Όσα μπορεί να κάνει ένα σφυρί, ούτε ο πιο
εξελιγμένος υπολογιστής δε μπορεί.
Noise rock
Πως ακούγεται: σαν μια punkμπάντα τζαμάρει με
φίλους την ίδια στιγμή που οι μάστορες κάνουν δουλειά στον ίδιο χώρο και κάπου
από δίπλα ακούγεται και ένας τζαζίστας να κάνει πρόβα. Βασικά σαν μια μπάντα,
που κάνει πρόβα, αλλά και κουρδίζουν συγχρόνως όλοι τα όργανά τους χωρίς
ιδιαίτερη επιτυχία, αλλά το αποτέλεσμα ακούγεται καλό!
Γιατί να το ακούσουμε: γιατί έδωσαν έναυσμα
για νέα είδη της rockκαι για νέες μουσικές αναζητήσεις και σε μουσικούςκαι σε μουσικόφιλους.
Γιατί όχι: γιατί οwhite noise τρυπάει τα αυτιά και μετά
εισέρχεται στον εγκέφαλο και τον καταστρέφει, κάνοντας τον κάτοχό του ένα ζόμπι
Που; Νέα Υορκη, Η.Π.Α.
Πότε; Από τα τέλη δεκαετίας του ’60 ως την
δεκαετία του ’80, αλλά γενικά είναι θολό το χρονικό πλαίσιο
Ποιοι; Το άλμπουμ WhiteLight/WhiteHeatτου 1968 των TheVelvetUndergroundθεωρείται
ορόσημο για το συγκεκριμένο είδος, αλλά και για 4-5 ακόμα. Οι Sonic Youth
κατάφεραν να φτάσουν το είδος στο ζενίθ του, αλλά αρκετά χρόνια αργότερα. Σίγουρα
και οι The Stooges έβαλαν και το λιθαράκι (κοτρώνα) στην δημιουργία του είδους.
Αλλάακόμαναακούσεις: The Butthole Surfers, Cows, Dinosaur Jr., Swans, White Zombie,
Killdozer, Flipper, Lightning Bolt
Μέρες δόξας: καλά, λέμε τώρα σε κύκλους
μουσικόφιλων και μόνο. Αλλά τέλη ’80 και αρχές ’90 σα να βγήκε από το καβούκι
τους, μέχρι να συντελέσει στην μουσική έκρηξη άλλων ειδών μέσα από τα σπλάχνα
του, τα οποία γνώρισαν και δόξα.
Κόκκινη κάρτα: ο υπερβολικός πειραματισμός
ουσιαστικά το κρατά στην σφαίρα του cult. Οτιδήποτε «γυαλίζει» τον ήχο θεωρείτε εχθρικό και εμμονή στη
τραχύτητά του είναι μάλλον υπερβολική.
Μετιμπερδεύεται; Με
Experimental rock, punk rock, Indie Rock, Grunge, alternative rock, post punk
Τι λες στον άσχετο; Έχεις δει συγκρότημα να
κουρδίζει ταυτόχρονα τα όργανά του; Αυτό μαζί με συνοδεία ηλεκτρικής σκούπας,
από τις παλιές που κάνουν θόρυβο.
Ένα καλός τρόπος για να νικήσει
κανείς την νύχτα, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά είναι να την φωτίσει. Και
ένα πάρτι είναι ένα καλό μέσο, πάντα
όμως, με τους κατάλληλους καλεσμένους και κάποιον μοναδικό διοργανωτή. Σε
τέτοιες περιπτώσεις μια κούφια διασκέδαση, με την κυριολεκτική έννοια της
λέξης, γίνεται ψυχαγωγία, πειραματισμός και πάνω απ' όλα ανταλλαγή ιδεών. Ο
κόσμος αλλάζει όταν οι άνθρωποι ανταλλάσσουν ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα
και μέσα από κάποια πάρτι της δεκαετίας '60 γεννήθηκαν πολλά καλλιτεχνικά
ρεύματα, που έδωσαν την ώθηση και για πολλές κοινωνικές μεταρυθμίσεις. Άλλωστε
και αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι εκφράσεις του rock'n'roll πάντα
κατηγορούνται από κάθε βολεμμένο σκοτεινόμυαλο συντηριτικό κατεστημένο.
Στη δεκαετία του ’60, το πάρτι δεν
ήταν πάντα απλώς διασκέδαση. Σε κάποιες περιπτώσεις ήταν και κατά κάποιον τρόπο ένα εργαστήριο. Ήταν χώρος
όπου συναντιόντουσαν ζωγράφοι, μουσικοί, ποιητές, ηθοποιοί, κινηματογραφιστές,
drag performers, μοντέλα, περιθωριακοί, πλούσιοι, φτωχοί, ιδιοφυΐες και
καμένοι. Και όταν όλα αυτά ανακατεύονταν κάτω από φώτα, προβολές, δυνατή
μουσική και χημικές ή συναισθηματικές υπερβολές, δεν έβγαινε απλώς ένα βράδυ.
Έβγαινε εποχή.
Τα πάρτυ του Andy Warhol, του
οποίου την ιδιαίτρη προσωπικότητα ανακάλυψε ο δικός μας Αλέξανδρος Ιόλας, ήταν
σημείο αναφοράς και σίγουρα μια μαχαιριά στην καρδιά της υποκρισίας της εποχής.
Η παραγωγή στον πρώτο άλμπουμ τωνThe
Velvet Underground, τοThe Velvet
Underground & Nico του 1967, είχε το ίδιο πειραματικό χαρακτήρα και με ότι
έχει ασχοληθεί ο καλλιτέχνης.
Το άλμπουμ αυτό, με το περίφημο
εξώφυλλο της μπανάνας που σχεδίασε ο Warhol, δεν γνώρισε μεγάλη εμπορική
επιτυχία όταν κυκλοφόρησε. Αντίθετα, στην εποχή του πέρασε σχεδόν σαν παράξενο
σώμα μέσα στη μουσική αγορά. Το Billboard το είδε να φτάνει χαμηλά στα charts,
όμως η επιρροή του αποδείχθηκε τεράστια αργότερα. Γι’ αυτό και έχει μείνει η
περίφημη φράση που αποδίδεται στον Brian Eno, ότι μπορεί να πούλησε λίγα
αντίτυπα στην αρχή, αλλά «όλοι όσοι το αγόρασαν έφτιαξαν μπάντα». Και δεν
απέχει πολύ από την αλήθεια, γιατί μέσα σε αυτόν τον δίσκο υπάρχουν σπόροι για
το punk, το post-punk, το gothic rock, το noise, το alternative και σχεδόν όλη
την σκοτεινή πλευρά της σύγχρονης ανεξάρτητης μουσικής.
Φυσικά και η προσωπικότητα τουLou Reed, η βασική κινητήριος δύναμη της
μπάντας, μαζί την συνθετική του δυνότητα, δημιούργησε έναν συνδυασμό που θα
επηρρέαζε ακόμα και σήμερα πολλές εκφράσεις του rock'n'roll. Φυσικά, με την
προσθήκη σε τρία τραγούδια την μοναδικής Nico, μπορούσε να δημιουργήσει μόνο
συνθέσεις, που ο χρόνος απλά θα τις "γυάλιζε", ώστε να φαίνονται
ακόμα πιο λαμπερές στο πέρασμα του χρόνου.
Η Nico, κατά κόσμον Christa
Päffgen, δεν μπήκε ποτέ πραγματικά σαν κανονικό μέλος με την κλασική έννοια,
αλλά περισσότερο σαν φιγούρα που επέβαλε ο Warhol στο αισθητικό σύμπαν του
δίσκου. Και όμως, η παρουσία της στα “Femme Fatale”, “All Tomorrow’s Parties”
και “I’ll Be Your Mirror” είναι απόλυτα καθοριστική. Η ψυχρή, χαμηλή, σχεδόν
απόκοσμη φωνή της δεν τραγουδάει με τον συνηθισμένο rock τρόπο. Δεν «ερμηνεύει»
θεατρικά τον πόνο. Τον παγώνει. Και ακριβώς γι’ αυτό τον κάνει πιο έντονο.
Το "All Tomorrow's
Parties" είναι μια από αυτές, δημιουργία του ίδιου του Lou Reed και με τα
φωνητικά της Nico. Η έμπνευση για την δημιουργία του προήλθε από την συνεχόμενη
παρατήρηση του Warhol και της "κλίκας" του. Ουσιαστικά ο δημιουργός
του περιγράφει πρόσωπα που αποτελούσαν το περίφημοAndy Warhol's Factory. Όπως λέει ο ίδιο ο
δημιουργός του άκουγε ανθρώπους να μιλάνε για τα πιο άστοχα, εκπληκτικά,
χαρούμενα και λυπηρά πράγματα μαζί. Ήταν το πιο αγαπημένο τραγούδι του
παραγωγού της μπάντας.
Ο Lou Reed παρατηρούσε τους
ανθρώπους του Factory σχεδόν σαν συγγραφέας που κάθεται σε μια γωνία και
καταγράφει χαρακτήρες. Στο Factory δεν υπήρχαν μόνο πάρτι. Υπήρχαν ρόλοι,
μάσκες, βλέμματα, φιλοδοξίες, ματαιώσεις, λάμψη και φθορά. Το “All Tomorrow’s Parties”
δεν είναι λοιπόν ένα τραγούδι για το πόσο ωραία περνάει κάποιος σε ένα πάρτι.
Είναι σχεδόν το αντίθετο. Είναι ένα τραγούδι για το τι κοστούμι θα φορέσει ο
άνθρωπος για να αντέξει το επόμενο πάρτι, την επόμενη εμφάνιση, την επόμενη
ανάγκη να τον κοιτάξουν.
Οστίχος “And what
costume shall the poor girl wear / To all tomorrow’s parties?” είναιαπότουςπιοχαρακτηριστικούς. Η “poor girl” δεν είναι
απλώς μια κοπέλα που δεν ξέρει τι να βάλει. Είναι μια τραγική φιγούρα που
ψάχνει ποιο πρόσωπο θα φορέσει για να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο όπου η
εικόνα ήταν ταυτόχρονα ελευθερία και φυλακή. Το φόρεμα από δεύτερο χέρι, το
“hand-me-down dress”, γίνεται σύμβολο μιας ταυτότητας δανεικής, φτιαγμένης από
τα βλέμματα των άλλων. Πίσω από τη λάμψη των πάρτι του Warhol υπήρχαν άνθρωποι
εύθραυστοι, μόνοι, συχνά αυτοκαταστροφικοί, που έγιναν τέχνη αλλά πολλές φορές
κάηκαν μέσα στην ίδια τη διαδικασία.
Κατά την διάρκεια της ηχογράφησης
του έπρεπε να εμφανίζονται στοDom, μαι
πολωνική αίθουσα χωρού, την οποία νοίκιαζε μαζί οι Andy Warhol και Paul
Morrissey, αργότερα μάνατζερ της μπάντας. Κάθε μέλος πήρε 5 δολάρια για κάθε
εμφάνιση. Μαζί με την Nico, πουεμφανιζόταν σανExploding Plastic Inevitable, άλλη μια
δημιουργία του δαιμόνιου καλλιτέχνη.
Το Exploding Plastic Inevitable δεν
ήταν απλώς συναυλία. Ήταν πολυθέαμα. Οι Velvet Underground έπαιζαν, η Nico
εμφανιζόταν σαν παγωμένη ιέρεια της σκηνής, οι ταινίες του Warhol προβάλλονταν
πάνω στα σώματα και στους τοίχους, φώτα αναβόσβηναν, χορευτές κινούνταν μέσα
στον χώρο και το κοινό δεν ήξερε πάντα αν παρακολουθούσε μουσική, happening,
performance art ή κοινωνικό πείραμα. Στην πραγματικότητα ήταν όλα μαζί. Γι’
αυτό και το “All Tomorrow’s Parties” μοιάζει να κουβαλάει μέσα του όχι μόνο ένα
τραγούδι, αλλά ολόκληρο το σκηνικό από το οποίο γεννήθηκε.
Στη ηχογράφησή του πρώτη φορά
χρησιμοποιήθηκε προηχογραφημένο πιάνο, στο οποίο είχε ανάλογο κούρδισμα και η
κιθάρα του δημιουργού του.
Εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο
ενδιαφέροντα τεχνικά στοιχεία του κομματιού. Ο Exploding Plastic Inevitable που είχε έρθει από
τον χώρο της avant-garde και είχε επηρεαστεί από τον μινιμαλισμό και το drone
του La Monte Young, έδωσε στο τραγούδι αυτόν τον υπνωτικό, σχεδόν τελετουργικό
χαρακτήρα. Το πιάνο δεν ακούγεται σαν συνηθισμένο rock πιάνο. Λειτουργεί
περισσότερο σαν επαναλαμβανόμενο χτύπημα, σαν μηχανισμός που γυρίζει
ασταμάτητα.
Παράλληλα, ο Lou Reed χρησιμοποίησε
το περίφημο “ostrich tuning”, ένα κούρδισμα στο οποίο οι χορδές της κιθάρας
κουρδίζονται στην ίδια νότα ή γύρω από την ίδια τονική βάση, δημιουργώντας έναν
βαρύ, μονότονο, υπνωτικό ήχο. Το όνομα προερχόταν από το παλιότερο τραγούδι του
“The Ostrich”, που είχε γράψει πριν τους Velvet Underground, όταν δούλευε ως
συνθέτης για την Pickwick Records. Αυτό το κούρδισμα δίνει στο “All Tomorrow’s
Parties” την αίσθηση ότι δεν προχωράει απλώς από κουπλέ σε ρεφρέν, αλλά
κινείται κυκλικά, σαν τελετή που επαναλαμβάνεται.
Καθοριστικό ρόλο έχει και η Maureen
Tucker στα τύμπανα. Η Tucker δεν έπαιζε σαν κλασικός rock drummer. Συχνά
στεκόταν όρθια, χρησιμοποιούσε απλό set και απέφευγε τα περιττά γεμίσματα. Στο
συγκεκριμένο τραγούδι ο ρυθμός της μοιάζει με πομπή. Δεν σπρώχνει απλώς το
κομμάτι μπροστά, το καρφώνει στη γη. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με το νόημα του
τραγουδιού: όλα τα αυριανά πάρτι θα έρθουν, οι ίδιες μάσκες θα φορεθούν, το
ίδιο δράμα θα επαναληφθεί.
Το “All Tomorrow’s Parties” είχε
κυκλοφορήσει και ως single πριν από το άλμπουμ, το 1966, με b-side το “I’ll Be
Your Mirror”. Η single εκτέλεση ήταν μικρότερη από αυτή του δίσκου, ώστε να
μπορέσει να παιχτεί ευκολότερα στο ραδιόφωνο. Παρ’ όλα αυτά δεν έγινε επιτυχία.
Ήταν πολύ σκοτεινό, πολύ επαναληπτικό, πολύ παράξενο για τα ραδιοφωνικά
δεδομένα της εποχής. Το κοινό του 1966 ήταν ακόμη πιο έτοιμο να δεχτεί την pop
έκρηξη των Beatles ή την ψυχεδέλεια του San Francisco, όχι όμως απαραίτητα αυτό
το παγωμένο νεοϋορκέζικο μοιρολόι για τα παιδιά των πάρτι.
Και όμως, αυτή ακριβώς η
διαφορετικότητά του το έκανε αργότερα τόσο σημαντικό. Το τραγούδι μοιάζει να
προαναγγέλλει πράγματα που θα εμφανίζονταν χρόνια μετά: το post-punk, το gothic
rock, το art rock, το industrial, την dark wave και την alternative σκηνή. Την
ώρα που το 1967 πολλοί τραγουδούσαν για λουλούδια, αγάπη και ψυχεδελική
απελευθέρωση, οι Velvet Underground τραγουδούσαν για ναρκωτικά, μοναξιά,
σεξουαλικά περιθώρια, αστική αποξένωση και ανθρώπους που χάνονται μέσα στην
ίδια τους την εικόνα. Αν η Καλιφόρνια έδειχνε την ηλιόλουστη πλευρά της
επανάστασης, η Νέα Υόρκη των Velvet Underground έδειχνε το υπόγειο.
Το τραγούδι έδωσε όνομα σε ένα
μουσικό φεστιβάλ, στοCamber Sands, στο
East Sussex της Αγγλίας, σε μια νουβέλα του William Gibson και μια ταινία του
Yu Lik-wai.
Το φεστιβάλ All Tomorrow’s Parties
ξεκίνησε το 1999 και δεν ήταν ένα συνηθισμένο φεστιβάλ. Η φιλοσοφία του ήταν
ότι κάθε φορά ένας καλλιτέχνης ή ένα συγκρότημα αναλάμβανε την επιμέλεια του
προγράμματος, διαλέγοντας τους καλεσμένους του. Δηλαδή, λειτουργούσε σχεδόν σαν
ιδανική συνέχεια της λογικής του Factory: καλλιτέχνες που καλούν άλλους
καλλιτέχνες, κοινότητες που χτίζονται γύρω από συγγένειες και όχι απλώς γύρω
από εμπορικά ονόματα. Κατά καιρούς με το ATP συνδέθηκαν ονόματα όπως οι Mogwai,
οι Sonic Youth, οι Shellac, ο Nick Cave, οι My Bloody Valentine και πολλοί
άλλοι. Ήταν ένα φεστιβάλ που κουβαλούσε έντονα το πνεύμα των Velvet
Underground: ανεξαρτησία, πειραματισμό, θόρυβο, σκοτάδι και καμία ανάγκη να
γίνει αρεστό σε όλους.
Η νουβέλα του William Gibson, “All
Tomorrow’s Parties”, κυκλοφόρησε το 1999 και αποτελεί μέρος της λεγόμενης
Bridge Trilogy, ενώ η ταινία του Yu Lik-wai κυκλοφόρησε το 2003, δανειζόμενη
και αυτή τον τίτλο από το τραγούδι. Αυτό δείχνει πόσο δυνατή αποδείχθηκε η
φράση του Lou Reed. Δεν έμεινε απλώς τίτλος τραγουδιού. Έγινε εικόνα, έγινε
ατμόσφαιρα, έγινε τρόπος να μιλήσεις για ένα μέλλον που υπόσχεται γιορτή αλλά
κρύβει μοναξιά.
Το “All Tomorrow’s Parties”
διασκευάστηκε επίσης από αρκετούς καλλιτέχνες, κυρίως από χώρους που
συγγενεύουν με το σκοτεινό, το art rock και το εναλλακτικό. Οι Japan το έφεραν
στη δική τους new wave αισθητική, ο Bryan Ferry το προσέγγισε με τον κομψό, παρακμιακό
του τρόπο, ενώ η ίδια η Nico το κράτησε ζωντανό και στις προσωπικές της
εμφανίσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το τραγούδι βρήκε δεύτερη ζωή σε σκηνές που
αγάπησαν το σκοτάδι, τη θεατρικότητα και την απόσταση.
Ο τίτλος του παραμένει ειρωνικός
και προφητικός μαζί. “All Tomorrow’s Parties”. Όλα τα αυριανά πάρτι. Από τη μία
ακούγεται σαν υπόσχεση. Αύριο θα ξαναβγούμε, αύριο θα λάμψουμε, αύριο θα μας
δουν, αύριο κάτι μπορεί να αλλάξει. Από την άλλη, μέσα στη φωνή της Nico και
στο επαναληπτικό παίξιμο της μπάντας, το αύριο μοιάζει να είναι απλώς η
επανάληψη του ίδιου κενού. Άλλο φόρεμα, ίδιος πόνος. Άλλο πάρτι, ίδια μοναξιά.
Άλλο προσωπείο, ίδιο πρόσωπο από κάτω.
Και ίσως γι’ αυτό το τραγούδι
αντέχει τόσο. Γιατί δεν μιλάει μόνο για το Factory, ούτε μόνο για τη Νέα Υόρκη
του Warhol. Μιλάει για κάθε σκηνή, κάθε παρέα, κάθε εποχή όπου οι άνθρωποι
ντύνονται, εμφανίζονται, ποζάρουν, προσπαθούν να υπάρξουν μέσα από τα μάτια των
άλλων και μετά επιστρέφουν μόνοι τους στο σκοτάδι. Το πάρτι τελειώνει. Αλλά το
επόμενο έχει ήδη ανακοινωθεί.
Στην ανατολική φιλοσοφία η έννοια του Άβαταρ ή Αβατάρ(α) ορίζει κάποια ενσαρκωμένη οντότητα, στόχος της οποίας είναι να εξελίξει την ανθρωπότητα. Στην αρχαία Αίγυπτο την συνέδεαν με τους πρώτους Φαραώ, με πρώτο τον Μήνη ή Μένη [Menes]. Αλλά δεν είναι μόνο οι ηγετικές και γνωστές προσωπικότητες που φέρουν αυτόν τον χαρακτηρισμό ή που κάπως σχετίζονται με αυτόν. Υπήρχαν άγνωστοι στον πολύ κόσμο άνθρωποι, που με κάποια «αόρατη» δημιουργία συνέβαλαν, με τον τρόπο τους, στην δημιουργική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Το rock ‘n’ roll είναι μέρος ενός μικρόκοσμου, φύσει μουσικού, που, συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία του ανθρώπινου πολιτισμού, με ότι αυτό συνεπάγεται! Απλά σε αυτόν τον κόσμο το βασικό «εργαλείο» και μέσο δημιουργίας είναι οι νότες και αυτές με τη σειρά τους συμβάλλουν στη διαρκή εξέλιξή του. Και σε αυτό το μουσικό σύμπαν υπάρχουν αυτοί που «φαίνεται» να συμβάλουν περισσότερο και έχουν μια εξωτερική λάμψη, αλλά και αυτοί που η βαρύτητα του έργου τους είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την φωτεινότητα της προσωπικότητάς τους ή μάλλον της συμπεριφοράς τους! Θα μπορούσε κανείς να πει με τόλμη πως το έργο του Lewis Allan “Lou” Reed έχει για το rock ‘n’ roll την αξία που είχε το έργο των Otto Hahn, Fritz Strassman και Enrico Fermi για τη φυσική! Ό,τι κατάφεραν στη φυσική και οι τρεις αυτοί άνθρωποι, επιτυγχάνοντας τη διάσπαση του ατόμου, με τις γνωστές ιστορικά ευεργετικές αλλά και καταστροφικές συνέπειες, το κατάφερε στη μουσική ο Lou Reed και μάλιστα σχεδόν μόνος του! Ουσιαστικά κατάφερε να «διασπάσει» το rock ‘n’ roll, αλλά μόνο με δημιουργικές συνέπειες, καθώς πρόσφερε στις επόμενες από αυτόν γενιές μουσικών νέες οπτικές και νέα πεδία δημιουργίας πάνω σε αυτό το είδος μουσικής. Με το συγκρότημά του, τους The Velvet Underground και το ντεμπούτο τους άλμπουμ, το “The Velvet Underground & Nico”, ο Lou Reed δεν ξεκίνησε απλώς ένα μουσικό κίνημα, αλλά υπήρξε και ο κύριος φορέας του μέσα από μια ποικιλία εκφράσεων αυτής της μουσικής. Το άλμπουμ αυτό, με την μπανάνα που φιγουράρει στο εξώφυλλο και που είχε σχεδιαστεί από τον Andy Warhol, ο οποίος έκανε και την παραγωγή του, πουλήθηκε σε μόλις 30.000 αντίτυπα . Αλλά τα λόγια του Brian Eno “everyone who bought one of those 30.000 copies started a band.” είναι αντιπροσωπευτικά της αξίας του καλλιτέχνη. Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή! Ο Lewis Allan “Lou” Reed είδε το πρώτο φως της ζωής κατά μέσα στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, συγκεκριμένα στις 2 Μαρτίου του 1942, στο Beth El Hospital του Brooklyn και μεγάλωσε στο Freeport του Long Island. Αν και καταγόταν από οικογένεια Εβραίων, ο ίδιος αργότερα δήλωνε πως ο μόνος του θεός ήταν το ροκ! Συγκεκριμένα είχε πει: «Ο θεός μου είναι το rock ‘n’ roll. Είναι μια σκοτεινή δύναμη που μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου. Το πιο σημαντικό μέρος της θρησκείας μου είναι το να παίζω κιθάρα». Μαθητής ήδη του λυκείου και o Lou Reed μάθαινε κιθάρα ακούγοντας ραδιόφωνο, ενώ ανέπτυσσε μια σταθερή προτίμηση των rock and roll και rhythm and blues! Η πρώτη από τις διάφορες μπάντες, στις οποίες συμμετείχε ως μαθητής του λυκείου, ήταν οι Jades, με μια πιο “doo wop” μουσική κατεύθυνση. Η τολμηρή απόπειρά του να εκφράσει τα bisexual συναισθήματά του, στα 1956, είχε ως συνέπεια να οδηγηθεί σε μια «θεραπεία» με ηλετροσόκ! Το βασανιστήριο αυτό, που ουσιαστικά κάνει τον εγκέφαλο «σαν λάχανο», αλλοιώνοντας τη μνήμη και οδηγώντας τον παθόντα σε ανικανότητα στις στοιχειώδεις νοητικές διεργασίες του, δεν θα μπορούσε να μην τον είχε επηρεάσει και μουσικά! Ουσιαστικά διηγείται την εμπειρία του αυτή σε τραγούδι του 1974 με τίτλο “Kill Your Sons”. Η δεκαετία του ’60 τον βρίσκει να σπουδάζει στο Syracuse University, ακολουθώντας τις κατευθύνσεις της δημοσιογραφίας, της σκηνοθεσίας και της δημιουργικής γραφής. Παράλληλα παρακολουθούσε το στρατιωτικό πρόγραμμα Reserve Officers’ Training Corps (ROTC), όπου ήταν αρχηγός διμοιρίας, ώσπου σημάδεψε, πατώντας την σκανδάλη, με το άδειο του όπλο το κεφάλι ανωτέρου του! Το 1961 αρχίζει να φιλοξενείται στον ραδιοφωνικό σταθμό WAER με την εκπομπή “Excursions On A Wobbly Rail”. Οι μουσικές του επιλογές έχουν ύφος των doo wop, rhythm and blues και jazz, και συγκεκριμένα free jazz. Μέσα από αυτήν την εμπειρία, βρίσκεται μπροστά στις πρώτες μουσικές επιρροές του, με τον σαξοφωνίστα Ornette Coleman να κατέχει τη δεσπόζουσα θέση μέσα σε αυτές. Μέσα από το άκουσμα της μουσικής του μαθαίνει τις πρώτες του τεχνικές, καθώς και λεπτομέρειες γύρω από τη συνεργασία μουσικών οργάνων. Μεγάλη επίδραση στον τρόπο της λυρικής του έκφρασης έπαιξε και ο καθηγητής του στο πανεπιστήμιο, από το οποίο αποφοίτησε με άριστα, ο ποιητής Delmore Schwartz. Η γνωριμία τους, για την οποία δήλωσε: “the first great person I ever met”, εξελίχθηκε σε δυνατή φιλία. Ουσιαστικά ο Schwartz είναι ο άνθρωπος που του μαθαίνει να εκφράζεται με απλότητα, δηλώνοντας άπειρα πράγματα απλά και μόνο με λίγες λέξεις. Το τραγούδι “European Son” από το ντεμπούτο άλμπουμ των Velvet Underground είναι αφιερωμένο σε αυτόν. Αργότερα θα τιμήσει ξανά τον μέντορά του με το “My House” του 1982. Δεν είναι λίγες οι φορές που αναφέρεται σε αυτόν στις συνεντεύξεις του. Σε μία από αυτές αναφέρει μεταξύ άλλων ότι, μέσα από τα γραπτά του θέλει να κινήσει το ενδιαφέρον των νέων για τη ροκ μουσική, κάτι που κατάφερε τελικά ο Lou Reed, όσο λίγοι, αλλά μέσα από τα τραγούδια του. Με τη λήξη των σπουδών του, μετακομίζει στην Νέα Υόρκη και σχεδόν αμέσως πιάνει δουλειά στην Pickwick Records, για την οποία γράφει τραγούδια. Το πρώτο του δημιούργημα είναι το “The Ostrich”, single που γνωρίζει μια κάποια επιτυχία. Η εταιρία αποφασίζει ότι, για να υποστηριχθεί το τραγούδι πρέπει να δημιουργηθεί και μία μπάντα. Το τραγούδι, το οποίο είναι μια διακωμώδηση της τότε χορευτικής μουσικής, βρήκε την μπάντα του, τους “The Primitives”. Μεταξύ των μουσικών που την απάρτιζαν, ήταν και οι John Cale, Ουαλός συνθέτης για την La Monte Young’s Theater of Eternal Music και ο Tony Conrad. Έκπληκτοι οι μουσικοί διαπίστωσαν ότι ο Reed είχε κουρδίσει όλες τις χορδές της κιθάρας του στην ίδια νότα! Από το τραγούδι στο οποίο και διαπίστωσαν αυτήν την «πρωτοτυπία» του Reed, ονόμασαν αυτό το στυλ παιξίματος “ostrich guitar”! Η πρώτη λίθος της πρωτοπορίας του τραγουδοποιού είχε βρει τη θέση της και αποτέλεσε τη βάση για το σύνολο της avant-garde σκηνής. Ο Cale, αν και ήταν αρκετά δυσαρεστημένος με τον νέο τρόπο παιξίματός του, ωστόσο παρέμενε πάντα εντυπωσιασμένος από το ρεπερτόριο του! Αυτό συμπεριλάμβανε και το “Heroin”, με την οποία ξεκίνησε ένα φλέρτ, που θα εξελισσόταν σε μια ερωτική σχέση, που θα κρατούσε χρόνια.
Ένα καλός τρόπος για να νικήσει κανείς την νύχτα, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά είναι να την φωτίσει. Και ένα πάρτυ είναι ένα καλό μέσο, πάντα όμως, με τους κατάλληλους καλεσμένους και κάποιον μοναδικό διοργανωτή. Σε τέτοιες περιπτώσεις μια κούφια διασκέδαση, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, γίνεται ψυχαγωγία, πειραματισμός και πάνω απ' όλα ανταλλαγή ιδεών. Ο κόσμος αλλάζει όταν οι άνθρωποι ανταλλάσσουν ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα και μέσα από κάποια πάρτυ της δεκαετίας '60 γεννήθηκαν πολλά καλλιτεχνικά ρεύματα, που έδωσαν την ώθηση και για πολλές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Άλλωστε και αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι εκφράσεις του rock'n'roll πάντα κατηγορούνται από κάθε βολεμένο σκοτεινόμυαλο συντηρητικό κατεστημένο. Τα πάρτυ του Andy Warhol, του οποίου την ιδιαίτερη προσωπικότητα ανακάλυψε ο δικός μας Αλέξανδρος Ιόλας, ήταν σημείο αναφοράς και σίγουρα μια μαχαιριά στην καρδιά της υποκρισίας της εποχής. Η παραγωγή στον πρώτο άλμπουμ των The Velvet Underground, το The Velvet Underground & Nico του 1967, είχε το ίδιο πειραματικό χαρακτήρα και με ότι έχει ασχοληθεί ο καλλιτέχνης. Φυσικά και η προσωπικότητα του Lou Reed, η βασική κινητήριος δύναμη της μπάντας, μαζί την συνθετική του δεινότητα, δημιούργησε έναν συνδυασμό που θα επηρέαζε ακόμα και σήμερα πολλές εκφράσεις του rock'n'roll. Φυσικά, με την προσθήκη σε τρία τραγούδια την μοναδικής Nico, μπορούσε να δημιουργήσει μόνο συνθέσεις, που ο χρόνος απλά θα τις "γυάλιζε", ώστε να φαίνονται ακόμα πιο λαμπερές στο πέρασμα του χρόνου. Το "All Tomorrow's Parties" είναι μια από αυτές, δημιουργία του ίδιου του All Tomorrow's Parties και με τα φωνητικά της Nico. Η έμπνευση για την δημιουργία του προήλθε από την συνεχόμενη παρατήρηση του Warhol και της "κλίκας" του. Ουσιαστικά ο δημιουργός του περιγράφει πρόσωπα που αποτελούσαν το περίφημο Andy Warhol's Factory. Όπως λέει ο ίδιο ο δημιουργός του άκουγε ανθρώπους να μιλάνε για τα πιο άστοχα, εκπληκτικά, χαρούμενα και λυπηρά πράγματα μαζί. Ήταν το πιο αγαπημένο τραγούδι του παραγωγού της μπάντας. Κατά την διάρκεια της ηχογράφησης του έπρεπε να εμφανίζονται στο Dom, μαι πολωνική αίθουσα χωρού, την οποία νοίκιαζε μαζί οι Andy Warhol και Paul Morrissey, αργότερα μάνατζερ της μπάντας. Κάθε μέλος πήρε 5 δολάρια για κάθε εμφάνιση. Μαζί με την Nico, που το πραγματικό της όνομα ήταν Christa Päffgen, εμφανιζόταν σαν Exploding Plastic Inevitable, άλλη μια δημιουργία του δαιμόνιου καλλιτέχνη. Στη ηχογράφησή του πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε προ-ηχογραφημένο πιάνο, στο οποίο είχε ανάλογο κούρδισμα και η κιθάρα του δημιουργού του. Το τραγούδι έδωσε όνομα σε ένα μουσικό φεστιβάλ, στο Camber Sands, στο East Sussex της Αγγλίας, σε μια νουβέλα του William Gibson και μια ταινία του Yu Lik-wai.
Η δημιουργία και η καταστροφή είναι ένα δίπολο, που θέτει σε κίνηση τα πάντα. Σε πολλές κοσμογονίες οι θεότητες που αντιπροσωπεύουν αυτές τις δυνάμεις είναι αδέλφια. Πιθανόν, αυτό το δίπολο, να είναι μια έκφραση της φύσης για να αποκαταστήσει την ισορροπία και να αποτρέψει τον κίνδυνο ανάπτυξης γιγαντισμού. Στο rock'n'roll όμως, ο γιγαντισμός δεν είναι επικυριαχικός, άρα ούτε και απειλεί κάποια ισορροπία. Περισσότερο ο χαρακτήρας φαίνεται να είναι οικουμενικός, παρά ταύτα το παραπάνω δίπολο είναι εμφανές όσο πουθενά. Εδώ όμως, ο δημιουργός αυτοκαταστρέφεται για να μπορεί να προσφέρει στον κοινό του. Ένα είδος σαδομαζοχιστικής σχέσης, που με κάθε τρόπο προσπαθεί να κρατηθεί ζωντανή και με οποιοδήποτε κόστος. Οι The Velvet Underground είναι ορισμός αυτής της αυτοκαταστροφικότητας και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, που ήταν κεντρικό θέμα των τραγουδιών τους. Η δημιουργικότητα του frontman της μπάντας Lou Reed, είναι σχεδόν ταυτόσημη με την τάση του για αυτοκαταστροφή, ειδικά όταν ήταν μέλος τους. Και η ενασχόλησή του με ανάλογη βιβλιογραφία δεν αποτέλεσε γεγονός, αλλά γεγονός ήταν η μεταφορά των αναγνωσμάτων του σε τραγούδια του. Ένα τέτοιο αποτέλεσε και το Venus in Furs, ομώνυμο του βιβλίου του Αυστριακού Leopold von Sacher-Masoch. Το τραγούδι κυκλοφόρησε μέσα απο το ντεμπούτο άλμπουμ τους, το The Velvet Underground & Nico του 1967, αν και δημιουργήθηκε δύο χρόνια νωρίτερα. Όπως όλο το άλμπουμ, που διαπραγματεύεται θέματα ταμπού, ακόμα και για την δική μας εποχή, το τραγούδι ακολουθεί την ίδια θεματολογία και η παραγωγή του Andy Warhol μόνο τυχαία δεν είναι. Αν και δεν ήταν το πρώτο τραγούδι που ασχολήθηκε με το θέμα της συγκεκριμένης νουβέλας, ήταν ο πρώτος σταθμός για την δημιουργία της εικόνας ενός κινήματος που δημιουργούταν μέσα στους κόλπους του rock'n'roll. Το πρώτο τραγούδι που το ανέφερε, σκωπτικά όμως, ήταν το The Masochism Tango του Tom Lehrer. Το βιβλίο, του οποίου ο συγγραφέας έδωσε το όνομα στην έννοια του μαζοχισμού, διαπραγματεύεται προσωπικές, εν μέρει, εμπειρίες του. Συγκεκριμένα μιλάει για την γυναικεία κυριαρχική επιβολή στον άντρα και πάντα μέσα σε σαδομαζοχιστικά πλαίσια. Η κεντρική ηρωίδα της νουβέλας του Sacher-Masoch, είναι η Wanda von Dunajew, ο χαρακτήρας της οποία διαμορφώθηκε από την Fanny Pistor, της οποία ήταν "σκλάβος" ο συγγραφέας. Ο τίτλος του προέρχεται από ένα όνειρο που βλέπει ο ήρωας του βιβλίου, στο οποίο μιλάει με την Αφροδίτη που φοράει γούνα, για την αγάπη. Και το τραγούδι δεν φεύγει και πολύ από το κεντρικό θέμα του βιβλίου, δίνοντας οντότητα στο BDSM, έννοια που το όνομα της προέρχεται από από τα ακρωνύμια των "B&D" για "Bondage and Discipline", "D&S" για "Dominance and Submission" και "S&M" για "Sadism and Masochism". Η σημασία του για την τολμηρή προσέγγιση, μεγαλώνει, αν αναλογιστεί κάποιος ότι, όλα αυτά θεωρούνταν ψυχικές παρεκκλίσεις και η θεραπευτική του αντιμετώπιση ήταν το ηλεκτροσόκ. Το τραγούδι του Lou Reed, αλλά και το όνομα της μπάντας, γεννά ένα ερώτημα, αν τελικά ο ίδιος ο δημιουργός ήταν τόσο βιτσιόζος. Αλλά το πιο πιθανόν είναι απλά να ήταν ακόμα ένας λίθος στο οικοδόμημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Αλλά ακόμα και θεμέλιο για την δημιουργία της αντι-κουλτούρας της punk και αργότερα όλων των παρακλαδιών της. Το τραγούδι έχει ντύσει μουσικά αρκετές ταινίες, αλλά ακόμα και στην ταινία The Doors (1991) του Oliver Stone ακούγεται, στη σκηνή του πάρτυ του Andy Warhol. Επίσης και οι διασκευές του ήταν πάρα πολλές, από The Smashing Pumpkins μέχρι και Beck, με αυτήν των Monster Magnet να είναι η πιο ενδιαφέρουσα.