Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Poison. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Poison. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2025

Rock - e - pedia: Cock rock

 

Μπορεί το πια τραγουδισμένο όργανο του ανθρώπου να είναι η καρδιά, αλλά όλα γίνονται για ένα άλλο όργανο.

Cock rock

 

 

Πως ακούγεται: η ουσία είναι πως φαίνεται, όπου τα πάντα προβάλλονται σαν επέκταση του φαλλού, είτε αυτό είναι το μικρόφωνο είτε κιθάρα ή μπάσο. Στην πραγματικότητα είναι hard rock και glam metal μαζί ως η μέγιστη προβολή της αντρικής σεξουαλικότητας. Οι στίχοι έχουν να κάνουν με γυναίκες και την καθ’ αυτή ερωτική πράξη, αλλά περνάνε σε δευτερεύοντα ρόλο, όταν κραυγές που από καλλίγραμμους τραγουδιστές κάνουν το γυναικείο κοινό να παραληρεί.

Γιατί να το ακούσουμε: γιατί είναι καύλα και δεν είναι λίγοι οι ροκάδες που έχουν ταυτιστεί με μουσικούς του είδους



Γιατί όχι: γιατί πιστεύεις σε στείρα πολιτική ορθότητα και είσαι κάτω από 25 χρονών.

Που; Η.Π.Α. και Ηνωμένο Βασίλειο

Πότε; Τέλη δεκαετίας του ‘60

Ποιοι; Το ανοιχτό πουκάμισο του Robert Plant των Led Zeppelin, το δερμάτινο παντελόνι του Jim Morrison των The Doors, το λίκνισμα του Mick Jager των Rolling Stones, ακόμα και το Ge ge ge ge του My Generation του Roger Daltrey των The Who θεωρούνται πρωτοπόροι του είδους. Αν και ο όρος χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από μια underground φεμινιστική έκδοση, το  Rat το 1970, αναφερόμενο γενικά στο hard rock. Και για κάποιο παράξενο λόγο η Suzi Quatro ανήκει στο είδος αυτό.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: το λίκνισμα του Axl Rose των Guns N' Roses, όλη την glam metal σκηνή της δεκαετίας του ’80: Mötley Crüe, Ratt, Warrant, Extreme, Cinderella, Pretty Boy Floyd, Jackyl, L.A. Guns, Poison



Μέρες δόξας:  συνεχώς από τις απαρχές του είδους.

Κόκκινη κάρτα: πολύ ποζεριά σε αρκετά σημεία, χωρίς καμιά ουσία και μέτριες συνθέσεις. Ας αφήσουν και καμιά γυναίκα για κοινούς θνητούς οπαδούς. Δεν είναι να πηδάνε ότι κινείται.

Με τι μπερδεύεται; με glam metal, glam rock και hard (r)cock

Τι λες στον άσχετο; κάτι μαλλιάδες λικνίζονται πάνω στην σκηνή σαν να είναι στριπτιζούδες και παίζουν hard cock  εεεε rock

 




Jacek Henryk Maniakowski

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Alice Cooper - Poison


Ανάμεσα στο φάρμακο και στο δηλητήριο υπάρχει πολύ θολός διαχωρισμός. Όπως ο θάνατος και η ζωή, που στην ουσία είναι συμπληρωματικές έννοιες, ορίζονται ανάλογα της θέσης που βρίσκεται κάποιος, αλλά και της οπτικής. Έτσι ο θάνατος μπορεί να είναι και σωτήριος και το δηλητήριο να γίνει φάρμακο. Όπως ο θάνατος μια κάμπιας, ουσιαστικά είναι η γέννηση της πεταλούδας. Και η μουσική, ιδιαίτερα η rock'n'roll, είναι μέρος της φύσης, άρα και διέπεται και από τους ίδιους κανόνες. Και δεν είναι λίγες οι φορές, που μουσική της πεθαίνουν και ανασταίνονται, εμπορικά και μουσικά.

Ο Alice Cooper είναι μια πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα της hard rock και δεν είναι λίγες οι φορές που φλέρταρε και με τις δύο όψης της φύσης, την ζωή και θάνατο. Αλλά και της ροκ, την δόξα και την απαξίωση. Ωστόσο κατάφερνε πάντα να κερδίζει την προσοχή του ροκ κοινού, αν και συνεχής πηγή έμπνευση για πολλές μπάντες.
 Όταν όμως, το παλιό κοινό του, άρχισε να τον ξεχνά και ο ίδιος να μην αποκτά νέο, μια τετράλεπτη δόση δηλητηρίου (Poison), βγαλμένο από τα σκουπίδια (Trash). "Poison" λέγεται η δημιουργία των Desmond Child, Alice Cooper και John McCurry που ακούγεται από την φωνή του Vincent Damon Furnier, όπως λέγεται κανονικά ο Alice Cooper, και κυκλοφόρησε το 1989 μέσα από το 18ο άλμπουμ του καλλιτέχνη, το Trash. Η ηχογράφηση δεν βασίστηκε στη σταθερή μπάντα του, αλλά σε κορυφαίους session μουσικούς (όπως ο Hugh McDonald στο μπάσο και ο Bobby Chouinard στα τύμπανα), με τον παραγωγό Desmond Child να εφαρμόζει τη γνωστή του μέθοδο της δομημένης εμπορικής αρχιτεκτονικής, δίνοντας έμφαση στη μελωδική πρόσκρουση και στην επαναληψιμότητα. 
Το τραγούδι στηρίζεται σε έναν βαρύ, επαναλαμβανόμενο κιθαριστικό ριφ σε drop tuning, ενώ το μπάσο κινείται σε αντίρροπη μελωδία, δημιουργώντας την χαρακτηριστική ρυθμική ώθηση που το κάνει αναγνωρίσιμο από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Το τραγούδι έγινε παγκόσμιο hit, φτάνοντας κοντά στην κορυφή των επιτυχιών, σχεδόν όλων των χωρών. Συγκεκριμένα, έφτασε στο Νο 7 του Billboard Hot 100, στο Νο 2 στο UK Singles Chart και κατέκτησε την κορυφή σε Καναδά, Αυστραλία, Ιρλανδία και Νέα Ζηλανδία, πουλώντας πάνω από 1,5 εκατομμύρια αντίτυπα και σηματοδοτώντας την απόλυτη εμπορική και καλλιτεχνική επανεκκίνησή του μετά από μια περίοδο παρακμής στα μέσα της δεκαετίας του ’80.
Ο θεατρικός χαρακτήρας του τραγουδιστή, πιθανόν να πλάθει και φανταστικές ιστορίες και στο συγκεκριμένο τραγούδι. Το λυρικό μέρος μιλάει μάλλον για ένα είδος εξαρτημένης σχέσης, που φτάνει και στα όρια του μαζοχισμού. Ο τίτλος «Poison» επιλέχτηκε σκόπιμα για τη διττή του σημασία, αναφερόμενος ταυτόχρονα σε μια τοξική ερωτική δυναμική και στη ροκ «δηλητηριώδη» γοητεία της σκηνής, ενώ ο ίδιος ο Cooper έχει δηλώσει ότι το τραγούδι λειτουργεί ως αλληγορία για κάθε μορφή εξάρτησης, ακόμη και για την ίδια τη φήμη. 
Φυσικά και στο βιντεοκλίπ του τραγουδιού, οι άνθρωποι που ήταν στο στήσιμο αυτής της επιτυχίας, φρόντισαν να σοκάρουν. Για το διάσημο μουσικό κανάλι έπρεπε να γυριστούν δύο εκδοχές του, αλλά πάντα με το μοντέλο Rana Kennedy να πρωταγωνιστεί. Στο ένα φορούσε μόνο ένα στρινγκ, ενώ στο λογοκριμένο φορούσε και κορσέ..... μάλλον θα έπεσε η θερμοκρασία. Η σκηνοθεσία ανατέθηκε στον Marty Callner και η στρατηγική της λογοκρισίας ήταν απόλυτα υπολογισμένη: η «απαγορευμένη» εκδοχή δημιούργησε buzz και περιέργεια, ενώ η broadcast-safe εκδοχή εξασφάλισε heavy rotation στο MTV χωρίς αποκλεισμό. Οπτικά, το κλιπ συνδύαζε τη σκοτεινή, θεατρική αισθητική του Cooper με τη γυαλιστερή εικόνα των late-80s, δημιουργώντας ένα υβρίδιο που γέφυρωσε παλιούς και νέους ακροατές.
Η επιτυχία του «Poison» δεν ήταν παροδική και διασκευάστηκε από δεκάδες καλλιτέχνες (όπως οι The Rasmus, Within Temptation, Halestorm), παραμένει σταθερό κλείσιμο ή άνοιγμα των live εμφανίσεών του με θεατρικά εφέ, και αναλύεται ακαδημαϊκά ως κλασικό παράδειγμα πολιτισμικής αναπροσαρμογής, όπου ένας καλλιτέχνης του shock rock των ’70ς κατάφερε να «μεταφραστεί» στην αισθητική των late-80s χωρίς να προδώσει τον πυρήνα της ταυτότητάς του.



Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Poison - Every Rose Has Its Thorn



Στην κάθε μουσική άνοιξη, πολλά "λουλούδια" φυτρώνουν. Μερικά πολύχρωμα, μερικά λιγότερα  άλλα πάλι με αγκάθια, ακόμα και δηλητηριώδη. Οι Poison, αν και η υπερβολική τους γκλαμουριά και τα make up τους τους έκαναν αρκετά δημοφιλείς, ουσιαστικά δεν πρόσφεραν και πολλά στο  rock'n'roll. Αλλά έδωσαν ένα μοναδικό διαμάντι και αυτό τους έκανε να μείνουν στην μνήμη πολλών. 
Το "Every Rose Has Its Thorn" είναι η μεγαλύτερη τους επιτυχία και όχι άδικα. Η μπαλάντα αυτή βρίσκεται στο δεύτερο τους άλμπουμ, Open Up And Say... Ahh!. Η σύνθεση των Bret Michaels, C.C. DeVille, Bobby Dall και Rikki Rockett. Παρουσιάζει αρκετό μουσικό ενδιαφέρον. Ξεκινάει με ακουστική κιθάρα και αργότερα, χάρη στην ηλεκτρική, μεταμορφώνεται σε μια κλασική power ballad, πάντα με την διακριτική παρουσία της ακουστικής. Οι αναφορές σε  cowboys στο ρεφρέν, καθώς και το country feel στην φωνή του τραγουδιστή  Bret Michaels, οφείλονται στο γεγονός ότι εμφανιζόταν, εκείνη την εποχή, σε ένα cowboy bar, το "The Ritz" στο  Dallas του Texas. 
Αργότερα σε μια συνέντευξη, ο Michaels αναφέρει την έμπνευση για το λυρικό μέρος του τραγουδιού. Ένα βράδυ περίμενε σε ένα στεγνό-καθαριστήριο, να στεγνώσουν τα ρούχα του. Πήρε τηλέφωνο την κοπέλα του, άκουσε όμως, μια αντρική φωνή στο βάθος. Ο κόσμος του γκρεμίστηκε με την μία, αλλά του φέρε έμπνευση για ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια στην ιστορία της ροκ. Το όνομά της κοπέλας του είναι Tracy Lewis
Jacek Maniakowski