Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Bon Jovi


Τέσσερα χρόνια είχαμε να ακούσουμε καινούρια τους δουλειά και να που το 2013 προέκυψε παραγωγικό και για τους Bon Jovi! Με νέο album, το What About Now, 12ο στην καριέρα τους, οι Αμερικάνοι από το New Jersey επιστρέφουν δυναμικά για να μας θυμίσουν ότι ακόμα έχουν να δώσουν πράγματα στη μουσική σκηνή, εισάγοντας νέα στοιχεία, παρόλο που οι κριτικοί έχουν διαφορετική άποψη, θεωρώντας τους... προβλέψιμους. Ανεξάρτητα πάντως από το τι λένε οι κριτικοί, γεγονός παραμένει ότι μέσα σε ένα μόλις μήνα κυκλοφορίας του νέου δίσκου, 500.000 αντίτυπα έγιναν ανάρπαστα!
Οι Bon Jovi σχηματίστηκαν το 1983 με τον Jon Bon Jovi στα φωνητικά, το Richie Sambora στην κιθάρα, το David Bryan στα πλήκτρα και στα τύμπανα, τον Tico Torres. Ελάχιστες αλλαγές υπήρξαν στη σύνθεση του συγκροτήματος, οι επιτυχίες όμως έρχονταν κατά συρροή, αρχής γενομένης με το Runaway, το 1983.
Βέβαια, αρκετοί είναι αυτοί που θεωρούν πώς όλος αυτός ο σάλος που προκλήθηκε γύρω από την εν λόγω pop metal μπάντα οφείλεται στη φωτογένεια του Jon Bon Jovi. Εύλογη η σκέψη, καθώς για πολύ καιρό, ειδικά στην αρχή της πορείας του group, το κούρεμα του Jon απασχολούσε περισσότερο τους δημοσιογράφους από τα τραγούδια που έγραφε ή την απόδοση του στα live. Τελικά όμως και ανεξάρτητα από το αν είναι κάποιος fan της μπάντας ή όχι, ο γοητευτικός John Francis Bongiovi, Jr. κατάφερε να γίνει κάτι παραπάνω από ένα ωραίο poster στον τοίχο!
Χρησιμοποιώντας συστηματικά έξυπνο marketing και με πολλές παγκόσμιες περιοδείες στο ενεργητικό τους κατάφεραν, πολύ σύντομα, να κερδίσουν οπαδούς και να κατακτήσουν την κορυφή της Rock. Πριν 1,5 χρόνο περίπου, φήμες που κυκλοφόρησαν αστραπιαία στο διαδίκτυο, ανακοίνωναν το θάνατο του τραγουδιστή, την ώρα που εκείνος βρισκόταν με το φωτογράφο φίλο του David Bergman. Η αντίδραση; Οι δύο φίλοι σηκώνουν στο net μια φωτογραφία του Jon μπροστά από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, κρατώντας στο ένα χέρι μια εφημερίδα με την τρέχουσα ημερομηνία και στο άλλο ένα χαρτί που έγραφε: "Ο Παράδεισος μοιάζει πολύ με το New Jersey".
Αν μη τι άλλο και πέραν πάσης αμφισβήτησης, ο ακόμα εντυπωσιακός frontman έχει χιούμορ και είναι ετοιμόλογος!

Μαρία Αναστασοπούλου

Fleetwood Mac - The Chain



Το The Chain των Fleetwood Mac είναι μοναδικό τραγούδι τους που γράφτηκε και από τα πέντε μέλη του γκρουπ: Lindsey Buckingham, Mick Fleetwood, Christine McVie, John McVie, Stevie Nicks. Το μέρος που μπαίνει προοδευτικά το μπάσο δημιουργήθηκε από John McVie και Mick Fleetwood, που δημιουργεί την εντύπωση ότι αρχίζει το τραγούδι, όχι ότι τελειώνει. Τους στίχους έγραψε χώρια η Stevie Nicks. Η ίδια μαζί με την Christine McVie έγραψα τα πρώτα μελωδικά μέρη του τραγουδιού. Για να ολοκληρωθεί το τραγούδι Lindsey Buckingham ανακύκλωσε την εισαγωγή από ένα παλιό ντουέτο που έκανε με Nicks, το "Lola (My Love)" Φυσικά και το σόλο σε μπάντζο δίνει ακόμα μια μοναδικότητα στο τραγούδι. Αλλά αυτό που αποτελεί εξαίρεση είναι ότι γράφτηκε απ όλους στο γκρουπ  ένα συγκρότημα που είναι περισσότερο γνωστό για τις έριδες μεταξύ των μελών και τα ερωτικά τρίγωνα. Το The Chain χρησιμοποιήθηκε σε πολλές τηλεοπτικές σειρές, αλλά και σαν μουσικό θέμα στις μεταδόσεις της Formula 1 από το BBC. 
Jacek Maniakowski 

Nick Cave and the Bad Seeds - PUSH THE SKY AWAY!



Nicholas Edward Cave, (γενν. 22 Σεπτεμβρίου 1957) ο Αυστραλός μουσικός, στιχουργός και συγγραφέας δίνει πάλι το τακτικό του ραντεβού με την τέχνη. Αυτήν την φορά με νέο του δίσκο, πέντε χρόνια μετά από το Dig, Lazarus, Dig!!!, το τελευταίο το μουσικό δημιούργημα, μουσικό, γιατί τα άλλα του ταλέντα, όπως το συγγραφικό, δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω και κυρίως λόγω της πολυπραγματοσύνης αυτού του, αστείρευτου δημιουργικά, καλλιτέχνη. Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά από από την δημιουργία, μαζί με τον Mick Harvey, των Nick Cave and the Bad Seeds και μετά από 17 άλμπουμ (!!!!!!!) στις 18 του Φλεβάρη του 2013 κυκλοφορεί την νέα τους δουλειά: PUSH THE SKY AWAY!
Η παράξενη του φυσιογνωμία μαζί με την ιδιαίτερη του φωνή, έχουν ταυτιστεί  αλλά και έχουν γίνει σήμα αναγνώρισης ενός σκοτεινού λυρισμού, με μοναδική, αλλά και πολύ υψηλή αισθητική. Άξια μετενσάρκωση των "καταραμένων" της γαλλικής ποίησης  ντύνει κατάλληλα των στιχουργικό σκοτεινό του λυρισμό με ανάλογες μελωδίες, ικανές να ντύσουν μουσικά και ακόμα και τα ποιήματα του Πόε. Αν και αυτά τα λόγια θα μπορούσαν να αφορούν το κάθε του άλμπουμ, είναι μια ακόμα απόδειξη ότι το νέο του δημιούργημα δεν υστερεί σε τίποτα από τα προηγούμενα του δημιουργήματα και η σχέση εξάρτησης με την ποιότητα, φαίνεται να μην υπάρχει κάτι, εκτός από τον θάνατο, ικανό να την γκρεμίσει. Στο νέο του άλμπουμ δεν πρωτοτυπεί, βαδίζει στα γνωστά γι αυτόν μουσικά και λυρικά μονοπάτια, που από τις πρώτες νότες με μεγάλη ευκολία σε ταξειδεύουν σε φανταστικούς, όσο και σκοτεινούς, χωροχρόνους. Το να ξεχωρίσεις κάποια τραγούδια είναι το ίδιο δύσκολο, όσο σε έναν γονιό να ξεχωρίσει κάποια από τα παιδιά του και προσωπικά δεν τολμώ να το κάνω. Ο δίσκος απλά επιβάλλεται σε αυτούς που τον έχουν γνωρίσει και σε αυτούς που ακόμα δεν το έχουν κάνει, απλά θα πλουτίσουν κατά πολύ την μουσική τους εμπειρία!

Jacek Maniakowski 

Blondie - Call Me



Κάπου στις αρχές του '80, ο γνωστός disco παραγωγός Giorgio Moroder έχει αναλάβει να ντύσει μουσικά το “American Gigolo” με πρωταγωνιστή τον Richard Gere. Έχοντας στα χέρια του ένα demo με τίτλο “Man Machine” ΄κάνει πρόταση στην Stevie Nicks των Fleetwood Mac, όμως το τραγούδι της "μύρισε" και αρνείται να κάνει την σύνθεση και την εκτέλεση του τραγουδιού. Τότε απευθύνεται στην τραγουδίστρια του Punk γκρουπ Blondie, την Debbie Harry. Εκείνη μύρισε την επιτυχία και μαζί με τον Moroder συνθέτουν και ηχογραφούν το τραγούδι, με τον Moroder παραγωγό. Λίγες εβδομάδες αργότερα το “Call Me” των Blondie βρίσκεται στην κορυφή του Billboard Hot 100. Γίνεται σήμα κατατεθέν του γκρουπ, αλλά και της πολύ επιτυχημένης ταινίας. 
Jacek Maniakowski 

R.E.M - Man on the Moon



Ο άνθρωπος μπορεί να ξεχάσει, ένα γραπτό μπορεί να καεί και κάποιο αρχείο να καταστραφεί. Αυτό που δεν πρόκειται να μην χαθεί ποτέ είναι μια μελωδία. Και ένα τραγούδι πάντα είναι είναι ένας καλός αγωγός γνώσης, ειδικά όταν μιλάει για προσωπικότητες που δεν έγιναν κατανοητές από την πλειονότητά μας, καταφέρνει να δώσει το ακριβές στίγμα, με λίγες νότες και μερικούς στίχους, ακόμα και για τους πιο παράξενους ανθρώπους.
Το "Man on the Moon" των R.E.M, ανήκει σε αυτήν την κατηγορία τραγουδιών. Είναι το δεύτερο σινγκλ από το άλμπουμ τους, το Automatic for the People του 1992. Το κομμάτι υπάρχει και στο soundtrack της ομώνυμης ταινίας του 1999, τη οποία έντυσαν μουσικά οι R.E.M και με πρωταγωνιστή στον ρόλο του ήρωα του τραγουδιού, τον Jim Carrey. Το τραγούδι αναφέρεται στον Andy Kaufman. Ουσιαστικά το τραγούδι έδωσε τον τίτλο της ταινίας και το γκρουπ πρωτο-ασχολήθηκε με την αινιγματική προσωπικότητα αυτού του κωμικού.
Ο Andy Kaufman ή Andrew Geoffrey Kaufman, όπως είναι πλήρες το όνομά του, γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1949 και άφησε τούτο τον κόσμο στις 16 Μαΐου 1984, στο νοσοκομείο του δυτικού Χόλυγουντ, από καρκίνο. O ίδιος περιέγραφε τον εαυτό του ως «άνθρωπο που τραγουδά και χορεύει», αποφεύγοντας να χαρακτηριστεί ως κωμικός. Ηθοποιός και διασκεδαστής διακρίθηκε κυρίως στο είδος της stand-up κωμωδίας και στο χώρο της τηλεόρασης. Με τη συμμετοχή του στην επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά Taxi (1978-83), στον ρόλο του Latka Gravas, εξελίχθηκε σε έναν από τους πλέον δημοφιλείς κωμικούς της Αμερικής, ωστόσο οι ερμηνείες του και οι δημόσιες εμφανίσεις του στην τηλεόραση υπήρξαν αρκετές φορές ασυνήθιστες, αντισυμβατικές και συχνά αλλόκοτες, άλλοτε εξοργίζοντας και άλλοτε δημιουργώντας αμηχανία στο κοινό. Γνωστές είναι οι -μιμήσεις του Elvis στο Saturday Night Live, την ατάκα του "Hey, baby are we losing touch?" βάζει και στους στίχους του τραγουδιού ο Stipe .Χαρακτηριστικές θεωρούνται οι εμφανίσεις του ως Tony Clifton, υποδυόμενος έναν απωθητικό τραγουδιστή που παρενοχλούσε το κοινό του, καθώς και ως επαγγελματίας παλαιστής. Στις δύο αυτές περιπτώσεις, ο Κάουφμαν ερμήνευε με μεγάλη αληθοφάνεια, φθάνοντας συχνά στα άκρα, έτσι ώστε να μην είναι ευδιάκριτη η χιουμοριστική πτυχή των εμφανίσεων του και οι χαρακτήρες του να παρουσιάζονται ως αληθινοί, προκαλώντας την αντίδραση και κατά συνέπεια τη συμμετοχή του κοινού.
Jacek Maniakowski

Blue Öyster Cult - Don't Fear the Reaper



Tο Don't Fear the Reaper, γράφτηκε και τραγουδήθηκε από τον κιθαρίστα των Blue Öyster Cult τον Donald "Buck Dharma" Roeser το 1976. Οι στίχοι του αναφέρονται στον αναπόφευκτο θάνατο, αλλά και στον ανόητο φόβο του αναπόφευκτου και η ιδέα για αυτούς τους στίχους ήρθε όταν ο κιθαρίστας Buck Dharma, σκεφτόταν τι θα γινόταν αν πέθαινε νέος. Ο στίχος "Romeo and Juliet are together in eternity" κάνει πολλούς ακροατές να νομίζουν ότι μιλάει για αυτοκτονία-δολοφονία κάποιου ζευγαριού, αλλά ο συνθέτης του τραγουδιού το διαψεύδει λέγοντας ότι, πρόκειται για περιγραφή του αιώνιου έρωτα που συνεχίζει μετά και τον θάνατο! Επίσης υποθέτει ότι κάθε μέρα "40,000 men and women" πεθαίνουν την ημέρα, γι αυτό και χρησιμοποιεί πολύ αυτό τον στίχο. Στην πρώτη ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκε επίσης και κουδούνα... Το τραγούδι έφτασε το 1972 νούμερο 12 του Billboard Hot 100 το 1976, περιλαμβάνεται στο άλμπουμ Agents of Fortune της ίδιας χρονιάς. Έχει διασκευαστεί πολλές φορές. Απολαύστε άφοβα.... 
Jacek Maniakowski 

Led Zeppelin - Black Dog



Πολλές φορές στις θρησκείες κυρίως και αργότερα στη λογοτεχνία, την ποίηση και τη μουσική η μορφή ενός ζώου χρησιμοποιούνταν είτε ως λατρεία μιας ιδιότητας που λείπει από τους ανθρώπους είτε πολλές φορές και για να απενοχοποιήσει μία ιδιότητα που δεν τη χρησιμοποιεί για λόγους πολύ ταπεινούς, ενώ να ζώο την έχει ως ένστικτο. Γενικά ένας άνθρωπος πάντα έψαχνε τον εαυτό του έξω από τον ίδιο και ένα ζώο είναι το πιο εύκολο σημείο για παρομοίωση. Όμως κάποια ζώα έχουν ιδιαίτερη προτίμηση τα ως τίτλοι τραγουδιών είτε ως τίτλοι μπάντας, και πριν φτάσουμε στους δράκους και σε άλλα φανταστικά ζώα που χρησιμοποιούσε η metal μουσική, υπήρχαν ζώα που βλέπουμε μπροστά μας.

Ένα από τα ζώα που είχε περισσότερη προτίμησε στα μπλουζ και στα rock τραγούδια ήταν και ο σκύλος. Ουσιαστικά κρατάει πρωτεία μαζί με το φίδι. Ένας λόγος για κάτι τέτοιο ήταν πώς χρησιμοποιούσε τα ζώα ως συντομεύσεις εννοιών, όπως για παράδειγμα εξουσία, ελευθερία, κίνδυνος, σεξουαλικότητα, θάνατος, επανάσταση. Το "Black Dog" των Led Zeppelin Δεν αποτελεί καμία εξαίρεση, αλλά είναι μάλλον άγνωστο για το πόσο ήθελε το συγκρότημα να δώσει κάποιο συμβολισμό. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε μεταξύ του Δεκεμβρίου του 1970 και του φλεβάρη του 1971 στο Headley Grange με το Island Mobile Studio. Κυκλοφόρησα όμως το Νοέμβριο του 1971 μέσα στο άλμπουμ Led Zeppelin IV. Η δημιουργία του οφείλεται στον μπασίστα του γκρουπ John Paul Jones, που έψαχνε μια σύνθεση να μην είναι πολύ χορευτική και έφτιαξε το αρχικό riff. Δημιουργώντας έτσι ένα από τα πιο ιστορικά σκαλοπάτια στην μουσική και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα riff.

Ο John Paul Jones το συνέθεσε σε Fender Bass VI, αναζητώντας ένα βαρύ, syncopated μπλουζ μοτίβο. Η αναφορά στο Electric Mud του Muddy Waters κυκλοφορεί συχνά, αλλά ο ίδιος ο Jones δεν την έχει επιβεβαιώσει ποτέ, έχοντας έτσι μήνυση στη σφαίρα του μύθου ή ο ίδιος μουσικός την άφησε να μείνει έτσι. Σε συνεντεύξεις του έχει δηλώσει απλώς ότι ήθελε «ένα ηλεκτρικό μπλουζ με rollin bass και ασύμμετρο ρυθμό». Η κοινωνιολόγος Deena Weinstein αναγνωρίζει το τραγούδι ως ένα από τα πιο εμβληματικά κομμάτια της ροκ μουσικής, παρόλο που κάποιες δημοσιογραφικές υπερβολές θεωρούν πως η ίδια το τοποθετεί ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια των Led Zeppelin.

Ένας μαύρος σκύλος λοιπόν, δεν μπορεί να είναι ένα φανταστικό ον, αλλά ίσως από τα πιο αναγνωρίσιμα και χαρακτηριστικά που ανήκουν στην συνομοταξία των κυνοειδών. Στο σημείο αυτό πάλι ένας αστικός μύθος κάνει την εμφάνισή του και υπάρχουν αναφορές πώς πρόκειται για ένα κατάμαυρο Labrador retriever, χωρίς όνομα που γυρνούσε έξω από Headley Grange στούντιο, που ηχογραφούσαν τον τέταρτο τους δίσκο. Ο μύθος γύρω από αυτό δεν είναι ιδιαίτερα λυρικός, απλά πρόκειται για ένα σκύλο ο οποίος βρισκόταν στα πρώτα στάδια, όμως σε πολύ πρώτα στάδια, της διαδικασίας της διαιώνισης της ράτσας του, πάντα με τη συμβολή μιας φιλικής σκύλας. Κατα τις εικασίες αυτές λοιπόν, ουσιαστικά όλη αυτή τη διαδικασία δημιούργησε την επιφοίτηση για την ονομασία του τίτλου του κομματιού. Αν και η πραγματικότητα αναφέρει πως όντως υπήρχε ένα μαύρο αδέσποτο λαμπραντόρ έξω από το στούντιο, ιστορία της έμπνευσης αποτελεί έναν αστικό μύθο. Ο Robert Plant και ο Jimmy Page έχουν δηλώσει επανειλημμένα ότι απλώς είδαν τον σκύλο, τους άρεσε η εικόνα και τον χρησιμοποίησαν ως τίτλο, χωρίς να συνδέεται με την ερωτική θεματολογία των στίχων.

Ο στίχος φυσικά δεν αναφέρεται σε ερωτικές περιπέτειες του σκύλου ήρωα μας, εκτός από μια φράση("Eyes that shine burning red"), αλλά σε άκρατο πόθο μιας γυναίκας με θετική κατάληξη! Αν και αυτό δεν αποτελεί μία επιβεβαίωση και απλά μία ερμηνεία. Ίσως θα ήταν ιδανικό ότι κάθε πόθος να καταλήγει θετικά σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι στίχοι δημιουργήθηκαν από τον τραγουδιστή Robert Plant, όταν είχε μια δυναμική συζήτηση με το υπόλοιπο γκρουπ πάνω στο "Oh Well" των Fleetwood Mac. Αν και πάλι αυτό δεν επιβεβαιώνεται και ο ίδιος ο Plant είχε δηλώσει πως απλά του έκανε εντύπωση η φωνητική δομή και το call-and-response του τραγουδιού.

Από πλευράς της μουσικής δομής, το τραγούδι δεν έχει κάποια παραδοσιακό ρεφρέν, αλλά βασίζεται σε εναλλαγή μέτρων (4/4 → 5/4 → 4/4) και σε διαλογική σχέση φωνής/οργάνων. Η φωνή του Plant εισέρχεται σε αντίθετο ρυθμό με το riff, δημιουργώντας ένταση που εκτονώνεται μόνο στη γέφυρα. Όσο αφορά το κομμάτι των κρουστών, ο John Bonham έπαιξε ένα από τα πιο τεχνικά απαιτητικά ρυθμικά μοτίβα της καριέρας του. Τα τύμπανα δεν ακολουθούν το bass riff, αλλά κινούνται ανεξάρτητα, δημιουργώντας πολυρυθμία που δυσκόλεψε ακόμη και επαγγελματίες ντράμερ να το μάθουν.

Το τραγούδι είχε αρκετά μεγάλη εμπορική επιτυχία, καθώς το συγκρότημα εκείνη την εποχή ήταν κορυφαία μπάντα στον κόσμο. Έφτασε στο Νο 15 του Billboard Hot 100 και Νο 11 του UK Singles Chart. Αν και ποτέ δεν έφτασε στην κορυφή, η ραδιοφωνική του έκθεση μαζί με την χρήση του τραγουδιού σε ταινίες, διαφημίσεις και βιντεοπαιχνίδια το μετέτρεψαν σε ένα ορόσημο, όχι μόνο της μπάντας αλλά και της ροκ και της σκληρής ροκ μουσικής.

Τραγούδι είχε πάντα μία θέση σχεδόν σε όλες τις περιοδείες τους μετά το 1971. Μετά τη διάλυσε του συγκροτήματος, η πιο γνωστή εκτέλεση είναι αυτή με τους The Black Crowes το 1999 Και έχει κυκλοφορήσει στο άλμπουμ Live at the Greek (2000), όπου ο Page αναγκάστηκε να προσαρμόσει το τέμπο λόγω της διαφορετικής ρυθμικής προσέγγισης των Black Crowes.



Ram Jam "Black Betty"



Πολλοί θεωρούν το Black Betty σαν απόλυτη "αμερικανο-βλαχιά" και δεν έχουν ακριβώς άδικο. Το απόλυτο και μοναδικό hit των Ram Jam, ενός βραχύβιου μουσικού σχήματος από την Νέα Υόρκη, είναι ένα παραδοσιακό τραγούδι του Folk τραγουδιστή Leadbelly. Χάρη σε αυτό το κομμάτι σώθηκαν και έγιναν γνωστές και άλλες συνθέσεις του καλλιτέχνη που άφησε τούτο τον κόσμο το έτος 1949. Το τραγούδι συνήθιζαν να τραγουδάνε οι εργάτες, την ώρα της δουλειάς. Οι στίχοι κινούνται σε κλασικά Folk/Blues μοτίβα και μιλάει για μαύρη και "ζόρικη" γυναίκα από την Αλαμπάμα. Οι Ram Jam αλλάξανε κάποιους στίχους επειδή κάποιες ομάδες για ανθρώπινα δικαιώματα θεώρησαν ότι προσβάλει τις αφρο-αμερικανές γυναίκες. Επίσης έδωσαν πιο πολύ μπιτ στο κομμάτι και οι κιθάρες πιο επιθετικό τέμπο στο τραγούδι, ώστε να είναι ιδανικότερο κομμάτι για οποιαδήποτε αθλητική συνάντηση. 
Jacek Maniakowski