Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rotting Christ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rotting Christ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Η επιτυχία στην μουσική βιομηχανία Part II

 

Η αρχιτεκτονική είναι μία επιστήμη η οποία έχει στηρίξει το κάθε πολιτισμό, αλλά ουσιαστικά το ορίζει κιόλας, εξαιτίας του γεγονότος πως οι δημιουργίες της μένουν στο χρόνο. Η πρόσβαση στα υλικά στα αρχαία χρόνια δεν ήταν τόσο εύκολη, έτσι οι αρχιτέκτονες προσπάθησα να σχεδιάσουν κάτι που θα μείνει στην ιστορία με βάση τα υπάρχοντα υλικά. Κάτι το οποίο είναι σωστά δομημένο, ακόμα και αν το υλικό δεν είναι το καλύτερο, καταφέρνει να κρατηθεί στο χρόνο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι παλιές γέφυρες που κατάφεραν να αντέξουν σεισμους, στηριζόμενες ουσιαστικά σε μία βασική πέτρα. Κάπως έτσι λειτουργεί και η βιομηχανία της μουσικής, μικρά σημεία χτίζουνε κάτι που θα μείνει στο χρόνο. Και τα στοιχεία αυτά βέβαια αποτελούνται από νότες, αλλά και πράγματα που φαίνονται ασήμαντα σε έναν μουσικό.

 


Υποκουλτούρα, Κοινότητα Φαν & Υποπολιτισμικό Κεφάλαιο

 

Μπορεί ακόμα και η ροκ και η metal μουσική να αποτελούν προϊόντα, αλλά αυτά δεν καταναλώνονται απλά παθητικά. Κυρίως στη metal δημιουργούνται κοινότητες και αυτές ακολουθούν κάποια μοτίβα συμπεριφοράς τα οποία έχουν να κάνουν με τις αγαπημένες τους μπάντες. Η Thornton το 1995, επεκτείνοντας τη θεωρία του Bourdieu, εισάγει την έννοια του υποπολιτισμικού κεφαλαίου, δηλαδή έχει να κάνει με τη γνώση των κωδικών εντός μιας κοινότητας, τη συμμετοχή σε σκηνικά δίκτυα, η συλλογή των δίσκων, καθώς και την παρακολούθησε των συναυλιών και πολλές φορές συμμετοχή σε forums/zines. Όλα αυτά είναι μορφές του πολιτισμικού νομίσματος οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να καθορίσουν ακόμα και την ιεραρχία μέσα σε μία τέτοια κοινότητα.

 

Οι Kahn-Harris (2007) και Jenkins (1992) αναδεικνύουν το γεγονός πως οι οπαδοί των συγκροτημάτων δεν είναι απλοί καταναλωτές, αλλά είναι οι ίδιοι οι οποίοι χτίζουν το νόημα, δηλαδή δημιουργούν το περιερχόμενο, οργανώνουν το fun clubs, προωθούν το υλικό μιας μπάντας από στόμα σε στόμα και γενικά λειτουργούν ως πρεσβευτές ή αντιπρόσωποι ενός συγκροτήματος. Σε κάποιες συγκεκριμένες metal σκηνές, στις οποίες η εμπορική προβολή είναι συχνά πολύ περιορισμένη, η οργανική ανάπτυξη μέσω τέτοιων δικτύων που αποτελούνται από τους οπαδούς, είναι ο μόνος δρόμος για τη βιωσιμότητα της μπάντας. Γενικά μία μπάντα η οποία επενδύει στην αλληλεπίδραση, στην προσβασιμότητα καθώς και στην αναγνώριση της κοινότητας της, ουσιαστικά χτίζει ένα κοινωνικό κεφάλαιο που μπορεί να μετατραπεί σε μία μακροπρόθεσμη επιτυχία.



Υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά παράδειγματα συγκροτημάτων τα οποία στηρίζονται στην συμμετοχή του κοινού. Το πρώτο μεγάλο όνομα είναι οι Iron Maiden, οι οποίοι διατηρούν δεκαετίες τι είναι επιτυχία τους μέσα από ένα παγκόσμιο δίκτυο δικτύων fanzines και επίσημων fan clubs πως στην ουσία λειτουργούν ως ένας ανεξάρτητος μηχανισμός προώθησης. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δικοί μας Rotting Christ μετέτρεψαν  το underground tape-trading και το word-of-mouth σε ένα κεφάλαιο που τους εξασφαλίζει πιστό κοινό χωρίς mainstream έκθεση. Οι Γάλλοι Gojira διαρκώς εμπνέουν τους οπαδούς τους για να γίνουν πρεσβευτές ενός οικολογικού και φιλοσοφικού μηνύματος, μέσα από την οργάνωση καμπάνιας  και ουσιαστικά από underground progressive metal με πολύ περιορισμένο κοινό, αλλά πιστό, ουσιαστικά οδηγήθηκαν στο να παίξουν σε έναρξη Ολυμπιάδας και να γίνουν το πρώτο metal συγκρότημα που συμμετείχε σε τέτοια είδους εκδήλωση. Οι Sleep Token από την άλλη σκόπιμα τροφοδότησαν μία απόκρυφη αφήγηση οδηγώντας στους οπαδούς της μπάντας σε ένα είδος αρχαιολόγους του δικού τους μύθου και παράλληλα δημιουργώντας δημοφιλής θεωρίες και ερμηνείες που ουσιαστικά διαφημίζουν και το συγκρότημα. Ενώ οι Amon Amarth χρησιμοποίησαν τον μύθο των Βίκινγκς καλώντας τους οπαδούς τους να συμμετέχουν στη συλλογική αυτή ταυτότητα και παράλληλα δημιούργησαν ένα φανατικό κοινό.

 

Τεχνολογία, Streaming & Αλγοριθμική Ορατότητα

 

Η τεχνολογία άλλαξε τα δεδομένα και στη μουσική, όχι μόνο ως δημιουργία αλλά και στην προώθηση της. Η μετάβαση από την φυσική πώληση στην ψηφιακή και στα ψηφιακά streams άλλαξε σε μεγάλο βαθμό τους μηχανισμούς που μπορούν να γνωστοποιήσουν ένα συγκρότημα για έναν καλλιτέχνη. Στις μέρες μας η ορατότητα μιας μπάντας, δηλαδή ο βαθμός κατά τον οποίο μπορεί ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων να ακούσει και να την δει, καθορίζεται πλέον από τους αλγόριθμους που έχουν διάφορες πλατφόρμες προβολής, όπως είναι Spotify, YouTube, TikTok, από τις playlists, αλλά και μηχανισμούς viral διάδοσης. Ο Wikström το 2020 και ο Morris  λίγο νωρίτερα, το 2015, ήδη το έχουν παρατηρήσει και αναφέρουν πως η ψηφιακή μουσική οικονομία δεν έχει έναν ουδέτερο χαρακτήρα και ευνοεί συγκεκριμένα μοτίβα κατανάλωσης, όπως είναι η μικρή διάρκεια, η άμεση προσοχή που δείχνει το βίντεο ή ο ήχος, καθώς και την τακτική επανάληψη, δημιουργώντας παράλληλα μορφές ανισότητας στην προβολή της μουσικής.



Στη rock και metal μουσική τα μουσικά κομμάτια έχουν μεγαλύτερη διάρκεια, άρα γίνονται λιγότερα φιλικά προς τους αλγόριθμους. Η στρατηγική τοποθέτηση σε niche playlists, η συνεργασία με influencers του είδους, η δημιουργία οπτικού περιεχομένου (lyric videos, live sessions, behind-the-scenes) και η εκμετάλλευση του YouTube ως δευτερεύουσας πλατφόρμας ανακάλυψης έχουν γίνει απαραίτητα εργαλεία. Αν και υπάρχει μία λανθασμένη άποψη προς η τεχνολογία μειώνει την ποιότητα, αυτό στην ουσία δεν ισχύει καθώς δεν την αντικαθιστά, απλά λειτουργεί ως διαφορετικός πολλαπλασιαστής ή ένα ακόμα φίλτρο για την ορατότητα ενός καλλιτέχνη. Σίγουρα στο παρελθόν, όπου υπήρχε φυσική πώληση, λειτουργούσαν πάλι τέτοιοι μηχανισμοί απλά με διαφορετικό τρόπο. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα πλέον, στα οποία νέες χρησιμοποιούν μικρά βιντεράκια στις πλατφόρμες, κάτι που τραβάει εύκολα το βλέμμα και την προσοχή νέου ακροατή και ίσως υποψήφιο οπαδού της μπάντας.

 

Συγκυρία, Πολιτισμικό Πλαίσιο & ο Ρόλος της Τύχης

 

Οι Peterson & Berger το 1975 και ο Frith το 1987 ασχολήθηκαν και ανέλυσαν την έννοια της πολιτιστικής παραγωγής και συμπέραναν πως η επιτυχία έχει να κάνει με πολιτισμικούς ιστορικούς σταθμούς, όπως είναι για παράδειγμα οι κοινωνικές αναταραχές, οι αλλαγές στην κουλτούρα των νέων, κένα που έχουν δημιουργηθεί στην αγορά, καθώς και κάποιες χρήσεις ενός τραγουδιού, όπως είναι η χρήση σε ταινία ή παιχνίδια και δημοφιλή video. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορούμε να μιλάμε για κάποια τυφλή σύμπτωση, αλλά για την ικανότητα μιας μπάντας ή ενός καλλιτέχνη ή του επιτελείου να μπορέσεις να γνωρίσει και να αξιοποιήσει μία πολιτισμική ευκαιρία όταν αυτή εμφανίζεται.

Στη metal μουσική υπάρχουν αρκετά τέτοια παραδείγματα, αλλά τα πιο χαρακτηριστικά είναι άνοδος του groove metal στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, αλλά επίσης αναβίωση του traditional heavy metal τη δεκαετία του 2010, κάτι που δεν είχε να κάνει με μουσικές καινοτομίες αλλά σε μία γενική πολιτισμική κόπωση από τα προηγούμενα trends, επίσης αλλαγές στα μέσα παραγωγής καθώς και στην συλλογική νοσταλγία ή ακόμα αναζήτηση πιο βαριάς μουσικής σε περιόδους κοινωνικής αβεβαιότητας. Η επιτυχία λοιπόν, έχει να κάνει με την σωστή στιγμή, το timing, καθώς και την πολιτισμική συντονιστικότητα, όπως το ονόμασαν οι ακαδημαϊκές πηγές, ή αλλιώς cultural resonance.



Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δυο «βρετανικές εισβολές» στην αμερικάνικη μουσική αγορά, η μία στη δεκαετία του 60 και και η επόμενη 2 δεκαετίες μετά, που είχαν ακριβώς το σωστό timing και έκανα κάθε βρετανική μπάντα να κάνει τρελές πωλήσεις στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Επίσης κάποιες μπάντες έχουν ταυτιστεί με τον πόλεμο του Βιετνάμ και με τους στρατιώτες που γυρνούσαν από τον πόλεμο να τις καθιερώνουν και στην αμερικάνικη αγορά και όχι μόνο στα στρατόπεδα το αμερικάνικου στρατού.

Ουσιαστικά, ξύσαμε λίγο την επιφάνεια και απλά είδαμε μερικούς παράγοντες που μπορούν να καθορίσουν την επιτυχία ή μη μιας ροκ ή μιας metal μπάντας. Και σίγουρα δεν είναι μόνο αυτά πού την καθορίζουν, αλλά υπάρχουν πολλά σημεία ακόμα αν υποθέσουμε πως η μπάντα έχει ήδη τη μουσική αρτιότητα. Σίγουρα η επιτυχία μιας μπάντας ή ενός καλλιτέχνη δεν είναι μονοδιάστατο φαινόμενο και ως θεμέλιο πρέπει να θεωρηθεί η ποιότητα, αλλά η άνοδος, εδραίωση, αλλά ακόμα και η μακροζωία ενός συγκροτήματος καθορίζονται από ένα πλήθος αλληλοεπικαλυπτόμενων παραγόντων, όπως για παράδειγμα τα βιομηχανικά δίκτυα και gatekeepers, στρατηγικό μάρκετινγκ και κατασκευή αυθεντικότητας, ενεργές κοινότητες φαν και υποπολιτισμικό κεφάλαιο, αλγοριθμική ορατότητα και ψηφιακή προσαρμογή, καθώς και πολιτισμική συγκυρία και πάντα λίγη τύχη να είναι υπολογίσιμη.

Η κατανόηση των μηχανισμών αυτών δεν μειώνει την τέχνη ούτε την υποβαθμίζει, αλλά αντίθετα μπορεί και εύκολα να αναγνωρίσουμε το γεγονός πως η μουσική δε ζει στο κενό, αν και πολλές φορές είναι ένας ανεξάρτητος οργανισμός. Η μουσική που ακούμε σήμερα ζει μέσα στα συστήματα που ζούμε κι εμείς, μέσα στις ίδιες κοινότητες και ακολουθεί τις ίδιες ιστορικές στιγμές. Και για αυτό το λόγο ακριβώς οι επιτυχίες στη ροκ και στη metal μουσική είναι συγχρόνως καλλιτεχνική, κοινωνική και η βιομηχανική πράξη.

Jacek Henryk Maniakowski

Part I 

Πηγές: 

1. Anderton, C., Dubber, A., & James, M. (2011). Understanding the Music Industry. SAGE Publications. 

2. Frith, S. (1987). "Towards an Aesthetic of Popular Music". Στο Music and Society: The Politics of Composition, Performance and Reception (επιμ. R. Leppert & S. McClary). Cambridge University Press. 

3. Hesmondhalgh, D. (2019). The Cultural Industries (4η έκδ.). SAGE Publications. 

4. Hirsch, P. M. (1972). "Processing Fads and Fashions: An Organization-Set Analysis of Cultural Industry Systems". American Journal of Sociology, 77(4), 639–659. 

5. Jenkins, H. (1992). Textual Poachers: Television Fans and Participatory Culture. Routledge. 

6. Kahn-Harris, K. (2007). Extreme Metal: Music and Culture on the Edge. Berg Publishers. 

7. Moore, A. F. (2002). "Authenticity as Authentication". Popular Music, 21(2), 209–223. 

8. Morris, J. W. (2015). Selling Digital Music, Formatting Culture. University of California Press. 

9. Peterson, R. A., & Berger, D. G. (1975). "Cycles in Symbolic Production: The Case of Popular Music". American Sociological Review, 40(2), 158–173. 

10. Thornton, S. (1995). Club Cultures: Music, Media and Subcultural Capital. Polity Press. 

11. Weinstein, D. (2013). Heavy Metal: The Music and Its Culture (αναθεωρημένη έκδ.). Da Capo Press. 

12. Wikström, P. (2020). The Music Industry: Music in the Cloud (3η έκδ.). Polity Press. 


Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

Rotting Christ - Non Serviam

 Οι λέξεις χάνουν την σημασία τους μέσα στα χρόνια, αλλά στην πραγματικότητα, απλά την κρύβουν. Οι ποιητές είναι αυτοί, οποίοι εύκολα μπορούν να επιφέρουν στην επιφάνεια, την αρχετυπική τους έννοια, μαζί με την δύναμη της. Ἐρέσσω    σημαίνει κωπηλατώ, το πρόθεμα «υπό» ορίζει την κατάσταση του κωπηλάτη, όχι μόνο την σχέση εξουσίας, αλλά και την θέση του στο πλοίο, δηλαδή κάτω από το κατάστρωμα. Ο ερέτης, δεν είχε την γνώση της πορείας του πλοίου, ούτε καν την οπτική επαφή. Αναμφίβολα ούτε καν καμιά άποψη για τον προορισμό.

Όταν όμως, το πλοίο είναι ο ίδιος μας εαυτός, ερμηνεύοντας το αλληγορικά, η πορεία του η ίδια η ζωή μας, τότε η άρνηση της υπηρεσίας αποκτά άλλη δύναμη. Και ίσως, αντί για κωπήλατες, υπό τις προσταγές άλλων, να γίνουμε καπετάνιοι. Με πανιά να ωθούν την πορεία μας, υπομένοντας την άπνοια καμιά φορά, αλλά πάντα με την πίστη ότι θα συναντήσουμε το σωκρατικό δαιμόνιο και να φτάσουμε στο γνωθι σ εσυτόν.



Non Serviam, είπε ο Σάκης Τόλης και ο Δημήτρης Πατσούρης, γνωστός και ως Jim Mutilator, απλά το εξέφρασε σε στίχους, αλλάζοντας ταυτόχρονα και τη πορεία 4 μουσικών, αλλά και της ελληνικής metal σκηνής. Άλλωστε και ο ίδιος ο Σατανάς, το δήλωσε στην Ιουδαϊκή κοσμογονία.

Ο Σάκης Τόλης φοιτητής των Τ.Ε.Ι. της Σίνδου στο τμήμα των Τουριστικών Επιχειρήσεων, στα ’93-94, είχε ήδη κυκλοφορήσει κάποια ντέμο και ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ με το συγκρότημά του τους Rotting Christ. Σε μια καμπή της ζωής του, αποζητούσε μια δική του επανάσταση. Ενώ όλοι τον πίεζαν να συνεχίσει τις σπουδές του στη σχολή του και να βρει μια δουλειά στο δημόσιο. Να γίνει ένας «σκάρτος» άνθρωπος οποίος απλά θα ακολουθούσε μια κλασική πορεία. Ο ίδιος αποφάσισε απλά να σταματήσει τις σπουδές και να απαλλαγεί απ’ όλες τις μικροαστικές φιλοδοξίες και να αφιερωθεί στην μπάντα του. Πιθανόν ακούγοντας μια εσωτερική φωνή, ένα σωκρατικό δαιμόνιο.

Ήθελε να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, όσο και δύσκολος και να ήταν, αλλά σίγουρα ήταν ανυπότακτος. Στις απαρχές της μπάντας του, αλλά και με ελληνική πραγματικότητα, σαν μαστουρωμένη να περιβάλει κάθε αληθινό όνειρο ενός νέου, ουσιαστικά η επιλογή του φαινόταν σαν να ήταν εκτός … πραγματικότητας. Στο κυνήγι του βολέματος, αποφάσισε να ξεβολευτεί. Το μονοπάτι μιας ακραίας μουσική, όχι μόνο φάνταζε πολύ δύσκολο, αλλά και σχεδόν παράλογο.

Μέσα σε όλες του αυτές σκέψεις, ο Σάκης ήθελε να φτιάξει ένα μουσικό για να δείξει πως δεν υποτάσσεται. Όπως δήλωσε ο ίδιος στην συνέντευξή του για τις ανάγκες του κόμικς “SONG STORIES”.

Το κομμάτι τελικά του ακολούθησε και σαν τρόπος ζωής. Αν και αντιδράσεις δεν ήταν λίγες, ο ίδιος αποφάσισε να πράξει «κατά Δαίμονα Εαυτού», ακολουθώντας την φωνή κάποιου σωκρατικού δαιμόνιου. Το τραγούδι Non Serviam, από το ομώνυμο δεύτερο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ δεν ήταν μόνο σταθμός για την ελληνική black metal σκηνή, αλλά και για την ίδια την μπάντα και μια στάση ζωής, η οποία την ακολουθεί ως σήμερα.

Η μουσική δεν ήταν αρκετή, ώστε να κατανοηθούν όλες αυτές οι σκέψεις και αισθήματα, αλλά ήταν η απαρχή του τραγουδιού.  Στο δωμάτιο του leader της μπάντας αρχικά αποτυπώθηκε σε ένα κασετόφωνο, το οποίο το είχε πάντα για να ηχογραφεί τις μουσικές του ιδέες. Με εργαλεία μια ηλεκτρική κιθάρα και έναν ενισχυτή, αν δεν «μασιόταν» η κασέτα, πήγαινε στο προβάδικο για την προβάρουν όλοι. Αυτή ήταν οι διαδικασία δημιουργίας της μπάντας.

 Μιας που πηγαινοερχόταν στην Αθήνα, κάθε φορά που το συγκρότημα συναντιόταν στο στούντιο “Storm” κάπου στα Εξάρχεια, οι ιδέες δεν έμεναν και πολύ στο ράφι. Κατευθείαν γινόταν πρόβα και στο ίδιο στούντιο και ηχογραφόταν. Οι στίχοι δημιουργήθηκαν από τον Σάκη και τον Δημήτρης Πατσούρης, γνωστός και ως Jim Mutilator. Ουσιαστικά όλα αυτά εξέφραζαν όλη την μπάντα.

Το τραγούδι μεταφέρει την εποχή κατά την οποία και γράφτηκε. Ακόμα και σήμερα στις ζωντανές τους εμφανίσεις, το τραγούδι έχει  μια τεράστια αποδοχή, αποδεικνύοντας πως όμορφες ιδέες ποτέ δεν πεθαίνουν.

Έχει διασκευαστεί από πολλές  μπάντες του εξωτερικού κυρίως





Τρίτη 11 Ιουλίου 2023

Rock - e - pedia: Blackened Grindcore

 

Η οργή δεν έχει μέτρο ούτε μονάδα μέτρησης. Όταν μπορείς να μετριάσεις και να μετρήσεις την οργή, τότε παύει να υπάρχει.

Blackened Grindcore

 

 

Πως ακούγεται: σαν Grindcore, αλλά πιο κυριλέ και μουσικοί ξέρουν τι παίζουν και να παίζουν. Βασικά είναι black metal, αλλά με πιο νευρικό ντράμερ.

Γιατί να το ακούσουμε: δεν φτάνει στα όρια του grind, αλλά παραμένει Extreme. Και μέσα από το είδος βγήκαν μπάντες ορόσημα γενικά του ακραίου ήχου.



Γιατί όχι: Πέρα από μερικές μπάντες, που με την πάροδο του χρόνου εξέλιξαν τον ήχο ξεφεύγοντας από το είδος, δεν έχει κάτι να προσφέρει πλέον.

Που; Ευρώπη και ΗΠΑ.

Πότε; Μέσα της δεκαετίας του ‘90.

Ποιοι; Στους πρωτοπόρους του είδους συγκαταλάγονται οι Anaal Nathrakh και οι Rotting Christ, στα πρώτα τους άλμπουμ.


Αλλά ακόμα να ακούσεις: Plague Widow, Absvrdist, Knelt Rote, Kreft, Dephosphorus, Fukpig, Vermin Womb,Rejekts, Vomit Fist, Scream At The Sky.





Μέρες δόξας:  Δεκαετία ’90 και ’00, αλλά πάλι εξαιτίας συγκεκριμένων συγκροτημάτων. Ωστόσο έχουν σταθερό και φανατικό κοινό, το οποίο πολλές φορές δεν ξέρει πως λέγεται αυτό που ακούει.

Κόκκινη κάρτα: Πέρα από έναν μικρό και συγκεκριμένο αριθμό μπαντών δεν έχει προσφέρει κάτι περισσότερο. Αποκλειστικά προσφέρεται το είδος για κάποιους που θέλουν να πουλήσουν μούρη λέγοντας ένα εντυπωσιακό όνομα που λίγοι ξέρουν.

Με τι μπερδεύεται; Με Blackened Hardcore, Neo Crust, Black Metal, Extreme Metal,

Τι λες στον άσχετο; κάτι νευρικοί μουσικοί προσπαθούν να σε τρομάξουν και που ξέρεις, μπορεί και να τα καταφέρουν.


Jacek Henryk Maniakowski