Η ειρωνεία, λένε, είναι το όπλο του αδυνάτου. Το rock n roll μπορεί να έχει παγκόσμια απήχηση, αλλά δε παίρνει και αποφάσεις, που αφορούν τα παγκόσμια δρώμενα. Μπορεί να υπενθυμίζει ιστορικά γεγονότα, να σχολιάζει τα κακώς κείμενα και μέσα από τα τραγούδια της διαμαρτυρίας μας χάρισε αξέχαστες δημιουργίες. Ωστόσο ελάχιστα τραγούδια, μόνο ένα ξέρω εγώ, το John Sinclair του John Lennon, που κατάφερε να ελευθερώσει τον ποιητή και μάνατζερ του πανκ συγκροτήματος των MC5, που μπορούν να παρέμβουν σε κάποια δικαστική ή πολιτική απόφαση. Έτσι τα παραδείγματα που η ειρωνεία, είτε μέσω τίτλου είτε μέσω του λυρικού μέρους και ακόμα και των δύο. Το American Idiot, το έβδομο άλμπουμ των Green Day του 2004, εκτός από ένα από τα αριστουργήματα της ροκ γενικά, είναι ουσιαστικά και ένα μανιφέστο στον Αμερικάνικο πλαστικό και υποκριτικό τρόπο ζωή. Το τραγούδι Holiday δεν ξεφεύγει από το γενικό πλαίσιο όλου του άλμπουμ. Η δημιουργία του Billie Joe Armstrong, σε συνεργασία και με την υπόλοιπη μπάντα είναι η φυσική συνέχεια του Jesus of Suburbia ( http://echooadventures.blogspot.gr/2013/04/green-day-jesus-of-suburbia.html ). Αλλά και πρελούδιο στο "Boulevard of Broken Dreams" , τραγούδι και αυτό του ίδιου άλμπουμ. Ο στίχος Hear the sound of the falling rain..., πρώτος του τραγουδιού, συνδέεται με προηγούμενο τραγούδι και πάντα με ήρωα το Ιησού των προαστίων. Έχει αμφιβολία για την φυγή του από τα προάστια, προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι, είναι πια ελεύθερος. Παρ' όλο που συνεχίζει να είναι μόνος και δυσαρεστημένος με τον εαυτό του. Η κραυγή του για τα, νεκρά πια, πιστεύω του, κάνει αναφορά για τους χιλιάδες νεκρούς στο πόλεμο του Ιράκ. Νεκρούς, που μένουν ανώνυμοι για την πλειονότητα των Αμερικανών. Και με αυτήν την αφορμή θέτει και το ζήτημα της εκμετάλλευση του πολέμου, αλλά και την εμπλοκή σε αυτόν, των μεγάλων εταιρειών (υγειών, κατά κάποιους, επειδή κερδοφορούν). Που αργότερα "φροντίζουν" για την ανοικοδόμηση της πολεμόπληκτης χώρας. Οι στίχοι "Can I get another 'Amen'?/ There's a flag wrapped around the score of men." αναφέρονται στην υποκρισία της Αμερικάνικης Χριστιανικής συντηρητικής μερίδας των πολιτικών, αλλά και οπαδών της. Αν και το τραγούδι έχει κατηγορηθεί για αντί - αμερικανισμό, ωστόσο ο Billie Joe Armstrong, απαντά πολύ εύστοχα πως είναι αντιπολεμικό και συμπληρώνει : αν το θέμα που θέλει να αποτυπώσει ένας ζωγράφος είναι άσχημο, τότε και ο πίνακας που θα κάνει θα είναι ακόμα χειρότερος. Το αυτοκίνητο που απεικονίζεται στο βιντεοκλίπ, Mercury Monterey του 1968 ήταν και το ίδιο που τους μετέφερε στα MTV Video Music Awards του 2005. Σε αυτό τα μέλη παριστάνουν τυπικούς χαρακτήρες της California. Τελικά το αυτοκίνητο, μαζί με τα μέλη της μπάντας σταματάει, μέσα στους καπνούς, στη.... Boulevard of Broken Dreams.
Βρισκόμαστε κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 60' στην Αμερική όπου είδη όπως Garage & Psychedelic Rock πλέον έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους σε πολλές πόλεις. Στο Los Angeles θα δημιουργηθεί μια μπάντα με το απλό όνομα Love από έναν χαρισματικό συνθέτη/στιχουργό και τραγουδιστή τον Arthur Lee o οποίος έχει μείνει στην μνήμη όλων(μιας και από το 2006 έχει φύγει από την ζωή) για τον λυρισμό των στίχων του και όχι απλότητα και προχειρότητα. Η άλλη μεγάλη μορφή των Love ήταν ο Bryan MacLean (o οποίος επίσης έχει πεθάνει το 1998) που ήταν ο κιθαρίστας και πολλές φορές έκανε και συνθέσεις τραγουδιών μαζί με τον Arthur Lee. Το 1966 θα κυκλοφορήσει ο πρώτος δίσκος του σπουδαίου αυτού συγκροτήματος που ήταν μια συγχώνευση από Folk Rock με Garage & Psychedelic με έναν ήχο μεστό και ξερό με απλές συγχορδίες σε όλα τα τραγούδια και για αυτό δεν θεωρούνταν καθαρόαιμο Garage group οι Love,διέφερε ο ήχος τους από τα άλλα groups εκείνης της εποχής. Ξεχωρίζουμε σχεδόν όλα τα τραγούδια από τον δίσκο γιατί στην πλειοψηφία τους όλα έχουν κάτι να σου δώσουν και να σε εκφράσουν. το My Little Red Book είναι αυτό που σε μπάζει για τα καλά που ξεκινάει ο δίσκος στο κλίμα στο τι θα επακολουθήσει με πολλές εκρήξεις στον ρυθμό του. Υπάρχει και ακόμα μια διασκευή στο Hey Joe στο στυλ που το έπαιξαν και οι Leaves με φωνητικά του Bryan MacLean η πανέμορφη μπαλάντα A Message To Pretty ένα καταθλιπτικό τραγούδι πόνου βγαλμένο κυριολεκτικά από την ψυχή του Arthur Lee και τέλος να πούμε και για το Signed D.c. ένα ψυχεδελικό τραγούδι με πολύ συναίσθημα που θα μείνει κλασσικό και αυτό του γκρουπ με αρκετές και αξιόλογες διασκευές στην πορεία των χρόνων. Ύστερα οι Love καταξιώθηκαν ακόμα περισσότερο με τους επόμενους δίσκους τους De Capo και Forever Changes to 1967 κάνοντας μια τεράστια επιτυχία σε όλη την ιστορία της Ποπ και Ροκ μουσικής με το τραγούδι Alone Again Or.΄(http://echooadventures.blogspot.gr/2013/04/alone-again-or-love.html) ..τραγούδι που συνέθεσε και τραγούδησε όπως προείπαμε ο άλλος ηγέτης των Love Bryan MacLean.
Η αρχή κάθε ιστορικού γεγονότος, είναι πάντα ένα ασήμαντο γεγονός, όπως κάθε μεγάλη προσωπικότητα στην αρχή της ζωής, απλά τα έκανε πάνω του. Στην ροκ μουσική κανένα συγκρότημα δεν ξεκίνησε με γεμάτα στάδια, ούτε με τρελές πωλήσεις. Αλλά, η πηγή κάθε μεγάλου συγκροτήματος ήταν και είναι τα μικρά live stage. Εκεί ξεκίνησαν και ξεκινάνε οι μεγάλες μπάντες και η εξέλιξη τους πάντα είναι ένα ερωτηματικό, εκτός φυσικά αν είναι κανείς κάποιος κινηματογραφικός μάγος, που του είπαν οι θεοί τα μελλούμενα. Το Silver Dollar είναι ένας μικρός και ζεστός χώρος και κατάλληλα διαμορφωμένος για ζωντανές εμφανίσεις, αν και έχει τα μικρά ελλατωματάκια του. Αυτό όμως δεν εμποδίζει καμιά μπάντα να εκφραστεί σωστά στην σκηνή, μιας που είναι κατάλληλα διαμορφωμένη. Στο συγκεκριμένο live ήταν να εμφανιστούν 3 μπάντες, αλλά λόγω σοβαρών προβλημάτων οι Skinner Box δεν μπόρεσαν να είναι παρόντες. Ευτυχώς ξεπερνιούνται και σύντομα θα μπορέσουμε να τους ακούσουμε ζωντανά, μιας και πρόκειται για ένα από τα πιο υποσχόμενα ελληνικά γκρουπ. Η αργοπορία είναι μια συνηθισμένη πρακτική και ένα γεγονός που δεν λείπει από καμιά ζωντανή εμφάνιση. Αλλά, αυτό μου πρόσφερε την ευκαιρία να γνωρίσω και τους Déesse. Η πρώτη εντύπωση ήταν η καλύτερη, αν και λίγο αγχωμένοι, ήταν πολύ ευγενικοί και ζεστοί. Και πάντα η πρώτη εντύπωση είναι η μισή της ολόκληρης εικόνας. Ευτυχώς δεν άργησε πολύ να ξεκινήσει και το live, με τους The Rundays να το ξεκινάνε δυναμικά. Μια σχετικά νέα τετραμελής μπάντα από την Θεσσαλονίκη, αλλά το πρόγραμμά της αποτελείται κυρίως με δικές της συνθέσεις . Ο Indie rock ήχος τους φέρνει προς τους Arctic Monkeys, αλλά χωρίς να τους μιμούνται.
Σίγουρα πρόκειται για πολύ καλούς μουσικούς, που έδειξαν αρκετή άνεση στην σκηνή. Το δέσιμο της μπάντας είναι αξιοθαύμαστο και με τη βοήθεια του καλού ήχου έδειξαν ότι, θα μας απασχολήσουν για αρκετόκαιρό ακόμα. Το κοινό, που αποτελούνταν κυρίως από τους φαν τους, τους χειροκρότησε και όχι άδικα. Αν και αρκετά ροκ η φωνή του τραγουδιστή, στον και καινούριο τους τραγούδι κάπου χάθηκαν οι χαμηλές νότες, αν και η σύνθεση ήταν πολύ καλή. Εκεί φάνηκε κάπως και η όχι καλύτερη προφορά του. Σε γενικές γραμμές μου άφησαν τις καλύτερες εντυπώσεις και όλες οι συνθέσεις του είναι πολύ καλές. Οι Déesse δεν άργησαν να ανέβουν και με μικρές παρεμβάσεις, που να ταιριάζουν στην μουσική τους, ξεκίνησαν το πρόγραμμα. Από τις πρώτες νότες φάνηκε η ποιότητα της μπάντας, αν και ο ιδανικός ήχος γι αυτούς δεν επιτεύχθηκε από την αρχή. Όμως οι φιλότιμες αλλά αποτελεσματικές προσπάθειες το έφεραν στο μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα. Απλά μια παρατήρηση για το, άλα μάστρο-μήτσος φωτισμό του ηχολήπτη, με τον..... μαγικό αναπτήρα big....μια αρκετά άσχημη εικόνα. Η ανταπόκριση του κόσμου δεν ήταν αντίστοιχη της ποιότητας της μπάντας και το βουητό από τις κοριτσίστικες φωνές κόντεψε να την σκεπάσει. Αρκετά αγενής συμπεριφορά απέναντι στους Ελβετούς που παίζανε για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Φυσικά το κάθε τους τραγούδι, από το ντεμπούτο ΕΡ τους, με το αποκρυφιστικό σύμβολο ▼ , το οποίο συμβολίζει τη γυναικεία δύναμη, χειροκροτήθηκε θερμά. Το συγκρότημα από την Ζυρίχη, αντιμετώπισε κάποια τεχνική δυσκολία στο τρίτο τους τραγούδι, από το επερχόμενο τους άλμπουμ και το μόνο που μάθαμε, ήταν ότι το τραγούδι ήταν στα γαλλικά. Αφού κάπως κατεύνασε το βουητό, το συγκρότημα άρχισε να λύνεται. Τα μπάσα φωνητικά του Matias Moulin ταίριαζαν απόλυτα στον σκοτεινό ήχο τους. Ο Cyril Perret στα πλήκτρα, έπαιζε με μοναδικό τρόπο, τις συνεχώς εναλλασσόμενες μελωδίες. Ο Addrich Mauch στο μπάσο με το τρόπο που έπαιζε, θύμισε σε κάποιες στιγμές τους Anathema, χωρίς αυτό να αποτελεί μομφή. Και θα τελειώσω με τον ντράμερ Richard Oppermann που με μοναδική μαεστρία στάθηκε οργανωτής της μπάντας. Οι αλλαγές στο τέμπο των τραγουδιών δεν ακολουθούσαν κάποιο μοτίβο, αλλά είχαν αρκετά μοναδικές εναλλαγές. Κάτι που ο Oppermann χειρίστηκε άψογα. Το σετ των τραγουδιών του αποτελείτο από τα τραγούδια του ΕΡ τους, αλλά η πιο ενδιαφέρουσα στιγμή ήταν η διασκευή του τραγουδιού του Leonard Cohen, του First We Take Manhattan, που θα υπάρχει στο νέο τους άλμπουμ. Οι ηχογραφήσεις του θα αρχίσουν σε δυο εβδομάδες, στην πατρίδα τους. Ένα γεγονός που θα έπρεπε να επισημάνω είναι μια κακή συμπεριφορά, των "θορυβωδών κορασίδων", που έφευγαν απλά πριν τελειώσει η εμφάνιση του συγκροτήματος. Αλλά και των μελών των Rundays που απλά γύρισαν την πλάτη στους μουσικούς από την Ελβετία, την ώρα που έπαιζαν, για να κάνουν τις δημόσιες σχέσεις τους με τις κοπελίτσες, που προφανώς ήρθαν γι αυτούς. Είναι ένδειξη μιας κακής νοοτροπίας, που έχει σχεδόν πάντα την κατάληξη, στην καλύτερη περίπτωση, να διασκευάζουν Πλιάτσικα και Μαχαιρίτσα. Και δυστυχώς, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που συμπεριφορά του κοινού, θυμίζει πανηγύρι. Και δεν είναι κάτι κακό να δώσεις ευκαιρία σε μια μπάντα, που ακόμα δεν την ξέρεις, απλά ακούγοντάς την. Αυτή η υπάρχουσα νοοτροπία, δεν αφήνει τις μπάντες να εξελιχθούν και να είναι εύκολο έρμαιο κάθε "επιτηδευματία", από αυτούς που λυμαίνονται την μουσική σκηνή εδώ και δεκαετίες.
Στο Heavy Metal η μπαλάντα είναι το διαβατήριο για τους "μη μυημένους" στο είδος αυτό. Αλλά ένα είδος της μουσικής, όπου το ερωτικό στοιχείο συνήθως είναι απόν από το λυρικό μέρος του κάθε τραγουδιού, τον χαμήλωμα του τέμπο και προσθήκη μελωδίας, δεν έχει σκοπό για κάποια ερωτική εξομολόγηση. Ο κύριος λόγος είναι μεταφορά κάποιας γνώσης ή ιστορικού γεγονότος. Και κατά κάποιο τρόπο, το είδος αυτό, βγάζει τραγούδια διαμαρτυρίας και ιστορικής υπενθύμισης με πολύ λιγότερα "γκάζια" και πάντα χαμηλόφωνα, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Οι W.A.S.P ή καλύτερα ο Blackie Lawless, με εναλλασσόμενους μουσικούς, είναι ένα συγκρότημα με ιστορία και πολλούς οπαδούς. Αλλά ο frontman και το μοναδικό σταθερό μέλος της μπάντας, πέρα από τα πτυχία και την άγρια εμφάνιση του, είναι και ιστορικά καταρτισμένος. Και τις ιστορικές γνώσεις του δεν διστάζει να τις μοιραστεί μέσα από τις δημιουργίες του. Η βασική δομή ενός Heavy Metal άλμπουμ, περιλαμβάνει σχεδόν πάντα και μια μπαλάντα. Έτσι και στο ένατο άλμπουμ τους, το Dying for the World του 2002 περιέχει μια. Το Trail of Tears, δημιουργία του ίδιου του Lawless, αφηγείται ένα ιστορικό γεγονός, που σίγουρα οι Αγγλο-Σάξονες άποικοι θα ήθελαν να το απωθήσουν από την μνήμη τους. Αλλά το τραγούδι του αδελφού της τηλεοπτικής Ζήνας, μας έδωσε αφορμή να δούμε περιληπτικά έστω την ιστορία, αλλά και την σημασία του Μονοπατιού των Δακρύων, Trail of Tears. Η ιστορία του εκτυλίσσεται μεταξύ του 1831 και του 1838, κάπου στις Νότιο-Ανατολικές Η.Π.Α. και αφορά το βίαιο εκτοπισμό Ινδιάνικων φυλών από τα εδάφη των προγόνων τους. Οι φυλές Cherokee, Chickasaw, Choctaw, Muscogee-Creek και Seminole, γνωστές και σαν Five Civilized Tribes, λόγω της ειρηνικής και πολιτισμένης, με την πραγματική έννοια του όρου, δομής της κοινωνίας τους, που ήταν ανώτερη αυτής των λευκών αποίκων. Φυσικά αυτό δεν εμπόδισε τον Andrew Jackson να δημιουργήσει το περίφημο Indian Removal Act, άλλη μία καταστροφική ηλιθιότητα κάποιου πολιτικού. Η "ειρηνική" μετακόμιση προς τα δυτικά, για να καταλάβουν αυτά τα εδάφη άπληστοι Ευρωπαίοι άποικοι, κόστισε την ζωή στους 4000 , από τις 15 000 των Ινδιάνων Cherokee μόνο. Ήταν η μεγαλύτερη, στην πραγματικότητα βίαιη, μεταφορά πληθυσμών στην ιστορία της Αμερικής. Η πρώτη φυλή που μεταφέρθηκε ήταν οι Choctaw και ο όρος Trail of Tears and Death χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σε ένα άρθρο της Arkansas Gazette" του Little Rock. Τα λόγια άνηκαν σε ένα από τους πρώτους αρχηγούς των Choctaw και περιέγραφαν αυτήν την διαδρομή σε νέα εδάφη. Ο όρος αυτός έγινε πιο γνωστός όταν έγινε αυτή η βίαιη μεταφορά και της τελευταίας φυλής των Cherokee. Το 1987 η διαδρομή των 2200 μιλίων ορίστηκε με ομοσπονδιακό νόμο σαν "Trail of Tears National Historic Trail". Η ιστορία αυτή είναι ακόμα μια απόδειξη της απάνθρωπης απληστίας των λευκών, αλλά και μια αφορμή για σκέψη και περαιτέρω έρευνα για τα γεγονότα και τα πρόσωπα που συνδέθηκαν μ' αυτά.
Υπάρχουν μπάντες που, τα μέλη τους είναι σαν αδέλφια και φυσικά όχι σαν τον Καιν και Άβελ. Υπάρχουν όμως και αυτές που τα μέλη τους μισούνται, αλλά προφανώς κάποιο συμβόλαιο η ίδια η απληστία τους κρατάει μαζί. Άλλα συγκροτήματα πάλι, αλλάζουν το line up τους σαν μια έφηβη τα μπλουζάκια της. Και τέλος υπάρχουν και one man band, όπου τα υπόλοιπα μέλη της είναι απλά υπάλληλοι του frontman κυρίως, αλλά μπορεί και χειριστή κάποιου άλλου οργάνου. Και αυτή κατηγορία συγκροτημάτων πάλι έχει κάποιες δικές της ιδιαίτερες εκφράσεις. Ο Lumiere Brother ή οι Lumiere Brother είναι μια περίπτωση του one man band. Ο Θανάσης Χριστοδούλου προφανώς είχε δικό του όνειρο και ήθελε να το μετουσιώσει σε ένα συγκρότημα. Πρώην μέλος του συγκροτήματος Serpentine, από το 2007 ακολουθεί σόλο καριέρα. Το όνομα που επέλεξε, δείχνει και την αγάπη για τον κινηματογράφο. Δύο χρόνια μετά την απόφαση του να ακολουθήσει μοναχικό δρόμο σύνθεσης, δημιουργεί το πρώτο του άλμπουμ το «Fiction», ακολουθώντας το δόγμα των αρχών τις δεκαετίας του '80, όχι κιθάρες. Το αποτέλεσμα ήταν ένας indie ήχος, με αναφορές σε κινηματογραφικά soundtrack. Αρκετά συμπαθητικές συνθέσεις, με την μελωδία να πρωταγωνιστεί. Το 2013 κυκλοφορεί και δεύτερο του άλμπουμ το “Twenty One”. Ο ίδιο αναφέρεται στο άλμπουμ : "Η βασική έμπνευση του “Twenty One” περιστρέφεται γύρω από θέματα όπως το πυρετώδες κυνήγι για την ικανοποίηση του ανεκπλήρωτου ονείρου, το βίωμα του πιο περίεργου απωθημένου, η “δίψα” για κάτι μακρινό αλλά ταυτόχρονα εξαντλητικά επιδραστικό και ίσως τελικά η αναζήτηση του χαμένου, εξωπραγματικά αθώου και συναισθηματικά φορτισμένου εαυτού μας. Ο αριθμός 21 εδώ έχει διπλή σημασία. Από τη μια ο μύθος ότι 21 γραμμάρια είναι το βάρος της ψυχής και από την άλλη το τυχερό παιχνίδι 21. Το ανθρώπινο δίλημμα ανάμεσα στην αναζήτηση ενός ανώτερου ψυχικού κόσμου και στην καθαρά υλιστική πλευρά της ζωής." . Όπως γράφει στην σελίδα της Inner Ear. Το άλμπουμ αποτελείται από 11 τραγούδια. Το πρώτο τραγούδι είναι το A Sign On Your Back, μια προσπάθεια να μιμηθεί τον Wim Mertens, αν και δεν τον αναφέρει στις επιρροές του. Στην συνέχεια το Beauty And The List, συμπαθητικό αλλά χωρίς καμιά έξαρση, παρ όλα αυτά ακούγεται και ευχάριστα. Στο τρίτο Behind You, αν και πέφτει το τέμπο η προσθήκη της κιθάρας απογειώνει το τραγούδι, με τα ορχηστρικά να είναι να δίνουν ακόμα πιο καλή αξία στο τραγούδι. Και κει που λες θα ακούσεις ένα καλό άλμπουμ, πέφτεις με το Compass. Μια τάση για αντιγραφή είναι πάλι φανερή και τα φωνητικά απλά δεν βγαίνουν. Η προσθήκη της φυσαρμόνικας δεν το σώζει, αν και ακούγεται αρκετά ενδιαφέρουσα, αλλά...... χωρίς το υπόλοιπο τραγούδι. Το επόμενο Between The Lines, μάλλον δεν δικαιολογεί την υπεροπτική συμπεριφορά του καλλιτέχνη, μιας που είναι ακόμα μια μετριότητα. Η αναμονή να βρω ένα καλό τραγούδι μάλλον συνεχίζεται και με το Memory Fight, Καθαρά κομμάτι πιάνου, λιτό αλλά τα φωνητικά μάλλον για punk συγκρότημα είναι κατάλληλα. Το Home δείχνει κάποια φιλοδοξία, αλλά περισσότερο μονότονο ακούγεται. Κάποια εφέ δεν το σώζουν. Το ομώνυμο Twenty One ακόμα περισσότερο βυθίζει το ήδη μέτριο άλμπουμ. Από την αρχή του άλμπουμ, ακολουθεί ένα συγκεκριμένο τέμπο, σαν να προσπαθεί να εξομοιώσει όλα τα τραγούδια. Ακολουθεί το You And Your Golden Clock, που κάπως καλυτερεύει την κατάσταση , αλλά θυμίζει πολύ Starsailor. Δεν είναι άσχημη σύνθεση, αλλά τα φωνητικά συνεχίζουν να είναι κάκιστα. Το Somewhere In Berlin, σαν τίτλος σε προδιαθέτει και αν ξεκινά κάπως καλά, μόλις μπαίνουν τα φωνητικά κάθε καλή διάθεση χάνεται. Το προτελευταίο White Walls χαμηλώνει τέμπο και τα φωνητικά σαν ακούγονται κάπως καλύτερα σε ένα ακόμα μονότονο τραγούδι. Το τελευταίο Who Will Guide You, σαν να θέλει να ξεφύγει από την μονοτονία του υπόλοιπου άλμπουμ και μάλλον το καταφέρνει. Ο indie pop ήχος που προσπαθεί να πετύχει, δε με ενθουσίασε. Γενικά τα περισσότερα τραγούδια ακούγονται σαν ίδια και δίνει την εντύπωση μιας συγκεκριμένης προκρούστειας συνθετικής προσπάθεια. Αν και δηλώνει και ρομαντική διάθεση, μάλλον δεν ξέρει ότι μια ρομαντική καρδιά έχει διαφορετικούς χτύπους.
Ο κόσμος της μουσικής είναι και κυρίως της ροκ είναι μια κοινωνία, κάπως πιο ξεχωριστή, αλλά πάντα με τα χαρακτηριστικά μια κανονικής κοινωνίας. Απλά οι έχθρες και οι φιλίες μπορούν να έχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Παρ' όλα αυτά η φιλία είναι πάντα πιο ισχυρή και είναι ακόμα ικανή να δημιουργήσει μια ολόκληρη μουσική σκηνή, όπως στην περίπτωση του Seattle. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις, απλά μέσα από κάποια διασκευή από ήδη καθιερωμένη μπάντα, γίνονται γνωστοί και οι δημιουργοί της αυθεντικής εκτέλεσης, απλά επειδή είναι φίλοι τους. Αλλά μια περίπτωση έχει αρκετό ενδιαφέρον, αυτή που η επιτυχία του κολλητού και συγκατοίκου συμπαρασύρει και την μπάντα δική του μπάντα. Ο Alex Turner μαζί με τον John McClure, από μέλη του ίδιου γκρουπ και κολλητοί ήταν και συγκάτοικοι. Η επιτυχία των Arctic Monkeys με το ντεμπούτο τους, το σινγκλ I Bet You Look Good on the Dancefloor ( http://echooadventures.blogspot.gr/2013/10/arctic-monkeys-i-bet-you-look-good-on.html ) και η αναφορά στον McClure, σε έναν στίχο του τραγουδιού, ώθησε την μπάντα του, την Reverend and the Makers στην είσοδο στο top ten της Βρετανίας. Το τραγούδι Heavyweight Champion Of The World είναι το ντεμπούτο σινγκλ από το πρώτο τους άλμπουμ από το The State Of Things, δημιουργία του ίδιου του τραγουδιστή της μπάντας. Ο τίτλος του τραγουδιού είναι σαρκαστικός προς το λυρικό μέρος του. Δεν μιλάει για κάποιον πρωταθλητή βαρέων βαρών της πυγμαχίας, αλλά για κάποιον που είναι παγιδευμένος στην μίζερη καθημερινότητά του και της συνεχώς επαναλαμβανόμενη ζωή, χωρίς ίχνος νοήματος και δημιουργίας. Ο τίτλος είναι παρμένος από το βιβλίο του Barry Hines, του 'A Kestrel For A Knave.'. Όπως και στο βιβλίο ο κεντρικός χαρακτήρας ζει στο Yorkshire και απλά κάνει ότι και οι υπόλοιποι, δουλεύει 9 με 5, μέσα από σε μια ρουτίνα, που απλά καταστρέφει την ψυχή του. Ο στίχος "I coulda been a contender. I coulda been somebody" αναφέρεται στην ταινία On the Waterfront και στην παράφραση της ατάκας "I could've been a contender/ Could've been a someone." του Marlon Brando. Το τραγούδι μόλις κυκλοφόρησε το 2007, έλαβε διθυράμβους, σχεδόν απ' όλο το Αγγλικό μουσικό τύπο. Επίσης υπάρχει και στην συλλογή 'Top Gear: Seriously Cool Driving Music'.
Ένα πραγματικά θρυλικό συγκρότημα από την Αμερική και από το San Francisco όπου έβγαλε πολλές μεγάλες μπάντες όπως Greatful Dead,Big Brother & The Holding Company(η μπάντα της Janis Joplin) και άλλες πολλές. Οι ρίζες τους ξεκινάν από το 1959 με το όνομα Blue Velvets και η πρώτη ηχογράφηση το 1962 με τότε ηγέτη & τραγουδιστή τον Tom Fogerty.Στην πορεία θα αλλάξουν το όνομα τους σε Golliwogs όπου παίζανε Garage Rock όσο και να ακούγεται περίεργο. Το 1968 θα ξαναλλάξουν το όνομα τους σε Creedence Crearwater Revival και θα ξεκινήσουν μια μικρή αλλά σημαντική καριέρα αφήνοντας έντονα το στίγμα τους και επηρεάζοντας δεκάδες συγκροτήματα και καλλιτέχνες στην συνέχεια. Κυκλοφόρησαν 7 δίσκους μέσα σε 4 χρόνια και 3 μαζεμένους σε μία χρονιά το 1969 ένας από αυτούς ο Willy And The Poor Boys..Αποτελείται από 10 πραγματικά αριστουργήματα από τα οποία τα 2 είναι Instrumental και τα άλλα 2 διασκευές σε παλιά Blues κομμάτια του Leadbelly. Το τραγούδι που πραγματικά έχει αφήσει εποχή είναι το Fortunate Son ένα αντιπολεμικό τραγούδι που μιλάει για τον πόλεμο του Βιετνάμ γραμμένο όπως και όλα του συγκροτήματος από τον John Fogerty..Ενδεικτικό είναι ότι το έχουν διασκευάσει οι Dropkick Murphys & οι Pearl Jam. Άλλες καλές στιγμές του δίσκου το εκρηκτικό It Came Out Of The Sky το χαρακτηριστικό Down In The Corner και το υπέροχο και νοσταλγικό τραγούδι Effigy που πάντοτε το ακούς και σου γεμίζει έντονα συναισθήματα. Οι πολλές διαμάχες ανάμεσα στα μέλη του Group δυστυχώς δεν τους επέτρεψαν να συνεχίσουν και για περισσότερα χρόνια,ο John Fogerty ξεκίνησε από το 1973 μέχρι και σήμερα την προσωπική του πορεία και πολλή αξιόλογη αλλά οι CCR θα μείνουν για πάντα στις καρδιές ειδικά στους λάτρεις του Classic Rock Και ειδικότερα στους Αμερικάνους.