Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα John Paul Jones. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα John Paul Jones. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Led Zeppelin - Αφιέρωμα ( μέρος 7ο)


Μια μεγάλη φωτιά δεν σβήνει σαν τσιγάρο σε σταχτοθήκη. Πάντα υπάρχουν αναζωπυρώσεις και εστίες της, που σιγοκαίνε. Η ανάγκη της να αναγεννηθεί είναι πιο μεγάλη από την αρχική της ανάγκη να δημιουργηθεί, που συνήθως είναι ένα σύνολο  συμπτώσεων και "τυχαίων" γεγονότων. Όμως η φωτιά χρειάζεται καύσιμη ύλη, οξυγόνο και θερμοκρασία  για να ξαναπάρει μεγάλες διαστάσεις ή να ξεκινήσει. Χωρίς και τα τρία συστατικά, απλά δεν ξεκινάει. Οι Led Zeppelin ήταν από τις πιο μεγάλες rock'n'roll πυρκαγιές που έχουν περάσει ποτέ από τον πλανήτη και για να σβήσει δεν είναι κάτι απλό. Στο στο επίπεδο της μνήμης παραμένει πάντα άσβεστη, αλλά στο πρακτικό επίπεδο, σίγουρα δεν μπορούσε ποτέ να ξανανάψει και να ξανασηκώσει ποτέ το αερόπλοιο στον ουρανό, όταν λείπει ένα από τα συστατικά της. 
Αμέσως μετά την διάλυση των Led Zeppelin οι Page και Plant θα σχημάτιζαν τους Honeydrippers με την συμμετοχή διάφορων φίλων και session μουσικών, όπως οι Jeff Beck, Nile Rodgers και Paul Schaffer. Μουσικά κινήθηκαν σε rythm and blues στάνταρντ, με αξιοσημείωτη την διασκευή στο Sea of Love,  η οποία έφτασε μέχρι το νούμερο 3 του Bilboard, το 1985. Προηγήθηκε η κυκλοφορία της συλλογής με ανέκδοτο υλικό των  Led Zeppelin με τίλο Coda, η οποία μεταξύ των άλλων περιείχε και το περίφημο drum instrumental του John Bonham, BONZO`S MONTREAUX, όπου ο Jimmy Page είχε προσθέσει ΔΙΑΦΟΡΑ ηλεκτρονικά εφέ, καθώς και δυο τραγούδια από την θρυλική συναυλία τους  στο  Royal Albert Hall το 1970. Ενδιάμεσα, ο Robert Plant θα κυκλοφορήσει το, αρκετά καλό, πρώτο του προσωπικό άλμπουμ, το  Pictures at eleven, με την επιτυχία το Slow dancer. Την ίδια εποχή ο  John Paul Jones,  θα συνεργαστεί με μια πλειάδα μουσικών, όπως ο Paul McCartney, o Peter Gabriel, o Ben King και Brian Eno, ενώ στα μετέπειτα χρόνια θα αναλάβει και την παραγωγή, καθώς και τις ενορχηστρώσεις καλλιτεχνών και συγκροτημάτων, όπως η Diamanda Callas,  οι REM, οι Cinderella, οι Foo Fighters και οι Mission,  ενώ τελευταίο του κατόρθωμα η μοναδική και πολύ ενδιαφέρουσα συνεύρεση με τους Dave Ghrol και Joss Homme στους Theme Crooked Vultures.
Στις 13 Ιουλίου του 1985 οι Page, Plant και Jones θα επανενωθούν για πρώτη φορά, ζωντανά στην σκηνή του JFK  στην Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών και στα πλαίσια του φιλανθρωπικού κονσέρτου Live Aid. Μαζί τους δυο τεράστιοι ντράμερς, ο Phil Collins των Genesis και ο Tony Thompson των Chic, αλλά θα προσπαθούσαν να υποκαταστήσουν τον θρυλικό John Bohnam. Tο σχήμα θα συμπλήρωνε και ο μπασίστας Paul Martinez, συνεργάτης των Peter Gabriel  και George Harrison μεταξύ άλλων. Η εμφάνιση όμως, συνοδεύτηκε από πολλά προβλήματα στον ήχο, με αποτέλεσμα να απογοητεύσει και να θεωρηθεί από τον μεν Jimy Page ντροπιαστική, ενώ ο Robert Plant θα την χαρακτήριζε ως αισχρή ωμότητα.
Η δεύτερη φορά που θα ξαναβρισκώντουσαν ζωντανά στην σκηνή οι τρεις εναπομείναντες Led Zeppelin θα ήταν στις 14 Μαϊού του 1988 στην εκδήλωση για τα 40 χρόνια ύπαρξης της δισκογραφικής εταιρείας Αtlantic.  Μαζί τους, αυτή την φορά στα τύμπανα θα ήταν ο γιος του πρόωρα χαμένου John Bonham, ο 22-χρονος τότε Jason Bonham. Πάλι όμως, εμφανίστηκαν ιδιαίτερα ασύνδετοι, ενώ ο Plant διαφώνησε ως προς το αν θα παιχτεί το Stairway to heaven, αρνούμενος να βγει στην σκηνή αν τελικά οι υπόλοιποι το έπρατταν, αλλά και ο John Paul Jones και φυσικά ο νεαρός και σίγουρα αγχωμένος, γιος του John Bohnam, έκαναν πολλά λάθη. Ο Jimy Page θα χαρακτήριζε την εμφάνιση ως μια μεγάλη απογοήτευση, ενώ o Robert Plant θα συμπλήρωνε ότι, ήταν ένα πολύ μεγάλο λάθος. 
H τρίτη όμως και φαρμακερή φορά που ο ιLed Zeppelin θα επανενονώντουσαν μαζί και πάλι, με τον, σαφώς πλέον ώριμο και απίστευτα κοντά στο παίξιμο του πάτερα του Jason στα ντραμς, θα γινόταν το 2007 στην o2 arena του Λονδίνου, για να τιμήσουν την μνήμη του νεκρού διευθυντικού στελέχους της Atlantic records,  ο οποίος αποτέλεσε ένα είδος πατέρα για πολλούς θρυλικούς μουσικούς της Atlantic, τον Ahmet Ertegun. Η συναυλία αποτέλεσε μια υπέροχη γιορτή της μουσικής και της αξίας των Zeppelin, οι οποίοι ήταν όντας υπέροχοι και σε εκπληκτική φόρμα, ενώ κατέδειξε την τεράστια ΚΑΙ αιώνια  αγάπη των απανταχού μουσικόφιλων προς το συγκρότημα. 20 εκατομμύρια ηλεκτρονικών αιτήσεων για ένα από τα 20.000 πολυπόθητα μαγικά εισιτήρια σε 30 μόλις λεπτά. Το ΑΕΡΟΠΛΟΙΟ αυτή την φορά σκόρπισε απλόχερα μαγικές στιγμές. Η εμφάνιση βιντεοσκοπήθηκε, ενώ έγιναν προβολές της  σε όλο τον κόσμο, ακόμα και στα μέγαρα μουσικής ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ...... 

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Led Zeppelin - Αφιέρωμα ( μέρος 5ο )


Το rock'n'roll  από τα γεννοφάσκια του κυνηγήθηκε και κατακρίθηκε από πολλούς όσο κανένα άλλο είδος μουσικής. Αυτό όμως, δεν αποτέλεσε εμπόδιο στην ανάπτυξη του, αλλά περισσότερο λίπασμα. Μπορεί μέσα σε αυτό να υπάρχουν κάποιοι κανόνες ή στερεότυπα, αλλά αλλάζουν συνεχώς. Ακόμα και αδικίες υπάρχουν μέσα σε αυτό, αλλά είναι αυτό που είναι μπροστάρης στην κοινωνική αδικία. Η κυκλοθυμικότητα του είναι ίδια με τη γκάμα το ρυθμών που περιέχει και όλα αυτά γιατί είναι ανθρώπινο. Και όπως ο κάθε άνθρωπος που έχει συνείδηση της ύπαρξής του, έχει πάνω από όλα ψυχή. Αυτό το κάνει να επιβιώνει πάντα. Αλλά αυτή ψυχή βρίσκεται μέσα σε μεγάλες μουσικές προσωπικότητες, από τις οποίες ο χώρος του rock'n'roll  είναι γεμάτος. 
Eνα από τα σπουδαιότερα πλεονεκτήματα των Led Zeppelin ως συγκρότημα, αποτελούσε το γεγονός ότι και οι τέσσερις τους ήταν καταπληκτικοί μουσικοί, αλλά και τεράστιες προσωπικότητες που καθόρισαν στον υπερθετικό βαθμό, όντας πηγή έμπνευσης και επιρροής,  όλο το ροκ των 70`, αλλά και μεταγενέστερων δεκαετιών. Ο  Jimy Page, χαρισματικός σύνθετης, αλλά και από τους πρώτους heavy κιθαρίστες που, εισήγαγε τον όρο κιθαριστικό ριφ, όσο κανείς πριν από αυτόν. Πειραματικός, ατίθασος και ευρηματικός έμεινε στην ιστορία και για την χρησιμοποίηση δοξαριού.  Έδωσε τεράστια αίγλη στην ηλεκτρική κιθάρα και αποτέλεσε σημείο αναφοράς για το σύνολο, σχεδόν όλων  των μουσικών που επακολούθησαν.
Ο ντράμερ John Bonham, μαζί με τον Keith Moon των Who αποτέλεσαν δυο ταυτόσημες έννοιες με τα ροκ τύμπανα. Μοναδικό χτύπημα, όγκος ρυθμικότητας και ακρίβεια, πειραματισμός και δέσιμο, που ακόμα και σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, τον καθιστούν τον πιο εμβληματικό ροκ ντράμερ όλων των εποχών και ίσως, τον καλύτερο. Ο εξαιρετικός μπασίστας και εξίσου ικανότατος οργανίστας που ήταν και ο πρώτος που χρησιμοποίησε bass pedals δικού του σχεδιασμού, προεκτείνοντας το υπάρχον moog taurus,  συνδημιουργός πολύ μεγάλων στιγμών του group, ειδικότερα από το 73 και μετά . Ένας πολυσύνθετος και πολυτάλαντος μουσικός με ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, ο John Paul Jones. Και φυσικά, μια από τις σπουδαιότερες μπλουζ heavy φωνές, αλλά  και εξίσου απίστευτα λυρική, που ανέδειξε ποτέ το ροκ. Ένας εκρηκτικός performer, που έπαιξε και καταπληκτική φυσαρμόνικα, όπου και όταν χρειάστηκε..... ο τεράστιος Robert Plant.
Tο 1974 οι Led Zeppelin θα ιδρύσουν την δικιά τους εταιρεία δίσκων, την Swan Song . Το λογότυπο της εταιρείας απεικόνιζε τον θεό Απόλλωνα και ήταν βασισμένο στον πινάκα του William Rimmer του  1869 με τον τίτλο `evening ,fall of day `.  Άρεσε μάλιστα, τόσο πολύ που έκτοτε χρησιμοποιήθηκε σε πολλά t - shirt και άλλα αναμνηστικά αντικείμενα του συγκροτήματος. Για λογαριασμό της Swan Song κυκλοφόρησαν δίσκους εκτός των Led Zeppelin, οι Bad Company, oι Pretty Things, αλλά και η Σκωτσέζα μπλουζ τραγουδίστρια  Μaggie Bell. Μετά την διάλυση  όμως, των Led Zeppelin και συγκεκριμένα το 1983, η εταιρεία θα πάψει να υφίσταται. 
Το 1975 θα βρει τους Led Zeppelin με μια καινούργια δισκογραφική δουλειά, την πρώτη τους για λογαριασμό της εταιρείας Swan Song, το διπλό Physical Graffiti. Περιείχε 15 συνθέσεις και χαιρετίστηκε από τον μουσικό τύπο ως μια απόλυτα καλλιτεχνική και σπουδαία δισκογραφική δουλειά. Συγκεκριμένα το περιοδικό Rolling Stone ανέφερε σε σχετικό άρθρο του, ότι τα μόνα groups που θα είχαν να συναγωνιστούν οι Led Zeppelin για τον τίτλο του κορυφαίου ροκ συγκροτήματος, θα ήταν μόνο οι Who και οι Stones. H επιτυχία του Physical Graffity θα ήταν τόσο μεγάλη που αμέσως μετά την κυκλοφορία του, όλοι οι δίσκοι που είχαν προηγουμένως κυκλοφορήσει οι Zeppelin, θα ξανά-έμπαιναν  ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ στον κατάλογο επιτυχιών των τοπ διακοσίων LP`S. Η παγκόσμια περιοδεία που ακολούθησε ήταν άνευ προηγουμένου με επιστέγασμα , της 5 sold out βραδιές στο Earl`s Court του Λονδίνου. Την μεγαλύτερη συναυλιακή αρένα στην Αγγλία εκείνης της εποχής........
Dimitris Komninos
Jacek Maniakowski



Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Led Zeppelin - Αφιέρωμα (μέρος 1ο)


Το χτίσιμο με πέτρα (rock) είναι μια διαδικασία που χρειάζεται κόπο, υπομονή, γνώση, αλλά και ταλέντο και φαντασία. Η πρώτη φάση αυτής της διαδικασίας είναι ή εύρεση των σωστών πετρών  (rock) και εδώ χρειάζονται οι παραπάνω ικανότητες. Η ομοιότητες με την δημιουργία μιας ροκ μπάντας είναι παραπάνω από φανερές, απλά αλλάζει το αντικείμενο. Αλλά το πιο δύσκολο είναι χτίσιμο μιας γέφυρας, από τα πιο σημαντικά ανθρώπινα κατορθώματα, μιας που ενώνει..... και σαν γενική έννοια. Και ουσιαστικά αυτή κατασκευή στηρίζεται σε σε μια κεντρική πέτρα  (rock). Και θα μπορούσε αυτός ο ρόλος να δοθεί στους Led Zeppelin, που γεφύρωσαν την Hard Rock την Ryth'n'Blues μουσική. Αλλά και ο τίτλος του ποντίφικα (λατ. γεφυροποιός) δεν θα ήταν άστοχος 
Η παροιμία κάθε εμπόδιο για καλό και στο rock n roll ...έχει επιβεβαιωθεί άπειρες φορές.  Έτσι και στην περίπτωση των NEW YARRDBIRDS η άρνηση του Terry Reid να αναλάβει την θέση του τραγουδιστή, έφερε τον νεαρό τότε Robert Plant με τα κατάξανθα σγουρά μαλλιά και την υπέροχη φωνή,  στο σχήμα που  λίγους μίνες αργότερα έμελλε να αποτελέσει ένα από τα σπουδαιότερα και ΠΙΟ ΕΠΙΔΡΑΣΤΙΚΑ ροκ γκρουπ όλων των εποχών, τους Led Zeppelin. 
Τον Οκτώβριο του 1966, η φυγή του Jeff Beck από το συγκρότημα των Yardbirds προήγαγε τον έτερο κιθαρίστα Jimmy Page σε δεσπόζουσα μορφή του group. Το 1968 αποφασισμένοι να διαλυθούν οι yardbirds, θα δώσουν την τελευταία τους συναυλία στο Luton. Όμως το συμβόλαιο που είχαν υπογράψει, τους υποχρέωνε σε μια σειρά εμφανίσεων σε σκανδιναβικό έδαφος. Έτσι ο ντράμερ Jim Mc carty και ο τραγουδιστής Keith Relf  θα δώσουν την συγκατάθεση τους στους Jimmy Page και Cris Dreja να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν το όνομα  yardbirds, ώστε να ολοκληρώσουν την παραπάνω υποχρέωση. Έγινε κρούση από τον Jimy Page στον τραγουδιστή Τerry Reid ο οποίος όμως αρνήθηκε, αλλά πρότεινε τον νεαρό και πολλά υποσχόμενο τραγουδιστή των Band of Joy Robert Plant. Ο τελευταίος θα έφερνε στο σχήμα και τον ντράμερ από τους Band of Joy, τον  John Bonham. Λίγες μέρες πριν την έναρξη όμως, αυτής της σκανδιναβικής περιπέτειας, ο Dreja θα αποχωρούσε και την θέση του θα έπαιρνε ο παλιός γνωστός του Jimy Page, από τις μέρες που και οι δυο ήταν sessions μουσικοί, ο μπασίστας,  αλλά και ικανότατος οργανίστας,  John Paul Jones. Η μοίρα είχε ήδη αποφασίσει.....
Στις 12 Αυγούστου του 1968, οι τέσσερις τους (Page -Plant-Jones και Bohnam) θα έκαναν την πρώτη τους πρόβα σε ένα υπόγειο στουντιάκι στην Gerrard Street, στην σημερινή Chinatown του Λονδίνου, παίζοντας την διασκευή του train kept a rollin, ένα παλιό blues κομμάτι σε μια oόμως πιο  rockabilly εκδοχή του,  όπως αυτή του Johny Burnette. Πριν φύγουν για την σκανδιναβική περιοδεία, θα πάρουν μέρος στις ηχογραφήσεις του άλμπουμ Three Week Hero, του P.J. Proby με το τραγούδι  Jimi`s Blues και με τον Robert Plant να παίζει harmonica. Αυτή είναι και η πρώτη τους ηχογράφηση ως τετράδα.  Το συγκρότημα θα ολοκληρώσει με μεγάλη επιτυχία αυτήν την περιοδεία, παίζοντας για πρώτη φορά ζωντανά στο Gladsaxe της Δανίας στις 7 Σεπτεμβρίου του 1968.
Στο τέλος του ίδιου μήνα θα μπουν σε στούντιο, για να ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ, με έξοδα του Jimy Page. Mε την ολοκλήρωση του δίσκου όμως, θα αναγκαστούν να αλλάξουν το όνομα του συγκροτήματος, μετά την αγωγή του Cris Dreja ο οποίος επέτρεπε μόνο στον Page την χρήση του the new yardbirds. Αλλάζουν σε Led Zeppelin, νονός του νέου ονόματος ο ντράμερ των who, Keith Moon, με τον οποίο παλιότερα ο Jimy Page, είχαν σχεδιάσει την δημιουργία ενός σούπερ γκρουπ με το ίδιο όνομα, σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε όμως  ποτέ...... 


Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Led Zeppelin - D'yer Mak'er


Οι οπαδοί της σκληρής πλευράς του rock'n'roll είναι αρκετά αφοσιωμένοι, φτάνοντας αρκετές φορές και στα όρια του φανατισμού. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι οπαδοί απαρνούνται την αγαπημένη τους μπάντα, επειδή μπήκε σε κάποια άλλα μουσικά μονοπάτια ή απλά πειραματίστηκε σε πιο ήπιους ήχους και τα παραδείγματα είναι πολλά για να αναφερθούν. Όμως υπήρχαν μπάντες, που κάθε μουσική του ιδιοτροπία γινόταν από αυτήν είχε ενθουσιώδη υποδοχή. Και αν αυτό το καπρίτσιο έμπαινε σε μουσικό δρόμο, ενός από τα λιγότερα επικριμένα είδη, της Reggae, μουσικής ιδιαίτερα αγαπητής και από του ροκάδες, τότε μιλούσαμε πάλι για μια κλασική σύνθεση.
Οι  Led Zeppelin, εκτός από ένα συγκρότημα των ρεκόρ, ήταν και αυτοί που άλλαξαν και το μουσικό τοπίο, κυρίως με το τρόπο που παίζανε. Αλλά και οι μουσικές τους αναζητήσεις είχαν την αποδοχή των οπαδών τους, αλλά όχι μόνο. Το "D'yer Mak'er" εκτός από κάπως ασυνήθιστο τίτλο είναι και ένα τραγούδι και έξω από τις συνηθισμένες, αν μπορεί να πει κάποιος κάτι τέτοιο, συνθέσεις του συγκροτήματος αυτού. Μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που και τα τέσσερα μέλη του γκρουπ χρεώνονται την δημιουργία ενός τραγουδιού. Η συγκεκριμένη βρίσκεται στο πέμπτο τους άλμπουμ, το Houses of the Holy του 1972 και ακούγεται περισσότερο σαν reggae, παρά σαν hard rock σύνθεση. 
Μουσικά το τραγούδι είναι ένα υβρίδιο ανάμεσα στη μουσική της Τζαμάϊκας, που στις αρχές του '70 άρχισε να γίνεται γνωστή ευρέως και εκτός της νησιώτικης χώρας και της doo-wop του '50. Το πέμπτο άλμπουμ τους ηχογραφήθηκε στο Stargroves, ένα παλάτι με κατά καιρούς κατοίκους του, πρόσωπα που διαμόρφωσαν την ιστορία της Βρετανίας. Οι τότε του ιδιοκτήτες ήταν οι  Rolling Stones, που το διαμόρφωσαν κατάλληλα και για ηχογραφήσεις. Ο John Bonham ξεκίνησε να παίζει απαλά  ένα doo-wop τέμπο, με τη προσθήκη  reggae riff και την συνεισφορά όλων των μελών άρχισε να δημιουργείται το τραγούδι. Ο διακριτικός ήχος των κρουστών είναι αποτέλεσμα της μουσικής ευφυίας του ντράμερ, που απλά τοποθέτησε τρία μικρόφωνα στην κατάλληλη απόσταση από τα τύμπανα του. 
Το τραγούδι είναι ένας φόρος τιμής για την μπάντα "Rosie and the Originals", μια από τις πάρα πολλές επιρροές της μπάντας. Φυσικά και σε αυτό τραγούδι βρέθηκε ομοιότητα με κάποιο πιο παλιό τραγούδι, το  "Poor Little Fool", αλλά αυτό που τους ξεχωρίζει είναι ο τρόπος που παίζουν. Ο  John Paul Jones, μπασίστας τους το μισούσε,μιας που ξεκίνησε σαν αστείο και όχι για να μπει στο άλμπουμ. Ο  Robert Plant είχε αντίθετη άποψη και με την κυκλοφορία του δίσκου διένειμε σε σινγκλ το τραγούδι στους  DJs της Αγγλίας, αυτό το συγκεκριμένο είναι πλέον από τα πιο περιζήτητα δισκάκια. Σαν σινγκλ δεν ήταν να κυκλοφορήσει στην πατρίδα τους, αλλά μόνο στην Αμερική, όπως και έγινε. Εκεί έφτασε στο Νο 20 τον Δεκέμβριο του 1973. Το τραγούδι ποτέ δεν παίχτηκε ολόκληρο στις ζωντανές εμφανίσεις τους, αν και αποσπάσματά του μπερδευόταν με το "Whole Lotta Love" και αυτό πολύ σπάνια. 
Ο τίτλος του είναι ένα μυστήριο, όχι άλυτο όμως. Ο ίδιος ο Plant, εξηγεί τρεις δεκαετίες μετά την δημιουργία του ότι, ήθελε να δώσει έναν ύφος τραγουδιού από την Τζαμάικα. Ο τίτλος του δεν υπάρχει μέσα στους στίχους.  Αρχικά θα λεγόταν  "Dire Maker", αλλά τελικά, εμπνεύστηκαν από ένα αστείο που έχει σχέση με την προφορά της νησιώτικης χώρας, ( "My wife's gone to the West Indies." "Jamaica?" (which has a similar pronunciation as "D'you make her?") "No, she went of her own accord"). 

Jacek Maniakowski

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Led Zeppelin - Black Dog



Πολλές φορές στις θρησκείες κυρίως και αργότερα στη λογοτεχνία, την ποίηση και τη μουσική η μορφή ενός ζώου χρησιμοποιούνταν είτε ως λατρεία μιας ιδιότητας που λείπει από τους ανθρώπους είτε πολλές φορές και για να απενοχοποιήσει μία ιδιότητα που δεν τη χρησιμοποιεί για λόγους πολύ ταπεινούς, ενώ να ζώο την έχει ως ένστικτο. Γενικά ένας άνθρωπος πάντα έψαχνε τον εαυτό του έξω από τον ίδιο και ένα ζώο είναι το πιο εύκολο σημείο για παρομοίωση. Όμως κάποια ζώα έχουν ιδιαίτερη προτίμηση τα ως τίτλοι τραγουδιών είτε ως τίτλοι μπάντας, και πριν φτάσουμε στους δράκους και σε άλλα φανταστικά ζώα που χρησιμοποιούσε η metal μουσική, υπήρχαν ζώα που βλέπουμε μπροστά μας.

Ένα από τα ζώα που είχε περισσότερη προτίμησε στα μπλουζ και στα rock τραγούδια ήταν και ο σκύλος. Ουσιαστικά κρατάει πρωτεία μαζί με το φίδι. Ένας λόγος για κάτι τέτοιο ήταν πώς χρησιμοποιούσε τα ζώα ως συντομεύσεις εννοιών, όπως για παράδειγμα εξουσία, ελευθερία, κίνδυνος, σεξουαλικότητα, θάνατος, επανάσταση. Το "Black Dog" των Led Zeppelin Δεν αποτελεί καμία εξαίρεση, αλλά είναι μάλλον άγνωστο για το πόσο ήθελε το συγκρότημα να δώσει κάποιο συμβολισμό. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε μεταξύ του Δεκεμβρίου του 1970 και του φλεβάρη του 1971 στο Headley Grange με το Island Mobile Studio. Κυκλοφόρησα όμως το Νοέμβριο του 1971 μέσα στο άλμπουμ Led Zeppelin IV. Η δημιουργία του οφείλεται στον μπασίστα του γκρουπ John Paul Jones, που έψαχνε μια σύνθεση να μην είναι πολύ χορευτική και έφτιαξε το αρχικό riff. Δημιουργώντας έτσι ένα από τα πιο ιστορικά σκαλοπάτια στην μουσική και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα riff.

Ο John Paul Jones το συνέθεσε σε Fender Bass VI, αναζητώντας ένα βαρύ, syncopated μπλουζ μοτίβο. Η αναφορά στο Electric Mud του Muddy Waters κυκλοφορεί συχνά, αλλά ο ίδιος ο Jones δεν την έχει επιβεβαιώσει ποτέ, έχοντας έτσι μήνυση στη σφαίρα του μύθου ή ο ίδιος μουσικός την άφησε να μείνει έτσι. Σε συνεντεύξεις του έχει δηλώσει απλώς ότι ήθελε «ένα ηλεκτρικό μπλουζ με rollin bass και ασύμμετρο ρυθμό». Η κοινωνιολόγος Deena Weinstein αναγνωρίζει το τραγούδι ως ένα από τα πιο εμβληματικά κομμάτια της ροκ μουσικής, παρόλο που κάποιες δημοσιογραφικές υπερβολές θεωρούν πως η ίδια το τοποθετεί ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια των Led Zeppelin.

Ένας μαύρος σκύλος λοιπόν, δεν μπορεί να είναι ένα φανταστικό ον, αλλά ίσως από τα πιο αναγνωρίσιμα και χαρακτηριστικά που ανήκουν στην συνομοταξία των κυνοειδών. Στο σημείο αυτό πάλι ένας αστικός μύθος κάνει την εμφάνισή του και υπάρχουν αναφορές πώς πρόκειται για ένα κατάμαυρο Labrador retriever, χωρίς όνομα που γυρνούσε έξω από Headley Grange στούντιο, που ηχογραφούσαν τον τέταρτο τους δίσκο. Ο μύθος γύρω από αυτό δεν είναι ιδιαίτερα λυρικός, απλά πρόκειται για ένα σκύλο ο οποίος βρισκόταν στα πρώτα στάδια, όμως σε πολύ πρώτα στάδια, της διαδικασίας της διαιώνισης της ράτσας του, πάντα με τη συμβολή μιας φιλικής σκύλας. Κατα τις εικασίες αυτές λοιπόν, ουσιαστικά όλη αυτή τη διαδικασία δημιούργησε την επιφοίτηση για την ονομασία του τίτλου του κομματιού. Αν και η πραγματικότητα αναφέρει πως όντως υπήρχε ένα μαύρο αδέσποτο λαμπραντόρ έξω από το στούντιο, ιστορία της έμπνευσης αποτελεί έναν αστικό μύθο. Ο Robert Plant και ο Jimmy Page έχουν δηλώσει επανειλημμένα ότι απλώς είδαν τον σκύλο, τους άρεσε η εικόνα και τον χρησιμοποίησαν ως τίτλο, χωρίς να συνδέεται με την ερωτική θεματολογία των στίχων.

Ο στίχος φυσικά δεν αναφέρεται σε ερωτικές περιπέτειες του σκύλου ήρωα μας, εκτός από μια φράση("Eyes that shine burning red"), αλλά σε άκρατο πόθο μιας γυναίκας με θετική κατάληξη! Αν και αυτό δεν αποτελεί μία επιβεβαίωση και απλά μία ερμηνεία. Ίσως θα ήταν ιδανικό ότι κάθε πόθος να καταλήγει θετικά σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι στίχοι δημιουργήθηκαν από τον τραγουδιστή Robert Plant, όταν είχε μια δυναμική συζήτηση με το υπόλοιπο γκρουπ πάνω στο "Oh Well" των Fleetwood Mac. Αν και πάλι αυτό δεν επιβεβαιώνεται και ο ίδιος ο Plant είχε δηλώσει πως απλά του έκανε εντύπωση η φωνητική δομή και το call-and-response του τραγουδιού.

Από πλευράς της μουσικής δομής, το τραγούδι δεν έχει κάποια παραδοσιακό ρεφρέν, αλλά βασίζεται σε εναλλαγή μέτρων (4/4 → 5/4 → 4/4) και σε διαλογική σχέση φωνής/οργάνων. Η φωνή του Plant εισέρχεται σε αντίθετο ρυθμό με το riff, δημιουργώντας ένταση που εκτονώνεται μόνο στη γέφυρα. Όσο αφορά το κομμάτι των κρουστών, ο John Bonham έπαιξε ένα από τα πιο τεχνικά απαιτητικά ρυθμικά μοτίβα της καριέρας του. Τα τύμπανα δεν ακολουθούν το bass riff, αλλά κινούνται ανεξάρτητα, δημιουργώντας πολυρυθμία που δυσκόλεψε ακόμη και επαγγελματίες ντράμερ να το μάθουν.

Το τραγούδι είχε αρκετά μεγάλη εμπορική επιτυχία, καθώς το συγκρότημα εκείνη την εποχή ήταν κορυφαία μπάντα στον κόσμο. Έφτασε στο Νο 15 του Billboard Hot 100 και Νο 11 του UK Singles Chart. Αν και ποτέ δεν έφτασε στην κορυφή, η ραδιοφωνική του έκθεση μαζί με την χρήση του τραγουδιού σε ταινίες, διαφημίσεις και βιντεοπαιχνίδια το μετέτρεψαν σε ένα ορόσημο, όχι μόνο της μπάντας αλλά και της ροκ και της σκληρής ροκ μουσικής.

Τραγούδι είχε πάντα μία θέση σχεδόν σε όλες τις περιοδείες τους μετά το 1971. Μετά τη διάλυσε του συγκροτήματος, η πιο γνωστή εκτέλεση είναι αυτή με τους The Black Crowes το 1999 Και έχει κυκλοφορήσει στο άλμπουμ Live at the Greek (2000), όπου ο Page αναγκάστηκε να προσαρμόσει το τέμπο λόγω της διαφορετικής ρυθμικής προσέγγισης των Black Crowes.