Πολλές φορές
στις θρησκείες κυρίως και αργότερα στη λογοτεχνία, την ποίηση και τη μουσική η
μορφή ενός ζώου χρησιμοποιούνταν είτε ως λατρεία μιας ιδιότητας που λείπει από
τους ανθρώπους είτε πολλές φορές και για να απενοχοποιήσει μία ιδιότητα που δεν
τη χρησιμοποιεί για λόγους πολύ ταπεινούς, ενώ να ζώο την έχει ως ένστικτο.
Γενικά ένας άνθρωπος πάντα έψαχνε τον εαυτό του έξω από τον ίδιο και ένα ζώο
είναι το πιο εύκολο σημείο για παρομοίωση. Όμως κάποια ζώα έχουν ιδιαίτερη
προτίμηση τα ως τίτλοι τραγουδιών είτε ως τίτλοι μπάντας, και πριν φτάσουμε
στους δράκους και σε άλλα φανταστικά ζώα που χρησιμοποιούσε η metal μουσική,
υπήρχαν ζώα που βλέπουμε μπροστά μας.

Ένα από τα ζώα
που είχε περισσότερη προτίμησε στα μπλουζ και στα rock τραγούδια ήταν και ο
σκύλος. Ουσιαστικά κρατάει πρωτεία μαζί με το φίδι. Ένας λόγος για κάτι τέτοιο
ήταν πώς χρησιμοποιούσε τα ζώα ως συντομεύσεις εννοιών, όπως για παράδειγμα εξουσία, ελευθερία, κίνδυνος,
σεξουαλικότητα, θάνατος, επανάσταση. Το "Black Dog" των Led Zeppelin
Δεν αποτελεί καμία εξαίρεση, αλλά είναι μάλλον άγνωστο για το πόσο ήθελε το
συγκρότημα να δώσει κάποιο συμβολισμό. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε μεταξύ του
Δεκεμβρίου του 1970 και του φλεβάρη του 1971 στο Headley Grange με το Island
Mobile Studio. Κυκλοφόρησα όμως το Νοέμβριο του 1971 μέσα στο άλμπουμ Led Zeppelin IV. Η δημιουργία του
οφείλεται στον μπασίστα του γκρουπ John Paul Jones, που έψαχνε μια σύνθεση να
μην είναι πολύ χορευτική και έφτιαξε το αρχικό riff. Δημιουργώντας έτσι ένα από
τα πιο ιστορικά σκαλοπάτια στην μουσική και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα riff.
Ο John Paul
Jones το συνέθεσε σε Fender Bass VI, αναζητώντας ένα βαρύ, syncopated μπλουζ
μοτίβο. Η αναφορά στο Electric Mud του Muddy Waters κυκλοφορεί συχνά, αλλά ο
ίδιος ο Jones δεν την έχει επιβεβαιώσει ποτέ, έχοντας έτσι μήνυση στη σφαίρα
του μύθου ή ο ίδιος μουσικός την άφησε να μείνει έτσι. Σε συνεντεύξεις του έχει
δηλώσει απλώς ότι ήθελε «ένα ηλεκτρικό μπλουζ με rollin bass και ασύμμετρο
ρυθμό». Η
κοινωνιολόγος Deena Weinstein αναγνωρίζει το τραγούδι ως ένα από τα πιο
εμβληματικά κομμάτια της ροκ μουσικής, παρόλο που κάποιες δημοσιογραφικές
υπερβολές θεωρούν πως η ίδια το τοποθετεί ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα
κομμάτια των Led Zeppelin.
Ένας μαύρος
σκύλος λοιπόν, δεν μπορεί να είναι ένα φανταστικό ον, αλλά ίσως από τα πιο αναγνωρίσιμα
και χαρακτηριστικά που ανήκουν στην συνομοταξία των κυνοειδών. Στο σημείο αυτό
πάλι ένας αστικός μύθος κάνει την εμφάνισή του και υπάρχουν αναφορές πώς
πρόκειται για ένα κατάμαυρο Labrador retriever, χωρίς όνομα που γυρνούσε έξω
από Headley Grange στούντιο, που ηχογραφούσαν τον τέταρτο τους δίσκο. Ο μύθος
γύρω από αυτό δεν είναι ιδιαίτερα λυρικός, απλά πρόκειται για ένα σκύλο ο
οποίος βρισκόταν στα πρώτα στάδια, όμως σε πολύ πρώτα στάδια, της διαδικασίας
της διαιώνισης της ράτσας του, πάντα με τη συμβολή μιας φιλικής σκύλας. Κατα τις
εικασίες αυτές λοιπόν, ουσιαστικά όλη αυτή τη διαδικασία δημιούργησε την επιφοίτηση
για την ονομασία του τίτλου του κομματιού. Αν και η πραγματικότητα αναφέρει πως
όντως υπήρχε ένα μαύρο αδέσποτο λαμπραντόρ έξω από το στούντιο, ιστορία της
έμπνευσης αποτελεί έναν αστικό μύθο. Ο Robert Plant και ο Jimmy Page έχουν
δηλώσει επανειλημμένα ότι απλώς είδαν τον σκύλο, τους άρεσε η εικόνα και τον
χρησιμοποίησαν ως τίτλο, χωρίς να συνδέεται με την ερωτική θεματολογία των
στίχων.
Ο στίχος
φυσικά δεν αναφέρεται σε ερωτικές περιπέτειες του σκύλου ήρωα μας, εκτός από
μια φράση("Eyes that shine burning red"), αλλά σε άκρατο πόθο μιας
γυναίκας με θετική κατάληξη! Αν και αυτό δεν αποτελεί μία επιβεβαίωση και απλά
μία ερμηνεία. Ίσως θα ήταν ιδανικό ότι κάθε πόθος να καταλήγει θετικά σε
τέτοιες περιπτώσεις. Οι στίχοι δημιουργήθηκαν από τον τραγουδιστή Robert Plant,
όταν είχε μια δυναμική συζήτηση με το υπόλοιπο γκρουπ πάνω στο "Oh
Well" των Fleetwood Mac. Αν και πάλι αυτό δεν επιβεβαιώνεται και ο ίδιος ο
Plant είχε
δηλώσει πως απλά του έκανε εντύπωση η φωνητική δομή και το call-and-response του τραγουδιού.
Από πλευράς
της μουσικής δομής, το τραγούδι δεν έχει κάποια παραδοσιακό ρεφρέν, αλλά
βασίζεται σε εναλλαγή μέτρων (4/4 → 5/4 → 4/4) και σε διαλογική σχέση
φωνής/οργάνων. Η φωνή του Plant εισέρχεται σε αντίθετο ρυθμό με το riff,
δημιουργώντας ένταση που εκτονώνεται μόνο στη γέφυρα. Όσο αφορά το κομμάτι των
κρουστών, ο John Bonham έπαιξε ένα από τα πιο τεχνικά απαιτητικά ρυθμικά μοτίβα
της καριέρας του. Τα τύμπανα δεν ακολουθούν το bass riff, αλλά κινούνται
ανεξάρτητα, δημιουργώντας πολυρυθμία που δυσκόλεψε ακόμη και επαγγελματίες
ντράμερ να το μάθουν.
Το τραγούδι
είχε αρκετά μεγάλη εμπορική επιτυχία, καθώς το συγκρότημα εκείνη την εποχή ήταν
κορυφαία μπάντα στον κόσμο. Έφτασε
στο Νο 15 του Billboard Hot 100 και Νο 11 του UK Singles Chart. Αν και ποτέ δεν
έφτασε στην κορυφή, η ραδιοφωνική του έκθεση μαζί με την χρήση του τραγουδιού
σε ταινίες, διαφημίσεις και βιντεοπαιχνίδια το μετέτρεψαν σε ένα ορόσημο, όχι
μόνο της μπάντας αλλά και της ροκ και της σκληρής ροκ μουσικής.
Τραγούδι είχε
πάντα μία θέση σχεδόν σε όλες τις περιοδείες τους μετά το 1971. Μετά τη διάλυσε
του συγκροτήματος, η πιο γνωστή εκτέλεση είναι αυτή με τους The Black Crowes το 1999 Και έχει
κυκλοφορήσει στο άλμπουμ Live at the Greek (2000), όπου ο Page αναγκάστηκε να
προσαρμόσει το τέμπο λόγω της διαφορετικής ρυθμικής προσέγγισης των Black Crowes.