Ένα καλός τρόπος για να νικήσει
κανείς την νύχτα, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά είναι να την φωτίσει. Και
ένα πάρτι είναι ένα καλό μέσο, πάντα
όμως, με τους κατάλληλους καλεσμένους και κάποιον μοναδικό διοργανωτή. Σε
τέτοιες περιπτώσεις μια κούφια διασκέδαση, με την κυριολεκτική έννοια της
λέξης, γίνεται ψυχαγωγία, πειραματισμός και πάνω απ' όλα ανταλλαγή ιδεών. Ο
κόσμος αλλάζει όταν οι άνθρωποι ανταλλάσσουν ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα
και μέσα από κάποια πάρτι της δεκαετίας '60 γεννήθηκαν πολλά καλλιτεχνικά
ρεύματα, που έδωσαν την ώθηση και για πολλές κοινωνικές μεταρυθμίσεις. Άλλωστε
και αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι εκφράσεις του rock'n'roll πάντα
κατηγορούνται από κάθε βολεμμένο σκοτεινόμυαλο συντηριτικό κατεστημένο.
Στη δεκαετία του ’60, το πάρτι δεν
ήταν πάντα απλώς διασκέδαση. Σε κάποιες περιπτώσεις ήταν και κατά κάποιον τρόπο ένα εργαστήριο. Ήταν χώρος
όπου συναντιόντουσαν ζωγράφοι, μουσικοί, ποιητές, ηθοποιοί, κινηματογραφιστές,
drag performers, μοντέλα, περιθωριακοί, πλούσιοι, φτωχοί, ιδιοφυΐες και
καμένοι. Και όταν όλα αυτά ανακατεύονταν κάτω από φώτα, προβολές, δυνατή
μουσική και χημικές ή συναισθηματικές υπερβολές, δεν έβγαινε απλώς ένα βράδυ.
Έβγαινε εποχή.
Τα πάρτυ του Andy Warhol, του
οποίου την ιδιαίτρη προσωπικότητα ανακάλυψε ο δικός μας Αλέξανδρος Ιόλας, ήταν
σημείο αναφοράς και σίγουρα μια μαχαιριά στην καρδιά της υποκρισίας της εποχής.
Η παραγωγή στον πρώτο άλμπουμ τωνThe
Velvet Underground, τοThe Velvet
Underground & Nico του 1967, είχε το ίδιο πειραματικό χαρακτήρα και με ότι
έχει ασχοληθεί ο καλλιτέχνης.
Το άλμπουμ αυτό, με το περίφημο
εξώφυλλο της μπανάνας που σχεδίασε ο Warhol, δεν γνώρισε μεγάλη εμπορική
επιτυχία όταν κυκλοφόρησε. Αντίθετα, στην εποχή του πέρασε σχεδόν σαν παράξενο
σώμα μέσα στη μουσική αγορά. Το Billboard το είδε να φτάνει χαμηλά στα charts,
όμως η επιρροή του αποδείχθηκε τεράστια αργότερα. Γι’ αυτό και έχει μείνει η
περίφημη φράση που αποδίδεται στον Brian Eno, ότι μπορεί να πούλησε λίγα
αντίτυπα στην αρχή, αλλά «όλοι όσοι το αγόρασαν έφτιαξαν μπάντα». Και δεν
απέχει πολύ από την αλήθεια, γιατί μέσα σε αυτόν τον δίσκο υπάρχουν σπόροι για
το punk, το post-punk, το gothic rock, το noise, το alternative και σχεδόν όλη
την σκοτεινή πλευρά της σύγχρονης ανεξάρτητης μουσικής.
Φυσικά και η προσωπικότητα τουLou Reed, η βασική κινητήριος δύναμη της
μπάντας, μαζί την συνθετική του δυνότητα, δημιούργησε έναν συνδυασμό που θα
επηρρέαζε ακόμα και σήμερα πολλές εκφράσεις του rock'n'roll. Φυσικά, με την
προσθήκη σε τρία τραγούδια την μοναδικής Nico, μπορούσε να δημιουργήσει μόνο
συνθέσεις, που ο χρόνος απλά θα τις "γυάλιζε", ώστε να φαίνονται
ακόμα πιο λαμπερές στο πέρασμα του χρόνου.
Η Nico, κατά κόσμον Christa
Päffgen, δεν μπήκε ποτέ πραγματικά σαν κανονικό μέλος με την κλασική έννοια,
αλλά περισσότερο σαν φιγούρα που επέβαλε ο Warhol στο αισθητικό σύμπαν του
δίσκου. Και όμως, η παρουσία της στα “Femme Fatale”, “All Tomorrow’s Parties”
και “I’ll Be Your Mirror” είναι απόλυτα καθοριστική. Η ψυχρή, χαμηλή, σχεδόν
απόκοσμη φωνή της δεν τραγουδάει με τον συνηθισμένο rock τρόπο. Δεν «ερμηνεύει»
θεατρικά τον πόνο. Τον παγώνει. Και ακριβώς γι’ αυτό τον κάνει πιο έντονο.
Το "All Tomorrow's
Parties" είναι μια από αυτές, δημιουργία του ίδιου του Lou Reed και με τα
φωνητικά της Nico. Η έμπνευση για την δημιουργία του προήλθε από την συνεχόμενη
παρατήρηση του Warhol και της "κλίκας" του. Ουσιαστικά ο δημιουργός
του περιγράφει πρόσωπα που αποτελούσαν το περίφημοAndy Warhol's Factory. Όπως λέει ο ίδιο ο
δημιουργός του άκουγε ανθρώπους να μιλάνε για τα πιο άστοχα, εκπληκτικά,
χαρούμενα και λυπηρά πράγματα μαζί. Ήταν το πιο αγαπημένο τραγούδι του
παραγωγού της μπάντας.
Ο Lou Reed παρατηρούσε τους
ανθρώπους του Factory σχεδόν σαν συγγραφέας που κάθεται σε μια γωνία και
καταγράφει χαρακτήρες. Στο Factory δεν υπήρχαν μόνο πάρτι. Υπήρχαν ρόλοι,
μάσκες, βλέμματα, φιλοδοξίες, ματαιώσεις, λάμψη και φθορά. Το “All Tomorrow’s Parties”
δεν είναι λοιπόν ένα τραγούδι για το πόσο ωραία περνάει κάποιος σε ένα πάρτι.
Είναι σχεδόν το αντίθετο. Είναι ένα τραγούδι για το τι κοστούμι θα φορέσει ο
άνθρωπος για να αντέξει το επόμενο πάρτι, την επόμενη εμφάνιση, την επόμενη
ανάγκη να τον κοιτάξουν.
Οστίχος “And what
costume shall the poor girl wear / To all tomorrow’s parties?” είναιαπότουςπιοχαρακτηριστικούς. Η “poor girl” δεν είναι
απλώς μια κοπέλα που δεν ξέρει τι να βάλει. Είναι μια τραγική φιγούρα που
ψάχνει ποιο πρόσωπο θα φορέσει για να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο όπου η
εικόνα ήταν ταυτόχρονα ελευθερία και φυλακή. Το φόρεμα από δεύτερο χέρι, το
“hand-me-down dress”, γίνεται σύμβολο μιας ταυτότητας δανεικής, φτιαγμένης από
τα βλέμματα των άλλων. Πίσω από τη λάμψη των πάρτι του Warhol υπήρχαν άνθρωποι
εύθραυστοι, μόνοι, συχνά αυτοκαταστροφικοί, που έγιναν τέχνη αλλά πολλές φορές
κάηκαν μέσα στην ίδια τη διαδικασία.
Κατά την διάρκεια της ηχογράφησης
του έπρεπε να εμφανίζονται στοDom, μαι
πολωνική αίθουσα χωρού, την οποία νοίκιαζε μαζί οι Andy Warhol και Paul
Morrissey, αργότερα μάνατζερ της μπάντας. Κάθε μέλος πήρε 5 δολάρια για κάθε
εμφάνιση. Μαζί με την Nico, πουεμφανιζόταν σανExploding Plastic Inevitable, άλλη μια
δημιουργία του δαιμόνιου καλλιτέχνη.
Το Exploding Plastic Inevitable δεν
ήταν απλώς συναυλία. Ήταν πολυθέαμα. Οι Velvet Underground έπαιζαν, η Nico
εμφανιζόταν σαν παγωμένη ιέρεια της σκηνής, οι ταινίες του Warhol προβάλλονταν
πάνω στα σώματα και στους τοίχους, φώτα αναβόσβηναν, χορευτές κινούνταν μέσα
στον χώρο και το κοινό δεν ήξερε πάντα αν παρακολουθούσε μουσική, happening,
performance art ή κοινωνικό πείραμα. Στην πραγματικότητα ήταν όλα μαζί. Γι’
αυτό και το “All Tomorrow’s Parties” μοιάζει να κουβαλάει μέσα του όχι μόνο ένα
τραγούδι, αλλά ολόκληρο το σκηνικό από το οποίο γεννήθηκε.
Στη ηχογράφησή του πρώτη φορά
χρησιμοποιήθηκε προηχογραφημένο πιάνο, στο οποίο είχε ανάλογο κούρδισμα και η
κιθάρα του δημιουργού του.
Εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο
ενδιαφέροντα τεχνικά στοιχεία του κομματιού. Ο Exploding Plastic Inevitable που είχε έρθει από
τον χώρο της avant-garde και είχε επηρεαστεί από τον μινιμαλισμό και το drone
του La Monte Young, έδωσε στο τραγούδι αυτόν τον υπνωτικό, σχεδόν τελετουργικό
χαρακτήρα. Το πιάνο δεν ακούγεται σαν συνηθισμένο rock πιάνο. Λειτουργεί
περισσότερο σαν επαναλαμβανόμενο χτύπημα, σαν μηχανισμός που γυρίζει
ασταμάτητα.
Παράλληλα, ο Lou Reed χρησιμοποίησε
το περίφημο “ostrich tuning”, ένα κούρδισμα στο οποίο οι χορδές της κιθάρας
κουρδίζονται στην ίδια νότα ή γύρω από την ίδια τονική βάση, δημιουργώντας έναν
βαρύ, μονότονο, υπνωτικό ήχο. Το όνομα προερχόταν από το παλιότερο τραγούδι του
“The Ostrich”, που είχε γράψει πριν τους Velvet Underground, όταν δούλευε ως
συνθέτης για την Pickwick Records. Αυτό το κούρδισμα δίνει στο “All Tomorrow’s
Parties” την αίσθηση ότι δεν προχωράει απλώς από κουπλέ σε ρεφρέν, αλλά
κινείται κυκλικά, σαν τελετή που επαναλαμβάνεται.
Καθοριστικό ρόλο έχει και η Maureen
Tucker στα τύμπανα. Η Tucker δεν έπαιζε σαν κλασικός rock drummer. Συχνά
στεκόταν όρθια, χρησιμοποιούσε απλό set και απέφευγε τα περιττά γεμίσματα. Στο
συγκεκριμένο τραγούδι ο ρυθμός της μοιάζει με πομπή. Δεν σπρώχνει απλώς το
κομμάτι μπροστά, το καρφώνει στη γη. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με το νόημα του
τραγουδιού: όλα τα αυριανά πάρτι θα έρθουν, οι ίδιες μάσκες θα φορεθούν, το
ίδιο δράμα θα επαναληφθεί.
Το “All Tomorrow’s Parties” είχε
κυκλοφορήσει και ως single πριν από το άλμπουμ, το 1966, με b-side το “I’ll Be
Your Mirror”. Η single εκτέλεση ήταν μικρότερη από αυτή του δίσκου, ώστε να
μπορέσει να παιχτεί ευκολότερα στο ραδιόφωνο. Παρ’ όλα αυτά δεν έγινε επιτυχία.
Ήταν πολύ σκοτεινό, πολύ επαναληπτικό, πολύ παράξενο για τα ραδιοφωνικά
δεδομένα της εποχής. Το κοινό του 1966 ήταν ακόμη πιο έτοιμο να δεχτεί την pop
έκρηξη των Beatles ή την ψυχεδέλεια του San Francisco, όχι όμως απαραίτητα αυτό
το παγωμένο νεοϋορκέζικο μοιρολόι για τα παιδιά των πάρτι.
Και όμως, αυτή ακριβώς η
διαφορετικότητά του το έκανε αργότερα τόσο σημαντικό. Το τραγούδι μοιάζει να
προαναγγέλλει πράγματα που θα εμφανίζονταν χρόνια μετά: το post-punk, το gothic
rock, το art rock, το industrial, την dark wave και την alternative σκηνή. Την
ώρα που το 1967 πολλοί τραγουδούσαν για λουλούδια, αγάπη και ψυχεδελική
απελευθέρωση, οι Velvet Underground τραγουδούσαν για ναρκωτικά, μοναξιά,
σεξουαλικά περιθώρια, αστική αποξένωση και ανθρώπους που χάνονται μέσα στην
ίδια τους την εικόνα. Αν η Καλιφόρνια έδειχνε την ηλιόλουστη πλευρά της
επανάστασης, η Νέα Υόρκη των Velvet Underground έδειχνε το υπόγειο.
Το τραγούδι έδωσε όνομα σε ένα
μουσικό φεστιβάλ, στοCamber Sands, στο
East Sussex της Αγγλίας, σε μια νουβέλα του William Gibson και μια ταινία του
Yu Lik-wai.
Το φεστιβάλ All Tomorrow’s Parties
ξεκίνησε το 1999 και δεν ήταν ένα συνηθισμένο φεστιβάλ. Η φιλοσοφία του ήταν
ότι κάθε φορά ένας καλλιτέχνης ή ένα συγκρότημα αναλάμβανε την επιμέλεια του
προγράμματος, διαλέγοντας τους καλεσμένους του. Δηλαδή, λειτουργούσε σχεδόν σαν
ιδανική συνέχεια της λογικής του Factory: καλλιτέχνες που καλούν άλλους
καλλιτέχνες, κοινότητες που χτίζονται γύρω από συγγένειες και όχι απλώς γύρω
από εμπορικά ονόματα. Κατά καιρούς με το ATP συνδέθηκαν ονόματα όπως οι Mogwai,
οι Sonic Youth, οι Shellac, ο Nick Cave, οι My Bloody Valentine και πολλοί
άλλοι. Ήταν ένα φεστιβάλ που κουβαλούσε έντονα το πνεύμα των Velvet
Underground: ανεξαρτησία, πειραματισμό, θόρυβο, σκοτάδι και καμία ανάγκη να
γίνει αρεστό σε όλους.
Η νουβέλα του William Gibson, “All
Tomorrow’s Parties”, κυκλοφόρησε το 1999 και αποτελεί μέρος της λεγόμενης
Bridge Trilogy, ενώ η ταινία του Yu Lik-wai κυκλοφόρησε το 2003, δανειζόμενη
και αυτή τον τίτλο από το τραγούδι. Αυτό δείχνει πόσο δυνατή αποδείχθηκε η
φράση του Lou Reed. Δεν έμεινε απλώς τίτλος τραγουδιού. Έγινε εικόνα, έγινε
ατμόσφαιρα, έγινε τρόπος να μιλήσεις για ένα μέλλον που υπόσχεται γιορτή αλλά
κρύβει μοναξιά.
Το “All Tomorrow’s Parties”
διασκευάστηκε επίσης από αρκετούς καλλιτέχνες, κυρίως από χώρους που
συγγενεύουν με το σκοτεινό, το art rock και το εναλλακτικό. Οι Japan το έφεραν
στη δική τους new wave αισθητική, ο Bryan Ferry το προσέγγισε με τον κομψό, παρακμιακό
του τρόπο, ενώ η ίδια η Nico το κράτησε ζωντανό και στις προσωπικές της
εμφανίσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το τραγούδι βρήκε δεύτερη ζωή σε σκηνές που
αγάπησαν το σκοτάδι, τη θεατρικότητα και την απόσταση.
Ο τίτλος του παραμένει ειρωνικός
και προφητικός μαζί. “All Tomorrow’s Parties”. Όλα τα αυριανά πάρτι. Από τη μία
ακούγεται σαν υπόσχεση. Αύριο θα ξαναβγούμε, αύριο θα λάμψουμε, αύριο θα μας
δουν, αύριο κάτι μπορεί να αλλάξει. Από την άλλη, μέσα στη φωνή της Nico και
στο επαναληπτικό παίξιμο της μπάντας, το αύριο μοιάζει να είναι απλώς η
επανάληψη του ίδιου κενού. Άλλο φόρεμα, ίδιος πόνος. Άλλο πάρτι, ίδια μοναξιά.
Άλλο προσωπείο, ίδιο πρόσωπο από κάτω.
Και ίσως γι’ αυτό το τραγούδι
αντέχει τόσο. Γιατί δεν μιλάει μόνο για το Factory, ούτε μόνο για τη Νέα Υόρκη
του Warhol. Μιλάει για κάθε σκηνή, κάθε παρέα, κάθε εποχή όπου οι άνθρωποι
ντύνονται, εμφανίζονται, ποζάρουν, προσπαθούν να υπάρξουν μέσα από τα μάτια των
άλλων και μετά επιστρέφουν μόνοι τους στο σκοτάδι. Το πάρτι τελειώνει. Αλλά το
επόμενο έχει ήδη ανακοινωθεί.
Ένα τραγούδι συγκεντρώνει και εκφράζει πολλά πράγματα μαζί. Είναι ένα μέσον και σκοπός, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά και τα δύο μαζί. Είναι ένας φορέας, αλλά και επιβάτης στο μουσικό ταξείδι κάποιου καλλιτέχνη. Στον καθένα μας έχει και διαφορετική σημασία και έννοια. Μπορεί να ξυπνάει μνήμες, να ενώνει ανθρώπους και να χωρίζει. Όπου τα λόγια δύσκολα βγαίνουν και λέξεις γαντζώνονται στην άκρη της γλώσσας, αρνούμενες να υπακούσουν στο μυαλό, αλλά κυρίως στην καρδιά. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι αποτελεί πάντα ένα καταφύγιο, για τον καλλιτέχνη που το δημιουργεί και πολύ περισσότερο για τον ακροατή, που το συνδυάζει, αλλά και τον εκφράζει στις σημαντικές στιγμές της ζωής του. Είναι ένα νησί με όμορφες παραλίες και μοναδικά βασιλέματα, που ο ήχος και μόνο είναι ικανός να δημιουργήσει και τις πιο όμορφες εικόνες, μέσα στον ωκεανό της καθημερινότητας. Για τον Mark Gane, μέλος των Καναδών Martha and the Muffins, ένα τέτοιο φανταστικό καταφύγιο ήταν και η Echo Beach, όταν δημιούργησε το ομώνυμο αυτό τραγούδι για την μπάντα του. Κυκλοφόρησε μέσα από το άλμπουμ τους, το Metro Music και εκτός από μεγαλύτερο τους χιτ, είναι τραγούδι σύμβολο της δεκαετίας του '80, αν και κυκλοφόρησε ένα χρόνο πριν μπει αυτή. Ορισμός της New Wave και post-punk έκφρασης του rock'n'roll μπήκε σχεδόν σε όλο τα top ten των χωρών, οποίων η μουσική δεν λογοκρινόταν, τυπικά τουλάχιστον. Όμως ακόμα οι σκέψεις και τα όνειρα του καθένα μας δεν έχουν λογοκριθεί και μια φανταστική παραλία αποτέλεσε την έμπνευση για το τραγούδι. Ο Mark Gane, οποίος έχει γράψει μόλις τρία τραγούδια για την μπάντα, στα φοιτητικά του δούλευε ένα καλοκαίρι σε ενα εργοστάσιο χρωμάτων και ταπετσαριών. Η δουλειά του προφανώς δεν του προκαλούσε τίποτα άλλο εκτός από μια ατέλειωτη βαρεμάρα και νοητικά ταξείδευε σε παραλίες που έχει επισκεφτεί στο παρελθόν. Αλλά κύριο σημείο έμπνευσης υπήρχε η λίμνη Ontario του Toronto και συγκεκριμένα Sunnyside Beach, όπου ο δημιουργός του τραγουδιού πέρασε μια πολύ όμορφη γι αυτόν, βραδιά. Πιθανόν ακούγοντας και το τραγούδι των Ultravox, το Hiroshima Mon Amour, μια και από το λυρικό μέρος του είναι παρμένος και ο τίτλος, όπου και αναφέρεται. Αλλά και μουσικές ομοιότητες δεν είναι λίγες. Φυσικά είναι ένα φανταστικό μέρος η Echo Beach και θα μπορούσε να υπάρχει στην μέση του πουθενά, με την εικόνα της πόλης απλά να φαντάζει σαν εικαστική παρέμβαση ή μια σουρεαλιστική εικόνα, όπως αναφέρει ο τραγουδοποιός του. Το εξώφυλλο του σινγκλ δείχνει στην μία του έκδοση τα Toronto Islands και σε μια άλλη την Chesil Beach του Dorset της Αγγλίας.
Οι New Zero God απαντούν: 1) Τι συμβολίζει το όνομα σας;
To ότι άνθρωποι με μηδενική προσωπικότητα κυβερνούν τον κόσμο σαν να είναι θεοί… 2) Χρήμα ή δόξα;
Ευτυχία
3) Πως θα προβάλεις με μια λέξη ή μια φράση την μπάντα σου;
Σκοτεινό rock’n’roll
4) Σημείο μηδέν της μπάντας
Δεν υπάρχει…
5) Τι μουσική σας εκφράζει λιγότερο ή καθόλου;
Το Ελληνικό λαϊκό τραγούδι.
6) Αν ήταν υπερόπλο η μουσική που θα την χρησιμοποιούσατε;
Θα καταστρέφαμε την ανθρώπινη απληστία…
7) Με ποιον θα θέλατε να ανεβείτε στην σκηνή;
Με τον John Lydon
8 ) Η μουσική σαν πολιτική ή θρησκευτική έκφραση;
Ως πολιτική έκφραση (αν και η θρησκεία ασκεί κι αυτή πολιτική…)
9) Οι επιρροές σας;
Oι Clash, οι Damned, οι Mission, το punk, το post-punk, η gothic…
10) Μέσον ή σκοπός το συγκρότημα;
Μέσον επικοινωνίας με τους ανθρώπους
11) Μέσον ή σκοπός η μουσική;
Μέσον έκφρασης συναισθημάτων
12) Το ταλέντο συνοδεύει την αλαζονεία ή την ταπεινοφροσύνη;
Το ταλέντο είναι ταλέντο. Ανάλογα με την προσωπικότητα αυτού που το έχει πάνε και τα άλλα δύο… Συνήθως ο ατάλαντος είναι και αλαζόνας…
13) Συμβολικά με ποιο ζώο θα παρομοιάζατε την μπάντα;
Με την μαϊμού. Γιατί πηδάει από κλαδί σε κλαδί παίζοντας και περνώντας καλά, μοιάζει πολύ στον άνθρωπο και έχει την ατυχία να την χρησιμοποιούν συχνά ως πειραματόζωο…
14) Μια ευχή για την μπάντα
Να έχουν όλα τα μέλη την υγεία τους…
15) Ποιο είναι το πιο σκοτεινό σημείο της μουσικής δημιουργίας;
Η στιγμή που ο κάθε ένας από τους 4 μουσικούς της μπάντας βάζει λίγο από τον χτύπο της καρδιάς του και αποκτά ζωή ένα τραγούδι από το πουθενά…
Η μουσική είναι από τα ελάχιστα πράγματα που δε μπορεί να φυλακίσει ο άνθρωπος.Μπορεί να την περιορίσει, αλλά πάντα μια νότα θα διαφύγει κάπου και θα φτάσει σε κάποιο ευαίσθητο αυτί. Η διακίνηση της μουσική και η μην τυποποιημένη έκφραση της είναι δείγμα ελευθερίας μιας κοινωνίας. Αλλά και μια σταγόνα ελπίδας σε μια κοινωνία που μαστίζεται από αυθαίρετα, χωρίς λογική, δόγματα και απολυταρχικό τρόπο σκέψης. Η μουσική αλληλεγγύη είναι ένα μέσο πολύ αποτελεσματικό και συνήθως εκφράζεται μέσα από μουσικές συλλογές, όπου ένα συγκρότημα έχει την ευκαιρία να δείξει ένα δείγμα της δουλειάς του, αλλά και πολλές φορές του ταλέντου του. Έτσι, όσο και ζόρικα θα είναι τα πράγματα, πάντα θα υπάρχει κάποιος με μεράκι αλλά και θέληση να δημιουργήσει ένα πεδίο προβολής της μουσικής. Και η ελληνική Underground σκηνή, από την δεκαετία το '80, πάντα είχε τέτοιους ανθρώπους. Οι δισκογραφικές συλλογές που δημιουργήθηκαν τότε, αποτελούν μέχρι σήμερα έναν μουσικό θησαυρό. Από τα μέσα της δεκαετίας του '90, η έκδοσή του μπήκε σε έναν λήθαργο, αλλά πάντα εκεί κάπου "κάτω από την πόλη" υπήρχε μια μουσική φωτιά που σιγόκαιγε. Απλά έπρεπε να βρεθεί κάποιος να ανακατέψει την στάχτη των χαμένων στην λήθη μουσικών συγκροτημάτων για να σηκωθεί η φλόγα των νέων. Και μια τέτοια κίνηση είναι και η The Greek Underground Scene - 2013 Compilation.
Ειλικρινά, ακούγοντάς την πολλές φορές δεν βρήκα ούτε μία μπάντα να υστερεί, είτε σε ελληνόφωνο στίχο, που πάντα αγγίζει τα όρια της ποίησης είτε σε αγγλόφωνο. Η συλλογή ξεκινάει με τους Διχως Πρόσωπο και Δεν Με Ελεγχω, με στίχο που τσακίζει και ένα τέμπο,μια μίξη punk και ηλεκτρονικής μουσικής. Στην συνέχεια οι We Came From Waters με το Yellow Position, από την Φλώρινα και με ένα άλμπουμ στις αποσκευές τους, το "Unfamous quotes" μας δείχνουν ένα σκοτεινό post-punk μουσικό πρόσωπο με ένα φλερτάρισμα με τα 80s και την New wave. Τρίτη μπάντα στην σειρά είναι οι Grain με το Edem, καθαρή punk ελληνόφωνο στίχο που φτάνει στα όρια των Καταραμένων της γαλλικής ποιήσης. Έχουν και αυτοί μια ολοκληρωμένη δουλεία, ομώνυμη του τραγουδιού της συλλογής. Με τα Εξάρχεια, σαν γενέτειρά τους είναι κλασικό δείγμα της ελληνικής Underground σκηνής. Ακολουθούν οι Electro Vampires με το Sadistic Secret Love, δεν θα γράψω τίποτα γι αυτούς, μιας που είναι και οι αγαπημένη μου ελληνική μπάντα. Οι Θεσσαλονικείς έχουν στις αποσκευές τους ένα άλμπουμ το "Behind the eyes of the shadow", φανατικό κοινό και πολλές καταπληκτικές ζωντανές εμφανίσεις. Από τις κορυφαίες μπάντες του είδους στην Ελλάδα. Οι Penny Dreadful με το The Devil In The Attic ακολουθούν, με ένα σκοτεινό ήχο που αφήνει πολλές υποσχέσεις. Αργόσυρτη σύνθεση παραπέμπει σε ταινία τρόμου, αλλά σε παρασέρνει γλυκά κερδίζοντας την προσοχή της. Οι Stonemouth με το Ghost Story μας οδηγούν σε Dark Wave μουσικά μονοπάτια με την ιδιαίτερη φωνή του Vassilis Salapatas να δίνει μελωδικότητα στην σύνθεση. Με μόλις έναν χρόνο ζωής, αποδεικνύουν ότι έχουν πολλά ακόμα να δώσουν. Οι DropDown με το Echoes με την πιο μελωδική σύνθεση της συλλογής και τα γυναικεία φωνητικά να μαγεύουν. Οι πολλά υποσχόμενοι Envy Never Dies με το The Bar συνεχίζουν την μοναδική μουσική πανδαισία. Εκπληκτική μπάντα, που έχει κατακτήσει την απλότητα, με τα αντρικά και γυναικεία φωνητικά να εναλλάσσονται σε μια σύνθεση που μένει. Οι ένατοι στην σειρά New Zero God με το Intoxication, που έχουν βγει εκτός των συνόρων και με δύο άλμπουμ και ένα ΕΡ στις αποσκευές τους, κινούντα σε κλασσικά Gothic και Post-Punk μουσικά μονοπάτια. Την δεκάδα των τραγουδιών κλείνουν οι In The Distance με το U.O.O.. Ο ήχος τους Alternative Rock, αρκετά δυναμικός με τα κρουστά να κλέβουν την παράσταση σε μια ενδιαφέρουσα σύνθεση. Οι Sorrowful Angels με το Shores of Capture περιπλανιούνται στα Gothic metal μονοπάτια. Με πολλά χρόνια, από το 1999, στην metal σκηνή και δύο άλμπουμ άλμπουμ στις πλάτες, εδώ βρίσκονται με μια μελωδική σύνθεση με τα δυνατά riff είναι παρόντα. Οι Skinner Box με το Slow Motion, τραγούδι που κλείνει το ντεμπούτο ΕΡ τους, το “Life is Chemistry”, εκτός από τα μοναδικά φωνητικά της Vana Rose, δείχνουν με το ταλέντο τους ότι ο δρόμος προς το μέλλον είναι ανοιχτός γι αυτούς. Σίγουρα τα σύνορα της Ελλάδας δε μπορούν να τους κρατήσουν. Οι Mani Deum από την Κέρκυρα με το Love Like Berlin, μια αρκετά παράξενη και σκοτεινή σύνθεση κάτι σε folk rock, κερδίζουν την προσοχή και σε ωθούν να ακούσεις κάτι περισσότερο από αυτούς. Έχουν ένα άλμπουμ στις αποσκευές τους το "Music For Your Local Church...Or Your Local Brothel. Το προτελευταίο Sound Of The Rain από Chris Skordylis featuring Theofil Tsiolakakis, αν και καλή σύνθεση με κάκιστη παραγωγή που θάβει το τραγούδι. Η πιο μέτρια στιγμή του άλμπουμ, σε new wave ύφος.
Το άλμπουμ τελειώνει με το τραγούδι Χρωμα από τους Υπογεια Τροχια, με ελληνόφωνο στίχο, όπως και ξεκίνησε. Η μπάντα από την Πτολεμαΐδα με σχεδόν 30 χρόνια ζωής και ήχο χαρακτηριστικό της ελληνικής ροκ σκηνής. Η σύνθεση ακροβατεί ανάμεσα σε Β-52 ήχο και σκοτεινές αναφορές σε new wave, με πινελιές πειραματισμού. Η κακή παραγωγή θάβει και αυτό το τραγούδι. Σαν επίλογος, μπορώ να πω ότι, το άκουσμα αυτής της συλλογής είναι μουσικό ταξείδι, όχι μόνο στην ελληνική σκηνή, αλλά και στις εικόνες που δημιουργούν όλες οι συνθέσεις. Δεν είναι μόνο μια αξιόλογη προσπάθεια για ανάδειξη ελληνικών συγκροτημάτων αλλά και ένα μουσικό διαμάντι. Ο Μιχάλης Πουγουνάς από τους New Zero God, δημιούργησε μια φανταστική συλλογή που πρέπει να ακουστεί από κάθε μουσικόφιλο.
Λέγεται ότι, όσο πλούσια είναι η γλώσσα, άλλες τόσες ιδέες μπορεί να εκφράσει. Ουσιαστικά μια γλώσσα είναι η ενσάρκωση της ηθικής και συναισθηματικής κατάστασης ενός λαού. Και καλύτερος τρόπος για να εκφραστεί αυτή είναι η ποίηση. Πέρα, όμως από το "χαρτί" η ποίηση αποτυπώνεται και σε νότες. Αν και το σκυλο-λαϊκο-ποπ μουσικό κατεστημένο την εξαφάνισε,.... σχεδόν, όμως. Πιο εύκολο όμως, είναι να εξαφανίσεις τις κατσαρίδες από την υφήλιο, παρά τους ποιητές, για ένα απλό λόγο: δεν είναι η μορφή το βασικό στοιχείο για την επιβίωση τους, αλλά το πνεύμα. Κάτι που τους κάνει να παίρνουν οποιαδήποτε μορφή, που μπορεί να αγγίξει την καρδιά των νέων, πάντα νέων στο πνεύμα. Στην Ελλάδα, η μεγαλύτερη "ποιητική φωλιά" ήταν η ελληνόφωνη punk σκηνή. Κοντά στις τρεις δεκαετίες, τα punk συγκροτήματα συνεχίζουν με την μουσική τους, αλλά κυρίως με τον λυρισμό τους να αγγίζουν κάθε ελεύθερο μουσικόφιλο. Μια τέτοια μπάντα είναι και η Λευκή Συμφωνία. Οι Λευκή Συμφωνία ήταν ένα συγκρότημα από την Αθήνα και δημιουργήθηκαν στις αρχές τις δεκαετίας του 80', συγκεκριμένα το 1984. Μαζί με άλλα συγκροτήματα της εποχής, όπως Τρύπες, Metro Decay, Clown κ.α. οριοθέτησαν στην Ελλάδα το Ελληνόφωνο Post-Punk. Οι πρώτοι δύο δίσκοι τους παραμένουν ως και σήμερα κλασικοί και ιδιαιτέρως αγαπημένοι, αλλά και πολύ σημαντικοί. Ο πρώτος, ''Μυστικοί Κήποι'' κυκλοφόρησε το 1986 με έντονο το μελαγχολικό ύφος και με τους χαμηλούς τόνους στη κιθάρα, εμφανώς επηρεασμένοι από τα Βρετανικά Groups του είδους. Το δεύτερό τους, "Ηχώ Του Πόθου" πάλι από την "ΕΜΙ" κυκλοφόρησε το 1988. Με πιο έντονο μουσικό ύφος, γυρίζουν σε βιντεοκλίπ το τραγούδι "Κοιτάζοντας Πίσω", από αυτό χαρίζοντας τους τον άτυπο τίτλο, σαν τον πρώτο ελληνικό συγκρότημα που παίχτηκε στο MTV. Αυτό τους ανοίγει αρκετές πόρτες και για ένα εξάμηνο δίνουν αρκετές ζωντανές εμφανίσεις στην Γερμανία με το όνομα "Timedrops". Το '93 κυκλοφορούν τον τρίτο και ομώνυμο δίσκο τους και αυτό συνοδεύεται με την κορυφαία στιγμή την εμφάνισή τους μαζί με τους "Μetallica" και "Cult" στην Αθήνα. μετά από τρία χρόνια κυκλοφορούν και το "Λευκή Συμφωνία ΙV - Χρώματα" . Η μπάντα δημιουργήθηκε από τους Θοδωρή Δημητρίου φωνή, Σπύρο Χαρίση στα τύμπανα, Τάκη Μπαρμπαγάλα στην κιθάρα, μέλος των "Forwand Music Quintet" και "Red mist" και Διογένη Χατζηστεφανίδη στο μπάσο. τη εποχή που ήταν στην Γερμανία, στη θέση του Μπαρμπαγάλα ήρθε ο Γερμανός George Becker. Το '93 ο Chris Berger έρχεται στη θέση του Σπύρου Χαρίση (ο οποίος αυτοκτόνησε στις 7 Μαϊού 1993, στα 27 του χρόνια). Την επόμενη χρονιά, αποχωρούν από την μπάντα οι δύο Γερμανοί μουσικοί και έρχονται στη θέση τους οι Κώστας Καστάνης κιθάρα και ο Γιάννης Βεναρδής τύμπανα (ex "Αδιέξοδο", "Γενιά Του Χάους").
Να προσέχεις γιατί καμιά φορά σε θανατώνουν ερήμην σου. Τις περισσότερες φορές σε θανατώνουν ερήμην σου... Ένα δίστιχο από ακόμα μια μπάντα, που "θανατώθηκε" από ένα ρηχό και άμουσο κατεστημένο. Είναι πολύ λυπηρό γεγονός, αλλά συγχρόνως μια πραγματικότητα ότι, μια γλώσσα που έδωσε το έτυμο της μουσικής στο παγκόσμιο στερέωμα να αποτελεί εμπόδιο για ανάδειξη της. Η ίδια η χώρα που γέννησε την ποίηση να την απορρίπτει και να την καταδικάζει σε αργό θάνατο μέσα από ανούσια στιχάκια ενός ασύνδετου συνόλου ήχων. Αλλά ακόμα και στο ίδιο το Έρεβος η ποίηση αντηχεί μέσα από τις νότες, όσο υπάρχουν ψυχές να την ακούσουν. Οι Έρεβος είναι άλλο ένα διαμάντι που χάθηκε μέσα στην λάσπη της λαϊκό-ποπ ελληνικής μουσική και όχι μόνο πραγματικότητας. Αλλά, η μουσική ποτέ δεν χάνεται και οι νότες είναι αθάνατες. Ένα συγκρότημα από την Αθήνα, από τα καλύτερα και από τα πιο αγαπημένα για πολλούς στην δεκαετία του 90'. Θα λέγαμε ότι, εκτός από το κλασσικό ύφος του ''Ελληνικού Ροκ'' είχαν και πολλά στοιχεία από σκοτεινή μουσική όπως Gothic & Post-Punk. Ειδικά στον πρώτο δίσκο (Επόμενη Μέρα), αυτή η επιρροή είναι πολύ εμφανής. Στον δεύτερο τους δίσκο Αίμος (1995), θα απολαύσουμε πολύ καλές συνθέσεις, όπως το Πάρτι και το Σπίτι με τα Παράξενα,πολύ καλοί οι στίχοι τους, εμπνευσμένοι και η μουσική πάντα ιδιοφυής. Είναι από τα συγκροτήματα που έγιναν περισσότερο γνωστοί από την συλλογή Μαγικό Βοτάνι όπου συμμετείχαν με 2 τραγούδια. Το 1998 βγάλαν τον 3ο και τελευταίο δίσκο τους με τίτλο Επόμενη Μέρα και μετά δυστυχώς, δεν υπήρχε για αυτούς η επόμενη μέρα. Τα ίχνη τους χάθηκα, άλλα τουλάχιστον άφησαν πίσω τους καλή μουσική παρακαταθήκη. Η μπάντα αποτελούνταν από Γιώργος Γαλαίος - Μπάσο, Μάρκος Διαμαντόπουλος - Τύμπανα, Μιχαήλ Γαλαίος - Κιθάρα, Λάμπρος Σφυρής - Φωνή, Πλήκτρα.
Ακούγοντας τους
Electro Vampires εύκολα καταλαβαίνεις ότι δεν
είναι τυχαία η παρουσία τους στην λίστα
με τα καλύτερα 10 τραγούδια του πιο ροκ
σταθμού της πόλης της Θεσσαλονίκης. Με
τις πρώτες νότες μπαίνεις σε μια άλλη
σκοτεινή διάσταση, κάτι που δεν το
καταφέρνουν και πολλοί μουσικοί. Με το
πρώτο άκουσμα αναρωτιέσαι μήπως ο
Marilyn Manson ξαναβρήκε την έμπνευση του,
αλλά ελλείψει κάθε τι πλαστικού και
επιτηδευμένου καταλαβαίνεις ότι
συμβαίνει κάτι άλλο εδώ. Και όταν η πρώτη
σου απορία σου έχει λυθεί, σου γεννιούνται αυτόματα άλλες.... ποιοι είναι αυτοί, από
που είναι ...και τι παίζουν???
Αν και ο πρώτος τους
δίσκος Behind the eyes of the Shadow βγήκε μόλις πριν
λίγους μήνες, δεν είναι καινούργιοι στη
μουσική δημιουργία. Ουσιαστικά πρόκειται
για την εν μέρει μετενσάρκωση των Ground
Control, από τους οποίους ήρθαν οι Lens
(κιθάρα), Go Sha (πλήκτρα), και Y.O.P.J. (τύμπανα).
Από τους Roundlights ήρθε ο μπάσίστας τους,
ο Nicola και τα φωνητικά τα ανέλαβε ο Sugar.
Προφανώς η ατμόσφαιρα της Μεσογειακής
πρωτεύουσας της Υγρασίας, της Θεσσαλονίκης,
αλλά και πολλοί σκοτεινοί μύθοι αυτής
της πόλης, όπως οι Μάγισσες τη Θεσσαλονίκης,
μεταξύ των άλλων ενέπνευσαν το συγκρότημα
να δημιουργήσουν τον σκοτεινό τους ήχο.
"Οι διαφορετικές μουσικές επιρροές
των μελών της μπάντας είναι εμφανείς,
όμως η αβίαστη συνύπαρξη τους κάνει τη
μουσική τους διαφορετική, απροσδόκητη,
μοναδική. Βασισμένη στα πιο σκοτεινά
μονοπάτια της μουσικής, με έντονα
στοιχεία post-punk, αλλά και μελωδίες που
αποτυπώνουν έντονα συναισθήματα"
αναφέρουν στο δελτίο τύπου τους.
Το όνομα τους είναι
γόνος ενός στίχου του Vamps "Electro
Vampires poison the sun". To Vamps γράφτηκε όταν
ακόμη λεγόταν Ground Control. Η δίψα τους για
ζωντανές εμφανίσεις αποτυπώνεται έκδηλα
στους στίχους τους : “The Vamps are coming …
thirsty for more !!!” Και προφανώς οι Peter Hook,
Puressence, Ozric Tendacles και Pierced Arrow. Δεν παρεξήγησαν
τους στίχους τους και μοιράστηκα την
σκηνή μαζί τους.