Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Iron Maiden. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Iron Maiden. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Η επιτυχία στην μουσική βιομηχανία Part II

 

Η αρχιτεκτονική είναι μία επιστήμη η οποία έχει στηρίξει το κάθε πολιτισμό, αλλά ουσιαστικά το ορίζει κιόλας, εξαιτίας του γεγονότος πως οι δημιουργίες της μένουν στο χρόνο. Η πρόσβαση στα υλικά στα αρχαία χρόνια δεν ήταν τόσο εύκολη, έτσι οι αρχιτέκτονες προσπάθησα να σχεδιάσουν κάτι που θα μείνει στην ιστορία με βάση τα υπάρχοντα υλικά. Κάτι το οποίο είναι σωστά δομημένο, ακόμα και αν το υλικό δεν είναι το καλύτερο, καταφέρνει να κρατηθεί στο χρόνο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι παλιές γέφυρες που κατάφεραν να αντέξουν σεισμους, στηριζόμενες ουσιαστικά σε μία βασική πέτρα. Κάπως έτσι λειτουργεί και η βιομηχανία της μουσικής, μικρά σημεία χτίζουνε κάτι που θα μείνει στο χρόνο. Και τα στοιχεία αυτά βέβαια αποτελούνται από νότες, αλλά και πράγματα που φαίνονται ασήμαντα σε έναν μουσικό.

 


Υποκουλτούρα, Κοινότητα Φαν & Υποπολιτισμικό Κεφάλαιο

 

Μπορεί ακόμα και η ροκ και η metal μουσική να αποτελούν προϊόντα, αλλά αυτά δεν καταναλώνονται απλά παθητικά. Κυρίως στη metal δημιουργούνται κοινότητες και αυτές ακολουθούν κάποια μοτίβα συμπεριφοράς τα οποία έχουν να κάνουν με τις αγαπημένες τους μπάντες. Η Thornton το 1995, επεκτείνοντας τη θεωρία του Bourdieu, εισάγει την έννοια του υποπολιτισμικού κεφαλαίου, δηλαδή έχει να κάνει με τη γνώση των κωδικών εντός μιας κοινότητας, τη συμμετοχή σε σκηνικά δίκτυα, η συλλογή των δίσκων, καθώς και την παρακολούθησε των συναυλιών και πολλές φορές συμμετοχή σε forums/zines. Όλα αυτά είναι μορφές του πολιτισμικού νομίσματος οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να καθορίσουν ακόμα και την ιεραρχία μέσα σε μία τέτοια κοινότητα.

 

Οι Kahn-Harris (2007) και Jenkins (1992) αναδεικνύουν το γεγονός πως οι οπαδοί των συγκροτημάτων δεν είναι απλοί καταναλωτές, αλλά είναι οι ίδιοι οι οποίοι χτίζουν το νόημα, δηλαδή δημιουργούν το περιερχόμενο, οργανώνουν το fun clubs, προωθούν το υλικό μιας μπάντας από στόμα σε στόμα και γενικά λειτουργούν ως πρεσβευτές ή αντιπρόσωποι ενός συγκροτήματος. Σε κάποιες συγκεκριμένες metal σκηνές, στις οποίες η εμπορική προβολή είναι συχνά πολύ περιορισμένη, η οργανική ανάπτυξη μέσω τέτοιων δικτύων που αποτελούνται από τους οπαδούς, είναι ο μόνος δρόμος για τη βιωσιμότητα της μπάντας. Γενικά μία μπάντα η οποία επενδύει στην αλληλεπίδραση, στην προσβασιμότητα καθώς και στην αναγνώριση της κοινότητας της, ουσιαστικά χτίζει ένα κοινωνικό κεφάλαιο που μπορεί να μετατραπεί σε μία μακροπρόθεσμη επιτυχία.



Υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά παράδειγματα συγκροτημάτων τα οποία στηρίζονται στην συμμετοχή του κοινού. Το πρώτο μεγάλο όνομα είναι οι Iron Maiden, οι οποίοι διατηρούν δεκαετίες τι είναι επιτυχία τους μέσα από ένα παγκόσμιο δίκτυο δικτύων fanzines και επίσημων fan clubs πως στην ουσία λειτουργούν ως ένας ανεξάρτητος μηχανισμός προώθησης. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δικοί μας Rotting Christ μετέτρεψαν  το underground tape-trading και το word-of-mouth σε ένα κεφάλαιο που τους εξασφαλίζει πιστό κοινό χωρίς mainstream έκθεση. Οι Γάλλοι Gojira διαρκώς εμπνέουν τους οπαδούς τους για να γίνουν πρεσβευτές ενός οικολογικού και φιλοσοφικού μηνύματος, μέσα από την οργάνωση καμπάνιας  και ουσιαστικά από underground progressive metal με πολύ περιορισμένο κοινό, αλλά πιστό, ουσιαστικά οδηγήθηκαν στο να παίξουν σε έναρξη Ολυμπιάδας και να γίνουν το πρώτο metal συγκρότημα που συμμετείχε σε τέτοια είδους εκδήλωση. Οι Sleep Token από την άλλη σκόπιμα τροφοδότησαν μία απόκρυφη αφήγηση οδηγώντας στους οπαδούς της μπάντας σε ένα είδος αρχαιολόγους του δικού τους μύθου και παράλληλα δημιουργώντας δημοφιλής θεωρίες και ερμηνείες που ουσιαστικά διαφημίζουν και το συγκρότημα. Ενώ οι Amon Amarth χρησιμοποίησαν τον μύθο των Βίκινγκς καλώντας τους οπαδούς τους να συμμετέχουν στη συλλογική αυτή ταυτότητα και παράλληλα δημιούργησαν ένα φανατικό κοινό.

 

Τεχνολογία, Streaming & Αλγοριθμική Ορατότητα

 

Η τεχνολογία άλλαξε τα δεδομένα και στη μουσική, όχι μόνο ως δημιουργία αλλά και στην προώθηση της. Η μετάβαση από την φυσική πώληση στην ψηφιακή και στα ψηφιακά streams άλλαξε σε μεγάλο βαθμό τους μηχανισμούς που μπορούν να γνωστοποιήσουν ένα συγκρότημα για έναν καλλιτέχνη. Στις μέρες μας η ορατότητα μιας μπάντας, δηλαδή ο βαθμός κατά τον οποίο μπορεί ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων να ακούσει και να την δει, καθορίζεται πλέον από τους αλγόριθμους που έχουν διάφορες πλατφόρμες προβολής, όπως είναι Spotify, YouTube, TikTok, από τις playlists, αλλά και μηχανισμούς viral διάδοσης. Ο Wikström το 2020 και ο Morris  λίγο νωρίτερα, το 2015, ήδη το έχουν παρατηρήσει και αναφέρουν πως η ψηφιακή μουσική οικονομία δεν έχει έναν ουδέτερο χαρακτήρα και ευνοεί συγκεκριμένα μοτίβα κατανάλωσης, όπως είναι η μικρή διάρκεια, η άμεση προσοχή που δείχνει το βίντεο ή ο ήχος, καθώς και την τακτική επανάληψη, δημιουργώντας παράλληλα μορφές ανισότητας στην προβολή της μουσικής.



Στη rock και metal μουσική τα μουσικά κομμάτια έχουν μεγαλύτερη διάρκεια, άρα γίνονται λιγότερα φιλικά προς τους αλγόριθμους. Η στρατηγική τοποθέτηση σε niche playlists, η συνεργασία με influencers του είδους, η δημιουργία οπτικού περιεχομένου (lyric videos, live sessions, behind-the-scenes) και η εκμετάλλευση του YouTube ως δευτερεύουσας πλατφόρμας ανακάλυψης έχουν γίνει απαραίτητα εργαλεία. Αν και υπάρχει μία λανθασμένη άποψη προς η τεχνολογία μειώνει την ποιότητα, αυτό στην ουσία δεν ισχύει καθώς δεν την αντικαθιστά, απλά λειτουργεί ως διαφορετικός πολλαπλασιαστής ή ένα ακόμα φίλτρο για την ορατότητα ενός καλλιτέχνη. Σίγουρα στο παρελθόν, όπου υπήρχε φυσική πώληση, λειτουργούσαν πάλι τέτοιοι μηχανισμοί απλά με διαφορετικό τρόπο. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα πλέον, στα οποία νέες χρησιμοποιούν μικρά βιντεράκια στις πλατφόρμες, κάτι που τραβάει εύκολα το βλέμμα και την προσοχή νέου ακροατή και ίσως υποψήφιο οπαδού της μπάντας.

 

Συγκυρία, Πολιτισμικό Πλαίσιο & ο Ρόλος της Τύχης

 

Οι Peterson & Berger το 1975 και ο Frith το 1987 ασχολήθηκαν και ανέλυσαν την έννοια της πολιτιστικής παραγωγής και συμπέραναν πως η επιτυχία έχει να κάνει με πολιτισμικούς ιστορικούς σταθμούς, όπως είναι για παράδειγμα οι κοινωνικές αναταραχές, οι αλλαγές στην κουλτούρα των νέων, κένα που έχουν δημιουργηθεί στην αγορά, καθώς και κάποιες χρήσεις ενός τραγουδιού, όπως είναι η χρήση σε ταινία ή παιχνίδια και δημοφιλή video. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορούμε να μιλάμε για κάποια τυφλή σύμπτωση, αλλά για την ικανότητα μιας μπάντας ή ενός καλλιτέχνη ή του επιτελείου να μπορέσεις να γνωρίσει και να αξιοποιήσει μία πολιτισμική ευκαιρία όταν αυτή εμφανίζεται.

Στη metal μουσική υπάρχουν αρκετά τέτοια παραδείγματα, αλλά τα πιο χαρακτηριστικά είναι άνοδος του groove metal στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, αλλά επίσης αναβίωση του traditional heavy metal τη δεκαετία του 2010, κάτι που δεν είχε να κάνει με μουσικές καινοτομίες αλλά σε μία γενική πολιτισμική κόπωση από τα προηγούμενα trends, επίσης αλλαγές στα μέσα παραγωγής καθώς και στην συλλογική νοσταλγία ή ακόμα αναζήτηση πιο βαριάς μουσικής σε περιόδους κοινωνικής αβεβαιότητας. Η επιτυχία λοιπόν, έχει να κάνει με την σωστή στιγμή, το timing, καθώς και την πολιτισμική συντονιστικότητα, όπως το ονόμασαν οι ακαδημαϊκές πηγές, ή αλλιώς cultural resonance.



Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δυο «βρετανικές εισβολές» στην αμερικάνικη μουσική αγορά, η μία στη δεκαετία του 60 και και η επόμενη 2 δεκαετίες μετά, που είχαν ακριβώς το σωστό timing και έκανα κάθε βρετανική μπάντα να κάνει τρελές πωλήσεις στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Επίσης κάποιες μπάντες έχουν ταυτιστεί με τον πόλεμο του Βιετνάμ και με τους στρατιώτες που γυρνούσαν από τον πόλεμο να τις καθιερώνουν και στην αμερικάνικη αγορά και όχι μόνο στα στρατόπεδα το αμερικάνικου στρατού.

Ουσιαστικά, ξύσαμε λίγο την επιφάνεια και απλά είδαμε μερικούς παράγοντες που μπορούν να καθορίσουν την επιτυχία ή μη μιας ροκ ή μιας metal μπάντας. Και σίγουρα δεν είναι μόνο αυτά πού την καθορίζουν, αλλά υπάρχουν πολλά σημεία ακόμα αν υποθέσουμε πως η μπάντα έχει ήδη τη μουσική αρτιότητα. Σίγουρα η επιτυχία μιας μπάντας ή ενός καλλιτέχνη δεν είναι μονοδιάστατο φαινόμενο και ως θεμέλιο πρέπει να θεωρηθεί η ποιότητα, αλλά η άνοδος, εδραίωση, αλλά ακόμα και η μακροζωία ενός συγκροτήματος καθορίζονται από ένα πλήθος αλληλοεπικαλυπτόμενων παραγόντων, όπως για παράδειγμα τα βιομηχανικά δίκτυα και gatekeepers, στρατηγικό μάρκετινγκ και κατασκευή αυθεντικότητας, ενεργές κοινότητες φαν και υποπολιτισμικό κεφάλαιο, αλγοριθμική ορατότητα και ψηφιακή προσαρμογή, καθώς και πολιτισμική συγκυρία και πάντα λίγη τύχη να είναι υπολογίσιμη.

Η κατανόηση των μηχανισμών αυτών δεν μειώνει την τέχνη ούτε την υποβαθμίζει, αλλά αντίθετα μπορεί και εύκολα να αναγνωρίσουμε το γεγονός πως η μουσική δε ζει στο κενό, αν και πολλές φορές είναι ένας ανεξάρτητος οργανισμός. Η μουσική που ακούμε σήμερα ζει μέσα στα συστήματα που ζούμε κι εμείς, μέσα στις ίδιες κοινότητες και ακολουθεί τις ίδιες ιστορικές στιγμές. Και για αυτό το λόγο ακριβώς οι επιτυχίες στη ροκ και στη metal μουσική είναι συγχρόνως καλλιτεχνική, κοινωνική και η βιομηχανική πράξη.

Jacek Henryk Maniakowski

Part I 

Πηγές: 

1. Anderton, C., Dubber, A., & James, M. (2011). Understanding the Music Industry. SAGE Publications. 

2. Frith, S. (1987). "Towards an Aesthetic of Popular Music". Στο Music and Society: The Politics of Composition, Performance and Reception (επιμ. R. Leppert & S. McClary). Cambridge University Press. 

3. Hesmondhalgh, D. (2019). The Cultural Industries (4η έκδ.). SAGE Publications. 

4. Hirsch, P. M. (1972). "Processing Fads and Fashions: An Organization-Set Analysis of Cultural Industry Systems". American Journal of Sociology, 77(4), 639–659. 

5. Jenkins, H. (1992). Textual Poachers: Television Fans and Participatory Culture. Routledge. 

6. Kahn-Harris, K. (2007). Extreme Metal: Music and Culture on the Edge. Berg Publishers. 

7. Moore, A. F. (2002). "Authenticity as Authentication". Popular Music, 21(2), 209–223. 

8. Morris, J. W. (2015). Selling Digital Music, Formatting Culture. University of California Press. 

9. Peterson, R. A., & Berger, D. G. (1975). "Cycles in Symbolic Production: The Case of Popular Music". American Sociological Review, 40(2), 158–173. 

10. Thornton, S. (1995). Club Cultures: Music, Media and Subcultural Capital. Polity Press. 

11. Weinstein, D. (2013). Heavy Metal: The Music and Its Culture (αναθεωρημένη έκδ.). Da Capo Press. 

12. Wikström, P. (2020). The Music Industry: Music in the Cloud (3η έκδ.). Polity Press. 


Πέμπτη 6 Ιουλίου 2023

Comics και metal μουσική

 

Στις τελευταίες δεκαετίες της ιστορίας της, η τέχνης στο σύνολό της,  ανακατεύει συχνά τις διαφορετικές εκφράσεις της μεταξύ τους. Οι λόγοι για αυτό το γεγονός είναι πολλοί, αλλά οι βασικοί είναι απεγκλωβισμός της τέχνης από τα σαλόνια πλουσίων και αυτών που έχουν την εξουσία, η προσβασιμότητα της σε πολλούς και η εξέλιξη της τεχνολογίας μαζί με την μαζική της εκμετάλλευση. Ουσιαστικά, όταν η τέχνη «δραπέτευσε» από τα χρυσοστόλιστα κλουβιά της, βγήκε στον «δρόμο», με επιθυμία για νέες εμπειρίες. Η pop κουλτούρα έγινε απλά η πιο δημοφιλής  έκφραση αυτής της μίξης.

Η metal/rock μουσική, προσπαθώντας να ξεφύγει από την γκρίζα με ροζ αποχρώσεις καθημερινότητα, εξερευνούσε  πολλούς φανταστικούς κόσμους και η συνεύρεση της με την 9η Τέχνη, ήταν κάτι μάλλον το αναμενόμενο. Η τέχνη των κόμικς αγάπησε αυτήν μουσική, όσο καμιά άλλη. Ωστόσο και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες θέλοντας προφανώς να ενισχύσουν το φανταστικό στοιχείο στην εικόνα τους, έκαναν και δικά τους κόμικς με τα δρώμενα τους.

Ας δούμε ενδεικτικά κάποιες μπάντες, οποίες αποφάσισαν να μοιραστούν τον εαυτό τους με την 9η Τέχνη:

GWAR



Η αμερικάνικη heavy metal μπάντα, σίγουρα δεν είναι για βραβείο ούτε άλλαξε την μουσική στις τρεισήμισι δεκαετίες της ύπαρξής της, αλλά η σκηνική της εμφάνιση, καθώς και λυρική τους θεματολογία παραπέμπει σε φανταστικούς κόσμους. Φυσικά και δεν πρόκειται να ασχοληθεί κάποιο μεγάλο κινηματογραφικό στούντιο με την ιστορία τους. Αλλά η τέχνη των κόμικς δεν σνομπάρει κανέναν. Αποτέλεσμα αυτής της συνεύρεσης είναι το άλμπουμ, όχι μουσικό, αλλά γραφική νουβέλα με τίτλο : GWAR : ORGASMAGEDDON, η οποία κυκλοφόρησε στις 7 Ιουνίου του 2017.

Η πλοκή του αφηγείται την ιστορία του συγκροτήματος, αλλά και κάποια απομονωμένα λόγια των μελών του συγκροτήματος.

 

IRON MAIDEN



Εν αντιθέσει, το βρετανικό συγκρότημα, όχι μόνο άλλαξε την ιστορία της μουσικές, αλλά έδωσε νέες βάσεις σε αυτήν. Εκμεταλλεύτηκε, πανέξυπνα την σημασία της εικόνας δημιουργώντας τον, αρχετυπικό πια, χαρακτήρα του Eddie, ο οποίος και στόλισε όλα τα άλμπουμ τους. Η παρουσία του σε κάθε ζωντανή εμφάνιση και περιοδεία, έγινε απαραίτητη  και όχι άδικα. Η φυσιολογική του πορεία ήταν να μπει σε σελίδες κόμικς. Αυτό έγινε με την σειρά το  Legacy Of The Beast.

Η δράση του λαμβάνει χώρα στο Λονδίνο, όπου παρακολουθούμε τον Eddie μαζί με έναν μυστηριώδη αλχημιστή να ταξιδεύει στο East End αναζητώντας έναν δολοφόνο.

 

Stone Sour



Η δημιουργική δεινότητα του Corey Taylor δε μπορούσε να σταματήσει σε δύο πολύ πετυχημένα συγκροτήματα ούτε καν σε βιβλία και σενάριο ταινίας τρόμου. Έτσι ένα κόμικς για το συγκρότημα των Stone Sour, δεν αποτελεί μάλλον έκπληξη, αν λάβουμε υπόψη τον αστείρευτο οίστρο του τραγουδιστή. Το αριστούργημα τους House Of Gold & Bones (Ι,ΙΙ) αποτελεί και την έμπνευση για το ομώνυμο κόμικς.

Το περιορισμένης έκδοσης κόμικς είναι μια μίνι σειρά αποτελούμενη από 4 τεύχη. Οι χαρακτήρες του είναι πραγματικοί και ουσιαστικά εμβαθύνει πιο πολύ στο λυρικό μέρος του μουσικού τους άλμπουμ.


 

Slayer



Οι θεοί του Thrash metal, στην δύση της μουσικής τους πορείας, έχουν εκμεταλλευτεί εμπορικά σχεδόν τα πάντα που σχετίζονται με την μουσική τους. Έτσι, ένα κόμικς θα ήταν κάτι το αναμενόμενο να συμπληρώσει την τεράστια γκάμα προϊόντων, τα οποία και αναφέρονται  στην μπάντα. Η τελευταία τους ολοκληρωμένη δουλειά ήταν το  Repentless του 2015 και αυτόν τίτλο έχει και το κόμικς, που κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα. Ουσιαστικά αφηγείται την ιστορία η οποία εκτυλίσσεται στο βιντεοκλίπ του ομώνυμο του άλμπουμ τραγουδιού. Η θεματολογία του δεν είναι άλλη από αυτήν των περισσότερων τραγουδιών τους: η σκοτεινή πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού και πως χειρίζεται τον συνάνθρωπο του.

 

Butcher Babies



Οι Καλιφορνέζοι Butcher Babies, μπορεί να μην έχουν καμιά τεράστια δισκογραφία, αλλά το συγκρότημα των δυο frontwomen, έχει αρκετό μέλλον. Και το πολύπλευρο ταλέντο των δυο τραγουδιστριών έβαλαν μπροστά για την προώθηση της καριέρας τους, όταν ξεκινούσαν. Οι Carla Harvey και η Heidi Shepherd, λοιπόν μαζί με τον visual artist Anthony Winn, έφτιαξαν ένα κόμικς, το οποίο συνόδευε και το ντεμπούτο τους ΕΡ, ομώνυμο της μπάντας. Το εικονογραφημένο άλμπουμ αυτό έγινε εμβληματικό για τους οπαδούς του συγκροτήματος, σε βαθμό που πολλοί έχουν στολίσει το σώμα τους με εικόνες από αυτό με την μορφή τατουάζ. Φυσικά οι δύο τραγουδίστριες πρωταγωνιστούν σε αυτό.

 

Coheed And Cambria



Οι Νεοϋορκέζοι Coheed And Cambria στα 25 χρόνια τους σαν μπάντα, έχουν αποκτήσει αρκετούς φανατικούς οπαδούς, αλλά και οπαδού της επιστημονικής φαντασίας (sci-fi). Ο λόγος δεν είναι καθόλου τυχαίος και για τα δύο. Κάθε τους άλμπουμ είναι concept με sci-fi θεματολογία. Αλλά αυτό που διηγείται η κάθε μουσική τους δουλειά, δεν είναι παρά ένα κεφάλαιο από το κόμικς του frontman τους Claudio Sanchez. Κάθε άλμπουμ είναι ένα κεφάλαιο από το κόμικς The Amory Wars. Ουσιαστικά εξιστορεί τις περιπέτειες δύο κεντρικών ηρώων και τον αγώνα τους για τον τίτλο του Supreme Tri-Mage.

 


Alice Cooper



Για τον Alice Cooper τα λόγια περισσεύουν. Η καλλιτεχνική του προσωπικότητα ταιριάζει περισσότερο σε έναν φανταστικό κόσμο βγαλμένο από κάποιο βιβλίο κόμικς, παρά στην πεζή πραγματικότητα στην οποία ζούμε όλοι οι υπόλοιποι θνητοί. Και φυσικά είναι ο μοναδικός (μαζί με KISS) hard rocker, οποίος φιγουράρει στο εξώφυλλο ενός τεύχους  της Marvel. Συγκεκριμένα σε μια ειδική έκδοση του 1979 βρίσκεται κατά φάτσα και κατά όνομα. Το τεύχος αυτό ήταν απλά μια αρχή για την κατόπιν συνεργασία του τραγουδιστή με την γνωστή εκδοτική. Η μουσική του περσόνα βρίσκεται και σε μια ειδική έκδοση σε κόμικς περιπετειών της οικογένειας Simpsons.

 

Rob Zombie



Άλλη μια post-apokalyptic φιγούρα, είναι αυτή του Rob Zombie, οποίος κατάφερε μεταξύ των άλλων να μπερδέψει και τους σεκιουριτάδες εκδήλωσης μουσικών βραβείων, οι οποίοι τον πέρασαν για… άστεγο. Το πολύπλευρο ταλέντο του, όμως βρήκε στέγη ακόμα και στον κινηματογράφο, σε ρόλο σκηνοθέτη ταινιών τρόμου. Και φυσικά έχει δημιουργήσει πολυάριθμα βιβλία κόμικς, στα οποία πρωταγωνιστές είναι μερικοί από τους παράξενους χαρακτήρες του εμβληματικού του σκηνοθετικού ντεμπούτου House Of 1000 Corpses.

 



BABYMETAL



Εκτός από το γεγονός ότι μας έμαθαν τον όρο kawaii-metal, έναν συνδυασμό heavy metal και J-pop, σφύζουν από χαριτωμενιά, καλά αμειβόμενη από τις δισκογραφικές εταιρίες. Ορισμός ενός προϊόντος της pop κουλτούρας, συνδυάζει εικόνα με ήχο. Και ένα καλοφτιαγμένο κόμικς είναι ότι πρέπει για να τονώσει ακόμα περισσότερο την εικόνα τους, αλλά και ένα ζεστό προϊόν να τονώσει και το πορτοφόλι τους. Apocrypha: The legend of Babymetal λέγεται η γραφική αυτή νουβέλα. Η πλοκή της είναι γύρω από τις τρεις έφηβες σταρ και τον μύθο της δημιουργίας… της μπάντας τους.



 

Cannibal Corpse



Αν θέλεις να φρικάρεις κάποιον αδαή στον κόσμο της metal, η αναφορά και μόνο στους Αμερικανούς Cannibal Corpse είναι αρκετή. Το  death metal συγκρότημα από  Buffalo της Νέας Υόρκης, μόνο με τα εξώφυλλα των 14 τους άλμπουμ μέσα από τις τρεις δεκαετίες της δισκογραφίας τους, μπορεί να φτιάξει ένα φρικιαστικό εικονογραφημένο άλμπουμ. Η συνεργασία τους με τον καλλιτέχνη Vince Locke, έχει περάσει στον κόσμο του μύθου, αφού έχει απαγορευτεί σε πολλές χώρες. Σαν συνέπεια και συνέχεια αυτής της συνεργασίας ένα κόμικς θα ήταν ότι πρέπει. Όπως και έγινε με το 11ο άλμπουμ τους, το Evisceration Plague. Ο ίδιος ο Locke έχει κάνει και μια σειρά από κόμικς για αιμοβόρα ζόμπι με τίτλο Deadworld, κατάλληλο για τους οπαδούς της μπάντας, εάν το η γραφική νουβέλα ομώνυμη του 11ου άλμπουμ δεν είναι αρκετή.


Φυσικά δεν μπορούμε και να αγνοήσουμε τους  Kiss, οι οποίοι από το 1977 ξεκίνησαν τον χορό συνεργασίας της μουσικής με την 9η τέχνη, μέσα από το τεύχος 12 του Howard The Duck της Marvel. Αυτό ήταν μια απαρχή της μακροχρόνιας σειράς με τους ίδιους να είναι οι σουπερ-ήρωες  στο A Marvel Comics Super Special!: Kiss. Αλλά η συνεργασία του συνεχίστηκε και με άλλες εκδοτικές. Ούτως ή άλλως από μόνοι τους χρήζουν ένα άρθρο, αλλά έχουν γραφτεί ήδη πολλά γι αυτούς.

Επίσης ο Glenn Danzig, φανατικός συλλέκτης των κόμικς, δημιούργησε  την εκδοτική εταιρία Verotik comics (από το violence και το erotic). Πάντα η μεγάλη και μάλλον κρυφή φιλοδοξία του ήταν να γίνει ο ίδιος δημιουργός κόμικς. Προς το παρόν υπογράφει το σε σενάριο σε τουλάχιστον 20 τίτλους.

Επίσης και ο τραγουδιστής των My Chemical Romance, ο Gerard Way δημιούργησε τους ήρωες Killjoys  και με συνεργάτες τους Shaun Simon και Becky Cloonan, έφτιαξε μια σειρά από τις περιπέτειες τους σε ένα δυστοπικό μέλλον.

Η RocknRoll σειρά κόμικς , η εκδόθηκε από την Revolutionary comics, ξεκίνησε το 1989 και φιλοξένησε ανεπίσημα μεγάλα ονόματα της μουσικής rock/metal. Μεταξύ αυτών ήταν οι: Guns ‘n’ Roses, Motley Crue, KISS, Frank Zappa και Metallica. Οι περισσότερες μπάντες το αποδέχτηκαν με χαρά και μάλλον αρκετή αίσθηση του χιούμορ, άλλες πάλι όχι. Και όταν μιλάμε για άλλες μπάντες, εννοούμε τους πιο γκρινιάρηδες της rocknroll: GunsnRoses! Έστειλαν επιστολή η οποία απαγόρευσε να ασχοληθούν ξανά μαζί τους οι δημιουργοί της σειράς αυτής, οδηγώντας στην εξάντληση της σειράς, σαν να ήταν ζεστά ψωμάκια.

Ο πιο χαρακτηριστικός συνδυασμός κόμικς και metal μουσικής είναι αυτός στο Eternal Descent, το οποίο είναι και πραγματικό συγκρότημα. Οκ, όχι και τόσο πραγματικό. Είναι μια virtual metal band, πνευματικό παιδί του Llexi Leon και τον συνεργατών του. Την έκδοση του κόμικς αυτού ανέλαβε η IDW και από τις σελίδες του κάνουν cameo μεγάλοι θρύλοι της metal, όπως οι Gus G και ο αποβιώσας Wayne Static με δικές τους κιθάρες. Η εικονική μπάντα αυτή έχει και δύο άλμπουμ: Losing Faith (CD) (2007) και The Phantom of the Opera (EP) (2008). Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και οι Gorillaz, οι οποίοι συνεχίζουν να γνωρίζουν επιτυχία.

Άξιο αναφοράς  είναι επίσης η δημιουργία του Ian Scott των Anthrax, οποίος είναι γνωστός fan των κόμικς, στην ανα-δημιουργία του αντιήρωα της DC comics Lobo, με την δική του πένα και σενάριο.  Επίσης οι στίχοι του Dave Mustaine των Megadeth και συνεργασία με την Chaos! Comics, ζωντανεύουν σε μια μίνι σειρά τεσσάρων τευχών,  την Cryptic Writings, όπως λέγεται και το άλμπουμ της μπάντας του 1997. Φυσικά η παρουσία του Vic Rattlehead, μασκότ της μπάντας ήταν απαραίτητη.

Το κόμικς με τίτλο Pink Floyd, μάλλον δεν έχει σχέση με το συγκρότημα, εκτός αν το όνομά τους προέρχεται από αυτό. Ακόμα και μουσικοί του βεληνεκούς των David Bowie καιvArthur Brown έχουν γίνει ήρωες μια γραφικής νουβέλας. Γενικά υπάρχουν ακόμα πολλά να γραφτούν για την σχέση μουσικής rock/metal με την ένατη τέχνη και ίσως μερικά από αυτά δεν έχουν καν δημιουργηθεί. Όσο για την Ελλάδα, υπάρχει και δω ένα κεφάλαιο, που χρήζει ενός ξεχωριστού άρθρου, όπως και για κόμικς σχετικά με μουσική, χωρίς την παρουσία γνωστών ονομάτων της.


Jacek Henryk Maniakowski

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Iron Maiden - The Loneliness of the Long Distance Runner


Η γραφή είναι αποτέλεσμα της διάσπασης των συμβόλων. Ένα σύμβολο περιέχει και θα συνεχίσει να περιέχει κρυμμένες άπειρες πληροφορίες μέσα στις ελάχιστες γραμμές από τις οποίες αποτελείται. Όμως για να μπορέσει κανείς να το “ξεκλειδώσει”, πρέπει να γνωρίζει την σωστή του ερμηνεία, να είναι κάτοχος ενός κλειδιού ερμηνείας. Αυτό το κλειδί δεν είναι χάπι γνώσης, δεν προσφέρει άμεση φώτιση. Είναι απλώς ο χάρτης ενός δρόμου που πρέπει να περπατηθεί. Ο κάτοχος του συμβόλου και του περιεχομένου του δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας δρομέας — και μάλιστα, συνήθως, των μεγάλων αποστάσεων.

Στη μουσική, τα σύμβολα είναι οι νότες. Και πολλές φορές οι στίχοι είναι η λιτή ερμηνεία τους, με το κλειδί αυτής να βρίσκεται στον τίτλο. Έτσι, κάπου… Somewhere in Time — δηλαδή στο έκτο άλμπουμ των Iron Maiden — υπάρχει ένα τέτοιο σύμβολο, που ανοίγει τις πόρτες μιας περαιτέρω αναζήτησης: το “The Loneliness of the Long Distance Runner”. Το τραγούδι, με τον μακροσκελή αλλά άκρως λυρικό τίτλο, είναι δημιουργία του Steve Harris, αν και ο τίτλος είναι δανεισμένος από το βιβλίο του Alan Sillitoe, στο οποίο και αναφέρονται οι στίχοι. Η ταινία, που γυρίστηκε το 1962, τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου και με σενάριο γραμμένο από τον ίδιο τον συγγραφέα, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλούς μουσικούς.
Όλο το άλμπουμ έχει τραγούδια με δυστοπική θεματολογία, εμπνευσμένα από την ταινία Blade Runner, όπως δείχνει και το εξώφυλλό του. Είναι το πρώτο άλμπουμ του συγκροτήματος που χρησιμοποιούνται synthesizers στις συνθέσεις του, και το μοναδικό με τον Bruce Dickinson στα φωνητικά χωρίς καμία συνθετική συμμετοχή. Οι συνθέσεις έχουν κλίση προς το επικό και νοηματικά βαθύ — και το “The Loneliness of the Long Distance Runner” δεν αποτελεί εξαίρεση.
Το ομώνυμο διήγημα βρίσκεται σε συλλογή με τον ίδιο τίτλο. Ο κεντρικός ήρωας, ο Smith, μετά από μια ληστεία σε αρτοποιείο, καταδικάζεται σε εγκλεισμό στο Ruxton Towers — ένα αναμορφωτήριο για παραβατικούς νέους. Για να βρει παρηγοριά στον μόνιμο περιορισμό που βιώνει, προπονείται ως δρομέας μεγάλων αποστάσεων. Ο διευθυντής του σχολείου παρατηρεί την ικανότητά του και του προσφέρει λιγότερους περιορισμούς και ελαφρύτερη εργασία, με την προϋπόθεση ότι θα κερδίσει έναν αγώνα δρόμου απέναντι σε άλλο σχολείο. Όταν τελικά συντελείται ο αγώνας, ο Smith προηγείται με μεγάλη διαφορά. Κοντεύει να τερματίσει. Όμως δεν το κάνει. Σταματά και αφήνει τους υπόλοιπους δρομείς να τον προσπεράσουν. Το χαμόγελο ικανοποίησης — και αίσθησης απόλυτης κυριαρχίας απέναντι στους καταπιεστές του — σχηματίζεται στο εξαντλημένο του πρόσωπο, αφαιρώντας παράλληλα το χαμόγελο από τον διευθυντή.
Οι συμβολισμοί και οι αλληγορίες είναι πάρα πολλοί. Ο καθένας μπορεί να τους παραλληλίσει με τα δικά του βιώματα. Το τραγούδι δεν έγινε ποτέ single, αλλά αγαπήθηκε από πολλούς οπαδούς της μπάντας. Ίσως γιατί δεν χρειάζεται να τερματίσει για να νικήσει. Ίσως γιατί, όπως ο Smith, η αληθινή νίκη είναι η άρνηση να παίξεις το παιχνίδι του συστήματος. Και η μουσική, όταν λειτουργεί ως σύμβολο, δεν είναι απλώς ήχος — είναι χάρτης. Για εκείνους που τρέχουν. Για εκείνους που δεν τερματίζουν. Για εκείνους που επιλέγουν να σταματήσουν, να χαμογελάσουν, και να δείξουν ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται. Κερδίζεται — με κάθε βήμα, με κάθε στίχο, με κάθε νότα.





Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Iron Maiden - Can I Play with Madness


Από την εποχή του γνήσιου και ακατέργαστου rock’n’roll, ο βασικός άξονας ήταν η τόλμη. Τόλμησε να συγκρουστεί με το μουσικό κατεστημένο και τα ευκολοχώνευτα τραγούδια της εποχής· αργότερα, όσο μεγάλωνε, τόσο μεγάλωνε και η διάθεση των μουσικών να εξερευνήσουν απάτητα μονοπάτια, είτε με τη σύνθεση είτε με το λυρικό μέρος. Μέσα από αυτήν τη μουσική καταρρίφθηκαν ταμπού, και δεν δίστασε να φλερτάρει με την τρέλα, τις πηγές και τις συνέπειές της.
Οι Iron Maiden είναι ορόσημο για τη heavy metal και πρωτεργάτες της New Wave of British Heavy Metal. Η θεματολογία τους ποικίλει, αποφεύγοντας το τυποποιημένο. Το Seventh Son of a Seventh Son (1988), έβδομο άλμπουμ τους, δεν είναι απλώς ένα ακόμα βήμα· είναι θεμέλιο στο οικοδόμημα της σκληρής μουσικής. Το Can I Play with Madness, πρώτο single του δίσκου, έφτασε στο νούμερο 3 των UK Singles Charts και έγινε το μεγαλύτερο τους χιτ εκείνης της περιόδου.
Το τραγούδι, γραμμένο από Adrian Smith, Bruce Dickinson και Steve Harris, μιλάει για έναν νεαρό που βασανίζεται από οράματα και αναζητά το μέλλον μέσα από μια κρυστάλλινη σφαίρα. Συναντά έναν προφήτη, που προσπαθεί να τον καθοδηγήσει, όμως ο νεαρός, φοβούμενος την τρέλα, απορρίπτει τις συμβουλές του. Το θέμα συνδέεται με το concept του άλμπουμ, που περιστρέφεται γύρω από τον μύθο του «έβδομου γιου του έβδομου γιου», ο οποίος βασίζεται σε μια παλιά αγγλοσαξονική δοξασία για μαγικές δυνάμεις και προφητικά χαρίσματα.
Το βιντεοκλίπ, σκηνοθετημένο από τον Julian Doyle (γνωστό από συνεργασίες με Monty Python και Kate Bush), γυρίστηκε στο Tintern Abbey και στις Chislehurst Caves. Πρωταγωνιστεί ο Graham Chapman των Monty Python, σε μία από τις τελευταίες εμφανίσεις του πριν τον θάνατό του το 1989. Υποδύεται έναν αυστηρό καθηγητή που επικρίνει μαθητή επειδή ζωγραφίζει τον Eddie, τη μασκότ του συγκροτήματος. Ξεφυλλίζοντας ένα περιοδικό heavy metal, πέφτει σε μια καταπακτή και ξεκινά μια σουρεαλιστική περιπέτεια, όπου συναντά τον Eddie σε ψυγεία και υπόγειες αίθουσες. Η σκηνική υπερβολή και το χιούμορ του Chapman δένουν με την αισθητική των Maiden, δημιουργώντας ένα βίντεο που έμεινε εμβληματικό.
Το τραγούδι αρχικά ξεκίνησε ως μπαλάντα με τίτλο On the Wings of Eagles, αλλά εξελίχθηκε σε εκρηκτικό heavy metal κομμάτι. Η επιτυχία του δεν ήταν μόνο εμπορική· αποτέλεσε σημείο αναφοράς για το πώς η metal μπορούσε να συνδυάσει conceptual αφήγηση, θεατρικότητα και mainstream απήχηση.
Η σημασία του “Can I Play with Madness” δεν περιορίζεται στο chart. Είναι ένα παράδειγμα του πώς η rock και η metal τόλμησαν να μιλήσουν για τρέλα, προφητεία, φόβο και αναζήτηση νοήματος, θέματα που ξεπερνούσαν την απλή διασκέδαση. Και το βίντεο, με την παρουσία ενός Monty Python, δείχνει τη γόνιμη συνάντηση δύο κόσμων: του χιούμορ και της σκληρής μουσικής.






Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Iron Maiden - Aces High



Το "Aces High" είναι ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια των Iron Maiden, γραμμένο από τον μπασίστα Steve Harris. Βρίσκεται σε καλύτερο για πολλούς άλμπουμ τους, το Powerslave του 1984. Δε χρειάζεται ιδιαίτερο υψηλό δείκτη νοημοσύνης κάποιος για να καταλάβει πάνω κάτω, σε τι αναφέρονται οι στίχοι. Συγκεκριμένα μιλάει για την ιστορία ενός πιλότου της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας (RAF), ο οποίος πολέμησε εναντίον της γερμανικής Luftwaffe κατά τη διάρκεια της μάχης της Μεγάλης Βρετανίας (1940), μιας μάχης που έλαβε εξ ολοκλήρου χώρα στους ουρανούς του Ηνωμένου Βασιλείου. Το τραγούδι ξεκινάει με την ιστορική ομιλία του Winston Churchill κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, και συγκεκριμένα στις 4 Ιουνίου 1940, δύο ημέρες μετά την ήττα των Γάλλων, όταν τα υποχωρήσαντα γαλλικά και τα βελγικά στρατεύματα παρέμεναν συγκεντρωμένα στη Δουνκέρκη. Το κομμάτι άνοιγε τις συναυλίες του World Slavery Tour ξεκινώντας πάντα με την ομιλία του Winston Churchill. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο θείος του Dickinson, ήταν και αυτός στην πολεμική αεροπορία την εποχή εκείνη και σίγουρα θα του έχει διηγηθεί κάποια ιστορία. 
Jacek Maniakowski 

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Iron Maiden - Afraid to Shoot Strangers


Πολιτικό - αντιπολεμικό κομμάτι με θέμα τον πόλεμο και το πώς οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τους στρατιώτες ως πιόνια όταν δε θέλουν, στην ουσία, να σκοτώσουν κανένα, αλλά να επιδείξουν ισχύ. Γράφτηκε την εποχή του πρώτου πολέμου στον Κόλπο (1991), ενός πολέμου με το κωδικό όνομα:  Operation Desert Storm.
Είναι ένα χρονικό για το φόβο, την αβεβαιότητα και τη σύγχυση των νεαρών στρατιωτών που βρίσκονται αντιμέτωποι με μία και μόνη πραγματικότητα: πρέπει να πυροβολήσουν τελείως άγνωστους ανθρώπους που και εκείνοι βρίσκονται στην ίδια ακριβώς κατάσταση με αυτούς...
Όλο το album Fear of the Dark είναι παραγωγής Steve Harris - μπασίστα των Σιδερένιων Νυφών - και μάλιστα αυτό που οδήγησε σε παραίτηση το Martin Birch, τον ως τότε παραγωγό του συγκροτήματος. Βρίσκεται στο album Fear of the Dark που κυκλοφόρησε 11 Μαΐου 1992.