Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

The Cure - A Forest


Όπως λέει ένας φίλος μου η μουσική θα ήταν λιγότερο σκοτεινή αν δεν υπήρχαν οι The Cure. Και σίγουρα το "A Forest" είναι από τις μεγαλύτερες αποδείξεις για αυτό το γεγονός. Το τραγούδι, όπως και όλο το δεύτερο άλμπουμ, το Seventeen Seconds, του 1980, ανήκει στη Gothic rock εποχή τους. Είναι η πρώτη τους είσοδος στο United Kingdom chart καθώς και το πρώτο τους τραγούδι που προβλήθηκε στο περίφημο Top of the Pops του BBC.
H δημιουργία του, όπως και των περισσότερων τραγουδιών του άλμπουμ ανήκει στον Robert Smith, που κάνει και την παραγωγή μαζί με τον Mike Hedges. Είναι από τα πιο δύσκολα μουσικά κομμάτια και ηχογραφήθηκε προς το τέλος, με τα φωνητικά του Smith, να γράφονται χώρια από την μουσική. Εκτός από το πιο αντιπροσωπευτικό τραγούδι της μπάντας και είναι και το κεντρικό θέμα του άλμπουμ. Που δηλώνει, όχι μόνο την ατμόσφαιρα μουσική, αλλά και την ψυχική κατάσταση της μπάντας.
Στο μουσικό μέρος, το μπάσο είναι αυτό που κυριαρχεί και ο τρόπος παιξίματος είναι πρωτοπόρος για την εποχή. Ο Simon Gallup αναφέρει ότι στο παίξιμο επηρεάστηκε από το παίξιμο των The Stranglers, τον μπασίστα Jean-Jacques Burnel, τον οποίον και θαύμαζε. Το λυρικό μέρος αναφέρεται σε ένα όνειρο που είδε μικρός ο Smith, όπου χάθηκε σε ένα δάσος. Αν και ο ίδιος αναίρεσε την δήλωσή του λέγοντας ότι απλά μιλάει για ένα δάσος και τίποτα άλλον. Αν και ένα είναι σίγουρο ότι εκείνη την εποχή, το μυαλό του δημιουργού ήταν σε κάποιο σκοτεινό μέρος, πιθανόν ένα ψυχολογικό σκοτεινό δάσος.
Το τραγούδι επίσης κρύβεται πίσω από το διάσημο περιστατικό στο Werchter Festival του Βελγίου το 1981. Η μπάντα έπαιζε πριν από τον Robert Palmer και μόλις τελείωσε το set της, οι άνθρωποι του καλλιτέχνη που ακολουθούσε τους είπαν να βιαστούν να φύγουν από την σκηνή. Ο Robert Smith τα ενημέρωσε το κοινό ότι δεν τον άφηναν να παίξει άλλο, αλλά τελικά τραγούδησαν το "A Forest" σε 9-λεπτη εκτέλεση φωνάζοντας στο τέλος "F--k Robert Palmer".... κάτι που άρεσε πολύ στο κοινό και υποδέχτηκαν με ζητωκραυγές την δήλωση του τραγουδιστή.


Jacek Maniakowski

Niemen


Η progressive rock είναι γνωστή ότι, δεν γνωρίζει σύνορα, ούτε μουσικά ούτε γεωγραφικά. Πάντα σαν κύριο συστατικό την rock, δοκιμάζει να την συνδυάσει με άλλα είδη μουσικής και γλώσσα δεν αποτελεί κανένα εμπόδιο. Έτσι έχουν δημιουργηθεί σκηνές με γεωγραφικά κριτήρια. Οι πιο σημαντικές είναι η Ιταλική και Πολωνική σκηνή. Και ένας από τους σημαντικότερους αντιπροσώπους της δεύτερης είναι ο Czesław Niemen.
Ο Czesław Juliusz Niemen-Wydrzycki, όπως είναι το πλήρες όνομά του, ήταν συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστή και πολύ-μουσικός.... ουσιαστικά μια μπάντα σε ένα πρόσωπο. Το σημαντικό δεν είναι τόσο η μεγάλη του δισκογραφία, που περιλαμβάνει πάνω από 20 άλμπουμ, οι άπειρες του εμφανίσεις σε φεστιβάλ, αλλά το γεγονός αποτελεί από τις μεγαλύτερες επιρροές για πολλούς μεγάλους μουσικούς.
Ο Niemen, γεννημένος μερικούς μήνες πριν την έναρξη του Β'ΠΠ, από μικρός είχε επαφή με μουσική, από την δημιουργία,όμως των μουσικών οργάνων. Ο πατέρας του κούρδιζε πιάνα, αλλά και διόρθωνε ρολόγια. Από το σχολείο έδειξε την κλίση του προς μουσική. Ξεκίνησε να παίζει εκκλησιαστικό αρμόνιο και τραγουδούσε σε σχολικές παραστάσεις. Στο πρώτο μουσικό σχολείο που φοίτησε, εκδιώχτηκε γιατί δεν παρακολουθούσε τα μαθήματα. Αν και έμαθε να παίζει και σε άλλα όργανα. Τελικά η μέση εκπαίδευση του συνεχίζεται στο Gdańsk, όπου μαθαίνει και φαγκότο. Παράλληλα παίζει σε σχολικές θεατρικές παραστάσεις, Jazz Club και καμπαρέ.
Το 1962 ουσιαστικά ξεκινά και την καριέρα του, όταν συμμετέχει σε φεστιβάλ νέων καλλιτεχνών στο Szczecin και συγκεντρώνει διθυραμβικές κριτικές. Και αμέσως ξεκινά περιοδεία σε όλη την Πολωνία με τους Czerwono-Czarni. Την ίδια χρονιά ηχογραφεί και το πρώτο του ΕΡ με τους Niebiesko-Czarni. Την επόμενη χρονιά μετά από μια εμφάνιση στο Παρίσι, με τους Niebiesko-Czarni υιοθετεί και το Niemen σαν καλλιτεχνικό του όνομα, για να είναι και πιο εύηχο αλλά και πιο εύκολα να το θυμούνται οι ακροατές. Αν και τραγουδά στην μητρική του γλώσσα, με την πάντα του γυρίζει σχεδόν όλη την Ευρώπη, κάνοντας παράλληλα και σόλο εμφανίσεις.
Η δεκαετία του '70 κάνει την γνωριμία του με το ψυχεδελικό ροκ και στρέφεται σε αυτό στις μουσικές του συνθέσεις. Το 1973 ηχογραφεί το Strange Is This World στο Μόναχο και γίνεται γνωστός στους κύκλους του progressive rock. Με την ηχογράφηση του Ode to Venus, ένα χρόνο αργότερα, δοκιμάζει να γράψει και μουσική για κινηματογράφο. Δημιουργεί νέο προτζεκτ, τους Niemen Aerolit, την ίδια χρονιά Ο θάνατος του ντράμερ της μπάντας του, του Piotr Dziemski, τον συγκλονίζει και του αφιερώνει το άλμπουμ Katharsis, που το ηχογραφεί σόλο.
Στην δεκαετία του '80 συνεχίζει το μουσικό του έργο με κορυφαία στιγμή την εμφάνιση του στο Queen Elizabeth Hall στο Λονδίνο. Την επόμενη δεκαετία ασχολείται περισσότερο με ζωγραφική παρά με μουσική και το 2001 κυκλοφορεί το τελευταίο του άλμπουμ το spodchmurykapelusza, τρία χρόνια πριν το θάνατό του από καρκίνο.
Γενικά, αν και δεν γνώρισε εμπορική επιτυχία, στέκεται δίπλα σε μουσικούς τεράστιου βεληνεκούς. Αφιερωμένος στην μουσική, δεν πρόδωσε τις μουσικές του αξίες και η σχέση του με το χρήμα και την επιφανειακή δόξα παρέμεινε κακή σε όλη την ζωή του.


Jacek Maniakowski