Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα AC/DC. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα AC/DC. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

Best Bands Logo: Part I

 

Το σύμβολο από τα αρχαία χρόνια είχε τεράστια σημασία. Είτε για να υποδηλώσει πίστη σε κάποια θεότητα είτε ότι ανήκει κάποιος σε μια οικογένεια, ακόμα σε κάποιο πιο ευρύτερο σύνολο. Σήμερα οι μεγάλες εταιρίες είναι πλέον γνωστές μόνο και μόνο από το λόγκο τους και πολλές ακόμα επενδύουν πολλά χρήματα για να δημιουργήσουν ένα παγκόσμια αναγνωρίσιμο σήμα.

Όμως ο κόσμος της rock/metal μπορεί να έχει μια διαφορετική προσέγγιση προς την ζωή και το περιβάλλον, αλλά δεν παύει να είναι μια κατάσταση ανάμεσα σε θρησκεία και μια καλή επιχείρηση. Άλλωστε οι μεγάλες μπάντες είναι ακριβώς αυτό, είτε το αποδεχόμαστε είτε όχι. Και πολλές φορές οι επιτυχία και καταξίωσε οφειλόταν σε ένα πετυχημένο λόγκο.



1.       The Rolling Stones

Αναμφίβολα το σήμα Hot Lips του βρετανικού συγκροτήματος είναι από το πιο αναγνωρίσιμα στην παγκόσμια μουσική και όχι μόνο ιστορία. Μια πανέξυπνη σύνθεση ανάμεσα στη ινδουιστική θεά Κάλι (γλώσσα), η οποία συμβολίζει και την υπέρβαση και το στόμα του Mick Jagger. Πολλοί μπορεί να γνωρίζουν έστω και μια μελωδία της μπάντας, αλλά σίγουρα γνωρίζουν την εν λόγω γλώσσα. 




2.       The Doors

Η χαρά του γραφίστα το λόγκο του αμερικάνικου συγκροτήματος, αν και η μεταφυσική και σαμανισμός κυριάρχησαν στους στίχους τους, δεν υπάρχει τίποτα μεταφυσικό στο σήμα τους. Μια πολύ προσεκτικά σχεδιασμένη γραμματοσειρά με τα δύο «ο» να αντικατοπτρίζονται γεωμετρικά, σαν δύο χάπια, που θυμίζουν την ψυχεδέλεια της εποχής. Το άρθρο «the» πάνω αριστερά, διακριτικά μες μεταφέρει στα ’60, μια γραμματοσειρά που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή.



3.       The Monkees

Ίσως από τα πιο έξυπνα λόγκο του τηλεοπτικού pop rock αμερικάνικου σχήματος, αποτέλεσμα μιας πετυχημένης τηλεοπτικής σειράς, έκανε και καριέρα εκτός αυτής. Φυσικά με τα πιο ικανά χέρια της τηλεόρασης εκείνης της εποχής, κατάφεραν να πιάσουν το κλίμα της ψυχεδέλειας της δεκαετίας του ’60, δημιουργώντας με τα γράμματα του ονόματός τους … μια κιθάρα. Με τα κλειδιά να είναι σε σχήμα καρδιάς, ουσιαστικά προϊδεάζουν για το κίνημα ειρήνης και αγάπης που θα κορυφωνόταν λίγα χρόνια αργότερα.



4.       AC/DC

Ένα σήμα πίσω από μια ραπτομηχανή κατάφερε να κατακτήσει όλο τον κόσμο και να κάνει το συγκρότημα μιας από τις πιο προσοδοφόρες επιχειρήσεις στην μουσική βιομηχανία. Το σύμβολο του συνεχές/εναλλασσόμενου ρεύματος με τον κεραυνό να αντικαθιστά την παύλα και με τις έντονες γωνίες στην γραμματοσειρά, δείχνει ακριβώς αυτό που μας προσφέρει το συγκρότημα εδώ και δεκαετίες… καθαρό ηλεκτρισμό!



5.       Bon Jovi

Ίσως από τα πιο εμβληματικά θέματα της μουσική εμπεριέχει το λόγκο των Bon Jovi, ένα μαχαίρι καρφωμένο σε μια καρδιά με φτερά δείχνει και το πιο δημοφιλές αντικείμενο των στίχων ακόμα και στην rock… μια πληγωμένη καρδιά. Λίγες gothic πινελιές κάνουν το λόγκο τους ακόμα πιο ρομαντικό.




6.       Red Hot Chili Peppers

Επίσημα το έχει σχεδιάσει ο τραγουδιστής του συγκροτήματος Anthony Kiedis το 1984 για το ντεμπούτο τους άλμπουμ. Αλλά ουσιαστικά είναι χρωματισμένο «Σύμβολο του Χάους», όπως το χει ζωγραφίσει ο μουσικός και συγγραφέας φαντασίας αρχές δεκαετίας του ‘60, ο Michael Moorcock και για τις ανάγκες του γνωστού του έργου Elric of Melniboné. Το Star of Affinity, όπως έγινε γνωστό στην ποπ κουλτούρα, έχει αποτυπώσει και ο Kurt Vonnegut το 1973 για την νουβέλα το με τίτλο Breakfast of Champions. Ο ίδιος ο frontman του δημοφιλούς συγκροτήματος εξηγεί στην αυτό-βιογραφία του Scar Tissue, πως είναι ένας άγγελος μέσα από την ουράνια κωλοτρυπίδα (“actually an angel in heaven’s asshole”). *, **

 

* https://www.merchbar.com/blog/red-hot-chili-peppers-band-logo/red-hot-chili-peppers-logo-meaning-history-art

** https://en.wikipedia.org/wiki/Symbol_of_Chaos



7.       Yes

Από τα πιο μακροχρόνια και πρωτοπόρα Progressive rock συγκροτήματα, έχουν ένα πομφολυγώδες ( χαχααχαχαχαχααχαχαχα) logo, δηλαδή σαν φουσκωμένο μπαλόνι. Σίγουρα οι ίδιοι δεν φημίζονται ότι είναι σαν παραφουσκωμένα μπαλόνια, μιας που είναι πολύ σεμνοί, αλλά το λογότυπο, το οποίο παρουσιάζεται σε πολλά και έντονα χρώματα συμβολίζει ακριβώς αυτό που παίζουν… το Progressive rock.


 Part II 

Jacek Henryk Maniakowski

Δευτέρα 12 Ιουνίου 2023

Γιατί πρώτος τραγουδιστής των AC/DC εγκατέλειψε το συγκρότημα;

 

Η ιστορία γράφεται συνήθως από κει που αρχίζει ο μύθος της. Με άλλα λόγια, όσο όμορφα κι αν είναι τα λουλούδια, πάντα οι ρίζες θα είναι βρώμικες. Και οι ιστορίες πολλών συγκροτημάτων-μύθων δεν ξεκινάνε όμορφα ούτε καν με ιδανικές συνθήκες.

Οι AC/DC είναι ένα συγκρότημα μύθος στα όρια μιας πολύ προσοδοφόρας και επιτυχημένης βιομηχανίας. Η λάμψη της παγκόσμιας τους αναγνώρισης και επιτυχίας, κρύβει και αρκετά ομιχλώδη σημεία. Ένα από αυτά έχει όνομα Dave Evans.



Η πλειοψηφία των φίλων της μπάντας έχει την εντύπωση πως ο Bon Scott ήταν ο αρχικός τους τραγουδιστής. Αλλά ένα ξεσκόνισμα της ιστορίας τους, θα εμφανίσει το όνομα του Dave Evans, οποίος ήταν και ο αρχικός frontman.

Μάλιστα την περίοδο 1973-1974, κατά την οποίο ο  Evans τραγουδούσε στην μπάντα, ηχογράφησαν το τραγούδι "Can I Sit Next to You, Girl", το οποίο έγινε single από την Albert Music , αλλά και γνώρισε αρκετή επιτυχία. Παράλληλα το τραγούδι αυτό, του οποίου την παραγωγή έκαναν οι George Young, μεγαλύτερος αδελφός του Malcoln Young και ο Harry Vanda, τους έδωσε τον τίτλο του καλύτερου Αυστραλέζικου συγκροτήματος της χρονιάς. Αλλά ακόμα και την προτίμηση του Lou Reed να τον συνοδέψουν στην τουρνέ του. Καθόλου μικρό κατόρθωμα για μπάντα που είχε και ανήλικα μέλη.



Παρ’ όλο που το συγκρότημα έπαιζε ήδη μπροστά σε πλήθη, ο  Evans έφυγε από το συγκρότημα και για τους λόγους τους οποίους εξηγεί σε μια συνέντευξή του για το The Metal Voice. Το πρόβλημα ήταν καθαρά οικονομικό όπως παραδέχεται: « Ηχογραφήσαμε μια επιτυχία, παίζαμε πολλές συναυλίες-μερικές φορές και τρεις φορές τη μέρα-και δεν πήρα για αυτό λεφτά. Εμφανιστήκαμε στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο δεν πληρωνόμασταν για αυτό. Έπρεπε να πληρώνω νοίκι, είχα δόσεις για το αυτοκίνητο, δούλευα με ιδρωμένο μέτωπο και δεν είχα καμιά ανταμοιβή/αμοιβή. Κάποια μέρα συναντηθήκαμε με τον μάνατζερ μας και άρχισε να με βρίζει, έτσι τον χτύπησα. Είχα μπουχτίσει, αποφάσισα να φύγω από την μπάντα μετά το τέλος της τουρνέ, εκτός αν έπαιρνα αρκετά μετρητά, κάτι που τελικά δεν έγινε»



Σε άλλο σημείο της συνέντευξης, ρώτησαν το τραγουδιστή αν είναι διαθέσιμος να γράψει κάποιο βιβλίο για τους  AC/DC, μιας που είχε πολλές άγνωστες ιστορίες να διηγηθεί για την μπάντα. Ο  Evans δεν το απέκλεισε, φτάνει να βρεθεί ο εκδότης, συμπληρώνοντας πως έχει πάρα πολλές ιστορίες, όλες άγνωστες στους οπαδούς τους.

Εμείς ελπίζουμε να βρεθεί γρήγορα ο εκδότης και ο μουσικός να είναι τίμιος στην αφήγηση του, χωρίς διάθεση για περιττή χολή και διαστρέβλωση των γεγονότων.


Jacek Henryk Maniakowski


Πηγή: https://www.antyradio.pl/Muzyka/Rock-News/Dlaczego-pierwszy-wokalista-ACDC-opuscil-grupe-34496

Πηγή: https://metalheadzone.com/the-truth-behind-the-myth-that-bon-scott-was-ac-dcs-driver-prior-to-joining/?fbclid=IwAR1ojaNCrVO87UUHHZCFYBpXIbYge0IcgXCkbSMSg5WoT-f-5z6jmfBo-RU

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

AC/DC - Hells Bells

Πίσω από τη δόξα, αλλά και κάθε επιτυχία, υπάρχουν πάμπολλοι παράγοντες που ουσιαστικά χτίσανε τα θεμέλιά της. Και αν ένα συγκρότημα δημιουργεί ένα άλμπουμ που είναι δεύτερο στις πωλήσεις όλων των εποχών στην ιστορία της μουσικής, σίγουρα τα θεμέλια είναι πολύ βαθιά. Στους AC/DC το βασικό θεμέλιο θα μπορούσε να είναι ο Bon Scott, που σε «μια λεωφόρο προς την κόλαση»  (  http://echooadventures.blogspot.gr/2013/11/acdc-highway-to-hell.html ) οδηγούσε την μπάντα σταθερά στην κορυφή. Αλλά το συγκρότημα την άγγιξε πραγματικά όταν ο τραγουδιστής χάθηκε τελικά σε αυτή τη λεωφόρο και απεβίωσε από αναρρόφηση.



Το συγκρότημα όμως έμεινε ασταμάτητο. Λίγους μήνες μετά τον θάνατο του τραγουδιστή τους κυκλοφορούν το πιο δημοφιλές τους δημιούργημα, το Back In Black του 1980. Έβδομο άλμπουμ τους και ντεμπούτο για τον Brian Johnson ως νέο τραγουδιστή. Αν και ήταν έτοιμοι να τα παρατήσουν, με την παρότρυνση των γονιών του Bon Scott συνέχισαν την ξέφρενη πορεία τους. Και αυτή ξεκίνησε με καμπάνες από την κόλαση, σαν μια σύνδεση ανάμεσα σε δύο κόσμους. Το Hells Bells, που ανοίγει το άλμπουμ, είναι δημιουργία των αδελφών Angus και Malcolm Young, με τον Brian Johnson να αναλαμβάνει το λυρικό μέρος, όπως και σε όλα τα τραγούδια του δίσκου.

Το τραγούδι ξεκινά με χτύπημα μιας καμπάνας, που συνολικά θα χτυπήσει 13 φορές, με την τελευταία στο 1:10. Η καμπάνα αυτή δεν ήταν τυχαία: παραγγέλθηκε ειδικά από το χυτήριο
John Taylor & Co. στο Loughborough της Αγγλίας, ζυγίζει περίπου έναν τόνο και ηχογραφήθηκε στο War Memorial Carillon, επειδή οι προσπάθειες να χρησιμοποιηθεί πραγματική εκκλησιαστική καμπάνα απέτυχαν λόγω των πουλιών που πετούσαν κάθε φορά που χτυπούσε. Πάνω της χαράχτηκε η επιγραφή: “Made by John Taylor Bellfounders. For AC/DC. 1980”. Η αυθεντική καμπάνα χρησιμοποιήθηκε για χρόνια στις περιοδείες (την κατέβαζαν στη σκηνή με γερανό), ενώ σήμερα μία από αυτές εκτίθεται στο Rock and Roll Hall of Fame. Στις σύγχρονες περιοδείες χρησιμοποιούνται αντίγραφα. Στην τελική ηχογράφηση ο ήχος της καμπάνας είναι ελαφρώς επιταχυνόμενος για να ταιριάζει καλύτερα στο tempo του κομματιού.

Η εισαγωγή συνεχίζεται με τη διπλή κιθάρα των αδελφών Young, χαρακτηριστικό που σηματοδοτεί όλο το άλμπουμ. Στη συνέχεια μπαίνουν όλα τα όργανα. Το τραγούδι, όπως και ολόκληρος ο δίσκος, είναι αφιερωμένο στον πρώην τραγουδιστή της μπάντας, που κατά κάποιον τρόπο δεν την άφησε ούτε μετά τον θάνατό του.

Ο Brian Johnson θυμάται κατά τη συγγραφή των στίχων μια σχεδόν μεταφυσική εμπειρία. Δεν είχε μεταφυσικές ανησυχίες ούτε πίστευε σε κόλαση ή παράδεισο. Το άλμπουμ ηχογραφούταν στα Compass Point Studios στις Μπαχάμες, όχι στο ίδιο στούντιο με το Highway to Hell, όπως συχνά αναφέρεται. Ο Johnson είχε μπει στο συγκρότημα μόλις δύο μήνες μετά την απώλεια του Bon Scott και έπρεπε να προσθέσει στίχους σε ήδη ηχογραφημένα τραγούδια. Ξεκίνησε να γράφει σε μια λευκή κόλλα χωρίς να συνειδητοποιεί τι ακριβώς έγραφε, με μουντζούρες στην αρχή, σαν αυτόματη γραφή. Μέσα στη νύχτα ολοκλήρωσε τους στίχους, σαν να ήταν απών από τη διαδικασία και όπως έχει πει αργότερα, ένιωθε σαν το χέρι του Bon να τον καθοδηγούσε. Φυσικά, μετά την ολοκλήρωση, απουσίαζε και το περιεχόμενο ενός μπουκαλιού ουίσκι.

Οι ιστορίες γύρω από το τραγούδι δεν τελειώνουν εκεί. Στην αμερικανική εισβολή στη Σομαλία το 1993 καταρρίφθηκε το ελικόπτερο Black Hawk. Ο διασωθείς πιλότος, βαριά τραυματισμένος, κρύφτηκε στα χαλάσματα της Mogadishu. Στο ελικόπτερο που ανέλαβε τη διάσωσή του βρίσκονταν φίλοι του, που γνώριζαν τη λατρεία του για τους AC/DC. Στα ηχεία έπαιζαν το Hells Bells για να καταλάβει ότι τον αναζητούν. Ο Michael Durant, αν και με σπασμένα και τα δύο πόδια, κατάφερε να συρθεί έξω από την κρυψώνα του και να κάνει σήμα στους διασώστες του με τη φανέλα του.

Το τραγούδι είναι από τα πιο διάσημα που παίζονται στην είσοδο αθλητών, ειδικά του pitcher Trevor Hoffman των San Diego Padres. Όλες οι γυναικείες tribute bands των AC/DC στο Seattle λέγονται Hell’s Belles. Το single είχε στη Β’ πλευρά το What Do You Do for Money Honey, με τον τίτλο να αφήνει πολλές υπόνοιες.

Η επιρροή του Hells Bells ξεπερνά κατά πολύ τα ραδιόφωνα και τις συναυλίες. Κυκλοφόρησε ως single τον Οκτώβριο του 1980 και, αν και δεν μπήκε στα charts σε όλες τις χώρες, έγινε τεράστια ραδιοφωνική επιτυχία και συνέβαλε στις υποψηφιότητες των AC/DC για Grammy. Το Back In Black παραμένει ένα από τα ελάχιστα άλμπουμ που έχουν πιστοποιηθεί με διαμάντια και πάνω. Το τραγούδι έχει εμφανιστεί σε δεκάδες ταινίες και σειρές, χαρακτηριστικά στην ταινία Maximum Overdrive του Stephen King, καθώς και σε μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις, όπως NHL και NFL, όπου παίζεται συχνά όταν η γηπεδούχος ομάδα βρίσκεται σε φάση άμυνας για να «τρομάξει» τους αντιπάλους. Έχει χρησιμοποιηθεί και στο WWE ως theme song του Hell in a Cell το 2009 και ως μουσική εισόδου για τον Undertaker σε ειδικές εμφανίσεις.

Το Back In Black, με το εντελώς μαύρο εξώφυλλο, συμβολικό πένθος για τον Bon Scott. έχει πουλήσει πάνω από 50 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Το Hells Bells, διάρκειας 5:12, έχει συμπεριληφθεί σε λίστες όπως αυτή του Rolling Stone για τα κορυφαία τραγούδια όλων των εποχών. Ακόμη και ο Stephen King το έχει αναφέρει ως ένα από τα αγαπημένα του — γιατί κάποια τραγούδια ακούγονται απλώς, αλλά βιώνονται.



Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

AC/DC - Highway to Hell



"Όλα Είναι Δρόμος" λέγεται μια ταινία του Παντελή Βούλγαρη. Η παράξενη πλοκή της αποτελείται από τρεις, φαινομενικά ανεξάρτητες μεταξύ τους ιστορίες. Όμως, κάτι αόρατο τις ενώνει, δημιουργώντας μια αίσθηση ολότητας. Η αίσθηση αυτή δημιουργείται από το γεγονός ότι πάντα υπάρχει μια αφετηρία και ένας προορισμός, στον οποίο είτε φτάνουμε είτε όχι, υπάρχει πάντα μια αίσθηση του "ανικανοποίητου". Και αυτό οφείλεται στη αίσθηση που έχουμε για την διαδρομή ανάμεσα στα δύο αυτά σημεία. Ανεξάρτητα πράγματα μεταξύ τους, δείχνουν την εντύπωση μια αόρατης σύνδεσης και κάποιοι το  ονομάζουν ζωή. 

Καμιά φορά μια μικρή διαδρομή, με την γεωγραφική της έννοια, γίνεται ένα σύμβολο μιας ζωής, από την οποία δεν έλειπε τίποτα. Η διαδρομή αυτή είναι στην εθνική οδό Canning Highway της Αυστραλίας. Η αφετηρία της ήταν το σπίτι του Bon Scott και  AC/DC - Highway to Hellη κατάληξή της το  pub/bar με το όνομα The Raffles, μια Rock 'n Roll τρύπα για μπεκρήδες στην δεκαετία του '70, πάνω στην παραπάνω οδό. Το παρατσούκλι που είχε αυτή ήταν "Highway to Hell". Το όνομά της δεν οφειλόταν μόνο στο κολασμένο hangover, που ακολουθούσε την επομένη της διάσχισης αυτής. Είτε ήταν aller-retour αυτή είτε μόνο μιας κατεύθυνσης, λόγω αδυναμίας επιστροφή για ευνόητους λόγους. Αλλά και λόγω της τοπογραφικής της ιδιαιτερότητας και της ελλιπής σήμανσης, που την καθιστούσαν επικίνδυνη — ειδικά σε ένα συγκεκριμένο σημείο της, όπου είχαν σημειωθεί αρκετά δυστυχήματα. Το δίστιχο "No stop signs, speed limit / Nobody's gonna slow me down" περιγράφει με λιτή γλαφυρότητα αυτήν την διαδρομή, ενώ η ίδια η φράση "Highway to Hell" φέρεται να χρησιμοποιούνταν ήδη από τους ντόπιους, πριν περάσει οριστικά στη μυθολογία της ροκ. 

Το τραγούδι αυτό, αλλά και ομώνυμο του άλμπουμ του 1979, στο οποίο βρίσκεται, ήταν ουσιαστική έναρξη μιας μουσικής διαδρομής, που ελάχιστοι καλλιτέχνες έχουν γνωρίσει. Η δημιουργία των  Angus Young, Malcolm Young και  Bon Scott είναι αποτέλεσμα της έμπνευσης του πρώτου για την ζωή στον δρόμο μιας rock'n'roll μπάντας. Συγκεκριμένα ο   Malcolm δημιούργησε το περίφημο  riff, το οποίο έμελλε να είναι από τα πιο κλασικά της ροκ μουσικής, ένα riff που βασίζεται σε απλές, «ανοιχτές» συγχορδίες, αλλά με μια ωμή δύναμη που το έκανε αμέσως αναγνωρίσιμο. Οι  AC/DC βρισκόταν επί χρόνια σε συνεχής περιοδεία και η Αμερικάνικη τους εξόρμηση στάθηκε αφορμή για την δημιουργία του τραγουδιού, που όπως και όλο το άλμπουμ ηχογραφήθηκε και στην χώρα αυτήν. Ήταν το πρώτο που ηχογραφήθηκε εκτός της Αυστραλίας, συγκεκριμένα στα Roundhouse Studios του Λονδίνου, με παραγωγό τον Robert John "Mutt" Lange, τον άνθρωπο που βοήθησε το συγκρότημα να «γυαλίσει» τον ήχο του χωρίς να χάσει την ωμή του ενέργεια. 

Το εβδομαδιαίο προσκύνημα του τραγουδιστή της μπάντας στο μπαρ Raffles, που εκφράζεται στους στίχους "Ain't nothing I would rather do. / Going down, party time,/ my friends are gonna be there too" ήταν ουσιαστικά παιχνίδι κορώνα-γράμματα με την ζωή. Μιας και πολύ έχουν σκοτωθεί σε ένα συγκεκριμένο σημείο αυτού του δρόμου. Σε αυτό το σημείο μονολόγησε κάποια στιγμή την φράση  "I'm on the highway to hell", ξεκινώντας μια ροή γεγονότων, που περιλάμβανε και την είσοδό του στην "μεγάλη μπάντα" από την απόλαυση που επιδίωκε κάθε εβδομάδα, διασχίζοντας αυτόν τον δρόμο. Η φράση αυτή, απλή και σχεδόν αυθόρμητη, έμελλε να γίνει ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους τίτλους στην ιστορία της μουσικής, αποτυπώνοντας όχι μόνο έναν δρόμο, αλλά έναν ολόκληρο τρόπο ζωής. 

Όμως, ο αντικαταστάτης του στους  AC/DC, Brian Johnson δήλωσε το 2009 ότι, γράφτηκε για την διαρκή τους παραμονή μέσα στο λεωφορείο της περιοδείας τους. Ουσιαστικά αναφέρεται στην διαδρομή  από Melbourne ή  Sydney προς  Perth, που διασχίζει την πεδιάδα Nullarbor Plain. Όταν η θέση του ήλιου είναι στην δύση, κατά το μήκος της αυτής, δημιουργείται μια εικόνα μιας πύρινης σφαίρας. Οι στίχοι του Bon, ήταν απλά αποτέλεσμα λυρικής επένδυσης της εικόνας αυτής. Και ίσως κάπου ανάμεσα στις δύο εκδοχές, την προσωπική διαδρομή προς το Raffles και την ατελείωτη ευθεία της αυστραλιανής ενδοχώρας, να βρίσκεται η πραγματική ουσία του τραγουδιού: η αίσθηση της ασταμάτητης κίνησης. 

Ήταν η πρώτη τους είσοδος στα Αμερικάνικα chart, φτάνοντας μέχρι και το Top 50 του Billboard Hot 100, ανοίγοντας ουσιαστικά τον δρόμο για την παγκόσμια επιτυχία που θα ακολουθούσε. Το άλμπουμ στο οποίο περιέχεται το τραγούδι ήταν και το τελευταίο με τον  Bon Scott στα φωνητικά, πούλησε πάνω από 7 εκατομμύρια κόπιες μόνο στις Η.Π.Α. και πολλαπλάσια παγκοσμίως, ενώ θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ στην ιστορία του hard rock. Στην ταινία  School of Rock ο  Jack Black  μαθαίνει το riff του στον πιτσιρικά κιθαρίστα, επιβεβαιώνοντας πως, δεκαετίες μετά, το τραγούδι εξακολουθεί να αποτελεί «ιεροτελεστία μύησης» για κάθε νέο κιθαρίστα. Παράλληλα, το "Highway to Hell" έχει χρησιμοποιηθεί σε αμέτρητες ταινίες, διαφημίσεις και αθλητικά γεγονότα, ενώ αποτελεί σταθερά ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και παιγμένα κομμάτια στην ιστορία της ροκ μουσικής.




Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

AC/DC - Jailbreak


Στην Rock'n'Roll οι μύθοι και οι φήμες μπερδεύονται με την πραγματικότητα. Ο μαγικός κόσμος της σίγουρα μπορεί να ακροβατεί και στις δύο όψεις της ζωής, την πραγματικότητα και την φαντασίωση. Παρ' όλα αυτά, είτε πηγή έμπνευση είναι αληθινή είτε όχι, πάντα προσφέρει κάποια ζουμερή ιστορία.... έστω και είναι από αυτές που θα διηγούμαστε στα εγγόνια μας..... με μπόλικη  σάλτσα. 
Ο  Bon Scott ήταν από τις πιο θρυλικές μορφές της Rock'n'Roll και την ζωή του την έκανε και τραγούδια. Αλλά και κάθε παρατήρηση ή ακόμα κάποια είδηση που διάβασε προσπάθησε να την κάνει και στίχο. Κάπως έτσι έχει και η ιστορία του "Jailbreak", τουλάχιστον η φήμη γύρω από την δημιουργία αυτού του τραγουδιού. Από τα πρώτα τραγούδια της μπάντας που πρωτοκυκλοφόρησε, μόνο στην Αυστραλία, στο '74 Jailbreak EP  και στο άλμπουμ  Dirty Deeds Done Dirt Cheap (1976). Είναι δημιουργία τριών μελών της μπάντας, των  Angus Young, Malcolm Young και φυσικά,  Bon Scott. 
Το λυρικό μέρος αφορά έναν διάσημο εγκληματία της χώρας της Ωκεανίας, τον  Mark Brandon Reid, γνωστό και ως "Chopper". Η δράση του οποίου καταγράφηκε και σε ταινία του 2000, με τίτλο  Chopper. Η δράση του είναι αρκετά πλούσια, αλλά το τραγούδι αφορά την αποτυχημένη του απόδραση από την φυλακή, για το φόνο ενός αρχηγού μιας συμμορίας. Ουσιαστικά ο "Chopper" είχε απογοητευτεί (χαχαχαχαχαχαχαχαχα) από την ζωή στην φυλακή και αποφάσισε να αποδράσει με την βοήθεια του φίλου του Jimmy Loughnan.  Φυσικά τα γεγονότα αποκτάν νόημα κωμωδίας, αν σκεφτεί κανείς, ότι ο  Jimmy είχε κλειστοφοβία( μπουαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα) και η απόδραση ήταν καταδικασμένη να αποτύχει. Την εξιστόρηση αυτών των γεγονότων υποτίθεται ότι διάβασε ο τραγουδιστής των AC/DC και έγραψε τους στίχους. 
Η ιστορία του  Mark Brandon Reid, μπορεί να είναι αληθινή, αλλά υπάρχει ένα μπέρδεμα με τις ημερομηνίες, εκτός αν ο Bon Scott είχε προφητικές ικανότητες. Αλλά το fake της ιστορίας δεν σταματά εδώ. οι φήμες λένε ότι, όταν πρωτογράφτηκε το τραγούδι, κάποια στιγμή όλοι σταμάτησαν να παίζουν το κομμάτι, όταν συνειδητοποίησαν, ότι έπαιζαν το "Gloria".. χμμμ....μάλλον το συνέχισαν, γιατί οι ομοιότητες κάτι παραπάνω από φανερές είναι. 
Το βιντεοκλίπ του τραγουδιού το σκηνοθέτησε ο  Paul Drane και γυρίστηκε σε ένα προάστιο της Μελβούρνης, το Sunshine. Είναι από τα πρώτα βιντεοκλίπ που χρησιμοποίηται ψεύτικο αίμα, αλλά και εκρήξεις. Κάποια μέλη της μπάντας είναι ντυμένα φύλακες και κάποια άλλα φυλακισμένοι. Επίσης υπάρχει ένα καταπληκτικό cover από τους  Aborginial band, Yothu Yindi, στο οποίο χρησιμοποιούν ακόμα και didgeridoo, παραδοσιακό πνευστό των πραγματικών κατοίκων της Αυστραλίας. 

Jacek Maniakowski

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

AC/DC Whole Lotta Rosie



Το "Whole Lotta Rosie" είναι το όγδοο και τελευταίο κομμάτι από το άλμπουμ των AC/DC το Let There Be Rock και δημιουργήθηκε το 1977. Μαζί με το "It's a Long Way to the Top (If You Wanna Rock 'n' Roll)" είναι τα πιο δημοφιλή σινγκλ του συγκροτήματος. Το αρχικό ρίφ. όμως είναι πιο παλιό και έχει χρησιμοποιηθεί στο "Dirty Eyes",που βρίσκεται στο ΕΡ άλμπουμ το Volts, έναν χρόνο νωρίτερα. Στο "Dirty Eyes", όμως, υπάρχει διαφορετική διαβάθμιση και ακολουθεί λίγο πιο αργό τέμπο. Όσο όμως, για το στιχουργικό μέρος, όλοι γνωρίζουν ότι το βάθος των στίχων των AC/DC... "δεν βρέχει ούτε τις πατούσες", έτσι και αυτό το κομμάτι δεν αποτελεί εξαίρεση. Παρ' αυτά έχει κάποια ιστορία από πίσω. Και συγκεκριμένα αναφέρεται σε μια Τασμανή υπέρβαρη (120 κιλά) την Rosie, με την οποία ο Bon Scott είχε one night stand στο Freeway Gardens Motel, κάπου στην Βόρεια Μελβούρνη. Παρ' όλο το μέγεθός της ο Bon Scott θεωρούσε μια από τις καλύτερες ερωτικές εμπειρίες του. Στο πρώτο στίχο αποκαλύπτει τις φυσικές διαστάσεις (42"-39"-56"), της εν λόγω Τασμανής και μετά το βάρος της...19 πέτρες (nineteen stone) που αντιστοιχεί σε 266 pounds που ισούται με 120 κιλά!!! Σε κάποια συνέντευξη του ο Scott την αποκαλεί "διάβολο Τασμανίας των 305 pounds" Στις συναυλίες τους όταν ξεκινάει το τραγούδι εμφανίζεται μια τεράστια φουσκωτή κούκλα που προφανώς παριστάνει την Rosie....

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

ACDC- The Jack



Περιλαμβάνεται στο δεύτερο τους album με τίτλο "T.N.T" και κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1975… Αναφερόμαστε, φυσικά, στο "The Jack" των Αυστραλών ACDC , τους στίχους του οποίου, επιμελήθηκε ο τραγουδιστής του συγκροτήματος Bon Scott… Συγκεκριμένα, πηγή έμπνευσης του αποτέλεσε ένα γράμμα που έστειλε, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας τους, μία γυναίκα στον κιθαρίστα της μπάντας Malcolm Young, αναφέροντας του πως της μετέδωσε ένα αφροδίσιο νόσημα, παρόλο που ο ίδιος παραδέχεται ότι, εκ των υστέρων, είχε πραγματοποιήσει εξετάσεις και πως ήταν "καθαρός"…
















Σοφία Ταβαντίδου