Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Tripwire - Deviation


Υπάρχει μια θεωρία, που αναφέρεται ότι το περιβάλλον διαμορφώνει και τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Φυσικά αυτό στηρίζεται στον Δαρβινισμό, την περί εξέλιξης θεωρία ή καλύτερα περί προσαρμοστικότητας. Όμως ο άνθρωπος έχει πάνω από δύο επιλογές και δεν βολεύεται μόνο στην εύρεση τροφή. Η ανάγκη για δημιουργία, είναι η ένδειξη εξέλιξης του, ακριβώς το αντίθετο από την ανάγκη για καταστροφή, που τον οδηγεί στην αντίθετη πορεία. Και αυτή την αρχή,  της προσαρμογής, ενσαρκώνουν στην ελληνική σκηνή πολλές ταλαντούχες μπάντες. Σίγουρα,με πολύ κόπο και εφευρετικότητα, απέναντι σε δυσχέρειες λίγο πολύ γνωστές, αλλά πάντα με αποτέλεσμα που εκπλήσσει ευχάριστα. 
Οι Tripwire από την Αθήνα, που το όνομά τους σημαίνει ένα είδος παγίδας, που συνδέεται με κάποιον εκρηκτικό μηχανισμό. Και η μπάντα των " μουσικών μαραθωνοδρόμων" μιας και παίζουν μαζί σχεδόν μιάμιση δεκαετία,  για δεύτερη φορά, ουσιαστικά τρίτη,  παγίδεψε τις νότες και τις οδήγησε στην έκφραση της έκρηξης της δημιουργίας τους. Και αυτή η έκρηξη λέγεται Deviation, το δεύτερο τους άλμπουμ. Προσωπικά το ανέμενα με αρκετή αγωνία μιας  και η Echo Adventures έχει ασχοληθεί ξανά μαζί τους (http://echooadventures.blogspot.gr/2013/07/tripwire-echo.html) και (http://echooadventures.blogspot.gr/2013/04/tripwire.html). Αν και κάποια τραγούδια είχαν "διαρρεύσει" ήδη, ακούγοντας το για πρώτη φορά ολόκληρο,  βίωσα μια ευχάριστη έκπληξη.....ξανά. 
Μια ένωση αξίζει περισσότερο από πολλά χέρια, είχε πει κάποιος και αυτό το άλμπουμ είναι αποτέλεσμα μιας ομαδικής προσπάθειας της μπάντας. Οι ηχογραφήσεις, το μιξάρισμα και η παραγωγή έγιναν από τους ίδιους, χωρίς ίχνος προχειρότητας, και ήταν ιδανική συνοδεία για μένα στο πρόλογο αυτής της δισκοκριτικής. Το πρώτο άκουσμα ενός νέου άλμπουμ μετρά για μένα το γεγονός, αν καταφέρνει να με παρασύρει χωρίς καμιά προσπάθεια, αλλά πιο αναλυτικά.....
Το άλμπουμ ξεκινά με το  All For Nothing, με μαγικό τρόπο κατάφερε να με απασχολήσει από το γράψιμο, διακόπτοντας το. Η άψογη και πολύ έξυπνη παραγωγή φάνηκε από τις πρώτες νότες. Χαμηλό τέμπο,δίνει την αίσθηση ενός ερωτικού χορού, που γίνεται πιο έντονος προς το τέλος, χωρίς να χαθεί το δέσιμο των μουσικών. Η "συζήτηση" ανάμεσα στα πλήκτρα του Γιώργου Ταϊφάκου και τα κρουστά Αλέξανδρου Σταυρακούλη, φτάνει στα όρια απαγγελίας, με τα φωνητικά του Άρη Ράπτη να τη "συντονίζουν". Το μπάσο του  Γιώργου Παρασκευόπουλου και η κιθάρα του Νίκου Κουρομιχελάκη, ευγενικά μένουν στο παρασκήνιο. Στο δεύτερο Apple Of Eden, δεν πέφτει η ποιότητα της σύνθεσης και πάλι τα πλήκτρα κυριαρχούν, αλλά σε πιο γρήγορο τέμπο, με την κιθάρα διακριτικά να μπαίνει στο προσκήνιο και τα κρουστά να ΄δένουν άψογα την σύνθεση. Πολύ όμορφο σβήσιμο του τραγουδιού. Επόμενο  Black Dogs ανεβάζει την ένταση πολύ απαλά με την κιθάρα σε καλιφορνέζικους ήχους να πρωταγωνιστεί, με τα πλήκτρα, μαζί με τα ντραμς να σιγοντάρουν κρατώντας το τέμπο. Τα φωνητικά, με την ιδιαίτερη χροιά απλά σε παρασέρνουν. 
Ακολουθεί το  High And Low, χαμηλώνει το τέμπο δίνοντας μια σκοτεινή ατμόσφαιρα στην αρχή, αλλά χτίζει την ένταση στην διάρκεια, για να πέσει στην συνέχεια μεταφέροντας τον τίτλο σε νότες. Το  Death Note, από τις πρώτες νότες αρχίζει να κινεί την περιέργεια, αλλά και τη προσοχή, εδώ τα φωνητικά κρατάνε το πρωταγωνιστικό ρόλο. Το πάθος που εκφράζουν, με λεπτότητα συνοδεύεται από τα υπόλοιπα όργανα. Περνώντας το μισό άλμπουμ, ένα χαμόγελο μου ξεφεύγει μια και πέφτουμε στο έκτο  Rock 'n' Roll. Απλό και όμορφο και όπως ορίζει ο τίτλος του, με λίγη καλιφορνέζικη, πάλι, χροιά.  Το  Ifs And Whatevers ξεφεύγει λίγο από το ύφος των προηγούμενων τραγουδιών και γίνεται λίγο πιο ξερό, με την μελωδία για πρώτη φορά να είναι το δευτερεύον ζητούμενο. Το  Drunk που ακολουθεί, σαν να θέλει να συνδυάσει το προηγούμενο με τα υπόλοιπα τραγούδια, αλλά και με αυτό που ακολουθεί. 
Ακούγοντας Not An Illusion, ειλικρινά δεν πίστευα στα αυτιά μου, όχι μόνο στην πολύ όμορφη αυτή σύνθεση, αλλά στο σύνολο που άκουγα ως τώρα, που οι ρυθμοί και οι μελωδίες να εναλλάσσονται  σαν όλο το άλμπουμ να είναι μια σύνθεση. Το τραγούδι φλερτάρει με την art rock μέσα από την μελωδία και τις αλλαγές του. Το προτελευταίο Way To The Moon σε πιο απλό μουσικό μοτίβο, να κινείται σε indie μονοπάτια,αλλά σε απόλυτη αρμονία με τα υπόλοιπα τραγούδια. Και ο δίσκος τελειώνει με το  Loverman, ένας παράξενος συνδυασμός καμπαρέ ήχου και rockabilly, αλλά με την προσωπική ματιά των Tripwire. 
Ουσιαστικά η μακροσκελής μου ανάλυση θα μπορούσε να χωρέσει σε μια λέξη: ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΌ!!!!!!!!!! Απλά μαγεύτηκα με την μοναδικότητα του ήχου τους, τις συνθέσεις, αλλά και το δέσιμο, όχι μόνο της μπάντας, αλλά και όλου του άλμπουμ. Ακούγεται σαν μια συμφωνική σύνθεση ολόκληρο και τα τραγούδια δεν έχουν τυχαία σειρά. Ειλικρινά είναι απόλαυση να κάνεις δισκοκριτική σε τέτοια άλμπουμ. Το μόνο που έχουν ζηλέψουν από τα ήδη φτασμένα γκρουπ της alternative rock σκηνής είναι το promotion. 
Jacek Maniakowski


https://www.youtube.com/watch?v=Xc8xA_YEsVo

Το άλμπουμ μπορείτε να βρείτε εδώ : http://tripwiregr.bandcamp.com/album/deviation
Αλλά τσεκάρετε και δω: http://tripwire.gr/music.php

Led Zeppelin - Αφιέρωμα (μέρος 4ο)


Μια μπάντα που έχει κατακτήσει σχεδόν τα πάντα, σίγουρα θα έχει κάποιο κενό που θέλει να συμπληρώσει, για να συνεχίζει να δημιουργεί. Δόξα και χρήμα είναι παροδικά και ακόμα και στο rock'n'roll οι stars μπορεί να ξεχαστούν από το κοινό. Άρα το επόμενο βήμα είναι μια μπάντα να κατακτήσει την ιστορία και αυτή γράφεται με αριθμούς. Ο τρόπος και η ψυχή, με την οποία έπαιζαν οι Led Zeppelin ακόμα και σήμερα είναι αξεπέραστα, αν και τα "δάνεια" τους δεν ήταν λίγα, αλλά αυτό που του οδήγησε στην ιστορία, είναι τα ρεκόρ που ξέσπαγαν, ένα μετά το άλλο και έδωσαν το όρο Arena rock στην  μουσική.   
Το 1971 και συγκεκριμένα στις 8 Νοεμβρίου οι  Led Zeppelin θα κυκλοφορούσαν τον τέταρτο δίσκο στην καριέρα τους. Το άλμπουμ αυτό δεν είχε τίτλο, κυρίως εξαιτίας της επίθεσης που δέχτηκαν από το μουσικό τύπο για τον προηγούμενο . Η μπάντα επέλεξε αυτό τον ιδιότυπο τρόπο απάντησης .και έτσι συχνά ο δίσκος μνημονεύεται ως LED ZEPPELIN και LED ZEPPELIN IV ή ως untitled ή εξαιτίας των τεσσάρων συμβόλων του εξωφύλλου (κάθε ένα αντιστοιχεί σε έναν από τους τέσσερις  zeppelin), μνημονεύεται επίσης ως four symbols η Zoso ή Runes.
 Mε 37 εκατομμύρια αντίτυπα σε πωλήσεις παγκοσμίως, το LED ZEPPELIN IV αποτελεί έναν από τους πιο επιτυχημένους δίσκους στην ιστορία της μουσικής, ενώ ΜΟΝΟ στις ΗΠΑ έχει κάνει 23 εκατομμύρια μέχρι και το 2006!!! Περιέχει μεταξύ άλλων και το  Stairway to heaven κομμάτι που, αν και  ΠΟΤΈ δεν κυκλοφόρησε ως single, αρκετές φορές θεωρήθηκε το πιο μεταδιδόμενο τραγούδι στο αμερικάνικο AOR ραδιόφωνο και το τραγούδι που ζητούν μετ επιτάσεως, οι ακροατές να ακούσουν  συνεχώς από το '71 μέχρι σήμερα. Και δεν αποκλείεται αυτό να συνεχιστεί  μέχρι το τέλος  του .... κόσμου. Η  κυκλοφορία του δίσκου συνοδεύτηκε από μια περιοδεία μαμούθ σε Αγγλία, Αμερική, Αυστραλία, Ιαπωνία και ξανά στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου και θα ολοκληρονώταν.  
Το επόμενο, πέμπτο κατά σειρά, άλμπουμ για τους Led Zeppelin θα ήταν το εκπληκτικό Ηouses of the holy. Κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του '73, χωρίς πάλι να υπάρχει ο τίτλος του τυπωμένος στο εξώφυλλο, αλλά επιπλέον αυτή την φορά απουσίαζε και το όνομα του ίδιου του γκρουπ, δείχνοντας την όλο και μεγαλύτερη αποστασιοποίηση του συγκροτήματος από το star system της εποχής. Το εξώφυλλο του δίσκου φιλοτεχνημένο από την θρυλική Avant Garde εταιρεία Hipnosis, απεικόνιζε γυμνά παιδιά να σκαρφαλώνουν την περίφημη  Giant's Causeway, μια βραχώδης περιοχή με λείες εξαγωνικές κυρίως πέτρες,  οι οποίες ξεκινούν από τον βυθό της παραλίας και σχηματίζουν το περίφημο ύψωμα,  αποτέλεσμα ηφαιστειακής έκρηξης. Ο γεωλογικός αυτός  σχηματισμός βρίσκεται στην Βόρεια Ιρλανδία και περιβάλλεται από έναν αστείο μύθο. Το εξώφυλλο ενόχλησε, αν και τα παιδιά είναι φωτογραφημένα έτσι, ώστε να μην αποκαλύπτεται το φύλλο τους, παρόλα αυτά θεωρήθηκε από τα πρώτα σπουδαία εικαστικά εξώφυλλα σε ροκ δίσκο. 
Ο δίσκος ήταν ακόμα πιο πειραματικός από τις προηγούμενες δουλειές τους, ενώ εισήγαγε την χρήση συνθεσάιζερ και ενορχηστρώσεις με meltron. Μουσικά, αλλά και σε επίπεδο πωλήσεων  αποτέλεσε μια άνευ προηγουμένου επιτυχία, καθιστώντας τους, το καλύτερο και ταυτόχρονα δημοτικότερο συγκρότημα του κόσμου. Έσπασαν το ασύλληπτου ρεκόρ που, κατείχαν οι Βeatles  στο Shea Stadium το  '65, με την εμφάνιση τους στο Tampa Stadium της Florida, όπου οι Zeppelin έπαιξαν μπροστά σε 56800 οπαδούς και μαζεύοντας 309.000 δολάρια,  5000 δολάρια περισσότερα από τα "σκαθάρια". Ένα ακόμα ασύλληπτο ρεκόρ θα έρθει για τους Led Zeppelin στις 27 Ιουλίου του 1973, όταν και θα κάνουν τρεις σερί sold out εμφανίσεις στο θρυλικό Madison Square Garden. Θα κινηματογραφηθούν και το 1976 θα προβληθούν ως ταινία  αρχικά στον κινηματογράφο και έπειτα σε φιλμ για οικιακή προβολή με τον τίτλο THE SONG REMAINS THE SAME.  Εκείνη την χρονιά και χωρίς να το 'χουν προσχεδιάσει οι Led Zeppelin, θα γίνουν οι άτυποι πατέρες των επονομαζόμενων  Stadium ή Arena Groups, λόγω των γιγάντιων συναυλιακών χώρων, που θα γέμιζαν.......
ΚΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ...ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΧΕ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙ...
Dimitris Komninos
Jacek Maniakowski

Alice Cooper - Poison


Ανάμεσα στο φάρμακο και στο δηλητήριο υπάρχει πολύ θολός διαχωρισμός. Όπως ο θάνατος και η ζωή, που στην ουσία είναι συμπληρωματικές έννοιες, ορίζονται ανάλογα της θέσης που βρίσκεται κάποιος, αλλά και της οπτικής. Έτσι ο θάνατος μπορεί να είναι και σωτήριος και το δηλητήριο να γίνει φάρμακο. Όπως ο θάνατος μια κάμπιας, ουσιαστικά είναι η γέννηση της πεταλούδας. Και η μουσική, ιδιαίτερα η rock'n'roll, είναι μέρος της φύσης, άρα και διέπεται και από τους ίδιους κανόνες. Και δεν είναι λίγες οι φορές, που μουσική της πεθαίνουν και ανασταίνονται, εμπορικά και μουσικά.

Ο Alice Cooper είναι μια πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα της hard rock και δεν είναι λίγες οι φορές που φλέρταρε και με τις δύο όψης της φύσης, την ζωή και θάνατο. Αλλά και της ροκ, την δόξα και την απαξίωση. Ωστόσο κατάφερνε πάντα να κερδίζει την προσοχή του ροκ κοινού, αν και συνεχής πηγή έμπνευση για πολλές μπάντες.
 Όταν όμως, το παλιό κοινό του, άρχισε να τον ξεχνά και ο ίδιος να μην αποκτά νέο, μια τετράλεπτη δόση δηλητηρίου (Poison), βγαλμένο από τα σκουπίδια (Trash). "Poison" λέγεται η δημιουργία των Desmond Child, Alice Cooper και John McCurry που ακούγεται από την φωνή του Vincent Damon Furnier, όπως λέγεται κανονικά ο Alice Cooper, και κυκλοφόρησε το 1989 μέσα από το 18ο άλμπουμ του καλλιτέχνη, το Trash. Η ηχογράφηση δεν βασίστηκε στη σταθερή μπάντα του, αλλά σε κορυφαίους session μουσικούς (όπως ο Hugh McDonald στο μπάσο και ο Bobby Chouinard στα τύμπανα), με τον παραγωγό Desmond Child να εφαρμόζει τη γνωστή του μέθοδο της δομημένης εμπορικής αρχιτεκτονικής, δίνοντας έμφαση στη μελωδική πρόσκρουση και στην επαναληψιμότητα. 
Το τραγούδι στηρίζεται σε έναν βαρύ, επαναλαμβανόμενο κιθαριστικό ριφ σε drop tuning, ενώ το μπάσο κινείται σε αντίρροπη μελωδία, δημιουργώντας την χαρακτηριστική ρυθμική ώθηση που το κάνει αναγνωρίσιμο από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Το τραγούδι έγινε παγκόσμιο hit, φτάνοντας κοντά στην κορυφή των επιτυχιών, σχεδόν όλων των χωρών. Συγκεκριμένα, έφτασε στο Νο 7 του Billboard Hot 100, στο Νο 2 στο UK Singles Chart και κατέκτησε την κορυφή σε Καναδά, Αυστραλία, Ιρλανδία και Νέα Ζηλανδία, πουλώντας πάνω από 1,5 εκατομμύρια αντίτυπα και σηματοδοτώντας την απόλυτη εμπορική και καλλιτεχνική επανεκκίνησή του μετά από μια περίοδο παρακμής στα μέσα της δεκαετίας του ’80.
Ο θεατρικός χαρακτήρας του τραγουδιστή, πιθανόν να πλάθει και φανταστικές ιστορίες και στο συγκεκριμένο τραγούδι. Το λυρικό μέρος μιλάει μάλλον για ένα είδος εξαρτημένης σχέσης, που φτάνει και στα όρια του μαζοχισμού. Ο τίτλος «Poison» επιλέχτηκε σκόπιμα για τη διττή του σημασία, αναφερόμενος ταυτόχρονα σε μια τοξική ερωτική δυναμική και στη ροκ «δηλητηριώδη» γοητεία της σκηνής, ενώ ο ίδιος ο Cooper έχει δηλώσει ότι το τραγούδι λειτουργεί ως αλληγορία για κάθε μορφή εξάρτησης, ακόμη και για την ίδια τη φήμη. 
Φυσικά και στο βιντεοκλίπ του τραγουδιού, οι άνθρωποι που ήταν στο στήσιμο αυτής της επιτυχίας, φρόντισαν να σοκάρουν. Για το διάσημο μουσικό κανάλι έπρεπε να γυριστούν δύο εκδοχές του, αλλά πάντα με το μοντέλο Rana Kennedy να πρωταγωνιστεί. Στο ένα φορούσε μόνο ένα στρινγκ, ενώ στο λογοκριμένο φορούσε και κορσέ..... μάλλον θα έπεσε η θερμοκρασία. Η σκηνοθεσία ανατέθηκε στον Marty Callner και η στρατηγική της λογοκρισίας ήταν απόλυτα υπολογισμένη: η «απαγορευμένη» εκδοχή δημιούργησε buzz και περιέργεια, ενώ η broadcast-safe εκδοχή εξασφάλισε heavy rotation στο MTV χωρίς αποκλεισμό. Οπτικά, το κλιπ συνδύαζε τη σκοτεινή, θεατρική αισθητική του Cooper με τη γυαλιστερή εικόνα των late-80s, δημιουργώντας ένα υβρίδιο που γέφυρωσε παλιούς και νέους ακροατές.
Η επιτυχία του «Poison» δεν ήταν παροδική και διασκευάστηκε από δεκάδες καλλιτέχνες (όπως οι The Rasmus, Within Temptation, Halestorm), παραμένει σταθερό κλείσιμο ή άνοιγμα των live εμφανίσεών του με θεατρικά εφέ, και αναλύεται ακαδημαϊκά ως κλασικό παράδειγμα πολιτισμικής αναπροσαρμογής, όπου ένας καλλιτέχνης του shock rock των ’70ς κατάφερε να «μεταφραστεί» στην αισθητική των late-80s χωρίς να προδώσει τον πυρήνα της ταυτότητάς του.



Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Led Zeppelin - Αφιέρωμα (μέρος 3ο)


Το rock'n'roll είναι η βασική αιτία, για την βελτίωση του ήχου στην μουσική. Η ανάγκη των μουσικών να ενσαρκώσουν αυτό που τους υπαγορεύει η μούσα τους, τους έσπρωχνε στην εφευρετικότητα ή στην αναζήτηση ικανών ανθρώπων  γι αυτήν. Το αποτέλεσμα ήταν, ακόμα και κλασικά και παραδοσιακά τραγούδια της ryth'n'blues, να ακούγονται σαν τελείως πρωτοπόρα και διαφορετικά. Αλλά ένα συγκρότημα, πάνω απ' όλα πρέπει να αποδείξει την αξία του στην σκηνή και σε ζωντανές της εμφανίσεις. Και σίγουρα στις αρχές της δεκαετίας του '70, ήταν ο καλύτερος και πιο άμεσος τρόπος για την προώθηση της δουλειάς του. Και οι Led Zeppelin ήταν και δω πρωτοπόροι. 
Tο Led Zeppelin II άλμπουμ που , ηχογραφήθηκε κυριολεκτικά στον δρόμο, σε διάφορα στούντιο, ενώ το συγκρότημα περιόδευε στην Αμερική. Υπήρξε μια ακόμα μεγαλύτερη,  εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία από τον προκάτοχο του δίσκο, φτάνοντας στην θέση νούμερο 1 του κατάλογου επιτυχιών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Το άλμπουμ αυτό, ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την σκληρή ηχητική κατεύθυνση που, είχαν ήδη παρουσιάσει, με ακόμα πιο μεστές και δυναμικές,  βασιζόμενες στα μπλουζ κυρίως,  συνθέσεις, δημιουργώντας έναν πρωτόγνωρο σκληρό, βίαιο και άμεσο ήχο που, θα καθιέρωνε τους Zeppelin στο ροκ μουσικό στερέωμα. Αποτέλεσε ένα άτυπο είδος ευαγγελίου για τις Hard rock και heavy μπάντες που θα έπονταν. 
Η μπάντα, θεωρώντας τις δισκογραφικές τους δουλειές,   ως ολοκληρωμένες σπονδυλωτές μουσικές δημιουργίες, θα αρνιόντουσαν πεισματικά τον τεμαχισμό τους και την κυκλοφορία τους σε σινγκλ. Παρ' όλα αυτά και εν αγνοία τους, στην Αμερική θα κυκλοφορούσε μια επεξεργασμένη εκδοχή του Whole lotta love ως single, η οποία θα γνώριζε πολύ μεγάλη επιτυχία φτάνοντας έως το νούμερο 4 του κατάλογου επιτυχιών και πουλώντας πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα.  Η επιτυχία αυτή συνέβαλε στο να ενδιαφερθούν τα αμερικάνικα τηλεοπτικά δίκτυα και να κινηματογραφήσουν πολλές από τις συναυλίες τους,  με σκοπό την μετάδοση αποσπασμάτων, εκτινάσσοντας την ήδη μεγάλη τους φήμη, ως συναρπαστικού live act. 
Αξίζει να σημειωθεί ότι, τα live των Led Zeppelin εκείνης της περιόδου ξεπερνούσαν πολλές φορές τις 4 ώρες. Γεμάτα από περίτεχνους αυτοσχεδιασμούς και ορμητικότητα που, ποτέ πριν δεν είχε ξανά επιχειρηθεί από κανέναν καλλιτέχνη ή  συγκρότημα. Και η ιστορία επαναλήφθηκε με ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία. Τουρνέ,  5 φορές τον γύρο της βόρειας Αμερικής, παίζοντας από μικρά κλαμπ, μέχρι θέατρα και αίθουσες χορού. Ενώ η αγορά θα πλημμύριζε από άπειρα live bootlegs, τα οποία θα μοσχοπουλιόντουσαν σε απίστευτα υψηλές τιμές, για τα οικονομικά δεδομένα της εποχής.
H χρονιά του 1970 θα βρει τους Jimy Page και Robert Plant στην αγροικία του 18ου αιώνα, στο  Bron-Yr-Aur,  ένα ουαλικό χωριό ησυχαστήριο, με σκοπό την σύνθεση τραγουδιών για αυτό που θα έμελλε να αποτελέσει την τρίτη συνεχόμενη κυκλοφορία τωνLed Zeppelin. O τίτλος του; μαντέψτε.....LED ZEPPELIN III. Το ύφος του δίσκου, σαφώς διαφορετικό από τους δυο προκάτοχους του, ήταν λιγότερο ηλεκτρικό και δυναμικό. Θα εισήγαγε πολλά φολκ και κέλτικα στοιχεία στην μουσική τους, ενώ σε πολλές περιπτώσεις δέσποζαν οι πλούσιες σε ήχο, δωδεκάχορδες ακουστικές κιθάρες του Jimy Page. Σε αυτή τους την προσπάθεια θα δεχτούν δυστυχώς πολλές επιθέσεις από τον μουσικό τύπο και η δεδομένη τους απέχθεια προς τους κριτικούς  θα γιγαντωθεί.
Παρά την έκπληξη που προκάλεσε στους ανυποψίαστους αρχικά, οπαδούς τους, ο δίσκος θα αγκαλιαστεί από τον κόσμο, ο οποίος θα ανταμείψει τους Zeppelin με την πρώτη πάλι, θέση στους κατάλογους των επιτυχιών, τόσο σε Αγγλία όσο και σε Αμερική. Το τραγούδι Imigrant song, το οποίο ανοίγει τον δίσκο και παρά την αντίθεση του γκρουπ, τελικά θα κυκλοφορήσει ως σινγκλ στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο του 1970, καταλαμβάνοντας την εικοστή θέση στον κατάλογο επιτυχιών του Bilboard. 
Την ίδια εποχή συντελείται η βαθμιαία αλλαγή στο ίματζ του γκρουπ, με extreme πολύχρωμα  καμπάνα παντελόνια και πολύ μακριά μαλλιά. Αποκτούν το δικό τους ιδιωτικό τζετ, ένα Boing 720, με το ψευδώνυμο Starship (το πρώτο γκρουπ που θα αποκτούσε κάτι τέτοιο μέχρι τότε). Εγκαινιάζουν την εποχή των τεράστιων λιμουζινών, νοικιάζουν ολόκληρους ορόφους ή  μεγάλα τμήματα των καλύτερων και πιο χλιδάτων ξενοδοχείων της εποχής. Μάλιστα,  είναι πάμπολλες οι ιστορίες τρέλας και καταστροφής δωματίων από τους ZEPPELIN. Σε μια περίπτωση μάλιστα, κατέστρεψαν ολοσχερώς την σουίτα του ξενοδοχείου Χίλτον στο Τόκιο, με αποτέλεσμα τον εφόρου ζωής, αποκλεισμό τους από το συγκεκριμένο ξενοδοχείο. Ενώ ο ντράμερ τους, John Bohnam,  οδήγησε την μηχανή του στον νοικιασμένο όροφο του ξενοδοχείου Riot House, προκαλώντας τον πανικό. Άλλες φορές πάλι, επέλεγαν να πετούν τις τηλεοράσεις από τα δωμάτιά τους τον δρόμο, ενώ αρκετές φορές χρησιμοποίησαν εκρηκτικές ύλες, κατά το πρότυπο του ντράμερ των Who, Keith Moon, μεγάλου δάσκαλου και πρωτεργάτη στην καταστροφή ξενοδοχείων....... 

INXS - Need You Tonight


Τα κοινά του έρωτα με την μουσική είναι πολλά, μόνο που το αντικείμενο πόθου που θέλει κάποιος να αποκτήσει ή ακόμα να κατακτήσει, είναι διαφορετικό.  Ο πόθος είναι να κρατήσει ένας δημιουργός τις ιδέες, μουσικές ή λυρικές και να τις μετατρέψει σε τραγούδι. Αλλά, όπως πάντα, το κυνήγι της ικανοποίησης του πόθου, είναι μια διαδικασία που δημιουργεί μπελάδες και ταλαιπωρεί ανυποψίαστους, συνήθως, ανθρώπους. Η συνάντηση του καλλιτέχνη με την μούσα δεν έχει τις περισσότερες φορές, άρωμα, αλλά ούτε και όψη του ρομαντισμού. Και από  κοινότυπη ως και παράλογη μπορεί να χαρακτηριστεί, αλλά το αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης, είναι πάντα μια όμορφη σύνθεση, που οι νότες τις θα συντροφέψουν αρκετές αρκετές ερωτικές εξομολογήσεις ή απλές ομολογίες. 
Το "Need You Tonight" είναι αποτέλεσμα μιας τέτοιας συνάντησης με την μούσα του keyboardist και του βασικού συνθέτη των Αυστραλών  INXS, Andrew Farriss. Το τραγούδι, που κατάφερε να σκαρφαλώσει στο Νο 1 του  Billboard Hot 100, βρίσκεται στο έκτο άλμπουμ της πολύ πετυχημένης μπάντας, το Kick, του 1987. Στην επίσημη αυτοβιογραφία τους, ο συνθέτης της μουσικής του, ομολογεί ότι, το  περίφημο riff του ήρθε την στιγμή που περίμενε το ταξί για να προλάβει την πτήση για το  Hong Kong. Όταν το ταξί εμφανίστηκε, απλά ζήτησε από τον οδηγό να περιμένει λίγα λεπτά, με την δικαιολογία ότι ξέχασε κάτι και έπρεπε να γυρίσει να το πάρει. Το ψέμα του μπορεί να ωφέλησε τους μουσικόφιλους ανά την υφήλιο, αλλά εκνεύρισε το ταλαίπωρο οδηγό του ταξί. Καθώς τα λίγα λεπτά έγιναν μια ώρα και το κάτι ήταν μια κασέτα, αλλά με το ηχογραφημένο το riff που μόλις το δημιούργησε. 
Ο δημιουργός του, το παρομοιάζει κάτι ανάμεσα στον  Keith Richards και Prince. Σαν τελικό αποτέλεσμα, το τραγούδι έχει πιο ηλεκτρονικό ήχο, καθώς χρησιμοποιεί και ηλεκτρικά κρουστά. Στο άλμπουμ η συνέχεια του είναι το "Mediate", μουσική και θεματολογική. Το λυρικό μέρος το ανέλαβε ο  Michael Hutchence, που το ερωτικό του ταμπεραμέντο τον βοήθησε να γράψει σχεδόν άμεσα τους παθιασμένους, στα όρια λαγνείας στίχους. 
Το βιντεοκλίπ του τραγουδιού που, σκηνοθέτησε ο Richard Lowenstein, ουσιαστικά ήταν να γυριστεί μαζί με το δίδυμο του τραγούδι, σαν  "Need You Tonight / Mediate". Για την δημιουργία του χρησιμοποίησε  φιλμ 35mm και με μια τεχνική οι κάρτες εναλλάσσονταν με την μπάντα να παίζει live. 
Jacek Maniakowski

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Led Zeppelin - Αφιέρωμα (μέρος 2ο)


Η δόξα και το χρήμα, με όλα τα επακόλουθά της, που απολαμβάνει μια μπάντα, είναι συνέπεια πολλών παραγόντων, που φτάνουν μέχρι και τη σφαίρα του ανεξήγητου και και αόρατου. Η μαγεία που εκπέμπει ένα μεγάλο συγκρότημα, για του φονταμενταλιστές είναι προϊόν κάποιου Σατανικού όντος. Αλλά, είναι γεγονός ότι υπάρχουν πολλά "αόρατα" πρόσωπα πίσω από την επιτυχία και την ανάδειξη του γκρουπ. Αυτοί μπορεί να είναι οι παραγωγοί, μουσικοί φίλοι, πολύ κοντινοί  έως ανυποψίαστοι και άσχετοι με την μουσικοί άνθρωποι. Όμως, όπως πίσω από έναν επιτυχημένο άντρα υπάρχει μια σπουδαία γυναίκα ή και αντίστροφα, πίσω από μια πετυχημένη μπάντα υπάρχει πάντα ένας σπουδαίος μάνατζερ. Που ουσιαστικά λειτουργεί σαν φύλακας άγγελος ή κάποια αόρατη κινητήρια δύναμη. 
Οι Led Zeppelin είχαν ως μάνατζερ τους, τον δαιμόνιο και έναν από τους πιο σκληρούς και αδίστακτους μάνατζερ στην ιστορία του ροκ σε θέματα διαπραγματεύσεων,  τον Peter Grant ,o oποιος και θα τους εξασφάλιζε με το καλήμερα ένα συμβόλαιο 143.000 δολάρια με όλο το πόσο μάλιστα, προκαταβολικά δοσμένο από την εταιρεία δίσκων Atlantic..Η συμφωνία αυτή αποτέλεσε  τότε, την μεγαλύτερη αμοιβή που δόθηκε ποτέ σε πρωτοεμφανιζόμενο συγκρότημα, ενώ την καθιστούσε ακόμα πιο σπουδαία το γεγονός, ότι η Atlantic Records τους υπέγραψε χωρίς καν να τους έχει ακούσει πρώτα Επιπλέον οι όροι του συμβολαίου ήταν ανήκουστοι για τότε και εξακολουθούν να είναι εξίσου και για σήμερα. Μεταξύ των άλλων  έδινε την δυνατότητα στους Zeppelin, να κυκλοφορούν μόνο ότι αυτοί θα ήθελαν, χωρίς καμιά παρέμβαση της εταιρείας  και στην χρονική στιγμή που αυτοί θα το επιθυμούσαν. Θα είχαν τον απόλυτο έλεγχο για το ποιο η ποια κομμάτια θα έβγαιναν ως single,  την επιμέλεια των εξώφυλλων των δίσκων τους και το πότε θα αποφάσιζαν να βγουν σε περιοδεία, ενώ παράλληλα τους έδινε την δυνατότητα ελέγχου και των πνευματικών δικαιωμάτων, μέσω της εταιρείας Superhype, που οι ίδιοι δημιούργησαν. Η φράση ηγεμονικό συμβόλαιο είχε βρει την πλήρης της εφαρμογή.
 Η πρώτη τους βρετανική περιοδεία ξεκίνησε στις 4 Οκτωβρίου του '68, αρχικά  φέροντας ακόμα το όνομα Τhe New Yardbirds . Θα παίξουν το πρώτο τους Live ως Led Zeppelin στις 25 του ίδιου μήνα στο πανεπιστήμιο του Surrey. O tour manager τους, ο Richard Cole, ο οποίος θα δέσποζε από τότε και στο εξής σε όλη τους την συναυλιακή καριέρα, οργανώνει αμέσως την πρώτη τους Αμερικάνικη τουρνέ, στο τέλος της ίδιας χρονιάς. Η πρώτη τους εμφάνιση επί αμερικανικού εδάφους, θα γίνει πραγματικότητα στις 26 Δεκεμβρίου του 1968 στο Ντένβερ και ο πρώτος τους δίσκος, με τίτλο  το όνομά τους, θα κυκλοφορούσε  στις 12 Ιανουαρίου του 1969. Θα πάει στο νούμερο 10 του κατάλογου τω επιτυχιών του Βilboard και νούμερο 6 στα βρετανικά τσαρτς, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. 
Το ύφος τους έμελλε να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις μουσικές εξελίξεις στον σκληρό ήχο. Περιείχε ανεπανάληπτα κιθαριστικά ριφς ψυχεδελικού μπλουζ, με απίστευτα ρυθμικά μέρη, groovy τύμπανα, μοναδικά φωνητικά και ψήγματα βρετανικής φολκ. Όλα τα παραπάνω τον κατέστησαν έναν δίσκο ορόσημο στο Hard rock, που μόλις τότε ξεκινούσε,  ενώ αποτέλεσε χρυσή επιρροή και για το Heavy Metal, που θα ακολουθούσε την επόμενη δεκαετία. Στην διάρκεια  της πρώτης τους χρονιάς ως συγκρότημα, θα ολοκληρώσουν 4 συνεχόμενες τουρνέ, τόσο επί του βρετανικού, όσο και επί αμερικάνικου εδάφους, δίνοντας μια μυθική διάσταση στις ζωντανές τους εμφανίσεις,  ενώ το κερασάκι στην τούρτα θα ήταν η κυκλοφορία και του δεύτερου LP τους, με τίτλο Led Zeppelin II.
Το Αερόπλοιο ήταν ήδη ασταμάτητο.....
Dimitris Komninos

Pink Floyd - Run Like Hell


Η επίτευξη στόχου ενός ποιήματος είναι να βρει, αυτός που το διαβάζει,  ένα κομμάτι του εαυτού του σ' αυτό ή ακόμα και τον ίδιο του εαυτό. Και στην πραγματικότητα ο κάθε καλλιτέχνης δημιουργός είναι απλό διάμεσο για μια ιδέα, ενσαρκώνοντας κάποιο συλλογικό αρχέτυπο ή ακόμα και ασυνείδητο. Αυτή την επιτυχία ή κατά κάποιον τρόπο επίτευξη, έκανε κατά καλύτερο τρόπο το μοναδικό  The Wall, των Pink Floyd. Συνδέοντας μουσικά δύο δεκαετίες, στην χρονική τους ένωση, το concept του λυρικά, είναι ένα κοινωνικό σχόλιο, αλλά και μια προφητική ματιά στο μέλλον, που ήδη συμβαίνει. 
Το "Run Like Hell", που οδεύει προς την λύτρωση, του κεντρικού ήρωα της ροκ όπερας, αλλά καλύτερος όρος θα ήταν ροκ Τραγωδία, μια που έχει πιο πολλά κοινά στοιχεία με το αρχαίο ελληνικό θεατρικό είδος. Η δημιουργία του Roger Waters, που συνεχίζει το λυρικό μέρος, όπως και σε όλο το άλμπουμ και του  David Gilmour, που έγραψε την μουσική, είναι η τελευταία από τις τρεις συνεργασία των δύο μουσικών στο άλμπουμ, αλλά και γενικά. Τα φωνητικά ανήκουν εξ ολοκλήρου στον  Waters και είναι αποτέλεσμα χρήσης δύο μικροφώνων στην ηχογράφηση. Μοναδικό είναι και το σόλο, αλλά από τα πλήκτρα του  Rick Wright. 
Ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια της βρετανικής art rock μπάντας, χρησιμοποιεί, όπως και τα υπόλοιπα του δίσκου, πολλά ηχητικά εφέ. Μεταξύ αυτών ακούγονται βήματα κάποιων που τρέχουν, φρενάρισμα των λάστιχων αυτοκινήτου, το παρανοϊκό γέλιο του ήρωα ακόμα και κραυγή αετού. Φυσικά και οι φωνές του πλήθους που φωνάζουν Pink Floyd! και  Hammer!. Όταν τελειώνει το τραγούδι, οι τελευταίοι στίχοι αναπαράγονται από το synthesiser του Rick Wright. Η κανονική διάρκεια του ήταν πολύ μεγαλύτερη, από αυτήν του άλμπουμ, αλλά λόγω της περιορισμένης χωρητικότητας των δίσκων βινύλιου, έπρεπε να κοπεί. Έτσι η φράση You better run like hell ποτέ δεν ακούγεται στην εκτέλεση του άλμπουμ. 
Το λυρικό μέρος είναι συνέχεια της ιστορίας του κεντρικού ήρωα του άλμπουμ, του Pink. Σε αυτό τραγούδι οι στίχοι περιστρέφονται γύρω από τις φαντασιώσεις του. Η φιγούρα που φαντάζεται πως είναι ο ήρωας,   είναι αυτή ενός δικτάτορα, που παραπέμπει στον Χίτλερ. Τα γεγονότα που περιγράφει είναι μια σαφής αναφορά στο  Kristallnacht, την  Νύχτα Των Σπασμένων Κρυστάλλων, που έλαβε χώρα στις 9 του Νοέμβριου του 1938. Αποτέλεσμα ήταν να καταστραφούν 7,500 επιχειρήσεις, που άνηκαν στους Εβραίους, 177 συναγωγές και σκοτώθηκαν εκατοντάδες άνθρωποι, που δεν τηρούσαν τα ναζιστικά χαρακτηριστικά. Και όλα αυτά από μαινόμενο και βουτηγμένο στην παράνοια πλήθος, που απλά εκτέλεσε τις εντολές του καγκελάριου τους. Αυτή την τρομοκρατία επιβάλει και ο ήρωας στους οπαδούς, μέσα πάντα μέσα στο παραλήρημα του μυαλού του.
 Ο παραγωγός Bob Ezrin έπεισε την μπάντα να χρησιμοποιήσετε ένα beat Disco, κάνοντας πιο ελκυστικό τον ήχο. Φυσικά οι δύο δημιουργοί θα μπορούσαν αργότερα να χρησιμοποιήσουν την ηχογραφημένη κανονικής διάρκειας εκτέλεσή του, αλλά το μίσος που ένιωθαν ένας απέναντι στον άλλο, δεν τους επέτρεπε να μιλήσουν καν μεταξύ τους. Μετά την φυγή του Waters, σε ζωντανές εμφανίσεις, τα φωνητικά έκανε ο Gilmour, παίζοντας το τραγούδι συνήθως σαν encore. Η μεγαλύτερη αποθέωση σε ζωντανή εμφάνιση γνώρισε το τραγούδι στις 21 Ιουλίου του 1990, στην συναυλία που δόθηκε για να γιορτασθεί η πτώση του τοίχους του Βερολίνου, όπου 200 000 κόσμο ζητωκραύγαζε όταν ξεκίνησε να παίζει το κομμάτι. 
Το σύμβολο το δύο διασταυρωμένων σφυριών, που φαίνεται στην ταινία, είναι δημιουργία του Gerald Scarf. Ο καλλιτέχνης είχε αναλάβει το animation μέρος της ταινίας και το πρόβλημά του να αναπαραστήσει έναν στρατό από σφυριά να κάνει βηματισμό, έγινε και λύση, καθώς κατάλαβε ότι, τα διασταυρωμένα σφυριά, φαίνονται σαν πόδια. Έτσι και γεννήθηκε και το σύμβολο. 
Jacek Maniakowski