Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Faith No More - Epic


Ένα έπος είναι η εξύμνηση ενός γεγονότος, που χωρίς την βοήθεια κάποιου ταλαντούχου συγγραφέα, θα ήταν απεχθές και χωρίς μιμητές. Σαν ηλεκτρόνιο, ένας συγγραφέας δένει ένα γεγονός με την ιστορία και την ανθρώπινη μνήμη, ωραιοποιώντας το. Μια τέτοια ενέργεια, που μπορεί να ενώσει διαφορετικά ανεξάρτητα πράγματα μεταξύ τους και να τα μεγαλώσει, τουλάχιστον στα μάτια ανθρώπων, υπάρχει σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Ανάλογα με την θρησκεία και φιλοσοφική προσέγγιση, έχει και διαφορετικό όνομα. Στο rock 'n' roll το όνομα αυτό αφορά κάποιον μουσικό, νέο μέλος συνήθως, που με την παρουσία του το απογειώνει...... σε επικές διαστάσεις, ακόμα κι αν η συνεισφορά του δεν είναι τόσο μεγαλειώδης.


Η σουρεαλιστική προσωπικότητα του  Mike Patton ήταν ακριβώς το ηλεκτρόνιο που χρειαζόταν οι  Faith No More για να γίνουν, από μια υποσχόμενη μπάντα, μια πολύ επιτυχημένη και ολοκληρωμένη. Το διαβατήριο για την επιτυχία υπήρξε το τρίτο τους άλμπουμ, το The Real Thing του 1989. Μετά την φυγή-εκδίωξη του Chuck Mosley, λίγο πριν κυκλοφορία του τα φωνητικά ανέλαβε ο Mike Patton, αλλά και την λυρική επένδυση όλων των τραγουδιών τους. Και μεταξύ των άλλων και ένα τραγούδι, που έμελλε να είναι σταθμός για την σκληρή μουσική. Το μουσικό μέρος  του "Epic" είχε ολοκληρωθεί πριν ο στιχουργός του αφήσει τους  Mr. Bungle και εισχωρήσει στην νέα του μπάντα.

Οι δημιουργοί της μεγαλύτερης επιτυχίας της μπάντας είναι οι Billy Gould, Jim Martin, Roddy Bottum, Mike Bordin. Οι στίχοι είναι το ίδιο σουρεαλιστικοί, όπως και οι προσωπικότητα του τραγουδιστή. Η συνεχής αναφορά στο  "it", χωρίς να προσδιορίζει σε κανένα σημείο τι ακριβώς είναι "αυτό" επιτίνει τον σουρεαλισμό με την ερώτηση "What is it?" από την υπόλοιπη μπάντα. Όμως η μουσική, αν και γράφτηκε με πολυ φυσιολογικό τρόπο, αποτελεί την βάση για την εξέλιξη της heavy metal μουσικής σε Nu Metal. Ο συνδυασμός των Funk, Rap, Heavy Metal και κλασικής μουσικής ήταν πρωτόγνωρος για τα αυτιά των "μεταλάδων" εκείνης της εποχής.

Ο τίτλος του τραγουδιού, που είναι τελείως άσχετος με του σουρεαλιστικούς στίχους, προήλθε από μια ιδιωματική ονομασία της  διαδικασίας της δημιουργίας ενός τραγουδιού. Συγκεκριμένα ξεκινούσαν με την δημιουργία της μουσικής πρώτα και πάνω σ' αυτήν πρόσθεταν τους στίχους, ονομάζοντας όλη αυτήν την διαδικασία απλά «Epic». Ο όρος «epic» ως στούντιο slang αναφέρεται στη διαδικασία «μουσική πρώτα, στίχοι μετά», αλλά η μπάντα έδωσε μια ειρωνική χροιά σε αυτό. Φυσικά μόνο "επική" αντιμετώπιση δεν είχε το τραγούδι από την δισκογραφική τους, την  Slash. Μετά την εμπορική αποτυχία του πρώτου σινγκλ του άλμπουμ, του  'From Out Of Nowhere', έκανε την εταιρία του να θέλει να τους εγκαταλείψει. Κυκλοφόρησε σε σινγκλ το τραγούδι, δημιουργώντας και βιντεοκλίπ που το συνόδευε, σαν ύστατη προσπάθεια, αλλά και με περισσότερη ειρωνεία, παρά πίστη στην επιτυχία του. Ούτε όμως, το συγκρότημα είχε ιδιαίτερες προσδοκίες από την κυκλοφορία του τραγουδιού.

Κυκλοφόρησε ως τρίτο single του άλμπουμ τον Ιούνιο του 1990, την επόμενη χρονιά της κυκλοφορίας του άλμπουμ. Και παρόλη την αδιάφορη προσέγγιση κατάφερε να φτάσει στο Νο 9 του Billboard Hot 100, Νο 1 στο Modern Rock Tracks, Νο 13 στο Mainstream Rock, Νο 17 στο UK Singles Chart και Νο 1 στην Αυστραλία. Βραβεύτηκε  ως Platinum στις ΗΠΑ (πάνω από 1 εκατ. αντίτυπα) και Gold σε ΗΒ, Αυστραλία, Καναδά και Νέα Ζηλανδία. Ήταν το πρώτο single των Faith No More που μπήκε στο Top 10 των ΗΠΑ και το πιο εμπορικά επιτυχημένο τραγούδι της καριέρας τους.

Ηχογραφήθηκε στα Brilliant Studios και Different Fur Studios του Σαν Φρανσίσκο (1988–1989) με παραγωγό τον Matt Wallace. Η παραγωγή συνδύασε το αναλογικό ήχο για την ζεστασιά που δίνει, αλλά πειραματίστηκε με πρώιμη ψηφιακή επεξεργασία, δηλαδή, τα τύμπανα ηχογραφήθηκαν ζωντανά, το μπάσο περάστηκε από DI συν τον ενισχυτή Ampeg, και οι κιθάρες του Jim Martin διπλασιάστηκαν με ελαφριά παραμόρφωση για να διατηρηθεί η «ζωντανή» αίσθηση. Το πιάνο στο τέλος ηχογραφήθηκε σε ένα ακουστικό upright piano που είχε τοποθετηθεί στο στούντιο για αυτοσχεδιασμούς. Η «έκρηξη» ήταν οπτικό εφέ στο βίντεο και στην ηχογράφηση το κομμάτι κλείνει με αργό fade-out.

Η φωνητική ερμηνεία του Patton ήταν και αυτή πρωτοπόρα για την εποχή και συνδυάζει rap delivery, melodic phrasing και theatrical growls, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά τη φωνητική πολυμορφία του nu metal. Το «What is it?» δεν είναι απλό ρεφρέν, αλλά «call-and-response δομή», δηλαδή φράση που μιμείται τη λογική της ερώτησης-απάντησης σε τελετουργικό ή θεατρικό πλαίσιο. Με όλο αυτό το ανακάτεμα έδωσε αφορμές για ακαδημαϊκή μελέτη. Οι μουσικολόγοι το αναλύουν ως «πρώιμο παράδειγμα genre-blending» που περιλαμβάνει funk basslines, heavy metal riffing, rap vocal flow, classical piano interlude. Αυτός ο συνδυασμός αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο για συγκροτήματα όπως οι Korn, Limp Bizkit, Linkin Park, System of a Down και Deftones.

Αλλά το και το βιντεοκλίπ έχει πολύ ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες. Για την δημιουργία του, πηγή έμπνευσης υπήρχε γενικά το έργο του Ισπανού ζωγράφου Salvador  Dali. Η συνεχής του μετάδοση από το  MTV, οφειλόταν και στο εντυπωσιακό του τελείωμα όπου, το πιάνο που κλείνει και το τραγούδι, εκρήγνυται και μια εικόνα ενός ψαριού που σπαρταράει έξω από το νερό, μπερδεύει ακόμα περισσότερο τον θεατή. Σκηνοθετημένο από τον Ralph Ziman κατάφερε να κερδίσει το MTV Video Music Award για Best Metal/Hard Rock Video (1990).

Το ψάρι άνηκε στην  Björk, η οποία εκείνη την εποχή βρισκόταν στο San Francisco για ένα ρεσιτάλ ποίησης. Το έδωσε σε έναν φίλο της ο οποίος μετά από αυτό  πέρασε από το πάρτι, που γινόταν  στο σπίτι του Roddy Bottum, στον οποίο έδωσε και το ψάρι, που πριν λίγο του είχε δοθεί. Αν και ίδια τους το εμπιστεύτηκε, έχοντας την πεποίθηση, ότι δεν θα το έβλαπταν, το ψάρι δεν το ξαναείδε κανείς. Η ίδια η  Ισλανδή τραγουδίστρια ομολογεί ότι, αν δεν το είχε δώσει, τίποτα δεν θα είχε συμβεί..... ούτε στο ψάρι, αλλά ούτε και στο συγκρότημα, αλλά με διαφορετική κατάληξη για τον καθένα.

Ο Jim Martin, κιθαρίστας του γκρουπ, ήταν στενός φίλος με τον αποθανόντα μπασίστα των Metallica, Cliff Burton, παίξανε μαζί σε δυο διαφορετικά σχήματα. Προς τιμή του φορά μια μπλούζα με το πρόσωπό του και τα λόγια "A Tribute to Cliff Burton."

Ακαδημαϊκά, μελετάται ακόμα και σήμερα σε μαθήματα Μουσικής Κοινωνιολογίας και Πολιτισμικών Σπουδών ως περίπτωση «genre hybridization» και ως παράδειγμα του πώς η εμπορική επιτυχία μπορεί να προκύψει από καλλιτεχνικό ρίσκο και οπτική πρόκληση. Η φράση «What is it?» έχει γίνει πολιτισμικό meme και χρησιμοποιείται σε συζητήσεις για την ταυτότητα της εναλλακτικής μουσικής, την αποδόμηση των ειδών και την αναζήτηση νοήματος σε μεταμοντέρνα κείμενα.


Jacek Henryk Maniakowski

 

Petros Theotokatos - Echo-λόγιο


Ο Petros Theotokatos απαντά:
1) Τι συμβολίζει το όνομα σας; Το μικρό μου συμβολίζει την ξεροκεφαλιά που νομίζω με χαρακτηρίζει γενικά αλλά δεν είναι όνομα που διάλεξα εγώ ο ίδιος φυσικά. 2) Χρήμα ή δόξα; Και τα δύο είναι επικίνδυνα. Πάντως θα διάλεγα το πρώτο αν ήταν στο χέρι μου. 3) Πως θα προβάλεις με μια λέξη ή μια φράση την μπάντα σου; Ανορθογραφία. 4) Σημείο μηδέν της μπάντας 2004 μια χρονιά που όλα πήγαν στραβά, και έπεσε σύρμα πως ξοφλήσαμε. 5) Τι μουσική σας εκφράζει λιγότερο ή καθόλου; Καθόλου το ελληνικό λαικοπόπ. Λιγότερο το λάτιν, λιγότερο το καμπαρέ έντεχνο στυλ .. 6) Αν ήταν υπερόπλο η μουσική που θα την χρησιμοποιούσατε; Πουθενά. Θα το κρατούσα κρυφό μυστικό για θεραπεία τις κακότροπες νύχτες. 7) Με ποιον θα θέλατε να ανεβείτε στην σκηνή; Mε τη Rickenbacker 325C64 JG αλλά μου κάνει τη δύσκολη ακόμα.. 8 ) Η μουσική σαν πολιτική ή θρησκευτική έκφραση; Πολιτική σίγουρα, πάει καιρός που το "σκέφτομαι και τραγουδάω" άλλαξε τον τρόπο έκφρασης των δυτικών κοινωνιών.
9) Οι επιρροές σας; Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Θεσσ/νίκη, Αθήνα. 10) Μέσον ή σκοπός το συγκρότημα; Τρόπος ζωής, τελετουργία γύρω από τη φωτιά, εν προκειμένω τα τύμπανα. 11) Μέσον ή σκοπός η μουσική; Και τα δύο ισχύουν στη δική μου περίπτωση πότε βγαίνει μπροστά το ένα πότε το άλλο. 12) Το ταλέντο συνοδεύει την αλαζονεία ή την ταπεινοφροσύνη; Και τα δυο είναι ζημιά, και εδώ διπολική ερώτηση αλλά η απάντηση μπορεί να έχει περισσότερους πόλους. Ζητούμενο είναι μια ισορροπία τελικά που μοιραία έρχεται στον καθένα που σκύβει σοβαρά κάποτε πάνω από τη μουσική. 13) Συμβολικά με ποιο ζώο θα παρομοιάζατε την μπάντα; Αδέσποτο, όχι και τόσο!!! 14) Μια ευχή για την μπάντα Να είναι όλοι γεροί και να παίζουν όσο τους κάνει καλό και τους πάει μπροστά. 15) Ποιο είναι το πιο σκοτεινό σημείο της μουσικής δημιουργίας; Όταν πάνε λάθος, όταν όλα είναι χλιαρά, κοινότοπα, και μια μικρή ιδέα ή λάθος την ώρα της απόγνωσης αλλάζει το σκηνικό δραματικά προς το καλό...



Θα τον βρείτε εδώ: https://www.facebook.com/pages/Petros-Theotokatos/19485988007
θα τον ακούσετε εδώ: https://soundcloud.com/tarraboom-sounds/sets/p-theotokatos-monologues-2012/
και να τον δείτε ακόμα : http://www.youtube.com/watch?v=L7SFJ9St-As
                                       http://www.youtube.com/watch?v=IRsCnwX1CW4
                                       http://www.youtube.com/watch?v=iKLfSq1vRRI
                                       http://www.youtube.com/watch?v=jH07j5bMNAE
Αλλά και να τον διαβάσετε εδώ: http://petrostheotokatos.blogspot.gr/

Anathema - Jade Vine acoustic Concert


Πίσω από τις ζωντανές εμφανίσεις μιας ροκ μπάντας κρύβεται μια ολόκληρη φιλοσοφία και για να πετύχουν εξ ολοκλήρου χρειάζεται να υπάρχει χημεία ανάμεσα σε όλα αυτά τα συστατικά που συνθέτουν ένα live. Ο χώρος, ο ήχος και το κοινό είναι από τα βασικά, εφόσον, φυσικά, η μπάντα έχει αποδείξει την αξία της. Μεγάλο ρόλο παίζει σίγουρα η συμπεριφορά της πάνω στη σκηνή, δηλαδή η σκηνική της παρουσία, αλλά και η επίγνωση του που ακριβώς παίζει, γεγονός που ίσως να φαίνεται υπερβολικό, αλλά από την άλλη δεν είναι λίγες οι φορές που ακόμα και μία άψογη εμφάνιση τελικά φαίνεται σαν δισδιάστατη απεικόνιση.  Ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας είναι και το support-group, για το οποίο δεν είναι λίγες οι φορές που επέλεξα να πάω σε live. Αυτό συνέβη και με τους Jade Vine, αν και οι headliners ήταν οι αδερφοί Vincent Cavanagh και Daniel Cavanagh, μαζί με την υπέροχη Lee Douglas ή αλλιώς, αν θέλετε, οι Anathema σε ένα ακουστικό σετ.

Οι Jade Vine, που άνοιξαν τη συναυλία, είναι ένα συγκρότημα που δημιουργήθηκε από τους αδερφούς Κώστα και Μάριο Μαγδαληνό, οι οποίοι είναι και ο πυρήνας της μπάντας. Φυσικά και τα υπόλοιπα μέλη της είναι εξίσου αξιόλογα. Άλλωστε, η ισοτιμία μεταξύ των μελών μιας μπάντας είναι πάντα βασικός παράγοντας στο να μπορέσει αυτή να πετύχει. Και γι αυτούς δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία! Και μόνο το γεγονός ότι τους προτίμησε ο Daniel Cavanagh για να κάνει την παραγωγή στο “Nothing Can Hide from Light”, το ντεμπούτο τους άλμπουμ δεν είναι τυχαίο! Η συνθετική ικανότητα των Jade Vine σίγουρα θα μας κάνει να μιλήσουμε για αυτούς αρκετά στο μέλλον. Στη συγκεκριμένη εμφάνιση και αυτοί είχαν ετοιμάσει για το κοινό τους ένα  πλήρες ακουστικό σετ. Η συνέπεια στην έναρξη της συναυλίας είναι και αυτή «στα συν» της μπάντας, αν και  στα δικά μου «μείον», αφού δεν εμπιστεύτηκα τους διοργανωτές και καθυστέρησα… Σίγουρα όμως το ζεστό χειροκρότημα που έλαβαν από το κοινό, που ήρθε να δει τους Anathema, έφερε και σε μένα το χαμόγελο, ενώ  αποδεικνύει ότι και αυτά που γράφω παραπάνω για αυτούς δεν είναι υπερβολές ενός Maniako-wski!
Με ένα χαμόγελο για την πετυχημένη εμφάνιση, όπως συμπέρανα, αλλά και μια απογοήτευση που δεν ήρθα στην ώρα μου, ανέμενα τους headliners, ενώ συζητούσα με φίλους κυρίως για την έμπνευση που μάλλον εγκαταλείπει σιγά-σιγά την μπάντα... Όμως,  η κουβέντα συνέχιζε και καταλάβαινα πως αργούν κάπως να βγουν στην σκηνή. Βρήκα κι εγώ χρόνο για να «περιεργαστώ» το κοινό, το οποίο ήταν πολύ περισσότερο απ' όσο υπολόγιζα, παρ' όλο που γνωρίζω τη συμπάθεια του ελληνικού κοινού προς αυτούς. Η παρουσία κάποιων μουσικών, αλλά και μία αρκετά ευρεία γκάμα ηλικιών, δείχνει τη σημαντική θέση των Anathema, τουλάχιστον στις καρδιές των Ελλήνων fans της μουσικής τους . Μετά απ' όλες τις διαπιστώσεις που είχα κάνει, η μπάντα αργούσε ακόμα να εμφανιστεί και η κουβέντα με τους φίλους μου άρχισε να ξεφεύγει από τα μουσικά δρώμενα. Αλλά πριν εκτροχιαστεί τελείως και εκεί που θα αρχίζαμε να σχολιάζουμε τις όμορφες παρουσίες μέσα σε έναν χώρο φτιαγμένο καθαρά για συναυλίες, τα φώτα χαμήλωσαν, η «μουσική σίγησε»… και κοριτσίστικες τσιρίδες συναγωνίστηκαν τα αγορίστικα γκαρίσματα!
Τα ένα δυο λεπτά απόλυτης σιγής τελείωσαν με την αριστοκρατική είσοδο των τριών μελών του ακουστικού line up της μπάντας. Απλά ξεκίνησαν να παίζουν, αποκαλύπτωντας σε μένα τον αδαή, την χρηστικότητα κάποιων μηχανημάτων, για την οποία πραγματικά απόρησα. Το σκηνικό λιτό, αλλά και γοητευτικό μαζί, γρήγορα κέρδισε την προσοχή μου, αν και δεν είμαι από τους φανατικούς οπαδούς των Βρετανών. Το κοινό γνώριζε κυριολεκτικά τον κάθε στίχο των τραγουδιών τους και είχε μια άψογη συμπεριφορά. Οι «κλαμπάκηδες», αυτοί, δηλαδή, που ποτέ δεν «παρακολουθούν» μια συναυλία, αλλά πηγαινοέρχονται άσκοπα κατά την διάρκειά της, δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα! Μια κοπέλα που πέρασε μπροστά μου μερικές φορές, πιθανόν δεν θα είχε και πολύ χώρο στην κύστη της και δεν ανήκει στην κατηγορία που προανέφερα!
Μετά από δυο τρία τραγούδια καλησπέρισαν τη Θεσσαλονίκη και το κοινό τους στη γλώσσα της χώρας, στην οποία έπαιζαν, κάτι που προσωπικά εκτιμώ πολύ! Αλλά και οι ίδιοι γνωρίζονται πλέον με το ελληνικό κοινό, έτσι, η συγκεκριμένη χειρονομία δεν αποτελεί γι αυτούς κάτι πρωτόγνωρο. Οι πρώτες νότες από την υπέροχη φωνή της Lee Douglas, με μάγεψαν και ακόμα περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο τραγουδούσε, καθώς, εκτός από το ταλέντο της, έδειχνε και βαθιά παιδεία και γνώση της φωνητικής τέχνης. Το σετ συνεχιζόταν στο ίδιο τέμπο, και, παρόλο  που η εκτέλεση των τραγουδιών ήταν άψογη, άρχισα λιγάκι να το βαριέμαι. Οι αναφορές του Daniel Cavanagh στα σουβλάκια για πρωινό, ήταν μάλλον άστοχες μπροστά σε ένα πραγματικά μουσικόφιλο κοινό, που πειθάρχησε σε κάθε παρότρυνση των δυο αδερφών, ιδίως για την ελάχιστη χρήση φλας και για την αποφυγή, όσο ήταν δυνατό, του καπνίσματος. Η ησυχία που ζήτησαν για το πιο ατμοσφαιρικό κομμάτι του σετ, τηρήθηκε. Την αλλαγή στη ροή του κυρίαρχου τέμπο έφεραν δύο διασκευές΄  Η μία από τον Daniel και ήταν η διασκευή του τραγουδιού “Big Love” των Fleetwood Mac σε μια καταπληκτική ακουστική εκτέλεση. Η άλλη ήταν φυσικά το “Oh Darling” στην εκτέλεση της Lee Douglas. Μαγευτική εκτέλεση...
Το σετ τους κράτησε μία ώρα και κάτι. Όταν έφυγαν από τη σκηνή, όλοι περιμέναμε υπομονετικά για το encore, το οποίο και δεν άργησε να ξεκινήσει. Με έκφραση συμπάθειας προς την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα μας, ο Vincent Cavanagh μας παρότρυνε να μην αφήσουμε ποτέ τα “Fragile Dreams” να σπάσουν... και απλά ακολούθησε «πανζουρλισμός»! Η ακουστική εκτέλεση του τραγουδιού είναι κάπως διαφορετική από την κανονική, αλλά αποδεδειγμένα πολύ καλή. Η έκπληξη για μένα ήταν το δεύτερο τραγούδι που επέλεξαν για το encore τους, με το οποίο απέδωσαν έναν φόρο τιμής στους Pink Floyd! Το κοινό έγινε ένα μαζί τους στο άκουσμα του "we don' t need no education, we don’ t need no thought control" στην ακουστική εκτέλεση του “Another Brick in the Wall, Pt.2”. Μια πάρα πολύ καλή συναυλία, αν και πιστεύω πως θα μπορούσαν να «εκμεταλλευτούν» περισσότερο το κοινό, για το οποίο θα έπρεπε να είναι περήφανοι! Οι παροτρύνσεις τους για αγορές των προϊόντων τους δεν μου άφησαν τις καλύτερες εντυπώσεις. Δεν ταιριάζει σε μια μπάντα με τη δική τους ιστορία η νοοτροπία του πωλητή. Προσωπικά, τώρα, αν και πιστεύω πως από λειτουργική άποψη ήταν μια αψεγάδιαστη εμφάνιση, για κάποιο λόγο, δεν ένιωσα πως με γέμισε! Αλλά στη μουσική  δεν υπάρχουν καθορισμένα μέτρα και σταθμά και το αντικειμενικό έχει πάντα μια υφή υποκειμενικότητας...
Jacek Maniakowski
Διόρθωση κειμένου Maria Florokapi