Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα John Bonham. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα John Bonham. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Led Zeppelin - Αφιέρωμα ( Μέρος 6ο)


Όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται..... μπορεί να είναι ο τίτλος  μιας Γιουγκοσλάβικης, όσο υπήρχε αυτός ο όρος, ταινίας, που περιγράφει την αθλιότητα ενός πολέμου, αλλά κυρίως του εμφυλίου. Ωστόσο, η φράση αυτή άνετα θα μπορούσε να ταιριάξει σε πολλές rock'n'roll μπάντες. Ο θάνατος μιας μπάντας έρχεται με την απώλεια βασικού μέλους είτε από κορεσμό είτε από την υπερβολική έκθεση στην δόξα και στο χρήμα. Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν και λάμψη με όλες τις συντεταγμένες που την ακολουθούν. Ο μύθος του Φάουστ βρίσκει την πλήρης του ενσάρκωση σε μια μεγάλης ροκ μπάντας, αλλά και βγαίνει ένα βασικό συμπέρασμα, ότι ο πιο σύντομος δρόμος για την αθανασία δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ο ίδιος ο θάνατος. Η θυσία της ψυχής, απλά έχει αποτέλεσμα να μείνει η εικόνα για πάντα αποτυπωμένη στην στα μάτια κάθε μουσικόφιλου. Και σίγουρα για έναν ροκ σταρ οι απλές ανάγκες της ψυχής, σχεδόν είναι ανύπαρκτες κάτω από την λάμψη της δόξας. 
Αμέσως μετά τις 5 θριαμβευτικές sold out βραδιές στο Earls Court τον Μάιο του 1975,  oι Led Zeppelin σχεδίαζαν μια νέα καλοκαιρινή αμερικάνικη τουρνέ, η οποία επρόκειτο να ξεκινήσει με δυο τεράστιες υπαίθριες συναυλίες στο San Franscisco. Τον Αύγουστο όμως, το τρομερό αυτοκινητιστικό ατύχημα του Robert Plant και της γυναίκας του Maureen στην Ρόδο, όπου  ο Robert θα σπάσει τον έναν αστράγαλο του, ενώ η Maureen θα σωθεί την τελευταία στιγμή με μετάγγιση αίματος, θα διέκοπτε την φρενήρη πορεία των Zeppelin. Εκείνη την περίοδο λοιπόν,  οι  Led Zeppelin θα γράψουν το υλικό για την έβδομη στούντιο δουλειά τους, το άλμπουμ Presence, το οποίο και θα κυκλοφορούσε τελικά στις 31 Μαρτίου του 1976. Το Presence σηματοδότησε μια ακόμα αλλαγή στον ήχο και στο στυλ τους, αφήνοντας στην άκρη τις ακουστικές μπαλάντες και τις περίπλοκες ενορχηστρώσεις, φέρνοντας σε πρώτο πλάνο πιο ωμά κιθαριστικά riffs. Μεταξύ των άλλων θα περιείχε την επιτομή αυτών που, τα επόμενα χρόνια θα χαρακτηριζόντουσαν με την φράση επικά τραγούδια, το απόλυτο καλλιτέχνημα το Achile`s last stand. Ο δίσκος αν και έγινε πλατινένιος,  δίχασε κοινό και κριτικούς, με τους δεύτερους να δείχνουν έναν έντονο σκεπτικισμό με την σκληρή αυτή στροφή των Led Zeppelin .
Την ίδια εποχή θα πληθύνουν οι φήμες της βαριάς χρίσης ηρωίνης από τον Jimy Page, τόσο στις ηχογραφήσεις του άλμπουμ, όσο και στις live εμφανίσεις των Ζeppelin. To 1977 και συγκεκριμένα στις 30 Απριλίου oι Led Zeppelin θα δημιουργούσαν ένα νέο ασύλληπτο ρεκόρ  Με τους 76.229 θεατές στο Pontiac Silverdome, να αποτελούν το μεγαλύτερο κοινό σε μια συναυλία, νούμερο που θα τους βάλει και στο βιβλίο των ρεκόρ του GUINESS. Στις 30 Ιουλίου του 1977 όμως, μετά την εμφάνιση τους στην Λουιζιάνα, ο Plant θα μάθαινε το τραγικό νέο για τον θάνατο του 5-χρόνου γιου του Karac, από στομαχικό ιό. Αμέσως, η περιοδεία θα σταματούσε, ενώ οι φήμες, ανυπόστατες τελικά, ήθελαν το συγκρότημα να οδηγείται σε διάλυση.
To Νοέμβριο του 1978 οι Led Zeppelin θα έμπαιναν στα Polar Studios στην Στοκχόλμη, για να ηχογραφήσουν αυτόν, που θα έμελλε να είναι και ο τελευταίος τους στούντιο δίσκος . Το ιδιαίτερα φιλόδοξο και πειραματικό Ιn through the out door. Ο δίσκος θα πάει νούμερο ένα σε Αγγλία και Αμερική την δεύτερη κιόλας εβδομάδα της κυκλοφορίας του, συμπαρασύροντας, για δεύτερη φορά στην καριέρα τους ταυτόχρονα όλη την μέχρι τότε δισκογραφία τους, η οποία και θα ξανάμπαινε στα 200 πρώτα του Bilboard. Τον Αύγουστο του 1979 θα εμφανιστούν σαν headliners στο φημισμένο KNEBWORTH FESTIVAL μπροστά σε 104.000 εκστασιασμένους θεατές. Η επόμενη χρονιά θα βρει τους  Led Zeppelin να περιοδεύουν ασταμάτητα .Το γεγονός αυτό, αλλά και η υπερβολική χρήση αλκοόλ, θα οδηγήσουν τον ντράμερ John Bonham στο νοσοκομείο, όταν κατά την διάρκεια του σόου στην Νυρεμβέργη στις 17 Ιουνίου 1980 θα λιποθυμήσει επί σκηνής. Στις 24 Σεπτεμβρίου του 1980 και μετά από ένα προσωπικό "φεστιβάλ" κατανάλωσης  βότκας, αλλά και κάποιων άλλων ναρκωτικών ουσιών, ο τεράστιος αυτός ντράμερ και κορυφαία ΡΟΚ προσωπικότητα θα πέθαινε από αναρρόφηση στον ύπνο του, βυθίζοντας στο πένθος ολόκληρο το rock n roll. Ο BONJO θα σώπαινε για πάντα. Σύμφωνα με την δική του επιθυμία η σωρός του αποτεφρώθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1980. Αν και ακούστηκαν τα ονόματα των Cozy Powell, Ben Bevan (ELO), Carmine Appice και Barriemore Barlow  (Jethro Tull), οι Led Zeppelin με μια λιτή και άμεση ανακοίνωση και πάνω από όλα τιμώντας τον εκλιπόντα φίλο τους, αποφάσισαν την διάλυση του συγκροτήματος. Το αερόπλοιο, έτσι όπως το γνωρίσαμε, δεν θα ξαναπατούσε ποτέ πια....δυστυχώς!!!

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Led Zeppelin - Αφιέρωμα ( μέρος 5ο )


Το rock'n'roll  από τα γεννοφάσκια του κυνηγήθηκε και κατακρίθηκε από πολλούς όσο κανένα άλλο είδος μουσικής. Αυτό όμως, δεν αποτέλεσε εμπόδιο στην ανάπτυξη του, αλλά περισσότερο λίπασμα. Μπορεί μέσα σε αυτό να υπάρχουν κάποιοι κανόνες ή στερεότυπα, αλλά αλλάζουν συνεχώς. Ακόμα και αδικίες υπάρχουν μέσα σε αυτό, αλλά είναι αυτό που είναι μπροστάρης στην κοινωνική αδικία. Η κυκλοθυμικότητα του είναι ίδια με τη γκάμα το ρυθμών που περιέχει και όλα αυτά γιατί είναι ανθρώπινο. Και όπως ο κάθε άνθρωπος που έχει συνείδηση της ύπαρξής του, έχει πάνω από όλα ψυχή. Αυτό το κάνει να επιβιώνει πάντα. Αλλά αυτή ψυχή βρίσκεται μέσα σε μεγάλες μουσικές προσωπικότητες, από τις οποίες ο χώρος του rock'n'roll  είναι γεμάτος. 
Eνα από τα σπουδαιότερα πλεονεκτήματα των Led Zeppelin ως συγκρότημα, αποτελούσε το γεγονός ότι και οι τέσσερις τους ήταν καταπληκτικοί μουσικοί, αλλά και τεράστιες προσωπικότητες που καθόρισαν στον υπερθετικό βαθμό, όντας πηγή έμπνευσης και επιρροής,  όλο το ροκ των 70`, αλλά και μεταγενέστερων δεκαετιών. Ο  Jimy Page, χαρισματικός σύνθετης, αλλά και από τους πρώτους heavy κιθαρίστες που, εισήγαγε τον όρο κιθαριστικό ριφ, όσο κανείς πριν από αυτόν. Πειραματικός, ατίθασος και ευρηματικός έμεινε στην ιστορία και για την χρησιμοποίηση δοξαριού.  Έδωσε τεράστια αίγλη στην ηλεκτρική κιθάρα και αποτέλεσε σημείο αναφοράς για το σύνολο, σχεδόν όλων  των μουσικών που επακολούθησαν.
Ο ντράμερ John Bonham, μαζί με τον Keith Moon των Who αποτέλεσαν δυο ταυτόσημες έννοιες με τα ροκ τύμπανα. Μοναδικό χτύπημα, όγκος ρυθμικότητας και ακρίβεια, πειραματισμός και δέσιμο, που ακόμα και σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, τον καθιστούν τον πιο εμβληματικό ροκ ντράμερ όλων των εποχών και ίσως, τον καλύτερο. Ο εξαιρετικός μπασίστας και εξίσου ικανότατος οργανίστας που ήταν και ο πρώτος που χρησιμοποίησε bass pedals δικού του σχεδιασμού, προεκτείνοντας το υπάρχον moog taurus,  συνδημιουργός πολύ μεγάλων στιγμών του group, ειδικότερα από το 73 και μετά . Ένας πολυσύνθετος και πολυτάλαντος μουσικός με ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, ο John Paul Jones. Και φυσικά, μια από τις σπουδαιότερες μπλουζ heavy φωνές, αλλά  και εξίσου απίστευτα λυρική, που ανέδειξε ποτέ το ροκ. Ένας εκρηκτικός performer, που έπαιξε και καταπληκτική φυσαρμόνικα, όπου και όταν χρειάστηκε..... ο τεράστιος Robert Plant.
Tο 1974 οι Led Zeppelin θα ιδρύσουν την δικιά τους εταιρεία δίσκων, την Swan Song . Το λογότυπο της εταιρείας απεικόνιζε τον θεό Απόλλωνα και ήταν βασισμένο στον πινάκα του William Rimmer του  1869 με τον τίτλο `evening ,fall of day `.  Άρεσε μάλιστα, τόσο πολύ που έκτοτε χρησιμοποιήθηκε σε πολλά t - shirt και άλλα αναμνηστικά αντικείμενα του συγκροτήματος. Για λογαριασμό της Swan Song κυκλοφόρησαν δίσκους εκτός των Led Zeppelin, οι Bad Company, oι Pretty Things, αλλά και η Σκωτσέζα μπλουζ τραγουδίστρια  Μaggie Bell. Μετά την διάλυση  όμως, των Led Zeppelin και συγκεκριμένα το 1983, η εταιρεία θα πάψει να υφίσταται. 
Το 1975 θα βρει τους Led Zeppelin με μια καινούργια δισκογραφική δουλειά, την πρώτη τους για λογαριασμό της εταιρείας Swan Song, το διπλό Physical Graffiti. Περιείχε 15 συνθέσεις και χαιρετίστηκε από τον μουσικό τύπο ως μια απόλυτα καλλιτεχνική και σπουδαία δισκογραφική δουλειά. Συγκεκριμένα το περιοδικό Rolling Stone ανέφερε σε σχετικό άρθρο του, ότι τα μόνα groups που θα είχαν να συναγωνιστούν οι Led Zeppelin για τον τίτλο του κορυφαίου ροκ συγκροτήματος, θα ήταν μόνο οι Who και οι Stones. H επιτυχία του Physical Graffity θα ήταν τόσο μεγάλη που αμέσως μετά την κυκλοφορία του, όλοι οι δίσκοι που είχαν προηγουμένως κυκλοφορήσει οι Zeppelin, θα ξανά-έμπαιναν  ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ στον κατάλογο επιτυχιών των τοπ διακοσίων LP`S. Η παγκόσμια περιοδεία που ακολούθησε ήταν άνευ προηγουμένου με επιστέγασμα , της 5 sold out βραδιές στο Earl`s Court του Λονδίνου. Την μεγαλύτερη συναυλιακή αρένα στην Αγγλία εκείνης της εποχής........
Dimitris Komninos
Jacek Maniakowski



Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Led Zeppelin - Αφιέρωμα (μέρος 1ο)


Το χτίσιμο με πέτρα (rock) είναι μια διαδικασία που χρειάζεται κόπο, υπομονή, γνώση, αλλά και ταλέντο και φαντασία. Η πρώτη φάση αυτής της διαδικασίας είναι ή εύρεση των σωστών πετρών  (rock) και εδώ χρειάζονται οι παραπάνω ικανότητες. Η ομοιότητες με την δημιουργία μιας ροκ μπάντας είναι παραπάνω από φανερές, απλά αλλάζει το αντικείμενο. Αλλά το πιο δύσκολο είναι χτίσιμο μιας γέφυρας, από τα πιο σημαντικά ανθρώπινα κατορθώματα, μιας που ενώνει..... και σαν γενική έννοια. Και ουσιαστικά αυτή κατασκευή στηρίζεται σε σε μια κεντρική πέτρα  (rock). Και θα μπορούσε αυτός ο ρόλος να δοθεί στους Led Zeppelin, που γεφύρωσαν την Hard Rock την Ryth'n'Blues μουσική. Αλλά και ο τίτλος του ποντίφικα (λατ. γεφυροποιός) δεν θα ήταν άστοχος 
Η παροιμία κάθε εμπόδιο για καλό και στο rock n roll ...έχει επιβεβαιωθεί άπειρες φορές.  Έτσι και στην περίπτωση των NEW YARRDBIRDS η άρνηση του Terry Reid να αναλάβει την θέση του τραγουδιστή, έφερε τον νεαρό τότε Robert Plant με τα κατάξανθα σγουρά μαλλιά και την υπέροχη φωνή,  στο σχήμα που  λίγους μίνες αργότερα έμελλε να αποτελέσει ένα από τα σπουδαιότερα και ΠΙΟ ΕΠΙΔΡΑΣΤΙΚΑ ροκ γκρουπ όλων των εποχών, τους Led Zeppelin. 
Τον Οκτώβριο του 1966, η φυγή του Jeff Beck από το συγκρότημα των Yardbirds προήγαγε τον έτερο κιθαρίστα Jimmy Page σε δεσπόζουσα μορφή του group. Το 1968 αποφασισμένοι να διαλυθούν οι yardbirds, θα δώσουν την τελευταία τους συναυλία στο Luton. Όμως το συμβόλαιο που είχαν υπογράψει, τους υποχρέωνε σε μια σειρά εμφανίσεων σε σκανδιναβικό έδαφος. Έτσι ο ντράμερ Jim Mc carty και ο τραγουδιστής Keith Relf  θα δώσουν την συγκατάθεση τους στους Jimmy Page και Cris Dreja να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν το όνομα  yardbirds, ώστε να ολοκληρώσουν την παραπάνω υποχρέωση. Έγινε κρούση από τον Jimy Page στον τραγουδιστή Τerry Reid ο οποίος όμως αρνήθηκε, αλλά πρότεινε τον νεαρό και πολλά υποσχόμενο τραγουδιστή των Band of Joy Robert Plant. Ο τελευταίος θα έφερνε στο σχήμα και τον ντράμερ από τους Band of Joy, τον  John Bonham. Λίγες μέρες πριν την έναρξη όμως, αυτής της σκανδιναβικής περιπέτειας, ο Dreja θα αποχωρούσε και την θέση του θα έπαιρνε ο παλιός γνωστός του Jimy Page, από τις μέρες που και οι δυο ήταν sessions μουσικοί, ο μπασίστας,  αλλά και ικανότατος οργανίστας,  John Paul Jones. Η μοίρα είχε ήδη αποφασίσει.....
Στις 12 Αυγούστου του 1968, οι τέσσερις τους (Page -Plant-Jones και Bohnam) θα έκαναν την πρώτη τους πρόβα σε ένα υπόγειο στουντιάκι στην Gerrard Street, στην σημερινή Chinatown του Λονδίνου, παίζοντας την διασκευή του train kept a rollin, ένα παλιό blues κομμάτι σε μια oόμως πιο  rockabilly εκδοχή του,  όπως αυτή του Johny Burnette. Πριν φύγουν για την σκανδιναβική περιοδεία, θα πάρουν μέρος στις ηχογραφήσεις του άλμπουμ Three Week Hero, του P.J. Proby με το τραγούδι  Jimi`s Blues και με τον Robert Plant να παίζει harmonica. Αυτή είναι και η πρώτη τους ηχογράφηση ως τετράδα.  Το συγκρότημα θα ολοκληρώσει με μεγάλη επιτυχία αυτήν την περιοδεία, παίζοντας για πρώτη φορά ζωντανά στο Gladsaxe της Δανίας στις 7 Σεπτεμβρίου του 1968.
Στο τέλος του ίδιου μήνα θα μπουν σε στούντιο, για να ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ, με έξοδα του Jimy Page. Mε την ολοκλήρωση του δίσκου όμως, θα αναγκαστούν να αλλάξουν το όνομα του συγκροτήματος, μετά την αγωγή του Cris Dreja ο οποίος επέτρεπε μόνο στον Page την χρήση του the new yardbirds. Αλλάζουν σε Led Zeppelin, νονός του νέου ονόματος ο ντράμερ των who, Keith Moon, με τον οποίο παλιότερα ο Jimy Page, είχαν σχεδιάσει την δημιουργία ενός σούπερ γκρουπ με το ίδιο όνομα, σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε όμως  ποτέ...... 


Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Led Zeppelin - D'yer Mak'er


Οι οπαδοί της σκληρής πλευράς του rock'n'roll είναι αρκετά αφοσιωμένοι, φτάνοντας αρκετές φορές και στα όρια του φανατισμού. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι οπαδοί απαρνούνται την αγαπημένη τους μπάντα, επειδή μπήκε σε κάποια άλλα μουσικά μονοπάτια ή απλά πειραματίστηκε σε πιο ήπιους ήχους και τα παραδείγματα είναι πολλά για να αναφερθούν. Όμως υπήρχαν μπάντες, που κάθε μουσική του ιδιοτροπία γινόταν από αυτήν είχε ενθουσιώδη υποδοχή. Και αν αυτό το καπρίτσιο έμπαινε σε μουσικό δρόμο, ενός από τα λιγότερα επικριμένα είδη, της Reggae, μουσικής ιδιαίτερα αγαπητής και από του ροκάδες, τότε μιλούσαμε πάλι για μια κλασική σύνθεση.
Οι  Led Zeppelin, εκτός από ένα συγκρότημα των ρεκόρ, ήταν και αυτοί που άλλαξαν και το μουσικό τοπίο, κυρίως με το τρόπο που παίζανε. Αλλά και οι μουσικές τους αναζητήσεις είχαν την αποδοχή των οπαδών τους, αλλά όχι μόνο. Το "D'yer Mak'er" εκτός από κάπως ασυνήθιστο τίτλο είναι και ένα τραγούδι και έξω από τις συνηθισμένες, αν μπορεί να πει κάποιος κάτι τέτοιο, συνθέσεις του συγκροτήματος αυτού. Μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που και τα τέσσερα μέλη του γκρουπ χρεώνονται την δημιουργία ενός τραγουδιού. Η συγκεκριμένη βρίσκεται στο πέμπτο τους άλμπουμ, το Houses of the Holy του 1972 και ακούγεται περισσότερο σαν reggae, παρά σαν hard rock σύνθεση. 
Μουσικά το τραγούδι είναι ένα υβρίδιο ανάμεσα στη μουσική της Τζαμάϊκας, που στις αρχές του '70 άρχισε να γίνεται γνωστή ευρέως και εκτός της νησιώτικης χώρας και της doo-wop του '50. Το πέμπτο άλμπουμ τους ηχογραφήθηκε στο Stargroves, ένα παλάτι με κατά καιρούς κατοίκους του, πρόσωπα που διαμόρφωσαν την ιστορία της Βρετανίας. Οι τότε του ιδιοκτήτες ήταν οι  Rolling Stones, που το διαμόρφωσαν κατάλληλα και για ηχογραφήσεις. Ο John Bonham ξεκίνησε να παίζει απαλά  ένα doo-wop τέμπο, με τη προσθήκη  reggae riff και την συνεισφορά όλων των μελών άρχισε να δημιουργείται το τραγούδι. Ο διακριτικός ήχος των κρουστών είναι αποτέλεσμα της μουσικής ευφυίας του ντράμερ, που απλά τοποθέτησε τρία μικρόφωνα στην κατάλληλη απόσταση από τα τύμπανα του. 
Το τραγούδι είναι ένας φόρος τιμής για την μπάντα "Rosie and the Originals", μια από τις πάρα πολλές επιρροές της μπάντας. Φυσικά και σε αυτό τραγούδι βρέθηκε ομοιότητα με κάποιο πιο παλιό τραγούδι, το  "Poor Little Fool", αλλά αυτό που τους ξεχωρίζει είναι ο τρόπος που παίζουν. Ο  John Paul Jones, μπασίστας τους το μισούσε,μιας που ξεκίνησε σαν αστείο και όχι για να μπει στο άλμπουμ. Ο  Robert Plant είχε αντίθετη άποψη και με την κυκλοφορία του δίσκου διένειμε σε σινγκλ το τραγούδι στους  DJs της Αγγλίας, αυτό το συγκεκριμένο είναι πλέον από τα πιο περιζήτητα δισκάκια. Σαν σινγκλ δεν ήταν να κυκλοφορήσει στην πατρίδα τους, αλλά μόνο στην Αμερική, όπως και έγινε. Εκεί έφτασε στο Νο 20 τον Δεκέμβριο του 1973. Το τραγούδι ποτέ δεν παίχτηκε ολόκληρο στις ζωντανές εμφανίσεις τους, αν και αποσπάσματά του μπερδευόταν με το "Whole Lotta Love" και αυτό πολύ σπάνια. 
Ο τίτλος του είναι ένα μυστήριο, όχι άλυτο όμως. Ο ίδιος ο Plant, εξηγεί τρεις δεκαετίες μετά την δημιουργία του ότι, ήθελε να δώσει έναν ύφος τραγουδιού από την Τζαμάικα. Ο τίτλος του δεν υπάρχει μέσα στους στίχους.  Αρχικά θα λεγόταν  "Dire Maker", αλλά τελικά, εμπνεύστηκαν από ένα αστείο που έχει σχέση με την προφορά της νησιώτικης χώρας, ( "My wife's gone to the West Indies." "Jamaica?" (which has a similar pronunciation as "D'you make her?") "No, she went of her own accord"). 

Jacek Maniakowski

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Led Zeppelin - Kashmir

Πολλές φορές έχουμε γράψει πως οι νότες δεν γνωρίζουν σύνορα και γενικά δεν υπάρχει φύλακας να τις σταματήσει. Αλλά και εξαιτίας αυτής της ιδιότητας, κάπως μπερδεύονται τα γεωγραφικά σημεία, δεν είναι όλοι μουσικοί γνώστες της γεωγραφίας. Ουσιαστικά όμως το αποτέλεσμα είναι θετικό γιατί ένας μουσικός καταφέρνει να πάρει τους ήχους ενός τόπου, να το συνδυάσει με ήχους ενός άλλου τόπου, δημιουργώντας, πάντα ως άξονα rock μουσική, κάτι τελείως καινούργιο που όμως αρνείται να παλιώσει μέσα στη διάρκεια των δεκαετιών. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα τέτοιων τραγουδιών, αλλά τα περισσότερα είναι αρκετά χτυπητά και δεν είναι και τόσα πολλά.



Ένα τέτοιο τραγούδι, του οποίου ο ήχος μας παραπέμπει σε αράβικα ακούσματα της βόρειας Αφρικής, αλλά ο τίτλος κάπου μας στέλνει στην κεντρική Ασία και σε μία περιοχή που είναι αιτία μοιάζει διαρκής έριδα ανάμεσα στις μεγαλύτερες χώρες του κόσμου. Το τραγούδι αυτό είναι το Kashmir των Led Zeppelin, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια της βρετανικής μπάντας. Εμπεριέχεται στο 6ο album τους το Physical Graffiti, που κυκλοφόρησε το 1975. Δημιουργία των Jimmy Page και Robert Plant, με, καθόλου ασήμαντη συνδρομή του John Bonham, γράφτηκε 1973. Το τραγούδι κυκλοφόρησε επίσης, με ακόμα πιο μεγάλη διάρκεια, κανονική του στο album είναι 9:41, στο No Quarter: Jimmy Page and Robert Plant Unledded, μια δουλειά των δυο μελών του γκρουπ μαζί με παραδοσιακή Αίγυπτο-Μαροκινή ορχήστρα.

Με έντονα ανατολίτικα στοιχεία, αλλά και μεγάλη διάρκεια το τραγούδι δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα στην προβολή του από τα ραδιόφωνα. Αν και το τραγούδι δεν κυκλοφόρησε ποτέ ως single στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ηνωμένο Βασίλειο, η ραδιοφωνική του διάθεση ήρθε μέσα από τους progressive/AOR σταθμούς οι οποίοι συνήθιζαν να παίζουν ολόκληρα τα άλμπουμ, όχι λόγω της επιτυχίας του «Stairway to Heaven», που πολλές φορές θεωρείται πως αποτέλεσε έναν πολιορκητικό κριό για την προβολή του τραγουδιού μέσα από το ραδιόφωνο.

Η δημιουργία του τραγουδιού ξεκίνησε του 1973, αλλά ολοκληρώθηκα και ηχογραφήθηκε ένα χρόνο αργότερα στα Headley Grange & Olympic Studios. Το Νοέμβριο του 1975 κυκλοφόρησε και το άλμπουμ Physical Graffiti, στο οποίο εμπεριέχεται. Όπως γράψαμε παραπάνω, ο ρόλος του John Paul Jones Δεν ήταν καθόλου ασήμαντος, καθώς ο ίδιος διαμόρφωσε την αρμονική γέφυρα η οποία δίνει στο κομμάτι ένα σχεδόν κινηματογραφικό όγκο, ο ίδιος έπαιξε και το έπαιξε το mellotron, το οποίο έδωσα αυτό το αποτέλεσμα. Το πιο πιθανό χωρίς τη δική του ενορχήστρωση το τραγούδι θα ήταν ένα απλό blues riff και όχι το επικό κομμάτι όπως το γνωρίζουμε σήμερα.

Η μουσική πολυπλοκότητα του κομματιού ουσιαστικά είναι πολιτισμική ένωση με κεντρικό άξονα το ροκ. Οι μαροκινές, ινδικές και μελωδίες της Μέσης Ανατολής εναλλάσσονται αρμονικά πάνω στα σκληρά riff. Η ιδέα να γραφτεί ανατολίτικο τραγούδι, ήρθε στον Page, όταν ήθελε να χρησιμοποιήσει ένα σιτάρ, που το είχε αρκετό καιρό να σκονίζεται. Ουσιαστικά όμως ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε, παρόλο που αποτέλεσε έμπνευση για το τραγούδι. Και το είχε αγοράσει το 1968 άγνωστα από ποιον και από πού. Στην πραγματικότητα το riff ηχογραφήθηκε με ηλεκτρική κιθάρα σε «DADGAD» κούρδισμα, που δίνει τον ανατολίτικο, drone χαρακτήρα χωρίς να χρειάζεται το ινδικό όργανο, πέρα από ένα άσχετο στοιχείο έμπνευσης. Η προσθήκη του μέλοτρον και βιολιών, απλά επιτείνει τον ήδη εξωτικό χαρακτήρα του.

Αν και ο τίτλος αναφέρεται σε μια περιοχή ανάμεσα σε Πακιστάν και Ινδία, αιτία σύρραξης ανάμεσα σε δυο αυτές χώρες, το λυρικό τμήμα του γράφτηκε κάπου στο Νότιο Μαρόκο, μετά την 1973 US Tour της μπάντας. Ο Plant το έγραψε σε μια περιοχή που λέγεται "the waste lands", ταξειδεύοντας από τη Goulmima (πόλη γνωστή σαν την "Πύλη της Ερήμου" ) ως την πόλη Tantan, καταμεσής της Ερήμου Σαχάρα. Ο ίδιος θέτει το κομμάτι πάνω από τον ίδιο και θεωρεί ότι είναι το μεγαλύτερο του στιχουργικό κατόρθωμα. Αν και ήλιος είναι καταστρεπτικός στην έρημο, οι στίχοι του προσδίδουν μια αίσθηση υπερβατικής, σχεδόν λατρευτικής δύναμης. Ο Plant το έχει περιγράψει ως «τραγούδι για την απεραντοσύνη και την ανθρώπινη μικρότητα μπροστά της».

Η μουσική γραμμή του κομματιού άνετα το ορίζει ως ένα progressive ροκ κομμάτι, καθώς χτίζεται πάνω σε μία πόλη ρυθμική αντίθεση με τα ντραμς του Bonham παίζουν ένα μοτίβο 3/4 πάνω στο 4/4 riff της κιθάρας, δημιουργώντας μια αίσθηση που μιμείται καραβάνι ή ανεμοστρόβιλο. Η χορωδία των εγχόρδων (12 βιολιά, 4 βιόλες, 4 τσέλα) εισέρχεται στο 3:12, μετατρέποντας το rock riff σε συμφωνικό τοπίο ή wall of sound.

Αλλά η ηχογράφησή του καθώς και η παραγωγή του ακολούθησα δικούς τους κανόνες, όπως άλλωστε είναι γνωστό το συγκρότημα πως έκανε παραγωγή στα τραγούδια τους… από άλλο πλανήτη. Τα βασικά όργανα ηχογραφήθηκαν ζωντανά στο Headley Grange με το Island Mobile Studio, ενώ τα έγχορδα και το mellotron προστέθηκαν στα Olympic Studios του Λονδίνου. Ο Page ήθελε να διατηρήσει την αίσθηση μιας ζωντανής εκτέλεσης. Άλλωστε και το τραγούδι παίχτηκε σε κάθε περιοδεία μετά το 1975.

Το Kashmir δεν μπήκε ποτέ στα singles charts, παρόλο που το Physical Graffiti έγινε 16x Platinum στις ΗΠΑ. Το κομμάτι ξαναγεννήθηκε και ως sample στους τίτλους τέλους της ταινία «Gotzilla» του 1998 από τον Puff Daddy και ε τίτλο «Come with Me» και σκαρφάλωσε στο Νο 2 του Billboard Hot 100. Στο βιντεοκλίπ συμμετέχει και ο Jimmy Page. Έχει χρησιμοποιηθεί σε ταινίες Fast & Furious και School of Rock, καθώς και σε ντοκιμαντέρ και βιντεοπαιχνίδια, ενώ το 2014 εισήχθη στο Grammy Hall of Fame. Κατατάχθηκε στο Νο 140 της λίστας «500 Greatest Songs of All Time» του Rolling Stone, ενώ το Classic Rock το ανακήρυξε ως «το μεγαλύτερο ταξιδιάρικο rock κομμάτι της δεκαετίας του ’70».



Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Led Zeppelin - Black Dog



Πολλές φορές στις θρησκείες κυρίως και αργότερα στη λογοτεχνία, την ποίηση και τη μουσική η μορφή ενός ζώου χρησιμοποιούνταν είτε ως λατρεία μιας ιδιότητας που λείπει από τους ανθρώπους είτε πολλές φορές και για να απενοχοποιήσει μία ιδιότητα που δεν τη χρησιμοποιεί για λόγους πολύ ταπεινούς, ενώ να ζώο την έχει ως ένστικτο. Γενικά ένας άνθρωπος πάντα έψαχνε τον εαυτό του έξω από τον ίδιο και ένα ζώο είναι το πιο εύκολο σημείο για παρομοίωση. Όμως κάποια ζώα έχουν ιδιαίτερη προτίμηση τα ως τίτλοι τραγουδιών είτε ως τίτλοι μπάντας, και πριν φτάσουμε στους δράκους και σε άλλα φανταστικά ζώα που χρησιμοποιούσε η metal μουσική, υπήρχαν ζώα που βλέπουμε μπροστά μας.

Ένα από τα ζώα που είχε περισσότερη προτίμησε στα μπλουζ και στα rock τραγούδια ήταν και ο σκύλος. Ουσιαστικά κρατάει πρωτεία μαζί με το φίδι. Ένας λόγος για κάτι τέτοιο ήταν πώς χρησιμοποιούσε τα ζώα ως συντομεύσεις εννοιών, όπως για παράδειγμα εξουσία, ελευθερία, κίνδυνος, σεξουαλικότητα, θάνατος, επανάσταση. Το "Black Dog" των Led Zeppelin Δεν αποτελεί καμία εξαίρεση, αλλά είναι μάλλον άγνωστο για το πόσο ήθελε το συγκρότημα να δώσει κάποιο συμβολισμό. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε μεταξύ του Δεκεμβρίου του 1970 και του φλεβάρη του 1971 στο Headley Grange με το Island Mobile Studio. Κυκλοφόρησα όμως το Νοέμβριο του 1971 μέσα στο άλμπουμ Led Zeppelin IV. Η δημιουργία του οφείλεται στον μπασίστα του γκρουπ John Paul Jones, που έψαχνε μια σύνθεση να μην είναι πολύ χορευτική και έφτιαξε το αρχικό riff. Δημιουργώντας έτσι ένα από τα πιο ιστορικά σκαλοπάτια στην μουσική και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα riff.

Ο John Paul Jones το συνέθεσε σε Fender Bass VI, αναζητώντας ένα βαρύ, syncopated μπλουζ μοτίβο. Η αναφορά στο Electric Mud του Muddy Waters κυκλοφορεί συχνά, αλλά ο ίδιος ο Jones δεν την έχει επιβεβαιώσει ποτέ, έχοντας έτσι μήνυση στη σφαίρα του μύθου ή ο ίδιος μουσικός την άφησε να μείνει έτσι. Σε συνεντεύξεις του έχει δηλώσει απλώς ότι ήθελε «ένα ηλεκτρικό μπλουζ με rollin bass και ασύμμετρο ρυθμό». Η κοινωνιολόγος Deena Weinstein αναγνωρίζει το τραγούδι ως ένα από τα πιο εμβληματικά κομμάτια της ροκ μουσικής, παρόλο που κάποιες δημοσιογραφικές υπερβολές θεωρούν πως η ίδια το τοποθετεί ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια των Led Zeppelin.

Ένας μαύρος σκύλος λοιπόν, δεν μπορεί να είναι ένα φανταστικό ον, αλλά ίσως από τα πιο αναγνωρίσιμα και χαρακτηριστικά που ανήκουν στην συνομοταξία των κυνοειδών. Στο σημείο αυτό πάλι ένας αστικός μύθος κάνει την εμφάνισή του και υπάρχουν αναφορές πώς πρόκειται για ένα κατάμαυρο Labrador retriever, χωρίς όνομα που γυρνούσε έξω από Headley Grange στούντιο, που ηχογραφούσαν τον τέταρτο τους δίσκο. Ο μύθος γύρω από αυτό δεν είναι ιδιαίτερα λυρικός, απλά πρόκειται για ένα σκύλο ο οποίος βρισκόταν στα πρώτα στάδια, όμως σε πολύ πρώτα στάδια, της διαδικασίας της διαιώνισης της ράτσας του, πάντα με τη συμβολή μιας φιλικής σκύλας. Κατα τις εικασίες αυτές λοιπόν, ουσιαστικά όλη αυτή τη διαδικασία δημιούργησε την επιφοίτηση για την ονομασία του τίτλου του κομματιού. Αν και η πραγματικότητα αναφέρει πως όντως υπήρχε ένα μαύρο αδέσποτο λαμπραντόρ έξω από το στούντιο, ιστορία της έμπνευσης αποτελεί έναν αστικό μύθο. Ο Robert Plant και ο Jimmy Page έχουν δηλώσει επανειλημμένα ότι απλώς είδαν τον σκύλο, τους άρεσε η εικόνα και τον χρησιμοποίησαν ως τίτλο, χωρίς να συνδέεται με την ερωτική θεματολογία των στίχων.

Ο στίχος φυσικά δεν αναφέρεται σε ερωτικές περιπέτειες του σκύλου ήρωα μας, εκτός από μια φράση("Eyes that shine burning red"), αλλά σε άκρατο πόθο μιας γυναίκας με θετική κατάληξη! Αν και αυτό δεν αποτελεί μία επιβεβαίωση και απλά μία ερμηνεία. Ίσως θα ήταν ιδανικό ότι κάθε πόθος να καταλήγει θετικά σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι στίχοι δημιουργήθηκαν από τον τραγουδιστή Robert Plant, όταν είχε μια δυναμική συζήτηση με το υπόλοιπο γκρουπ πάνω στο "Oh Well" των Fleetwood Mac. Αν και πάλι αυτό δεν επιβεβαιώνεται και ο ίδιος ο Plant είχε δηλώσει πως απλά του έκανε εντύπωση η φωνητική δομή και το call-and-response του τραγουδιού.

Από πλευράς της μουσικής δομής, το τραγούδι δεν έχει κάποια παραδοσιακό ρεφρέν, αλλά βασίζεται σε εναλλαγή μέτρων (4/4 → 5/4 → 4/4) και σε διαλογική σχέση φωνής/οργάνων. Η φωνή του Plant εισέρχεται σε αντίθετο ρυθμό με το riff, δημιουργώντας ένταση που εκτονώνεται μόνο στη γέφυρα. Όσο αφορά το κομμάτι των κρουστών, ο John Bonham έπαιξε ένα από τα πιο τεχνικά απαιτητικά ρυθμικά μοτίβα της καριέρας του. Τα τύμπανα δεν ακολουθούν το bass riff, αλλά κινούνται ανεξάρτητα, δημιουργώντας πολυρυθμία που δυσκόλεψε ακόμη και επαγγελματίες ντράμερ να το μάθουν.

Το τραγούδι είχε αρκετά μεγάλη εμπορική επιτυχία, καθώς το συγκρότημα εκείνη την εποχή ήταν κορυφαία μπάντα στον κόσμο. Έφτασε στο Νο 15 του Billboard Hot 100 και Νο 11 του UK Singles Chart. Αν και ποτέ δεν έφτασε στην κορυφή, η ραδιοφωνική του έκθεση μαζί με την χρήση του τραγουδιού σε ταινίες, διαφημίσεις και βιντεοπαιχνίδια το μετέτρεψαν σε ένα ορόσημο, όχι μόνο της μπάντας αλλά και της ροκ και της σκληρής ροκ μουσικής.

Τραγούδι είχε πάντα μία θέση σχεδόν σε όλες τις περιοδείες τους μετά το 1971. Μετά τη διάλυσε του συγκροτήματος, η πιο γνωστή εκτέλεση είναι αυτή με τους The Black Crowes το 1999 Και έχει κυκλοφορήσει στο άλμπουμ Live at the Greek (2000), όπου ο Page αναγκάστηκε να προσαρμόσει το τέμπο λόγω της διαφορετικής ρυθμικής προσέγγισης των Black Crowes.