Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Stewart Copeland. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Stewart Copeland. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Peter Gabriel - Red Rain

 

Ο καλλιτέχνης είναι ουσιαστικά ένα ποντίφικας (από το pons «γέφυρα» και το -fex, προερχόμενο από το facio «κάνω» δηλαδή γεφυροποιός) ανάμεσα στον πραγματικό και τον φανταστικό κόσμο. «Το Online Etymology Dictionary στο pontifex επιπλέον παραθέτει διάφορες εκδοχές για την ετυμολογική προέλευση της λέξης. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ποντίφικας αρχικά σήμαινε «δημιουργός γέφυρας», γιατί πάντοτε θεωρούσαν ότι η δημιουργία αυτή χαρακτηρίζεται από θεία έμπνευση. Σύμφωνα με μια δεύτερη εκδοχή, ο όρος είχε τη μεταφορική σημασία της γεφύρωσης του επίγειου κόσμου και του βασιλείου των θεών.». Και ουσιαστικά αυτός είναι και ο ρόλος των μουσικών, να ενσαρκώνουν το «ιερό» μέσα σε μια μελωδία ή ακόμα και έναν στίχο. Εδώ όμως, την έννοια του ιερού έχει ένα όνειρο. Όπου μόνο ο καλλιτέχνης μπορεί να γειώσει κάτι αόρατο, ίσως και φανταστικό.



Δεν είναι λίγες φορές που ένα όνειρο στάθηκε έμπνευση για ένα μουσικό κομμάτι ( https://echooadventures.blogspot.com/2013/08/uriah-heep-lady-in-black.html ) . Αλλά ακόμα και ή ίδια μελωδία παρουσιάστηκε στο όνειρο του καλλιτέχνη ( https://echooadventures.blogspot.com/2026/07/giuseppe-tartini-devils-trill.html ). Η έμπνευση έχει σχεδόν παντού πηγές, οι οποίες δεν αφήνονται ανεκμετάλλευτες από κάποιον δημιουργό. Έτσι και ο μέγιστος Peter Gabriel, δεν θα άφηνε ένα έντονο όνειρο να πάει χαμένο. Αποτέλεσμα ενός τέτοιου είναι και το "Red Rain" από το πέμπτο του προσωπικό του άλμπουμ, το So του 1986. Η δημιουργία του ανήκει αποκλειστικά στον τραγουδοποιό, οποίος συμμετείχε και στην παραγωγή του με συν-παραγωγό τον Daniel Lanois σε ορισμένα κομμάτια. Το τραγούδι που ανοίγει και το άλμπουμ, ήταν το δεύτερο σινγκλ και ηχογραφήθηκε κυρίως στα Ashcombe House και Real World Studios, με μηχανικό ήχου τον David Bottrill. Η παραγωγή συνδυάζει αναλογικά όργανα με ψηφιακή επεξεργασία (Fairlight CMI, digital delay), χαρακτηριστικό της μεταβατικής περιόδου των mid-80s. Και είναι από αυτό και γνώρισε την πιο μεγάλη του αποδοχή στην Αμερική, καθώς έφτασε στο Νο 3 του Billboard Hot 100, Νο 1 του Mainstream Rock, Νο 46 στο UK, Νο 3 στον Καναδά και Νο 14 στην Αυστραλία. Ο ήχος της βροχή δημιουργήθηκε στα hi-hat από τον ντράμερ των The Police Stewart Copeland, οποίος συμμετέχει και σε άλλα κομμάτια του άλμπουμ με την πραγματική του μουσική ιδιότητα. Στο συγκεκριμένο όμως τραγούδι τα ντραμς παίζει Jerry Marotta.

Τον τίτλο, αλλά και το λυρικό μέρος είναι εμπνευσμένο από ένα συνεχόμενο όνειρο που έβλεπε ο καλλιτέχνης. Συγκεκριμένα ο Gabriel ονειρευόταν ότι κολυμπούσε σε μια θάλασσα με κόκκινο νερό, η οποία ήταν χωρισμένη από δύο κόκκινους τοίχους. Σε αυτούς υπήρχαν σαν βιδωμένες δύο φιγούρες, που γέμιζαν την θάλασσα με αίμα. Όσο πλησίαζε στην ακτή όμως, η ένταση του κόκκινου μειωνόταν. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος και έχει δηλώσει επανειλημμένα (Rolling Stone 1986, Q Magazine 2012, Uncut 2016), συνήθιζε να έχει αυτά τα έντονα όνειρα, που του δημιουργούσαν πολύ μεγάλο φόβο. Αυτά μάλλον προερχόταν από συναίσθημα συμπόνιας προς άλλους ανθρώπους. Αλλά υπάρχει και άλλη εκδοχή σχετική την έμπνευση για το τραγούδι, που πάλι προέρχεται από ένα όνειρο. Και αυτή αναφέρεται σε κάποια μπουκάλια που έπεφταν από έναν γκρεμό και είχαν σχήμα ανθρώπων. Καθώς έσπαγαν με την πτώση, έβγαινε από αυτά ένα κόκκινο υγρό και αμέσως μετά άρχισε να ρίχνει κόκκινη βροχή.

Το ανήσυχο πνεύμα του τραγουδοποιού αναζητούσε και άλλους τρόπους δημιουργικής έκφρασης. Μεταξύ αυτών ήταν η δημιουργία μια ταινίας, στην  οποία κάποιοι χωρικοί τιμωρούνται με κόκκινη βροχή για τις δικές τους αμαρτίες. Το τραγούδι προοριζόταν για να επενδύσει μουσικά την ταινία. Αλλά στην πραγματικότητα είχε έτοιμο το soundtrack ολόκληρο. Στην επανέκδοση του άλμπουμ So, αναφέρεται στις σημειώσεις ότι το τραγούδι αφορά την όξινη βροχή και κατά κάποιους άλλους σε πυρηνικό νέφος, κάτι ενισχύθηκε από το πολιτικό κλίμα της εποχής (Cold War, Τσερνόμπιλ 1986, περιβαλλοντική κρίση), αλλά ο Gabriel την άφησε σκόπιμα ανοιχτή, προτιμώντας την «πολυσημία» έναντι της πολιτικής διδαχής. Όμως, οι στίχοι 'I come to you / defenses down / with the trust of a child', κατά κάποιους άλλους αναφέρονται στην αποτυχημένη σχέση του με την ηθοποιό Rosanna Arquette. Όμως αυτό παραμένει μια ατεκμηρίωτη φημολογία. Ο Gabriel ποτέ δεν την επιβεβαίωσε, τονίζοντας ότι οι στίχοι λειτουργούν ως «καθρέφτης» για τον ακροατή, όχι ως αυτοβιογραφικό ημερολόγιο.

Το Βίντεο Κλιπ σκηνοθετήθηκε από τον Brian Grant και προτάθηκε για Best Male Video στα MTV VMAs 1987. Χρησιμοποιεί ελάχιστα σκηνικά, έντονο κόκκινο φωτισμό, υδάτινα εφέ και αργές κινήσεις κάμερας για να αποδώσει την ονειρική/εφιαλτική διάσταση. Έτσι, δεν προσπαθεί να διηγηθεί κυριολεκτικά το όνειρο αλλά το μεταφράζει σε μια σε αισθητική εμπειρία στη οποία η βροχή δεν πέφτει από τον ουρανό, αναδύεται από το έδαφος, αντιστρέφοντας τη φυσική λογική και τονίζοντας την υποσυνείδητη προέλευση του τραγουδιού.

Από πλευράς μουσική το χτίζεται πάνω σε έναν ασύμμετρο, syncopated ρυθμό που εναλλάσσεται μεταξύ 4/4 και υπονοούμενων 7/8, δημιουργώντας αίσθηση αστάθειας που ταιριάζει με την ονειρική ή εφιαλτική θεματολογία. Η γραμμή μπάσου του Tony Levin (παιγμένη σε Chapman Stick) λειτουργεί ως «υποβρύχιος παλμός», κινούμενη σε αντίρροπη μελωδία με τα φωνητικά και ενισχύοντας την αίσθηση βύθισης ή ανάδυσης. Τα πλήκτρα και τα συνθεσάιζερ δεν συνοδεύουν απλώς, αποτυπώνουν ηχητικά το όνειρο με τα pads να μιμούνται την πυκνότητα του νερού, τα arpeggiated patterns την πτώση των σταγόνων, ενώ η επεξεργασία των φωνητικών δημιουργεί μια αίσθηση απόστασης έως ηχούς, κάτι που παραπέμπει σε υποσυνείδητη φωνή.

Στα live, το «Red Rain» συχνά επεκτείνεται με ορχηστρικά μέρη, προβολές και διαφορετικούς αυτοσχεδιασμούς. Η εκτέλεση στο «Secret World Tour (1993)» και στο «Growing Up Live (2003)» θεωρείται από τις πιο συναισθηματικά φορτισμένες, με τον Gabriel να χρησιμοποιεί πιο θεατρικό φωτισμό και κίνηση για να ενισχύσει την αίσθηση βύθισης και ανάδυσης. Το τραγούδι παραμένει σταθερό στοιχείο του setlist του, πολλές φορές ως γέφυρα μεταξύ της προσωπικής και της πολιτισμικής αφήγησης. Έχει διασκευαστεί από ορχήστρες, jazz σχήματα και progressive rock συγκροτήματα, ενώ χρησιμοποιήθηκε σε ντοκιμαντέρ για την κλιματική αλλαγή και σε ψυχολογικές μελέτες για τη συμβολική επεξεργασία του τραύματος μέσω της τέχνης.

Το τραγούδι δεν παρέμεινε μόνο στα αυτιά των φίλων του μουσικού ή ακόμα στις καρδιές των οπαδών του, αλλά το ταξείδι του έφτασα ακόμα και στα ακαδημαϊκά «σαλόνια». Συγκεκριμένα μελετάται ως περίπτωση «oneirogenic songwriting» (τραγουδοποιίας εμπνευσμένης από όνειρα) και ως πολιτισμικό τεκμήριο της δεκαετίας του ’80 για την «περιβαλλοντική ανησυχία και την ψυχολογική αίσθηση που νιώθει κανείς σαν ευάλωτος απέναντι στην καταστροφή της φύσης. Η δομή του (απουσία παραδοσιακού ρεφρέν, κλιμακούμενη ένταση, ηχητική συμβολισμός) αναλύεται σε μαθήματα Μουσικής Ψυχολογίας, Πολιτισμικών Σπουδών και Ανάλυσης Λαϊκής Μουσικής ως παράδειγμα του πώς η υποσυνείδητη εμπειρία μεταφράζεται σε δομημένο καλλιτεχνικό λόγο. Οι Ακαδημαϊκές μελέτες (π.χ. Journal of Popular Music Studies του 2018 και Popular Music & Society του 2020) το αναφέρουν ως ορόσημο της «μεταμοντέρνας ροκ αφήγησης, κατά την οποία το προσωπικό όνειρο γίνεται συλλογικός μύθος.


Jacek Henryk Maniakowski

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

The Police - Roxanne



Υπάρχει μια κινεζική ρήση που λέει πως μια εικόνα αξίζει όσο 1000 λέξεις, ίσως στη σημερινή εποχή μπορεί να θεωρηθεί και προφητική κιόλας, καθώς έχουμε περάσει στην εποχή της εικόνας εδώ και δεκαετίες και ίσως στην αντεξέλιξη του ανθρώπου, που από homo sapiens έχει γίνει homo videms, ανθρωπος κοιτάζει δηλαδή άνθρωπος που κοιτάζει χωρίς να βλέπει, πάντα παίζοντας με την αρχαία ελληνική γλώσσα όπου το βλέπω σημαίνει και γνωρίζω. Αλλά αν υποθέσουμε προς μία νότα μπορεί να δημιουργήσει 1000 εικόνες, τότε η μουσική μπορεί να πάει την ανθρώπινη εξέλιξη πολλά βήματα μπροστά. Σίγουρα σε ένα εμπειρικό πλαίσιο έχουν αποδεχτεί πως οι νότες μπορεί να δημιουργήσουν εικόνες και για τον καθένα ξεχωριστές, αλλά ένα τραγουδισμένο όνομα μπορεί να μας πάει σε μία συγκεκριμένη πηγή, δηλαδή σε ένα συγκεκριμένο τραγούδι.

Ένα τέτοιο όνομα είναι και το «Roxanne», που δεν αποτελεί απλά ένα τραγούδι, αλλά επίσης το κλειδί για την πόρτα της επιτυχίας των The Police στην παγκόσμια σκηνή και ένα τραγούδι ορόσημο της μπάντας. Επίσης, είναι από τα πιο τολμηρά μουσικά πειράματα ύστερης δεκαετίας του 70, καθώς κατάφερε να συνδυάσει πολλά μουσικά ρεύματα δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα καινούριο είδος.

Γραμμένo αποκλειστικά από τον Sting, κυκλοφόρησε ως single τον Απρίλιο του 1978 και εντάχθηκε στο ντεμπούτο άλμπουμ Outlandos d’Amour τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς. Ακολουθώντας το τραγούδι ένα μοτίβο που θέλει τα πιο εμβληματικά τραγούδια να αντιμετωπίζονται αρχικά με αδιαφορία, κατάφερα να αναδειχθεί σε παγκόσμιο hit φτάνοντας στο Νο 12 του UK Singles Chart το 1979, στο Νο 32 του Billboard Hot 100 και σε δεκάδες Top 10 σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η πηγή της έμπνευσης για το τραγούδι ήταν το Παρίσι, κατά τη διάρκεια πιθανόν της πρώτης διεθνής περιοδείας και όπως ορίζει ο κανόνας του rock n roll, η μπάντα διέμενε σε ένα πολύ φτηνό ξενοδοχείο κοντά στην περιοχή Pigalle, γνωστή για τη νυχτερινή της ζωή στην οποία κυριαρχούσαν κυρίως γυναίκες όπου έρωτας είχε το χρώμα του χρήματος, δηλαδή εκεί που υπήρχαν πολλά πορνεία. Ο Sting, ένας κλασικός παρατηρητικός καλλιτέχνης έβλεπε την καθημερινή πραγματικότητα του δρόμου εκείνου και σκέφτηκε να συνθέσει ένα τραγούδι το οποίο δεν καταδικάζει τίποτα και κανένα, αλλά συμπάσχει και δείχνει συμπόνια.

Ο στίχος  «You dont have to put on the red light» δεν στοχεύει σε κάποια ηθικολογία, αλλά απευθύνεται προς μια γυναίκα η οποία όπως θεωρεί ο ίδιος ο τραγουδιστής, έχει παράγει δεχτεί σε έναν φαύλο κύκλο της εμπορευματοποίησης, ένας κύκλος που ισχύει ακόμα και σήμερα και χωρίς καν να υπάρχουν κόκκινα φωτάκια ούτε περιθωριακός χαρακτηρισμός, αλλά μεταφράζεται σε έναν «επιτυχημένο» γάμο.

Το όνομα «Roxanne» δεν επιλέχθηκε τυχαία, προήλθε από μια θεατρική αφίσα του Cyrano de Bergerac που κρεμόταν στην είσοδο του ξενοδοχείου όπου διέμενε η μπάντα. Η ειρωνεία που εκφράζει το τραγούδι, δεν μπω δηλαδή μια τυχαία επιλογή αν είναι ξεκάθαρα σκόπινη καθώς το όνομα του τραγουδιού και της θεατρικής ηρωίδας συμβολίζει την αγνή, ιδεατή αγάπη στο θεατρικό δράμα ενώ στο τραγούδι, ορίζει μία σκληρή καθαρά υλική πλευρά της ανθρώπινης επαφής.

Από πλευράς μουσικής, το «Roxanne» ήταν ξεκάθαρα επαναστατικό για την εποχή του Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στα Surrey Sound Studios με προϋπολογισμό μόλις 1.500 λιρών και χωρίς εξωτερικό παραγωγό (η παραγωγή πιστώνεται στους ίδιους τους Police, με μηχανικό ήχου τον Nigel Gray). Αρχικά, ο Sting το φαντάστηκε σε ρυθμό bossa nova, αλλά ο ντράμερ Stewart Copeland το μετέτρεψε σε έναν υβριδικό παλμό που συνδύαζε reggae offbeats, syncopated αποχρώσεις τάνγκο και λατινική ρυθμική και ότι κατέβαζε η κούτρα του σε τέμπο, αλλά μάλλον περιορίστηκε στα παραπάνω. Σε όλο αυτό ήδη μεγάλο μπέρδεμα ο κιθαρίστας Andy Summers εφάρμοσε reggae upstrokes με ελαφριά παραμόρφωση, ενώ το μπάσο του Sting κινείται μελωδικά, λειτουργώντας ως δεύτερη φωνή. Αλλά ακόμα και η ίδια η δομή του τραγουδιού παρακάμπτει τους γνωστούς κανόνες και το παραδοσιακό τύπο τύπο verse-chorus-verse και βασίζεται σε επαναλαμβανόμενες στροφές με κλιμακούμενη δραματική ένταση, καθιστώντας το ένα από τα πρώτα παραδείγματα «αφηγηματικού rock». Αλλά ακόμα και intro του τραγουδιού είναι εμβληματικό και δημιουργήθηκε με ένα ελαφρώς ξεκούρδιστο upright piano και ένα απότομο drum fill, δημιουργώντας παράλληλα την άμεση αναγνωρισιμότητα του τραγουδιού από το πρώτο δευτερόλεπτο.

Όπως σε κάθε γέννηση, ειδικά τη γέννηση κάτι σημαντικού, η κυκλοφορία του δεν είχε τίποτα να κάνει με ομαλότητα. Η A&M Records το απέρριψε αρχικά ως «μη εμπορικό» και «πολύ σκοτεινό για το ραδιόφωνο». Το πίστευε και το κυκλοφόρησε ανεξάρτητα, χωρίς όμως κάποια θετική ανταπόκριση από τους κριτικούς και το κοινό κάτι που ανάγκασα αργότερα την δισκογραφική να το επανεκδώσω το 1979. Το BBC το απαγόρευσε προσωρινά εξαιτίας της θεματολογίας του τραγουδιού που είχε να κάνει με την πορνεία, μια κίνηση που τελικά το εκτόξευσε το τραγούδι στην κορυφή και όπως γίνεται συνήθως αντί να το θάψει, του έδωσε underground αίγλη και ώθησε τις πωλήσεις. Η ομορφιά της ροκ μουσικής είναι πως η λογοκρισία, για κάποιο παράδοξο λόγο λειτουργεί πάντα ως καλύτερος μηχανισμός προώθησης είτε της μπάντας είτε του τραγουδιού, κάτι που λειτουργεί ακόμα και στην τέχνη γενικά.

Το πολιτισμικό στίγμα που άφησε το τραγούδι «Roxanne» elie κατάφερε να ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της δεκαετίας του 70 φτάνοντας ο σύμβολο στη δεκαετία του 80 και κρατώντας ακόμα το χαρακτήρα του και τη φρεσκάδα του ως σήμερα. Η διασκευή του τραγουδιού έχει γίνει άπειρες φορές και με διάφορα τέμπο και εκδοχές, από τη θεατρική, tango-can-can εκδοχή της ταινίας Moulin Rouge! (2001) μέχρι jazz, gypsy, symphonic και acoustic ερμηνείες. Χρησιμοποιήθηκε σε ταινίες (The Full Monty, Love Actually, 50 First Dates), τηλεοπτικές σειρές, διαφημίσεις και βιντεοπαιχνίδια, ενώ παραμένει σταθερό στοιχείο των live εμφανίσεων της μπάντας ή του προσωπικού πρότζεκτ του δημιουργού του, συχνά επεκταμένο με reggae και jazz αυτοσχεδιασμούς. Το 2004, το περιοδικό Rolling Stone το κατέταξε στη λίστα «500 Greatest Songs of All Time», ενώ το NME το ανακήρυξε «οριστικό κομμάτι της post-punk εποχής».

Αλλά και από την μεριά της ακαδημαϊκής ματιάς ως και την μουσικολογία, το τραγούδι δεν έμεινα αδιάφορα και έχει μελετηθεί η περίπτωση του ως μια σπάνια πολιτισμική υβριδικότητα η οποία κατάφερε να συνδυάσει το τζαμαϊκανό reggae, τη βρετανική rock, τους λατινικούς ρυθμούς και τη γαλλική θεατρική αναφορά σε ένα ενιαίο αφήγημα.

Ακόμα και σήμερα το «Roxanne» παραμένει συνεχίζει να ήταν ζωντανό, όχι απλά ως υπενθύμιση του παρελθόντος αλλά είναι ένας ενεργός πολιτισμικός κώδικας ακόμα και στους νέους της εποχής. Είναι απόδειξη πώς μια απλή σπίτια μπορεί να γίνει μια τεράστια φωτιά, πώς μπορεί ένα τραγούδι να γεννηθεί από μια μικρή βόλτα στο Παρίσι, να ηχογραφηθεί με ελάχιστα χρήματα, ακόμα και να λογοκριθεί από την τηλεόραση και τελικά να γίνει ήχος μιας ολόκληρης γενιάς και ξεπερνώντας την παράλληλα. Και αυτό μπορεί να φαντάζει ένα μεγάλο μυστήριο της μουσικής, δηλαδή ότι η πιο σκληρή πραγματικότητα η οποία καταφέρνει να μεταμορφωθεί σε ρυθμό και στίχους μπορεί να γίνει αθάνατη, αλλά στη μουσική κάτι τέτοιο μπορεί να είναι κοινότυπο.


Jacek Henryk Maniakowski