του αυτή του άνοιξε νέους ορίζοντες στην σύνθεση. Το πιάνο που χρησιμοποιήθηκε στο τραγούδι είναι το περίφημο, 100 χρονών Bechstein, παιγμένο όμως από τον Rick Wakeman, αργότερα μέλος των Yes. Το τραύλισμα «Ch-Ch-Changes" στο ρεφρέν είναι εμπνευσμένο από το My Generation των The Who, αλλά αργότερο ο Elton John το αντέγραψε στο Bennie And The Jets.
Το όνομα του David
Bowie και μόνο στο άκουσμα του, φέρνει
εκατοντάδες μελωδίες στο νου. Σε κλάσματα
του δευτερολέπτου περνάει όλη η μουσική
ιστορία μπρος στα μάτια, αλλά και στα
αυτιά. Ο καλλιτέχνης αυτός δεν έγραψε
μόνο ιστορία, είναι ιστορία. Και μετά
από δεκάχρονη απουσία από τα δισκογραφικά
δρώμενα ξανά-επιστρέφει με νέο άλμπουμ.
Το να κάνεις κριτική σε κάποιο του δίσκο
φαντάζει περισσότερο με το ανέκδοτο
όπου ένα μυρμήγκι κρεμασμένο στον λαιμό
ενός ελέφαντα, προσπαθεί να τον πνίξει.
Ο κύριος "μουσική
ιστορία" επέστρεψε και μάλιστα με
παραγωγό τον Tony Visconti, παραγωγό του Space
Oddity, της αρχής της μουσικής του ιστορίας
από την χρονιά του 1969. Ελπίζω να μην
θέλει να την κλείσει με αυτόν τον τρόπο,
μια που μετά από 44 χρόνια προσφοράς και
πίστης στον θεό του rock'n'roll δεν έχει
στερέψει. Κάπου μέσα στον Ιανουάριο,
μοιράστηκε μια πρώτη γεύση από το
επερχόμενο του άλμπουμ με το τραγούδι
"Where Are We Now?" .... και με μια ξινίλα
το ίδιο αναρωτήθηκα. Αλλά με την κυκλοφορία
του άλμπουμ The Next Day, ήρθε στα αυτιά μου
και το "The Stars (Are Out Tonight)", το δεύτερο
single από αυτό το άλμπουμ. Σίγουρα το
ερωτικό σκίρτημα που ένιωθα με την πρώτη
μου μουσική γνωριμία με τον Bowie δεν ήρθε,
αλλά μια ζεστή ηλιαχτίδα πολύχρονης
αγάπη με διαπέρασε. Ναι, ήταν σα μια
συνάντηση με ένα αγαπημένο πρόσωπο που
έχεις να δεις καιρό.
Η κατανόηση του
καλλιτέχνη δεν είναι μια εύκολη υπόθεση
και το νέο του άλμπουμ δεν αποτελεί
εξαίρεση. Όπως και το παρθενικό του
Space Oddity, που χρειάστηκε δύο χρόνια για
να αναγνωριστεί, έτσι κι αυτό, μετά από
δύο χρόνια ηχογραφήσεων, θέλει τον χρόνο
του. Το "έχτισε" μουσικά και
στιχουργικά μόνος του. Σίγουρα η έννοια
της καλής προσπάθειας δεν ισχύει για
τραγουδοποιό του βεληνεκούς του και οι
απαιτήσεις από αυτόν, μετά από 23 albums,
είναι μεγάλες. Και με σιγουριά, μετά από
3 ακούσματα του νέου του album, μπορώ να πω
ότι ανταποκρίνεται σε αυτές. Δεν κουράζει
και όσο το ακούς, τόσο μπαίνεις στην
μουσική του πραγματικότητα, σε απορροφάει
αργά και ηδονικά. Δεν το ακούς, το βιώνεις,
δεν είναι εύκολο στο άκουσμα, αλλά είναι
μια ακόμα ηχητική περιπέτεια, την οποία
μας καλεί να ζήσουμε. Θα επιμείνω να
μην ξεχωρίζω τραγούδια, γιατί λειτουργεί
σαν συμφωνία κλασικής μουσικής, με
χωριστά κομμάτια, καλά δομημένα που
δημιουργούνμια ενιαία αρμονία . Από την αρχική "ξινίλα"
μου, η μουσική "επίγευση" που μένει
περιγράφεται με μια λέξη: ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ!
Το "Heroes" είναι ένα χαρακτηριστικό
παράδειγμα, όπου η φήμη ξεπερνάει σε
δύναμη την πραγματικότητα, αλλά στη
συγκεκριμένη περίπτωση η ίδια αυτή η
φήμη είναι πιο πολύ γοητευτική από την
πραγματικότητα. Το τραγούδι είναι μια
σύνθεση των David Bowie και Brian Eno. Βρίσκεται
στο ομώνυμο άλμπουμ του, που και αυτό
με την σειρά του ανήκει στην περίφημη
περίοδο του Βερολίνου.
Ο τίτλος του κομματιού είναι δανεισμένος
ή απλά αναφορά στο Hero 1975, μια σύνθεση
των Γερμανών Neu!, τους οποίους θαύμαζαν
οι δυο δημιουργοί. Ο Tony Visconti, παραγωγός
του τραγουδιού, εμπνεύστηκε τους στίχους
από ένα ζευγάρι, που συναντιόταν υπό
την σκιά του τοίχους του Βερολίνου. Μια
εικόνα που "δανείστηκε" κοιτάζοντας
από το πίσω παράθυρο του "Hansa Studios",
όπου ηχογραφούσε ο Bowie. Η φήμη αυτή
επικράτησε μάλλον λόγω της ομορφιάς
της εικόνας, αλλά η πραγματικότητα είναι
κάπως διαφορετική. Καταρχήν από το
συγκεκριμένο στούντιο δεν υπάρχει καμιά
οπτική επαφή με το (πρώην) τοίχος. Και η
δεύτερη φήμη, που κοντεύει την
πραγματικότητα είναι απλά ότι κάποιος
από τους τρεις έκανε κάποιες παρασπονδίες,
οποίες καλύφθηκαν με αυτήν την όμορφη
ιστορία, ενώ πραγματικά ένας από τους
Bowie, Eno και Visconti έβλεπε κάποιον παράνομο
δεσμό του.
Το σινγκλ κυκλοφόρησε σε τρεις γλώσσες,
γερμανικά σαν "Helden", γαλλικά σαν
"Héros"
και φυσικά, στα αγγλικά. Τα περισσότερα
όργανα στο τραγούδι παίζει ο ίδιο ο
τραγουδιστής.
Η δεκαετία του '80
βρίσκει τον David Bowie με καινούργιο δίσκο,
το Scary Monsters (and Super Creeps) (1980), ο οποίος
κλείνει έναν κύκλο του καλλιτέχνη. Η
μεγάλη επιτυχία του δίσκου είναι το
"Ashes to Ashes", μια συνέχεια του "Space
Oddity". Με κεντρικό ήρωα τον Major Tom, ο
τραγουδοποιός απαλλάσσεται από τις
μάσκες και προσωπικότητες προηγούμενων
ετών, σατιρίζοντας τον ήρωα. Είναι ακόμα
ένα κομμάτι που ουσιαστικά αποτελεί
αυτοβιογραφικό μέρος της δισκογραφίας
του. Το παράξενο είναι ότι, αποτέλεσε
το δεύτερο Νο 1 του καλλιτέχνη, με πρώτο
το, αρχικά απαξιωμένο από το κοινό,
"Space Oddity".
Ο επόμενος του
δίσκος είναι το Let's Dance (1983), αν και
αποτελεί ορισμό του ροκ, έχει πιο
ευκολοχόνευτες συνθέσεις και την
παραγωγή κάνει ο Nile Rogers, παραγωγός των
ντίσκο Chic. Στον άλμπουμ παίζει κιθάρα
ο Steve Ray Vaughn,
αλλά δεν τον συνοδεύει στην περιοδεία
που ακολουθεί την κυκλοφορία του
άλμπουμ,μιας που δεν ταίριαζαν τα χνώτα τους. Επίσης περιέχει και το "China
Girl", μια σύνθεση του Iggy
Pop, που
για καιρό το το βιντεοκλίπ υπήρχε στη
μαύρη λίστα του MTV,
λόγω των τολμηρών ερωτικών σκηνών, πάντα
με την λογική του μουσικού καναλιού. Ο
Bowie, εγκαταλείπει οριστικά την γκλάμουρ
εικόνα του ροκ σταρ και υιοθετεί την
εικόνα ενός τζέντλεμαν δεχόμενος και
πολλά ειρωνικά σχόλια, από αρκετούς
μουσικούς δημοσιογράφους. Το Tonight (1984),
έχει χλιαρή υποδοχή από τους κριτικούς,
αν και έχει αρκετή ανταπόκριση από το
κοινό και πολύ καλές συνεργασίες. Όπως
και το επόμενο Never Let Me Down (1987), θεωρείται
από τους θαυμαστές σαν χειρότερος δίσκος
του. Ακόμα και ο ίδιος θέλει να ξεχάσει την ύπαρξη του.
Η επόμενη δεκαετία
τον βρίσκει με τακτικό συγκρότημα, τους
Tin Machine και με μεγάλες τουρνέ ανά την
υφήλιο. Στο Black Tie White Noise (1993) εγκαταλείπει
τον κλασικό ροκ ήχο και προσθέτει και
άλλα είδη στο ρεπερτόριό, με αρκετή
επιτυχία. Στο Outside (1995) ξανασυνεργάζεται
με τον Brian Eno. Με το Earthling (1997), πειραματίζετα
με την νέα τεχνολογία και συμπεριλαμβάνει
στοιχεία
jungle και
drum and bass στις
συνθέσεις του. Το Hours... (1999), περιλαμβάνει
το "What's
Really Happening",
το οποίο το συνέθεσε μαζί με έναν οπαδό
του καλλιτέχνη, που κέρδισε σχετικό
διαγωνισμό στο ίντερνετ. Τα τελευταία
δύο του άλμπουμ είναι το Heathen (2002) και
Reality (2003). Και μια δεκαετία μετά θα
κυκλοφορεί The Next Day στις 12 Μαρτίου. Το
πρώτο σινγκλ Where Are We Now? δε με ενθουσίασε, αλλά ο δίσκος ακούγεται ολόκληρος και περιέχει αρκετά διαμάντια, που δείχνουν, ότι η ρυτίδες δεν επηρεάζουν το πνεύμα.
Ο David Robert Jones, ο χαμαιλέοντας της ροκ, ο Ziggy Stardust και πιο
γνωστός σαν David Bowie. Γεννήθηκε 8 Ιανουαρίου
του 1947 στο Brixton της Αγγλίας. Άλλαξε το
όνομα σε David Bowie όταν ξεκίνησε να εμφανίζεται στην σκηνή, για να μην τον
μπερδεύουν με τον ντράμερ των The Monkees
που λεγόταν Davy Jones. Η δυσκολία του άρθρου
δεν συνίσταται στην έλλειψη υλικού για
αυτόν τον καλλιτέχνη, αλλά στο ότι, ό,τι
και να γράψω θα είναι το λιγότερο ελλιπές Ούτε ένα πολυσέλιδο βιβλίο
δεν μπορεί να χωρέσει μια 47χρονη πορεία
αυτού του τραγουδιστή, τραγουδοποιού,
στιχουργού,ηθοποιού, μουσικού
παραγωγού..... και μια σελίδα ακόμα
χαρακτηρισμών. Η επιρροή του ήταν και
είναι ακόμα καταλυτική σε αμέτρητους καλλιτέχνες.
Μια επιγραμματική
αναφορά, όμως, αξίζει τον κόπο να γίνει
με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του
άλμπουμ, την ημέρα των 66ων γενεθλίων του, μετά από δεκάχρονη απουσία από την
δισκογραφία. Η μουσική του τραγουδιστή
που έχει πουλήσει πάνω από 136 εκατομμύρια
δίσκους ξεκινά το 1966, με την κυκλοφορία
του ομώνυμου άλμπουμ του. Πιο πριν έπαιζε
σε διάφοραrythm'n'blues
σχήματα,
μεταξύ των οποίων οι The Lower Third, παίζοντας
σαξόφωνο και τραγουδώντας, χωρίς
ιδιαίτερη ανταπόκριση. Η απόφασή του
να ακολουθήσει σόλο πορεία, ήταν καθοριστική για την συνέχεια. Η πρώτη
του κυκλοφορία παίρνει πολύ καλές
κριτικές, αλλά το κοινό ακόμα δεν
ανταποκρίνεται στις μουσικές προτάσεις
του πρωτοπόρου καλλιτέχνη. Το 1969
κυκλοφορεί το Space Oddity ( κοσμική
προσωπικότητα) και με το ομώνυμο τραγούδι
του άλμπουμ μας δίνει την πρώτη γεύση
για τα μελλούμενα του, αν και στην αρχή
πάλι κανένας δεν δίνει δεκάρα για το, αργότερα, κλασικό ομώνυμο του δίσκου
τραγούδι.
Η επόμενη δεκαετία
ξεκινάει για τον Bowie με το The Man Who Sold the
World (1970). Εγκαταλείπει της φολκ και
ακουστικές φόρμες και συνεργάζεται με
τον hard
rock κιθαρίστα
Mick Ronson, δημιουργώντας πλέον πιο σκληρό
ήχο. Το πρωτόγνωρο όμως η εμφάνιση του,
φοράει φούστα, ειδικά σχεδιασμένη γι
αυτόν από το Michael Fish, γνωστό σχεδιαστή
μόδας. Προβάλει έναν αντρόγυνο τύπο από
το κόσμο του Ziggy Stardust. Με αυτό προσωνύμιο
κυκλοφορεί και το The Rise and Fall of Ziggy Stardust
and the Spiders from Mars (1972), ένα concept
άλμπουμ,
που μιλάει για ένα εξωκοσμικό πρόσωπο,
το οποίο γίνεται ροκ σταρ στον πλανήτη
Γη. Ασπάζεται πλήρως τον ρόλο του Ziggy
Stardust και εμφανίζεται με αυτό το όνομα
παντού. Ένα χρόνο αργότερο εγκαταλείπει
αυτό το πρόσωπο δηλώνοντας ότι σταματάει
τις εμφανίσεις τους... αλλά σαν Ziggy
Stardust και επιστρέφει στον David Bowie.
Η συνέχεια είναι
άκρως παραγωγική, αν και ο καλλιτέχνης
ακροβατεί ανάμεσα σε τρέλα και τον
εθισμό του στην κοκαΐνη. Πέρα από πλούσια
δισκογραφία, πρωταγωνιστεί και στην
ταινία The Man Who Fell to Earth. Συνεχίζει να
πρωτοπορεί μουσικά από concept άλμπουμ (
Diamond Dogs) άλμπουμ βασισμένο στο 1984 του
George Orwell μέχρι και την περίφημη Βερολινέζικη
Τριλογία, τρία άλμπουμ γραμμένα και
ηχογραφημένα στο Βερολίνο και επηρεασμένα από την krautrock, γερμανική ροκ. Καθορίζει
το απόλυτο στυλ του καλλιτέχνη, ειδικά
με το πρώτο από τα τρία άλμπουμ, το Low.
Στη δεύτερη πλευρά, που έχει μόνο
ινστρουμένταλ συνθέσεις, δεσπόζει το
Warszawa. Κομμάτι αυτό έδωσε το όνομα στους
Warsaw , τους μετέπειτα Joy
Division.
Το "China Girl", είναι ένα τραγούδι που έγραψαν ο David Bowie και o Iggy Pop κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο Βερολίνο… Το κομμάτι πρωτοεμφανίστηκε στο album του Pop "The Idiot" το 1977, ωστόσο έγινε ευρέως γνωστό και αγαπήθηκε όταν ηχογραφήθηκε για δεύτερη φορά και επανακυκλοφόρησε στο album "Let’s Dance", του David Bowie το 1983… Σύμφωνα με τον Paul Trynka, τον συγγραφέα της βιογραφίας του Bowie με τίτλο "Starman", πηγή έμπνευσης του τραγουδιού αποτέλεσε το «ξεμυάλισμα» του Iggy Pop με μια πανέμορφη βιετναμέζα γυναίκα εν ονόματι Kuelan Nguyen…