Δεν επιδιώκουμε
τίποτα από τα δύο μέσα από την περιπέτεια
αυτής της μπάντας
3) Πως θα προβάλεις
με μια λέξη ή μια φράση την μπάντα σου;
Διάβαση μέσα από μια έρημη χώρα
4)
Σημείο μηδέν της μπάντας
Η ανάγκη για
τη συνέχιση του παιχνιδιού με άλλα μέσα
5) Τι μουσική σας εκφραζει λιγότερο ή
καθόλου;
Σε οποιοδήποτε είδος οτιδήποτε
χωρίς αισθητική και συναισθηματική
συγκρότηση
6) Αν ήταν υπερόπλο η μουσική
που θα την χρησιμοποιούσατε;
Να καθαρίσουμε
την αιθαλομίχλη που σχηματίζουν τα
αιωρούμενα σωματίδια της αφέλειας, του
εφησυχασμού και της παραίτησης.
7) Με
ποιον θα θέλατε να ανεβείτε στην σκηνή;
NeilYoung
8 )
Η μουσική σαν πολιτική ή θρησκευτική
έκφραση;
Γιατί να πρέπει να διαλέξουμε
ένα από αυτά τα δύο είδη έκφρασης; Μπορεί
άλλοτε να μην χρειάζεται να φέρει κανένα
από τα δύο, άλλοτε και τα δύο ή/και
περισσότερα.
9) Οι επιρροές σας;
Bob Dylan, Johnny Cash, Neil Young, Frank Black, David
Eugene Edwards, Jeffrey Lee Pierce, κτλ
10)
Μέσον ή σκοπός το συγκρότημα;
Σίγουρα
ως μέσον
11) Μέσον ή σκοπός η μουσική;
Μέσο με το οποίο πασχίζουμε να κρατηθούμε
στο καράβι της αθωότητας
12) Το ταλέντο
συνοδεύει την αλαζονεία ή την
ταπεινοφροσύνη;
Ταλέντο χωρίς ταπεινότητα
(όχι ταπεινοφροσύνη) και πολύ δουλειά
δεν μπορεί παρά να είναι μια εφήμερη
αναλαμπή που δεν μπορεί να διασώσει τον
φορέα του (ταλέντου) από την αθλιότητα
και τη γελοιοποίηση.
13) Συμβολικά με
ποιο ζώο θα παρομοιάζατε την μπάντα;
Κάτι σε πετούμενο μάλλον
14) Μια ευχή
για την μπάντα
Πολλές ευχές: τύχη,
έμπνευση, μακροημέρευση, κουράγιο,
καθαρό μυαλό, αλληλοκατανόηση και πολλά
ταξίδια
15) Ποιο είναι το πιο σκοτεινό
σημείο της μουσικής δημιουργίας;
Η ανακάλυψη της χρήσης του καινού, άλλαξε την ζωή της ανθρωπότητας και όχι απαραίτητα προς το καλύτερο. Σε μαθηματικά αυτό εκφράζεται με το μηδέν, έναν αριθμό που ήταν κριμένος για πολλούς αιώνες και γνωστός μόνο σε περιορισμένο κύκλο ανθρώπων. Η δύναμή του είναι να πολλαπλασιάζει, αλλά και να υποβιβάζει την μονάδα ή το άτομο. Η απερίσκεπτη χρήση του μηδενός από τον άνθρωπο, τον οδήγησε να μοιάζει περισσότερο με Nazgûl, φάντασμα του δακτυλιδιού, παρά με κάποια δημιουργική οντότητα. Εγκλωβισμένος σε ένα σύμβολο του αιώνιου κύκλου, νιώθει ένας νέος θεός μέσα στην περιορισμένη του επανάληψη των ίδιων πραγμάτων. .... " To ότι άνθρωποι με μηδενική προσωπικότητα κυβερνούν τον κόσμο σαν να είναι θεοί…" αυτό συμβολίζει το όνομα των New Zero God, όπως αναφέρουν και οι ίδιοι στο Echo-λόγιο ( http://echooadventures.blogspot.gr/2013/10/new-zero-god-echo.html ). Και προφανώς τα πρώην μέλη των Flowers Of Romance και αργότερα Nexus, αποφάσισαν να σπάσουν τον κύκλο και δημιούργησαν μια νέα μπάντα. Σχηματίζονται το 2006 από τους Mιχάλη Πούγουνα-φωνή (ex-The Flowers Of Romance, ex-Nexus), Δημήτρη Στεβή-τύμπανα (ex-Nexus, ex-The Drops), Κώστα Σπανό ( (ex-Nexus) και Αβέρκιο Χατζηανντωνιάδη (ex-The Flowers of Romance). Μερικές μπύρες και πολλές αναμνήσεις στάθηκαν γερά θεμέλια για την δημιουργία ενός νέο σχήματος, αλλά πάντα πιστού στους goth, dark wave και post punk ήχους των προηγούμενων συνευρέσεων των μουσικών.
Η εμπειρία των μουσικών, αλλά και η προσωπικότητά τους ήταν αρκετά μεγάλη για να αποτύχει το σχήμα. Ακόμα και κάποιες αποχωρήσεις των μελών για να ακολουθήσουν προσωπικές καριέρες, δεν κατάφεραν να εμποδίσουν τη ροή των πραγμάτων. Δύο χρόνια μετά την συνάντηση το ντεμπούτο άλμπουμ "Fun Is A Four Letter Word" ξεκίνησε να ηχογραφείται με τους Μπάμπη Διακουμέα (B-Abyss) στο μπάσο και Ηλία ( (E-Raptor) Ράπτη κιθάρα να έχουν αντικαταστήσει τους παλιούς μουσικούς. Η συμμετοχές σε συλλογές δεν είναι λίγες και την επόμενη χρονιά υπογράφουν στην Puzzlemusik Records και κυκλοφορούν το πρώτο τους άλμπουμ τον Ιανουάριο του 2010. Η ανταπόκριση από τα μουσικά έντυπα είναι κάτι παραπάνω από θετική και μεταξύ των πολλών τα “Dominion Magazine”, "Terrorizer", "Lollipop Magazine", "Carpe Nocturne", “Muen” κ.α. έγραψαν τα καλύτερα γι αυτούς. Στο μεταξύ προσχωρεί στο σχήμα και ο Μιχάλης Χρήστου (ex-Panx Romana)- δεύτερη κιθάρα. Οι ζωντανές τους εμφανίσεις είναι συνεχείς και το τραγούδι "Kiss The Witch" ξεχωρίζει από το άλμπουμ και γίνεται παράλληλα "Video of the Week" για το Dominion Magazine. Το 2013 κυκλοφορούν το δεύτερο τους άλμπουμ, το "MMXIII" από την Αγγλική Secret Sin Records. Η συνεργασίες τους, αλλά και συμμετοχές σε συλλογές είναι ικανές να δημιουργήσουν από μόνες τους ένα άρθρο, μόνο με την αναφορά αυτών. Οι ζωντανές του εμφανίσεις είναι τακτικές με το τωρινό Line-Up να αποτελείται από Mιχάλης Πούγουνας-φωνή, Δημήτρης Στεβής-τύμπανα, Χάρης Σταυρακας – μπάσο, Τόλης Τάκος – κιθάρα. Η πιο πρόσφατη τους κυκλοφορία το single "Destination Unknown", που κυκλοφόρησε και σε βινύλιο.
Κάθε πιτσιρικάς που ξεκινάει να καταπιάνεται με τις νότες και ειδικά όταν αυτές βρίσκονται σε κάποιο rock'n'roll τραγούδι, έχει ένα όνειρο..... να γίνει ροκ σταρ. Η ματαιόδοξη αυτή ονειροπόληση, κράτησε πολλούς έφηβους στον δρόμο της μουσικής και τους απομάκρυνε από τα καθημερινά προβλήματα τους. Η πιθανότητες να γίνει ένας πιτσιρικάς όμως, μουσικός αστέρας είναι μικρότερες από αυτές να κερδίσεις ένα πρωτοχρονιάτικο λαχείο. Αλλά, πάντα στόχος τέτοιων ονείρων είναι κάποια στιγμή να ξεφύγει κάποτε ο έφηβος από το περιβάλλον του, ίσως και να γοητεύσει κάποια κοπελίτσα. Σίγουρα ο Noel Gallagher δε φανταζόταν γράφοντας το Rock 'n' Roll Star, ότι το τραγούδι θα γινόταν και αυτό η βίζα του για το Έβερεστ του rock'n'roll. Η επιτυχία του Definitely Maybe του 1994, του ντεμπούτου άλμπουμ των Oasis, της Britpop/ indie rock μπάντας από το Manchester, δεν άλλαξε μόνο την ζωή των μελών της, αλλά και τα δεδομένα στην Βρετανική μουσική σκηνή. Το συγκεκριμένο τραγούδι, όμως ήταν ένα από τα τρία που έγραψε ο κιθαρίστας της μπάντας και ήθελε να εκφράσει κάτι με το λυρικό του μέρος. Τα άλλα δύο ήταν τα "Live Forever" και "Cigarettes & Alcohol" μέσα από ίδιο άλμπουμ και κατά κάποιον τρόπο συνδέονται, έστω και σαν τίτλοι με το Rock 'n' Roll Star. Προφητικά, θα μπορούσε κάποιος να τα χαρακτηρίσει, λαμβάνοντας υπ' όψη τα γεγονότα που επακολούθησαν της κυκλοφορίας του άλμπουμ. Η σύνθεση αυτή είναι από τα πρώτα τραγούδια της μπάντας και ακόμα παραμένει αγαπητό στο δημιουργό του, φαινόμενο όχι και τόσο συχνό, μιας και πολλοί συνθέτες αποκηρύσσουν τις πρώτες τους δημιουργίες. Ο ίδιος θυμάται όταν το πρωτο-τραγούδησε στο στούντιο και ρωτώντας την γνώμη των υπόλοιπων έξι που βρισκόταν στο στούντιο, το μόνο εισέπραξε ήταν μια απόλυτη σιγή. Απλά την μετέφρασε, σωστά, όπως αποδείχτηκε, σε θαυμασμό, παίρνοντας και απόφαση ότι όντως είναι ένας Rock 'n' Roll Star. Μεταξύ των παρόντων ήταν και ο ιδιοκτήτης της δισκογραφικής Creation Records, ο Alan McGee, οποίος κατάφερε να πει κάτι. Και αυτό ήταν μια παρατήρηση σχετικά με το τελικό mix του τραγουδιού: "turn the hi-hat up in the second verse." ήταν τα λόγια του. Το λυρικό μέρος εκφράζει την ελπίδα του να φύγει από τον τόπο, στον οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε και τίτλος του τραγουδιού ορίζει το μέσον για να το πραγματοποιήσει.
Οι φορές που η ζωή μοιάζει με ένα μισοτελειωμένο σταυρόλεξο, γεμάτο λέξεις που δεν φαίνεται να έχουν καμία μεταξύ τους σύνδεση, δεν είναι λίγες. Το νόημα αποκτάται, όπως και σε ένα σταυρόλεξο, μόνο όταν το δεις ολοκληρωμένο και από απόσταση. Η μουσική είναι κι αυτή ένα κομμάτι της ζωής, όπως οι σκόρπιες νότες που, όταν τοποθετηθούν σωστά, δημιουργούν μια μοναδική μελωδία. Ο άνθρωπος είναι ο συνθέτης της ζωής του και η σωστή τοποθέτηση των γεγονότων που τη συνθέτουν, μαζί με το κατάλληλο τέμπο, παράγουν την αρμονία της.
Οι Pink Floyd, στο έκτο τους άλμπουμ Meddle (1971), βρίσκονται ακριβώς σε ένα τέτοιο σημείο σύνθεσης. Ένα μεταβατικό έργο, στο οποίο αρχίζουν να διαμορφώνουν ολοκληρωμένα τη μουσική τους ταυτότητα, εκείνη που αργότερα θα τους καθιερώσει ως ένα από τα πιο επιδραστικά συγκροτήματα στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής. Ο ψυχεδελικός ήχος της πρώιμης περιόδου μετασχηματίζεται σταδιακά σε progressive και art rock. Το Meddle λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στην πειραματική αναζήτηση της μετα-Barrett εποχής και στη θεματική και ηχητική συνοχή που θα κορυφωθεί με το The Dark Side of the Moon δύο χρόνια αργότερα.
Αν και στο άλμπουμ συναντά κανείς ακόμα διάσπαρτες ιδέες, όπως το «Nothing, Parts 1–24», είναι πλέον εμφανές ότι οι Pink Floyd αρχίζουν να χτίζουν συνθέσεις που βασίζονται στην ατμόσφαιρα, στη σταδιακή ανάπτυξη και στη συλλογική δημιουργία. Μία από τις σημαντικότερες στιγμές του δίσκου είναι το One of These Days, δημιουργία των David Gilmour, Roger Waters, Richard Wright και Nick Mason. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα instrumental κομμάτι, στο οποίο ακούγεται μόνο μία φράση «One of these days I’m gonna cut you up into little pieces» με τη φωνή του Nick Mason, έντονα παραμορφωμένη μέσω tape delay και επεξεργασίας ταχύτητας.
Το τραγούδι ξεκίνησε ως ένα σύνολο αποσπασματικών ιδεών, εξ ου και η αρχική του ονομασία «Nothing, Parts 1–24». Το κεντρικό, επαναλαμβανόμενο riff του Roger Waters στο μπάσο αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο που ενοποίησε τα επιμέρους στοιχεία. Αξιοσημείωτο είναι ότι τόσο ο Waters όσο και ο Gilmour ηχογράφησαν γραμμές μπάσου, τοποθετημένες σε αντίθετα κανάλια, δημιουργώντας ένα έντονο στερεοφωνικό αποτέλεσμα. Η χρήση του Binson Echorec delay, που αποτελούσε ήδη σήμα κατατεθέν του συγκροτήματος, ενίσχυσε την αίσθηση κίνησης και απειλής που διατρέχει το κομμάτι.
Η μοναδική φράση του τραγουδιού φέρεται να απευθύνεται στον Sir Jimmy Young, ραδιοφωνικό παραγωγό του BBC Radio 2. Ο Young είχε προκαλέσει τη δυσαρέσκεια της μπάντας, καθώς συνήθιζε να μιλάει εκτενώς πάνω από αποσπάσματα συναυλιών τους ή να τα χρησιμοποιεί σε ηχητικά κολάζ που, κατά την άποψή τους, παραποιούσαν το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Η «γλυκύτητα» του στίχου, λοιπόν, φαίνεται να έχει περισσότερο ειρωνικό παρά κυριολεκτικό χαρακτήρα.
Πέρα όμως από τον υπόγειο σαρκασμό, το One of These Days αποτελεί, όπως έχει αναφέρει ο Roger Waters μια από τις πρώτες στιγμές, όπου η μπάντα λειτούργησε πραγματικά ως ενιαία δημιουργική μονάδα. Η ένταση χτίζεται σταδιακά, χωρίς βιασύνη, μέχρι την εκρηκτική κορύφωση, πριν καταλήξει σε μια σχεδόν κινηματογραφική αποφόρτιση. Δεν είναι τυχαίο ότι το κομμάτι χρησιμοποιήθηκε συχνά ως εναρκτήριο στις ζωντανές εμφανίσεις τους.
Το animation French Windows, δημιουργία του Ian Emes, συνόδευσε το κομμάτι σε συναυλίες τους στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Η οπτικοποίηση της μουσικής μέσω αφαιρετικών, επαναλαμβανόμενων μοτίβων προανήγγειλε την έντονη σχέση εικόνας και ήχου που οι Pink Floyd θα καλλιεργούσαν αργότερα σε ακόμα μεγαλύτερη κλίμακα.
Όσο για τον μυστηριώδη στίχο, υπάρχει η εικασία ότι η παραμόρφωση της φωνής ίσως έκρυβε τη φράση «You’ve recently gone too far, Syd, it’s enough», υπαινιγμός προς τον Syd Barrett. Ωστόσο, κανένα μέλος του συγκροτήματος δεν επιβεβαίωσε ποτέ αυτή την εκδοχή. Ίσως τελικά το μυστήριο να είναι πιο ταιριαστό με τη φύση του κομματιού, μια σύνθεση που βασίζεται στην ένταση, στην υποψία και στη δύναμη του ανείπωτου.
Το One of These Days δεν είναι απλώς ένα instrumental κομμάτι. Είναι η στιγμή όπου οι Pink Floyd αρχίζουν να οργανώνουν το «σταυρόλεξο» της μουσικής τους ζωής. Οι σκόρπιες λέξεις αποκτούν θέση, οι νότες αποκτούν κατεύθυνση και το χάος μετατρέπεται σε συνειδητή μορφή. Κι όπως συμβαίνει και με τη ζωή, η αρμονία δεν έρχεται από την απουσία θορύβου, αλλά από τη σωστή τοποθέτησή του.
Οι Josefus
ιδρύθηκαν το 1968 και ήταν μια hardrock μπάντα από το Houston,
η οποία θεωρήθηκε ως ένα από τα πρώτα
μοντέλα του τραχύ ήχου του hardrock και heavymetal του Texas.
Έχουν, επίσης, αναφερθεί και σε ένα άρθρο
του αμερικάνικου περιοδικού ClassicRock, σαν οι "χαμένοι
πρωτοπόροι του heavymetal".
Τα ιδρυτικά μέλη DaveMitchell (κιθάρα) και RayTurner (μπάσο), είχαν μια
μπάντα στο σχολείο με το όνομα RipWest. Αυτοί είχαν ηχογραφήσει,
μαζί με τον DougTull
(τύμπανα), κάποια demo και
στην συνέχεια άλλαξαν το όνομά τους σε
Josefus, όταν ήρθε ο τραγουδιστής
PeteBailey. Την
ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν και το πρώτο
τους άλμπουμ "GetOffMyCase". Το
1970 κυκλοφόρησαν τα δυο επόμενα άλμπουμ
τους, αλλά κατά την διάρκεια της περιοδείας
τους και αφού είδαν ότι δεν γνώριζαν
την επιτυχία που περίμεναν, αποφάσισαν
να διαλυθούν. Το 1978 επανασυνδέθηκαν και
έγραψαν τέσσερα νέα τραγούδια, αλλά
αμέσως μετά διαλύθηκαν ξανά. Το 1990 οι
Josefus αποφάσισαν να
ξαναβρεθούν μαζί χωρίς όμως τον DougTull, ο οποίος βρέθηκε
κρεμασμένος στο κελί του, στο Όστιν του
Τέξας, κάποια χρόνια πριν. Στη θέση του
πήραν τον LeesaHarrington-Squyres
και ηχογράφησαν, την ίδια χρονιά, το
"SonofDeadMan". Με αυτή τη σύνθεση
συνέχιζαν ως το 2011, όταν ο RayTurner έπαθε ένα εγκεφαλικό
που τον κατέστησε ανήμπορο να παίζει
πια. Έτσι πήραν τον MarkWeathers και με αυτόν συνεχίζουν
να παίζουν μέχρι σήμερα.
Εν κατακλείδι, οι
Josefus, ήταν μια από τις πρώτες αμερικάνικες
μπάντες, που γεφύρωσε το hard rock των τελών
του '60 με το πρώιμο heavy metal του '70, με πολλές
επιρροές από Led Zeppelin, αλλά και άλλα
συγκροτήματα της εποχής. Δεν είχαν ποτέ
κάποια ιδιαίτερη επιτυχία, όμως θεωρούνται
πρωτοπόροι, εξαιτίας του ήχου που
καθιέρωσαν στο Τέξας, το οποίο, έβγαλε
στη συνέχεια πολλές σπουδαίες μπάντες.
Η ροκ μουσική έχει το προνόμιο να μπορεί με μεγάλη ευκολία να αγκαλιάσει οτιδήποτε είναι γραμμένο με νότες. Δεν είναι λίγες φορές που τα παραδοσιακά ή κλασικά μουσικά κομμάτια γίνονται ροκ επιτυχίες. Η "αγκαλιά" ή το ακουστικό εύρος της δεν σταματάνε μόνο στις νότες. Η θεματολογία της ουσιαστικά είναι μια εγκυκλοπαίδεια και μια προσεκτική αναζήτηση μπορεί να εμπλουτίσει αρκετά τις γνώσεις του καθένα μας. Ακόμα και αν αυτό επιδιώκεται μέσα από μια αλληγορική, σχεδόν σουρεαλιστή σύνδεση μεταξύ τελείως διαφορετικών ιστοριών, Ακριβώς όπως ένα παιδί μπορεί να κατορθώσει με την απλότητά του και την αγνή του φαντασία. Προφανώς ο 12-χρονος Stan Jones, όταν άκουγε μια ιστορία από έναν φίλο του cowboy και φυσικά την έκανε εικόνες στο μυαλό του, ότι θα αποτελέσει βάσει για ένα από τα πιο αγέραστα τραγούδια. Το "(Ghost) Riders in the Sky: A Cowboy Legend" και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1948 και την επόμενη χρονιά έγινε hit στα αμερικάνικα pop charts. Το τραγούδι δεν είχε μόνο πολλά ονόματα όπως, "Ghost Riders", "Ghost Riders in the Sky" και "A Cowboy Legend", αλλά έγινε διασκευή σε σχεδόν όλα τα είδη μουσικής, αν και ξεκίνησε σαν Country, western τραγούδι. Η μουσική του είναι "δανεισμένη" από το "When Johnny Comes Marching Home. Ένα τραγούδι πολύ δημοφιλές κατά την διάρκεια του .... Αμερικάνικου Εμφυλίου Πολέμου. Αν και πρώτη αναφορά γίνεται το 1863 για αυτό το τραγούδι, που χρεώνεται στον Αμερικανο-Ιρλανδό Patrick Gilmore, οι ρίζες του φτάνουν πολύ πίσω στον χρόνο και πέρα από τον Ατλαντικό, στην Ιρλανδία. Όμως, το λυρικό μέρος είναι συνδυασμός δυο κουλτουρών μέσα από τους μύθους τους. Ο μύθος του far west συναντάει την μυθολογία των βόρειων λαών της Ευρώπης. Ουσιαστικά αναφέρεται στο μύθο του Wild Hunt, αλλά με την προσαρμογή στην Άγρια Δύση. Το Άγριο Κυνήγι αναφέρεται σε μια ομαδά κυνηγών-δαιμόνων, που με συνοδεία των σκυλιών τους, σκοτώνουν ή αρπάζουν για την χώρα των νεκρών, όποιον βρεθεί στο διάβα τους. Όποιος έβλεπε το όραμα αυτό στον ύπνο του, επερχόταν και ο θάνατός του. Ο μύθος αποτέλεσε και την βάση του Halloween και ο σκοπός αυτού του κυνηγιού ήταν να διατηρήσει την ισορροπία του κόσμου. Γενικά εμφανίζεται σε πολλές κουλτούρες, κυρίως ινδοευρωπαϊκές, με διαφορετικά ονόματα. Το τραγούδι ενέπνευσε και την Marvel Comics Western για να δημιουργήσει τον χαρακτήρα "Ghost Rider" , που αργότερα μετονομάστηκε σε Phantom Rider. Αλλά και το ρεφρέν χρησιμοποιήθηκε από την ποδοσφαιρική ομάδα Aston Villa Football Club στην δεκαετία του '60 για την είσοδο της ομάδας στον αγωνιστικό χώρο. Jacek Maniakowski