Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Eric Clapton. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Eric Clapton. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Cream - Sunshine of Your Love


Κάθε τραγούδι είναι μέσα στο οικοδόμημα της rock μουσικής απλά μία λίθος. Στηρίζεται από άλλες, τοποθετημένες πριν από αυτήν, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και βάση για τις επόμενες, που θα τοποθετηθούν μετά από αυτήν. Φυσικά, μιλώντας για «κάθε τραγούδι» εννοώ τραγούδια που έμειναν αναλλοίωτα στον χρόνο και ευτυχώς αυτά είναι πάρα πολλά, αλλά όχι όλα! Τα πραγματικά θεμέλια για την rock μουσική ήταν το πρώιμο rock 'n' roll με κολώνες στήριξης τα rhythm 'n' blues, αλλά πάντα ήταν στραμμένη προς την ανέγερση ενός μουσικού οικοδομήματος, με άξονα την διαρκή εξέλιξή της. Έτσι, ως πηγή έμπνευσης μπορεί να «εκμεταλλεύεται» άλλα τραγούδια, αλλά οι «δανεισμοί» και μάλιστα οι δημιουργικοί δανεισμοί πάντα λειτουργούν προς όφελος του κάθε ακροατή και μουσικόφιλου.
Κάπου στα μέσα τις δεκαετίας του '60 η rock, σαν ένας έφηβος, προσπαθούσε να βρει την δική της ταυτότητα, πατώντας στα πρότυπα με τα οποία έχει μεγαλώσει. Ο λυρισμός και πειραματισμός, χαρακτηριστικά της εφηβείας, ήταν οι βασικοί παράγοντες για την δημιουργία ενός νέου είδους μουσικής. Αλλά και προσωπικότητες, συνοδεία του ταλέντου τους, που υπήρχαν εκείνη την εποχή, εύκολα δημιούργησαν την "κρίσιμη μάζα" ώστε να γίνει η μουσική έκρηξη, ένα γενεσιουργό "μεγάλο μπαμ" που στοιχειώνει ακόμα και σήμερα κάθε μουσικό. Οι  Cream ήταν ένα συγκρότημα, που και το μουσικό θέμα του Ποπάϋ να έπαιζαν, ακουγόταν σαν μοναδικό ροκ τραγούδι. 
Το Disraeli Gears του 1967, δεύτερο άλμπουμ του πρώτου soupergroup, είναι σταθμός στην ροκ μουσική. Ο ένας λόγος, από τους πολλούς, που του προσδίδουν αυτόν τον χαρακτηρισμό, είναι και το τραγούδι Sunshine of Your Love. Στην μουσική δημιουργία των Jack Bruce και Eric Clapton, στο οποίο ανήκουν το riff και το σόλο, παρεμβαίνει ο ποιητής και φίλος του του μπασίστα,  Pete Brown. Δεν είναι η πρώτη φορά που αναλαμβάνει το λυρικό μέρος. Έχει γράψει στίχους και για το White Room ( http://echooadventures.blogspot.gr/2013/07/cream-white-room.html  ) και το "I Feel Free". Εδώ το λυρικό μέρος είναι καθαρά ερωτικό και με αόριστο αποδέκτη. Η έμπνευση για τους δύο πρώτους στίχους, οι οποίοι ήταν θεμέλιο για όλο το λυρικό μέρος, προήλθε μετά από μια ολονύχτια δουλειά  του Brown και  Bruce. Όταν ξημέρωνε και βλέποντας ο ποιητής την ανατολή, απλά σύνταξε το It's getting near dawn,/ When lights close their tired eyes, απλά δηλώνοντας την κούραση. 
Αλλά το μουσικό του μέρος είναι αυτό που παρουσιάζει περισσότερο ενδιαφέρον. Η βασική ιδέα για την δημιουργία του bass riff, που ξεκινάει το τραγούδι και είναι σήμα κατατεθέν του , προήλθε μετά από μια συναυλία του Jimi Hendrix, που παρακολούθησε ο  Bruce . Συγκεκριμένα μετά από την εμφάνιση του στο  Saville Theatre του Λονδίνου, πήγε με τον στιχουργό στο στούντιο προσπάθησε να δουλέψει ένα τραγούδι. Κατά το ξημέρωμα λοιπόν, πήρε το κοντραμπάσο και δημιούργησε το συγκεκριμένο riff, υπό τους ήχους του ξεκίνησε και η συγγραφή των στίχων. Ο  Clapton αργότερα πρόσθεσε την "γέφυρα" και το μοναδικό χρυσό σινγκλ στην Αμερική ήταν έτοιμο, σχεδόν.......
Όμως, η παραγωγή του ήταν αποτέλεσμα και ευφυών τεχνικών, που απλά "σουλούπωσαν" την μουσική μοναδικότητα των μελών της μπάντας. Ο ήχος της κιθάρας προήλθε από την περίφημη Gibson SG του  Clapton, την "Fool" και μαζί με την χρήση του  wah-wah pedal και Marshall ενισχυτή, δημιουργήθηκε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Το σόλο του είναι βασισμένο σε ένα κλασικό ποπ μοτίβο, το "Blue Moon", με πιο γνωστή του εκτέλεση από τον Frank Sinatra. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να αποδώσει σε ήχους την συνάντηση της σελήνης με τον ήλιο, στην οποία ήταν παρόντες οι υπόλοιποι δύο του δημιουργοί. Ο  Tom Dowd, υπεύθυνος τεχνικός της Atlantic Records, διαπίστωσε πως ο Ginger Baker άρχισε τα "γκάζια" στη ηχογράφηση. Γρήγορα τον έκοψε και μαζί με τον  African drumming τέμπο το τραγούδι ολοκλήρωσε το δέσιμο του τραγουδιού. 
Ο Jimi Hendrix έμαθε πολύ αργότερα για το γεγονός, ότι αποτέλεσε έμπνευση για το τραγούδι. Σαν φίλος της μπάντας, καθιέρωσε την ορχηστρική του εκτέλεση σε αρκετές συναυλίες. Έχει ντύσει μουσικά πολλές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. Οι διασκευές του επίσης πολλές, μιας και είναι το πρώτο ριφ που παίζουν οι πιτσιρικάδες δοκιμάζοντας μια κιθάρα. 

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Cream - Tales of Brave Ulysses


Η έμπνευση δεν είναι μια συγκεκριμένη έννοια και σίγουρα δεν υπάρχει ούτε κάποιο χάπι γι αυτό, αλλά ούτε και κάποια πηγή. Αλλά κάποια πράγματα, όπως στην φύση, έτσι και στο rock'n'roll μεταλλάσσονται. Απλά, χάρη στην μουσική χημεία, μερικές εμπειρίες και μερικούς "δανεισμούς" γεννιέται και κάτι καινούργιο. Μπορεί να μην έχει αρχική ανταπόκριση, αλλά στη χειρότερη περίπτωση μπορεί να γίνει μουσικό λίπασμα για κάποια πιο μεγάλη δημιουργία. 
Αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν να δοθούν και στο "Tales of Brave Ulysses" των τεράστιων Cream. Η δημιουργία των Eric Clapton και Martin Sharp βρίσκεται στο Disraeli Gears του 1968. Όμως, ο Martin Sharp ήταν προσωπικός φίλος του κιθαρίστα και είχε φιλοτεχνήσει το εξώφυλλο αυτού του άλμπουμ. Ο Αυστραλός, μετέπειτα γνωστός καρτουνίστας, έγραψε τους στίχους πίσω από μια ετικέτα μπύρας σε μια τυχαία συνάντηση των δυο φίλων. Οι στίχοι είναι προφανώς εμπνευσμένοι από την Οδύσσεια του Ομήρου, αν και ο δημιουργός τους εμπνεύστηκε, τις εικόνες που παρουσιάζει, από την Ίμπιζα, όπου παραθέριζε τακτικά. Προφανώς η διήγηση των περιπετειών του κιθαρίστα στην Ελλάδα οδήγησε τον στιχουργό να επιλέξει το θέμα. Στην ουσία όμως, εμπνεύστηκε από  την εκτέλεση της Judy Collins του τραγουδιού του Leonard Cohen, του  "Suzanne". 
Αλλά και στο μουσικό μέρος, πέρα από την για πρώτη φορά χρήση του Wah-Wah pedal και fuzz-box  από τον κιθαρίστα, υπήρχαν αρκετοί "δανεισμοί". Το κεντρικό μουσικό θέμα είναι σχεδόν ίδιο με αυτό του Summer in the City, των Lovin' Spoonful, που γράφτηκε έναν χρόνο πριν. Ο τρόπος που τραγουδάει ο Jack Bruce  είναι εμπνευσμένος από το "It's Alright Ma (I'm Only Bleeding)"  του Bob Dylan. Δηλαδή, τι εμπνευσμένο; ίδιο είναι. 
 Jacek Maniakowski

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Eric Clapton - After Midnight


Είναι γεγονός ότι ένα τραγούδι μπορεί να εκτοξεύσει την καριέρα ενός καλλιτέχνη. Σαν μια αυτόβουλη οντότητα, επιλέγει ποιον θα ενσαρκώσει και πότε θα κάνει την εμφάνισή του. Σπάνια όμως βγάζει από την αφάνεια δύο δημιουργούς ταυτόχρονα και μάλιστα με εντελώς διαφορετικές πορείες μέχρι εκείνη τη στιγμή. Δεν ήταν άγνωστοι στη μουσική, αλλά η αναγνώριση τούς είχε φερθεί άσχημα για αρκετό καιρό.

Ο ένας, πέντε χρόνια μετά την ελληνική του περιπέτεια (βλ. http://echooadventures.blogspot.gr/2013/04/eric-clapton.html) και έχοντας περάσει από Yardbirds, Bluesbreakers, Cream, Blind Faith και Derek and the Dominos, προσπαθούσε να βρει σταθερό έδαφος ως σόλο καλλιτέχνης. Οι συνεργασίες του ήταν έντονες, αλλά συχνά βραχύβιες. Ο Eric Clapton έψαχνε κάτι πιο απλό, πιο γήινο, λιγότερο επιδεικτικό. Το βρήκε σε έναν σχεδόν άγνωστο τότε μουσικό από την Oklahoma City.

Το “After Midnight” του JJ Cale γράφτηκε το 1966, αρχικά για demo. Το κομμάτι είχε εκείνο το χαλαρό, υπόγειο groove που αργότερα βαφτίστηκε Tulsa Sound: καθαρή κιθάρα, λιτή ενορχήστρωση, χαμηλόφωνο τραγούδισμα, ρυθμική οικονομία. Ο Cale δεν έπαιζε για να εντυπωσιάσει – έπαιζε για να κυλήσει το τραγούδι. Κι όμως, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, παρέμενε σχεδόν αόρατος στη μεγάλη μουσική σκηνή.

Ο Clapton γνώρισε το τραγούδι όταν συνεργαζόταν με τους Delaney & Bonnie Bramlett. Ο Delaney τού έβαλε να ακούσει τον Cale και ο Clapton ενθουσιάστηκε αμέσως. Ήταν το στυλ που αναζητούσε. Το υιοθέτησε σχεδόν αυθόρμητα – και μάλιστα ήταν η πρώτη του σοβαρή προσπάθεια να τραγουδήσει ο ίδιος σε ηχογράφηση.

Το “After Midnight” κυκλοφορεί τον Αύγουστο του 1970 στο πρώτο προσωπικό άλμπουμ του, Eric Clapton, σε παραγωγή Delaney Bramlett. Το άλμπουμ σηματοδοτεί αλλαγή πορείας. Αντί για την Gibson Les Paul, επιλέγει Fender Stratocaster, αλλάζοντας τον ήχο και την εικόνα του. Το κομμάτι γίνεται single δύο μήνες αργότερα και μπαίνει στα αμερικανικά charts, δίνοντας στο άλμπουμ την ώθηση που χρειαζόταν.

Ο JJ Cale άκουσε τη διασκευή τυχαία στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου του. Αργότερα θυμόταν: «Ήμουν βρώμικος και πάμφτωχος, ούτε να φάω δεν είχα λεφτά. Δεν ήμουν μικρός, είχα τριανταρίσει και χάρηκα πολύ – θα ήταν καλό να βγάλω μερικά χρήματα». Και πράγματι, το τραγούδι τού άνοιξε πόρτες. Το 1972 κυκλοφορεί τη δική του εκδοχή στο άλμπουμ Naturally, το οποίο αποτελεί και το ντεμπούτο του. Η δική του εκτέλεση είναι πιο υπόγεια, πιο χαλαρή, πιο «δική του» – και πλέον το κοινό αρχίζει να αναγνωρίζει το όνομα πίσω από το hit.

Η σχέση των δύο δεν σταμάτησε εκεί. Ο Clapton συνέχισε να διασκευάζει τραγούδια του Cale – “Cocaine”, “I’ll Make Love to You Anytime”, “Travelin’ Light” – συμβάλλοντας αποφασιστικά στη διάδοση του έργου του. Το 2006 η συνεργασία τους σφραγίστηκε επίσημα με το κοινό άλμπουμ The Road to Escondido, που τιμήθηκε και με Grammy.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, το “After Midnight” απέκτησε και δεύτερη ζωή. Το 1987, ο Clapton ηχογράφησε μια πιο γρήγορη, πιο «φωτεινή» εκδοχή του τραγουδιού για διαφημιστική καμπάνια της μπύρας Michelob. Η νέα αυτή version ξαναμπήκε στα charts και έφερε το κομμάτι σε μια εντελώς διαφορετική γενιά ακροατών. Ένα τραγούδι του 1966, που είχε ήδη αλλάξει δύο καριέρες, επέστρεφε για να αποδείξει ότι δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη.


Jacek Henryk Maniakowski


Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Beatles - While My Guitar Gently Weeps


Αναλογιζόμενος μια φράση ενός φίλου μου : " οι Pink Floyd είναι Η μουσικΗ, αλλά οι Beatles είναι ΟΙ μουσικΟΙ"  συμπέρανα ότι,  η μπάντα από το Liverpool αποτελούνταν από τέσσερις ισάξιους μουσικούς και όχι δύο. Μπορεί οι Paul McCartney και John Lennon να γράφανε τραγούδια με την ίδια ευκολία που έκαναν την πρωινή τους τουαλέτα ή ακόμη  έγραφαν και στην πρωινή τουαλέτα (Yesterday ). Όμως και οι άλλοι δύο μουσικοί έχουν γράψει ιστορικά τραγούδια, αν και δύσκολα γινόταν αποδεκτά από το βασικό δίδυμο των συνθετών. Σε μια περίπτωση ο George Harrison έπρεπε να επιστρατεύσει έναν φίλο του, μουσικό παγκόσμιας κλάσης, για να τους πείσει για την ποιότητα της δημιουργίας του.
Ο λόγος για το "While My Guitar Gently Weeps", μια δημιουργία του  George Harrison του 1968, που μπήκε τελικά στο ομώνυμο άλμπουμ της μπάντας, το γνωστό και σαν The White Album. Σε μια βόλτα στο Surrey του Λονδίνου, ζήτησε από τον φίλο του  Eric Clapton να παίξει το σόλο στο τραγούδι. Ο Clapton ήταν απρόθυμος αρχικά, λέγοντας ότι κανείς δεν παίζει σε άλμπουμ των "σκαθαριών", εκτός από τους ίδιους. Τελικά τον έπεισε να παίξει με την δική του κιθάρα, δώρο του ίδιου του Clapton, την  Gibson Les Paul, ονομαζόμενη και "Lucy" .  Και ο κύριος λόγος που χρησιμοποίησε την κιθάρα του Harrison, ήταν να πετύχει πιο Beatles ήχο. Ο άλλος λόγος της παρουσίας του Clapton, ήταν να πάρουν πιο σοβαρά το τραγούδι τα υπόλοιπα μέλη και να προσπαθήσουν καλύτερα, κάτι που έγινε. Η πρώτη όμως, εκτέλεση του τραγουδιού έγινε μαζί με τον  McCartney, να παίζει πλήκτρα και τον  Harrison να παίζει ακουστική κιθάρα. Η εκτέλεση αυτή βρίσκεται στο The Beatles Anthology 3.
Η έμπνευση για την δημιουργία του τραγουδιού ήρθε στον κιθαρίστα, όταν διάβασε το βιβλίο  I Ching. Του έκανε εντύπωση η δική του παρατήρηση ότι στην ανατολή, όλα σχετίζονται μεταξύ τους,ενώ στην δύση θεωρούνται απλά συμπτωματικά. Στην τύχη ανοίγοντας λοιπόν το βιβλίο, η πρώτη φράση που βλέπει είναι το gently weeps. Ο δημιουργός του ομολογεί: " έγραψα το While My Guitar Gently Weeps στο σπίτι της μητέρας μου, σκεφτόμουνα το  I Ching, το Βιβλίο των Αλλαγών.... βασίστηκα στη θεωρεία αυτή, ότι όλα σχετίζονται μεταξύ τους και όλα είναι γραφτά..... " και αυτή είναι και η βάση των στίχων του τραγουδιού. 
Το τραγούδι συνεχίζει ως σήμερα το μουσικό ταξείδι, μέσα από φωνές και εκτελέσεις πολλών καλλιτεχνών. Οι Beatallica, ένα συγκρότημα παρωδία, που τραγουδά κομμάτια των Beatles σε στυλ Metallica, συνδυάζοντας συνήθως από ένα τραγούδι από κάθε από τις δύο μπάντες, το συνδύασαν με το "Creeping Death" των Metallica. Το αποτέλεσμα ήταν το.....  "While My Guitar Deathly Creeps". 


Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Eric Clapton - Tears in Heaven



Ένα από τα πιο επιτυχημένα τραγούδια του Eric Clapton είναι το “Tears in Heaven”. Το τραγούδι γράφτηκε το 1992, έπειτα από πολύ άσχημες χρονιές που πέρασε ο καλλιτέχνης  Το 1990 χάνει δύο μουσικούς του έπειτα από πτώση ελικοπτέρου στο οποίο βρισκόταν. Λίγους μήνες αργότερα χάνει το 4χρονο γιο του, μετά από πτώση από 53ο όροφο. Αυτό τον οδήγησε σε αποχή για αρκετό καιρό από τα μουσικά δρώμενα. Το 2004 ο Clapton σταμάτησε να παίζει το “Tears in Heaven” μαζί με το “My Father’s Eyes” δηλώνοντας ότι δεν ένιωθε το χαμό τόσο έντονα πια. Όταν ο πόνος ενός καλλιτέχνη εκφράζεται με υπέροχη μελωδία........ 
Jacek Maniakowski 

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Η ελληνική περιπέτεια του Eric Clapton



Ο Νίτσε είχε πει να μην φοβάσαι να σκάψεις βαθιά, εκεί θα βρεις και την πηγή. Και σε μια τέτοια αναζήτηση ανακαλύψαμε μια παράξενη ιστορία. Η ιστορία αφορά ένα μικρό πέρασμα του Eric Clapton από την Ελλάδα το καλοκαίρι του 1965, σε μια σκοτεινή εποχή, μουσικά και όχι μόνο. Μια εποχή λίγο πριν τη χούντα, σε μια Αθήνα που προσπαθούσε να βρει τα πατήματά της ανάμεσα στο ελαφρό τραγούδι, τις μπουάτ και τα πρώτα ηλεκτρικά ξεσπάσματα.



Ο θρύλος της κιθάρας, φυσικά, δεν γεννήθηκε θρύλος... απλά έγινε με τα χρόνια. Και ο δρόμος για τον παράδεισο περνάει πρώτα από την κόλαση. Καμιά φορά δεν είναι μόνο μία η κόλαση. Η περιπέτεια του μεγάλου, μετέπειτα, κιθαρίστα ξεκινάει λίγο πριν καλοκαιριάσει στην βροχερή Αγγλία του ’65.

Οι Yardbirds, προηγούμενο του συγκρότημα, προσπαθούν να παλέψουν με την επιτυχία του “For Your Love”, ενός κομματιού που ο Clapton μισούσε γιατί το θεωρούσε πολύ “εμπορικό” και μακριά από το μπλουζ που είχε στο κεφάλι του. Στο τελευταίο τους άλμπουμ παίζει σχεδόν με το ζόρι και το υπόλοιπο γκρουπ τον ανέχεται περισσότερο λόγω έλλειψης κιθαρίστα παρά από θαυμασμό. Φεύγει από τους Yardbirds απογοητευμένος και δοκιμάζει να συνεργαστεί με τον John Mayall. Η συνεργασία όμως δεν αποδίδει αμέσως καρπούς· το όνομά του δεν αναγράφεται καν σε κάποια πρώιμα singles του Mayall και η αναγνώριση δεν έρχεται.

Έτσι αποφασίζει, μια που δεν έχει και τίποτα να χάσει, μαζί με κάποιους μουσικούς να γυρίσουν την Ευρώπη. Όπου βρουν, να σταματάνε και να παίζουν. Για να βγάλουν κάνα φράγκο. Για να συνεχίσουν το ταξίδι. Γιατί κάπως πρέπει να συνεχίσει.

Το συγκρότημα ονομάστηκε Glands, αλλά στην Ελλάδα παίξανε σαν ΦεΪσες (προφανώς Faces!) και The Greek Loon Band!!!! Όπως σε κάθε καλοσχεδιασμένη καταστροφή, τα πρώτα προβλήματα δεν άργησαν. Στη Γερμανία, πέφτουν πάνω στο φεστιβάλ μπύρας και πλακώνονται στο ξύλο μεταξύ τους, με αφορμή την ευφυέστατη ιδέα του Bob Rae να ανάψει τσιγάρο με ένα πεντόλιρο. Όταν τα λεφτά είναι λίγα, τέτοιες κινήσεις δεν συγχωρούνται.

Με τα πολλά συνεχίζουν. Στην Ιταλία χάνουν τον ντράμερ τους, ο οποίος ερωτεύεται μια Ιταλίδα και τους αφήνει για τον έρωτα. Στην τότε Γιουγκοσλαβία, διάσημη για το “πετρώδες” οδικό της δίκτυο, το αυτοκίνητο σπάει κυριολεκτικά στη μέση. Το δένουν πρόχειρα και συνεχίζουν σαν περιοδεύων θίασος επιβίωσης μέχρι να φτάσουν στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, από την πείνα τους, τρώνε ωμό κρέας που αγοράζουν από κρεοπώλη. Καμία ροκ λάμψη. Καμία μυθοποίηση. Μόνο δρόμος, σκόνη και στομάχι που γουργουρίζει.

Τελικά φτάνουν στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1965. Η πόλη τότε ζούσε σε μεταβατική φάση. Οι Juniors ήταν από τα ελάχιστα ελληνικά γκρουπ που έπαιζαν καθαρόαιμο ροκ εν ρολ και rhythm & blues, επηρεασμένοι από Beatles και Shadows. Οι ξένοι μουσικοί φάνταζαν εξωτικοί. Και ο Clapton ήταν απλώς ένας ακόμα Άγγλος κιθαρίστας που έψαχνε δουλειά.

Βρίσκουν δουλειά στο Igloo, ένα από τα γνωστά κλαμπ της εποχής, σαν support στους Juniors. Στο σχήμα τους μπαίνει στα ντραμς ο Μάκης Σαλιάρης και οι εμφανίσεις έχουν αρκετή αποδοχή. Ο Clapton, με τον βρώμικο blues ήχο του, ξεχωρίζει. Αρχίζει να τραβάει βλέμματα.



Τον Οκτώβριο, όμως, η ιστορία παίρνει άλλη τροπή. Ο οργανίστας των Juniors, Θάνος Σουγιούλ (γιος του γνωστού συνθέτη), σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και ο κιθαρίστας Αλέκος Καρακαντάς τραυματίζεται σοβαρά. Το σοκ είναι μεγάλο. Το κλαμπ, όμως, πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί. Ο ιδιοκτήτης, μην θέλοντας να σταματήσουν οι εμφανίσεις, ζητά από τον Clapton να παίζει και με το δικό του συγκρότημα και με τους Juniors. Έξι ώρες κάθε βράδυ. Διπλό πρόγραμμα. Διπλή εξάντληση.

Η αποθέωση έρχεται στον Πειραιά, σε συναυλία προς τιμή του αδικοχαμένου Σουγιούλ, μπροστά σε περίπου 10.000 κόσμο – νούμερο τεράστιο για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Ο Άγγλος κιθαρίστας γίνεται το κέντρο της βραδιάς. Για μια στιγμή, ίσως να ένιωσε ότι κάτι αλλάζει.

Αλλά οι συμπατριώτες του δεν αντέχουν. Η ελληνική πραγματικότητα του ’65 δεν ήταν φτιαγμένη για ροκ σταρ. Οι γκρίνιες αρχίζουν. Θέλουν να φύγουν. Και αποφασίζουν να το σκάσουν. Με τη βοήθεια του Μάκη Σαλιάρη, φεύγουν κρυφά, γιατί ο ιδιοκτήτης του κλαμπ είχε πει – και το εννοούσε – ότι αν φύγουν θα του κόψει τα χέρια.

Ο Clapton γλιτώνει τα χέρια του. Χάνει όμως την κιθάρα και τον ενισχυτή του. Και η μόνη επαφή που ξαναείχε με τον προσωρινό ντράμερ του γκρουπ ήταν όταν ένα άλλο μέλος έστειλε επιστολή στον σωτήρα τους, ζητώντας χρήματα για την κιθάρα και τον ενισχυτή.

Λίγους μήνες αργότερα, θα βρεθεί ξανά στο πλευρό του John Mayall. Το 1966 θα ηχογραφήσει το περίφημο Blues Breakers with Eric Clapton. Και τότε, σε έναν τοίχο του Λονδίνου, κάποιος θα γράψει: “Clapton is God.”

Και όμως, πριν από τον Θεό της κιθάρας, υπήρχε ο τύπος που έτρωγε ωμό κρέας στη Θεσσαλονίκη.


 Jacek Henryk Maniakowski