Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Yardbirds. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Yardbirds. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Led Zeppelin - Αφιέρωμα (μέρος 1ο)


Το χτίσιμο με πέτρα (rock) είναι μια διαδικασία που χρειάζεται κόπο, υπομονή, γνώση, αλλά και ταλέντο και φαντασία. Η πρώτη φάση αυτής της διαδικασίας είναι ή εύρεση των σωστών πετρών  (rock) και εδώ χρειάζονται οι παραπάνω ικανότητες. Η ομοιότητες με την δημιουργία μιας ροκ μπάντας είναι παραπάνω από φανερές, απλά αλλάζει το αντικείμενο. Αλλά το πιο δύσκολο είναι χτίσιμο μιας γέφυρας, από τα πιο σημαντικά ανθρώπινα κατορθώματα, μιας που ενώνει..... και σαν γενική έννοια. Και ουσιαστικά αυτή κατασκευή στηρίζεται σε σε μια κεντρική πέτρα  (rock). Και θα μπορούσε αυτός ο ρόλος να δοθεί στους Led Zeppelin, που γεφύρωσαν την Hard Rock την Ryth'n'Blues μουσική. Αλλά και ο τίτλος του ποντίφικα (λατ. γεφυροποιός) δεν θα ήταν άστοχος 
Η παροιμία κάθε εμπόδιο για καλό και στο rock n roll ...έχει επιβεβαιωθεί άπειρες φορές.  Έτσι και στην περίπτωση των NEW YARRDBIRDS η άρνηση του Terry Reid να αναλάβει την θέση του τραγουδιστή, έφερε τον νεαρό τότε Robert Plant με τα κατάξανθα σγουρά μαλλιά και την υπέροχη φωνή,  στο σχήμα που  λίγους μίνες αργότερα έμελλε να αποτελέσει ένα από τα σπουδαιότερα και ΠΙΟ ΕΠΙΔΡΑΣΤΙΚΑ ροκ γκρουπ όλων των εποχών, τους Led Zeppelin. 
Τον Οκτώβριο του 1966, η φυγή του Jeff Beck από το συγκρότημα των Yardbirds προήγαγε τον έτερο κιθαρίστα Jimmy Page σε δεσπόζουσα μορφή του group. Το 1968 αποφασισμένοι να διαλυθούν οι yardbirds, θα δώσουν την τελευταία τους συναυλία στο Luton. Όμως το συμβόλαιο που είχαν υπογράψει, τους υποχρέωνε σε μια σειρά εμφανίσεων σε σκανδιναβικό έδαφος. Έτσι ο ντράμερ Jim Mc carty και ο τραγουδιστής Keith Relf  θα δώσουν την συγκατάθεση τους στους Jimmy Page και Cris Dreja να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν το όνομα  yardbirds, ώστε να ολοκληρώσουν την παραπάνω υποχρέωση. Έγινε κρούση από τον Jimy Page στον τραγουδιστή Τerry Reid ο οποίος όμως αρνήθηκε, αλλά πρότεινε τον νεαρό και πολλά υποσχόμενο τραγουδιστή των Band of Joy Robert Plant. Ο τελευταίος θα έφερνε στο σχήμα και τον ντράμερ από τους Band of Joy, τον  John Bonham. Λίγες μέρες πριν την έναρξη όμως, αυτής της σκανδιναβικής περιπέτειας, ο Dreja θα αποχωρούσε και την θέση του θα έπαιρνε ο παλιός γνωστός του Jimy Page, από τις μέρες που και οι δυο ήταν sessions μουσικοί, ο μπασίστας,  αλλά και ικανότατος οργανίστας,  John Paul Jones. Η μοίρα είχε ήδη αποφασίσει.....
Στις 12 Αυγούστου του 1968, οι τέσσερις τους (Page -Plant-Jones και Bohnam) θα έκαναν την πρώτη τους πρόβα σε ένα υπόγειο στουντιάκι στην Gerrard Street, στην σημερινή Chinatown του Λονδίνου, παίζοντας την διασκευή του train kept a rollin, ένα παλιό blues κομμάτι σε μια oόμως πιο  rockabilly εκδοχή του,  όπως αυτή του Johny Burnette. Πριν φύγουν για την σκανδιναβική περιοδεία, θα πάρουν μέρος στις ηχογραφήσεις του άλμπουμ Three Week Hero, του P.J. Proby με το τραγούδι  Jimi`s Blues και με τον Robert Plant να παίζει harmonica. Αυτή είναι και η πρώτη τους ηχογράφηση ως τετράδα.  Το συγκρότημα θα ολοκληρώσει με μεγάλη επιτυχία αυτήν την περιοδεία, παίζοντας για πρώτη φορά ζωντανά στο Gladsaxe της Δανίας στις 7 Σεπτεμβρίου του 1968.
Στο τέλος του ίδιου μήνα θα μπουν σε στούντιο, για να ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ, με έξοδα του Jimy Page. Mε την ολοκλήρωση του δίσκου όμως, θα αναγκαστούν να αλλάξουν το όνομα του συγκροτήματος, μετά την αγωγή του Cris Dreja ο οποίος επέτρεπε μόνο στον Page την χρήση του the new yardbirds. Αλλάζουν σε Led Zeppelin, νονός του νέου ονόματος ο ντράμερ των who, Keith Moon, με τον οποίο παλιότερα ο Jimy Page, είχαν σχεδιάσει την δημιουργία ενός σούπερ γκρουπ με το ίδιο όνομα, σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε όμως  ποτέ...... 


Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Eric Clapton - After Midnight


Είναι γεγονός ότι ένα τραγούδι μπορεί να εκτοξεύσει την καριέρα ενός καλλιτέχνη. Σαν μια αυτόβουλη οντότητα, επιλέγει ποιον θα ενσαρκώσει και πότε θα κάνει την εμφάνισή του. Σπάνια όμως βγάζει από την αφάνεια δύο δημιουργούς ταυτόχρονα και μάλιστα με εντελώς διαφορετικές πορείες μέχρι εκείνη τη στιγμή. Δεν ήταν άγνωστοι στη μουσική, αλλά η αναγνώριση τούς είχε φερθεί άσχημα για αρκετό καιρό.

Ο ένας, πέντε χρόνια μετά την ελληνική του περιπέτεια (βλ. http://echooadventures.blogspot.gr/2013/04/eric-clapton.html) και έχοντας περάσει από Yardbirds, Bluesbreakers, Cream, Blind Faith και Derek and the Dominos, προσπαθούσε να βρει σταθερό έδαφος ως σόλο καλλιτέχνης. Οι συνεργασίες του ήταν έντονες, αλλά συχνά βραχύβιες. Ο Eric Clapton έψαχνε κάτι πιο απλό, πιο γήινο, λιγότερο επιδεικτικό. Το βρήκε σε έναν σχεδόν άγνωστο τότε μουσικό από την Oklahoma City.

Το “After Midnight” του JJ Cale γράφτηκε το 1966, αρχικά για demo. Το κομμάτι είχε εκείνο το χαλαρό, υπόγειο groove που αργότερα βαφτίστηκε Tulsa Sound: καθαρή κιθάρα, λιτή ενορχήστρωση, χαμηλόφωνο τραγούδισμα, ρυθμική οικονομία. Ο Cale δεν έπαιζε για να εντυπωσιάσει – έπαιζε για να κυλήσει το τραγούδι. Κι όμως, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, παρέμενε σχεδόν αόρατος στη μεγάλη μουσική σκηνή.

Ο Clapton γνώρισε το τραγούδι όταν συνεργαζόταν με τους Delaney & Bonnie Bramlett. Ο Delaney τού έβαλε να ακούσει τον Cale και ο Clapton ενθουσιάστηκε αμέσως. Ήταν το στυλ που αναζητούσε. Το υιοθέτησε σχεδόν αυθόρμητα – και μάλιστα ήταν η πρώτη του σοβαρή προσπάθεια να τραγουδήσει ο ίδιος σε ηχογράφηση.

Το “After Midnight” κυκλοφορεί τον Αύγουστο του 1970 στο πρώτο προσωπικό άλμπουμ του, Eric Clapton, σε παραγωγή Delaney Bramlett. Το άλμπουμ σηματοδοτεί αλλαγή πορείας. Αντί για την Gibson Les Paul, επιλέγει Fender Stratocaster, αλλάζοντας τον ήχο και την εικόνα του. Το κομμάτι γίνεται single δύο μήνες αργότερα και μπαίνει στα αμερικανικά charts, δίνοντας στο άλμπουμ την ώθηση που χρειαζόταν.

Ο JJ Cale άκουσε τη διασκευή τυχαία στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου του. Αργότερα θυμόταν: «Ήμουν βρώμικος και πάμφτωχος, ούτε να φάω δεν είχα λεφτά. Δεν ήμουν μικρός, είχα τριανταρίσει και χάρηκα πολύ – θα ήταν καλό να βγάλω μερικά χρήματα». Και πράγματι, το τραγούδι τού άνοιξε πόρτες. Το 1972 κυκλοφορεί τη δική του εκδοχή στο άλμπουμ Naturally, το οποίο αποτελεί και το ντεμπούτο του. Η δική του εκτέλεση είναι πιο υπόγεια, πιο χαλαρή, πιο «δική του» – και πλέον το κοινό αρχίζει να αναγνωρίζει το όνομα πίσω από το hit.

Η σχέση των δύο δεν σταμάτησε εκεί. Ο Clapton συνέχισε να διασκευάζει τραγούδια του Cale – “Cocaine”, “I’ll Make Love to You Anytime”, “Travelin’ Light” – συμβάλλοντας αποφασιστικά στη διάδοση του έργου του. Το 2006 η συνεργασία τους σφραγίστηκε επίσημα με το κοινό άλμπουμ The Road to Escondido, που τιμήθηκε και με Grammy.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, το “After Midnight” απέκτησε και δεύτερη ζωή. Το 1987, ο Clapton ηχογράφησε μια πιο γρήγορη, πιο «φωτεινή» εκδοχή του τραγουδιού για διαφημιστική καμπάνια της μπύρας Michelob. Η νέα αυτή version ξαναμπήκε στα charts και έφερε το κομμάτι σε μια εντελώς διαφορετική γενιά ακροατών. Ένα τραγούδι του 1966, που είχε ήδη αλλάξει δύο καριέρες, επέστρεφε για να αποδείξει ότι δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη.


Jacek Henryk Maniakowski


Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Η ελληνική περιπέτεια του Eric Clapton



Ο Νίτσε είχε πει να μην φοβάσαι να σκάψεις βαθιά, εκεί θα βρεις και την πηγή. Και σε μια τέτοια αναζήτηση ανακαλύψαμε μια παράξενη ιστορία. Η ιστορία αφορά ένα μικρό πέρασμα του Eric Clapton από την Ελλάδα το καλοκαίρι του 1965, σε μια σκοτεινή εποχή, μουσικά και όχι μόνο. Μια εποχή λίγο πριν τη χούντα, σε μια Αθήνα που προσπαθούσε να βρει τα πατήματά της ανάμεσα στο ελαφρό τραγούδι, τις μπουάτ και τα πρώτα ηλεκτρικά ξεσπάσματα.



Ο θρύλος της κιθάρας, φυσικά, δεν γεννήθηκε θρύλος... απλά έγινε με τα χρόνια. Και ο δρόμος για τον παράδεισο περνάει πρώτα από την κόλαση. Καμιά φορά δεν είναι μόνο μία η κόλαση. Η περιπέτεια του μεγάλου, μετέπειτα, κιθαρίστα ξεκινάει λίγο πριν καλοκαιριάσει στην βροχερή Αγγλία του ’65.

Οι Yardbirds, προηγούμενο του συγκρότημα, προσπαθούν να παλέψουν με την επιτυχία του “For Your Love”, ενός κομματιού που ο Clapton μισούσε γιατί το θεωρούσε πολύ “εμπορικό” και μακριά από το μπλουζ που είχε στο κεφάλι του. Στο τελευταίο τους άλμπουμ παίζει σχεδόν με το ζόρι και το υπόλοιπο γκρουπ τον ανέχεται περισσότερο λόγω έλλειψης κιθαρίστα παρά από θαυμασμό. Φεύγει από τους Yardbirds απογοητευμένος και δοκιμάζει να συνεργαστεί με τον John Mayall. Η συνεργασία όμως δεν αποδίδει αμέσως καρπούς· το όνομά του δεν αναγράφεται καν σε κάποια πρώιμα singles του Mayall και η αναγνώριση δεν έρχεται.

Έτσι αποφασίζει, μια που δεν έχει και τίποτα να χάσει, μαζί με κάποιους μουσικούς να γυρίσουν την Ευρώπη. Όπου βρουν, να σταματάνε και να παίζουν. Για να βγάλουν κάνα φράγκο. Για να συνεχίσουν το ταξίδι. Γιατί κάπως πρέπει να συνεχίσει.

Το συγκρότημα ονομάστηκε Glands, αλλά στην Ελλάδα παίξανε σαν ΦεΪσες (προφανώς Faces!) και The Greek Loon Band!!!! Όπως σε κάθε καλοσχεδιασμένη καταστροφή, τα πρώτα προβλήματα δεν άργησαν. Στη Γερμανία, πέφτουν πάνω στο φεστιβάλ μπύρας και πλακώνονται στο ξύλο μεταξύ τους, με αφορμή την ευφυέστατη ιδέα του Bob Rae να ανάψει τσιγάρο με ένα πεντόλιρο. Όταν τα λεφτά είναι λίγα, τέτοιες κινήσεις δεν συγχωρούνται.

Με τα πολλά συνεχίζουν. Στην Ιταλία χάνουν τον ντράμερ τους, ο οποίος ερωτεύεται μια Ιταλίδα και τους αφήνει για τον έρωτα. Στην τότε Γιουγκοσλαβία, διάσημη για το “πετρώδες” οδικό της δίκτυο, το αυτοκίνητο σπάει κυριολεκτικά στη μέση. Το δένουν πρόχειρα και συνεχίζουν σαν περιοδεύων θίασος επιβίωσης μέχρι να φτάσουν στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, από την πείνα τους, τρώνε ωμό κρέας που αγοράζουν από κρεοπώλη. Καμία ροκ λάμψη. Καμία μυθοποίηση. Μόνο δρόμος, σκόνη και στομάχι που γουργουρίζει.

Τελικά φτάνουν στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1965. Η πόλη τότε ζούσε σε μεταβατική φάση. Οι Juniors ήταν από τα ελάχιστα ελληνικά γκρουπ που έπαιζαν καθαρόαιμο ροκ εν ρολ και rhythm & blues, επηρεασμένοι από Beatles και Shadows. Οι ξένοι μουσικοί φάνταζαν εξωτικοί. Και ο Clapton ήταν απλώς ένας ακόμα Άγγλος κιθαρίστας που έψαχνε δουλειά.

Βρίσκουν δουλειά στο Igloo, ένα από τα γνωστά κλαμπ της εποχής, σαν support στους Juniors. Στο σχήμα τους μπαίνει στα ντραμς ο Μάκης Σαλιάρης και οι εμφανίσεις έχουν αρκετή αποδοχή. Ο Clapton, με τον βρώμικο blues ήχο του, ξεχωρίζει. Αρχίζει να τραβάει βλέμματα.



Τον Οκτώβριο, όμως, η ιστορία παίρνει άλλη τροπή. Ο οργανίστας των Juniors, Θάνος Σουγιούλ (γιος του γνωστού συνθέτη), σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και ο κιθαρίστας Αλέκος Καρακαντάς τραυματίζεται σοβαρά. Το σοκ είναι μεγάλο. Το κλαμπ, όμως, πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί. Ο ιδιοκτήτης, μην θέλοντας να σταματήσουν οι εμφανίσεις, ζητά από τον Clapton να παίζει και με το δικό του συγκρότημα και με τους Juniors. Έξι ώρες κάθε βράδυ. Διπλό πρόγραμμα. Διπλή εξάντληση.

Η αποθέωση έρχεται στον Πειραιά, σε συναυλία προς τιμή του αδικοχαμένου Σουγιούλ, μπροστά σε περίπου 10.000 κόσμο – νούμερο τεράστιο για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Ο Άγγλος κιθαρίστας γίνεται το κέντρο της βραδιάς. Για μια στιγμή, ίσως να ένιωσε ότι κάτι αλλάζει.

Αλλά οι συμπατριώτες του δεν αντέχουν. Η ελληνική πραγματικότητα του ’65 δεν ήταν φτιαγμένη για ροκ σταρ. Οι γκρίνιες αρχίζουν. Θέλουν να φύγουν. Και αποφασίζουν να το σκάσουν. Με τη βοήθεια του Μάκη Σαλιάρη, φεύγουν κρυφά, γιατί ο ιδιοκτήτης του κλαμπ είχε πει – και το εννοούσε – ότι αν φύγουν θα του κόψει τα χέρια.

Ο Clapton γλιτώνει τα χέρια του. Χάνει όμως την κιθάρα και τον ενισχυτή του. Και η μόνη επαφή που ξαναείχε με τον προσωρινό ντράμερ του γκρουπ ήταν όταν ένα άλλο μέλος έστειλε επιστολή στον σωτήρα τους, ζητώντας χρήματα για την κιθάρα και τον ενισχυτή.

Λίγους μήνες αργότερα, θα βρεθεί ξανά στο πλευρό του John Mayall. Το 1966 θα ηχογραφήσει το περίφημο Blues Breakers with Eric Clapton. Και τότε, σε έναν τοίχο του Λονδίνου, κάποιος θα γράψει: “Clapton is God.”

Και όμως, πριν από τον Θεό της κιθάρας, υπήρχε ο τύπος που έτρωγε ωμό κρέας στη Θεσσαλονίκη.


 Jacek Henryk Maniakowski