Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Iggy Pop and The Stooges

Όπως λέει ένας φίλος μου, το μηδενικού λίπους κορμί του νονού της punk να απέκτησε έναν κρεμασμένο κώλο, αλλά η ψυχή του παραμένει στα ουράνια. Ο λόγος, φυσικά, για τον τον James Newell Osterberg ή κατά κόσμον γνωστός σαν Iggy Pop και η αφορμή ένα νέο τραγούδι από το συγκρότημα με το οποίο έγινε ευρεία γνωστός, τους The Stooges.
Το συγκρότημα ξεκίνησε σαν The Psychedelic Stooges, το 1967, αλλά η ιστορία τους ξεκινάει κανα δυο χρόνια πίσω, όταν James Osterberg ξεκινούσε το μουσικό του ταξείδι σαν ντράμερ των The Iguanas. Δεν άργησε να τους αφήσει για προσχωρήσεις στους Prime Movers, όπου αποκτάει το προσωνύμιο "Iggy", από το προηγούμενο συγκρότημα του. Σε μια επίσκεψη του στο Chicago, μετά από μια συνάντηση με τον ντράμερ Sam Lay, αποφασίζει να φτιάξει δικό του συγκρότημα με διαφορετική προσέγγιση προς τα blues. Γυρίζοντας στην πατρίδα του Ann Arbor και μαζί με Dave Alexander (μπάσο), αδελφούς Ron (κιθάρα) και Scott (ντραμς) Asheton, οποίοι δίνουν στον Iggy το επίθετο "Pop". Μετά από μια συναυλία των MC5, όπου πήγαν όλα τα μέλη του νεοσύστατου γκρουπ, αποκτάει ονοματεπώνυμο, το οποίο τον ακολουθεί ως σήμερα, Iggy Pop.
Η πρεμιέρα των The Psychedelic Stooges έγινε την ημέρα του halloween, του 1967, στον χώρο που έκαναν τις πρόβες τους. Αλλά το πρωτο μεγάλο βήμα γίνεται όταν μοιράζονται, για πολύ σύντομο χρόνο, την σκηνή μαζί με τους MC5 στο Grande Ballroom του Detroit. Εκεί ο Asheton , μετά από από την πρώτη εκτέλεση του πρώτου τους κομματιού, του "I Wanna Be Your Dog" ,διαλύει την κιθάρα του με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχιστεί η εμφάνισή τους.
Ο θεός του rock'n'roll φαίνεται ότι τους αγάπησε και γρήγορα υπογράφουν συμβόλαιο σε μεγάλη δισκογραφική. Οι συναυλίες τους είναι μνημειώδεις και η χρήση οτιδήποτε αντεικειμένου που παράγει ήχο, μαζί με με την προσωπικότητα του Iggy Pop τους κάνει δημοφιλείς. Ο ίδιος επίσης καθιερώνει και το "stage diving", μια συνήθεια που περνάει αργότερα σε όλες τις σκληρές εκφράσεις του rock'n'roll. Το συγκρότημα, όμως μπαίνει στον κόσμο της ηρωίνης, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να βγάλουν καμιά συναυλία, αλλά πάλι τους βγάζει από την καταστροφή ο David Bowie, καλώντας τους στην Αγγλία. Όμως η κυκλοφορία του τρίτου τους άλμπουμ δεν είναι να σώσει το γκρουπ, καθώς η έλξη των ναρκωτικών είναι πολύ πιο δυνατή και είναι αδύνατον να λειτουργήσουν.
Μετά από τον θάνατο του Dave Alexande και αποτοξινώσεις των μελών τους ξανασυναντιούνται το 2003 και κυκλοφορούν το "The Weirdness". Δέκα χρόνια μετά δηλώνουν Ready To Die, όπως λέγεται ο νέος τους δίσκος, αλλά η ψυχή τους έχει αντίθετη άποψη και δηλώνει .....

The Banditi



Οι Ιταλοί The Banditi είναι η φυσική εξέλιξη των Jacinto Canek - όνομα ενός επαναστάτη των μέσων του 18ου αι. που πολέμησε τους Ισπανούς στη χερσόνησο του Γιουκατάν. Με αυτό το όνομα ξεκίνησαν το 2002 και 5 χρόνια αργότερα το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο “Banditi” ήταν γεγονός. Η δύναμη του ονόματος αυτού τους ώθησε να αλλάξουν και το όνομα του συγκροτήματος σε The Banditi. Τον ιδιαίτερο τους ήχο τον πρόσεξε ο μπασίστας των Faith No More, ο Bill Gould που τους έφερε σε επαφή με τους Kultur Shock. Το ιταλικό συγκρότημα συμμετείχε σε τρεις τουρνέ του συγκροτήματος στην Ευρώπη. Από τότε έχουν κάνει εκατοντάδες εμφανίσεις και πολλές συμμετοχές σε φεστιβάλ, κυρίως στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Το 2011 κυκλοφορούν το δεύτερο τους άλμπουμ “Achtung!”. Την παραγωγή την έκανε ο Hannes Jaeck, που έχει συνεργαστεί μεταξύ άλλων και με τους Exodus και Paradise Lost. Οι ίδιοι χαρακτηρίζουν τον ήχο τους Punk rock, έθνικ με electronic φόρμες, η μουσική παράδοση που συναντάει psychedelic ήχους. Στα τραγούδια τους οι oriental κλίμακες συναντάνε metal riffs. Αφρικάνικα κρουστά ανακατεύονται με ρέγκε ρυθμούς, αλλά και βαλκανικά ακούσματα. Γενικά δεν γνωρίζουν από μουσικά σύνορα.....
Το 2012 κυκλοφορούν το σίγκλ “Rock the Casbah”, ένα cover των The Clash, δοσμένο με έναν δικό τους τρόπο. Στο πρόσφατο Rock Marathon στο Βερολίνο πήραν την τρίτη θέση.... με μία ψήφο διαφορά από τους δικούς μας verbal delirium. Σίγουρα αξίζει να ασχοληθούμε με αυτούς και στο μέλλον.... Αποτελούνται από τους: - You? - Vocal, Diandra Danieli - Vocal, Andrea Pontara - Guitar, Damiano Martignago - Bass, Alessandro Cuscov - Keyboards, Enrico Strina - Drums.
Jacek maniakowski

Steve Harley & Cockney Rebel.- Sebastian



Πάντα πίσω από ονόματα που βρίσκονται στους στίχους ενός τραγουδιού υπάρχει κάποιο πραγματικό πρόσωπο. Είτε βρίσκεται στην σφαίρα της ονειρικής πραγματικότητας, είτε περπάτησε πάνω στην Γη, είναι κάποιο πρόσωπο που, ακόμα και αν δεν είχε ποτέ υλική υπόσταση,είχε όνομα!! Αυτό το όνομα αναζήτησα, παρμένο από τους στίχους του ομώνυμου τραγουδιού, του Sebastian των Steve Harley & Cockney Rebel. Είναι μια σύνθεση του Steve Harley εξ ολοκλήρου, πρώτο σινγκλ του γκρουπ και το εισιτήριο για την συμφωνία με την EMI Records και την κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου, του The Human Menagerie την χρονιά του 1973, στο οποίο όμως δεν βρίσκεται το μοναδικό Sebastian.
Το ταξείδι αναζήτησης του Sebastian, ξεκίνησε πολύ πίσω στην ιστορία και συγκεκριμένα σε έναν ήρωα William Shakespeare στην Twelfth Night, μια γλυκό-πικρή κωμωδία, όπου κυριαρχεί η μουσική όσο σε κανένα άλλο έργο του δραματουργού. Αν και οι ομοιότητες πολλές με τον ήρωα του Harley, σίγουρα δεν ήταν αυτός που αναζητούσαμε. Η αναζήτηση φτάνει τελικά στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ίδιας χρονικής περιόδου που δημιουργήθηκε και το κομμάτι. Η εικόνα του Bowie βρίσκεται σχεδόν παντού και το glam rock έχει ήδη εδραιώσει την νέα προσέγγιση στο rock and roll. Κάπου στα London Air Studios, τέλη Αυγούστου του 1973, γεννιέται και το Sebastian, ένα μείγμα από folk-rock,prog-rock και glam-rock, ένα τραγούδι αργό σκοτεινό, σχεδόν gothic, όπου το κυρίαρχο βιολί, που έδωσε και στο συγκρότημα την ταυτότητά του, συμπληρώνεται από τα σπαρακτικά φωνητικά του Steve Harley .... Somebody called me Sebastian!!!
Το τραγούδι ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε ο δημιουργός του, με αργό ρυθμό και απαλό, όπως τραγούδια των Roxy Music, με πάθος όπως οι συνθέσεις του Brian Eno, χωρίς την σκληρότητα του Bowiesque style στην σκηνή. Αν και ήδη οι υποψίες μου στρέφονται γύρω από ένα πρόσωπο που απεικονίζεται στο τραγούδι, έρχεται το Velvet Goldmine, του 1998, μια ταινία του Todd Haynes, που περιγράφει την ιστορία της glam-rock, μέσω ενός ανερχόμενου ροκ σταρ της μουσικής σκηνής αυτή, σχεδόν να επιβεβαιώσει τις υποψίες μου. Η σκηνή όπου ένα αγόρι με μακριά μαλλιά, φορώντας ένα μοβ φόρεμα κάθεται σε ένα στάδιο, όπου γίνεται μια συναυλία και χλευάζει το κοινό: Somebody call me Sebastian...... Somebody call me Sebastian! Και φυσικά οι ταινία έχει πολλές υπόνοιες στον Bowie τον ίδιο ή σε κάποια από τις προσωπικότητες του, που άλλαζε με την ίδια ευκολία, που άλλαζε και τα ενδυματικά του στυλ. Αν και δεν αναφέρεται πουθενά ότι πρόκειται για αυτόν το καλλιτέχνη, αλλά οι εικασίες φλερτάρουν επικίνδυνα με τα γεγονότα που αγγίζουν την πραγματικότητα.
Το κομμάτι δέχτηκε πολλές αλλαγές κατά το μουσικό του ταξείδι, αλλά πάντα με την αναγνωρίσιμη μελωδία του και το ...Somebody called me Sebastian να παραμένει το ίδιο σπαρακτικό. Κυκλοφόρησε σε μόλις τρίτο άλμπουμ του γκρουπ, που δεν ήταν παρά από ζωντανή εμφάνιση. Σε στούντιο άλμπουμ κυκλοφόρησε μόνο σε προσωπικά άλμπουμ του δημιουργού του. 
 Jacek Maniakowski

Ten Years After - I'd Love to Change the World



"I'd Love to Change the World", μια φράση και επιθυμία πολλών αλλά και τραγούδι σύμβολο μιας εποχής που όλα φάνταζαν δυνατά. Η δημιουργία του ανήκει στον Alvin Lee και πρώτη φορά που ακούστηκε ήταν την χρονιά του 1971 στο άλμπουμ A Space in Time των Βρετανών  Ten Years After. Θεωρείται τραγούδι-σύμβολο της   blues-rock μπάντας και το πιο επιτυχημένο κομμάτι τους.
Η σύνθεση αυτή του Alvin Lee αντανακλά την εποχή κατά την οποία δημιουργήθηκε καθώς και τα αιτήματα των νέων για ένα καλύτερο αύριο. Με στίχους όπως το "Tax the rich, feed the poor/ till there are no rich no more,"  παίρνει καθαρά πολιτική θέση. Αν και για κάποιους κριτικούς, οι στίχοι απλά προωθούν την πολιτική της ελεύθερης αγοράς. Στην ποίηση όμως ο καθένας μπορεί να δώσει την δική του ερμηνεία. Το ρεφρέν "I'd love to change the world/ but I don't know what to do/ so I'll leave it up to you," για κάποιους εκφράζει μια ειρωνεία  αλλά σε μια δήλωση του ο τραγουδιστής, δήλωσε απόλυτα ειλικρινής με το περιεχόμενο του στίχου. Απλά πραγματικά δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Προφανώς αντανακλά και την πεποίθηση μιας πολύ μεγάλης πλειοψηφίας, αλλά το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι ένα βήμα μπροστά..... το πρώτο βήμα είναι μισή διαδρομή.....
Jacek Maniakowski

Η ελληνική περιπέτεια του Eric Clapton



Ο Νίτσε είχε πει να μην φοβάσαι να σκάψεις βαθιά, εκεί θα βρεις και την πηγή. Και σε μια τέτοια αναζήτηση ανακαλύψαμε μια παράξενη ιστορία. Η ιστορία αφορά ένα μικρό πέρασμα του Eric Clapton από την Ελλάδα το καλοκαίρι του 1965, σε μια σκοτεινή εποχή, μουσικά και όχι μόνο. Μια εποχή λίγο πριν τη χούντα, σε μια Αθήνα που προσπαθούσε να βρει τα πατήματά της ανάμεσα στο ελαφρό τραγούδι, τις μπουάτ και τα πρώτα ηλεκτρικά ξεσπάσματα.



Ο θρύλος της κιθάρας, φυσικά, δεν γεννήθηκε θρύλος... απλά έγινε με τα χρόνια. Και ο δρόμος για τον παράδεισο περνάει πρώτα από την κόλαση. Καμιά φορά δεν είναι μόνο μία η κόλαση. Η περιπέτεια του μεγάλου, μετέπειτα, κιθαρίστα ξεκινάει λίγο πριν καλοκαιριάσει στην βροχερή Αγγλία του ’65.

Οι Yardbirds, προηγούμενο του συγκρότημα, προσπαθούν να παλέψουν με την επιτυχία του “For Your Love”, ενός κομματιού που ο Clapton μισούσε γιατί το θεωρούσε πολύ “εμπορικό” και μακριά από το μπλουζ που είχε στο κεφάλι του. Στο τελευταίο τους άλμπουμ παίζει σχεδόν με το ζόρι και το υπόλοιπο γκρουπ τον ανέχεται περισσότερο λόγω έλλειψης κιθαρίστα παρά από θαυμασμό. Φεύγει από τους Yardbirds απογοητευμένος και δοκιμάζει να συνεργαστεί με τον John Mayall. Η συνεργασία όμως δεν αποδίδει αμέσως καρπούς· το όνομά του δεν αναγράφεται καν σε κάποια πρώιμα singles του Mayall και η αναγνώριση δεν έρχεται.

Έτσι αποφασίζει, μια που δεν έχει και τίποτα να χάσει, μαζί με κάποιους μουσικούς να γυρίσουν την Ευρώπη. Όπου βρουν, να σταματάνε και να παίζουν. Για να βγάλουν κάνα φράγκο. Για να συνεχίσουν το ταξίδι. Γιατί κάπως πρέπει να συνεχίσει.

Το συγκρότημα ονομάστηκε Glands, αλλά στην Ελλάδα παίξανε σαν ΦεΪσες (προφανώς Faces!) και The Greek Loon Band!!!! Όπως σε κάθε καλοσχεδιασμένη καταστροφή, τα πρώτα προβλήματα δεν άργησαν. Στη Γερμανία, πέφτουν πάνω στο φεστιβάλ μπύρας και πλακώνονται στο ξύλο μεταξύ τους, με αφορμή την ευφυέστατη ιδέα του Bob Rae να ανάψει τσιγάρο με ένα πεντόλιρο. Όταν τα λεφτά είναι λίγα, τέτοιες κινήσεις δεν συγχωρούνται.

Με τα πολλά συνεχίζουν. Στην Ιταλία χάνουν τον ντράμερ τους, ο οποίος ερωτεύεται μια Ιταλίδα και τους αφήνει για τον έρωτα. Στην τότε Γιουγκοσλαβία, διάσημη για το “πετρώδες” οδικό της δίκτυο, το αυτοκίνητο σπάει κυριολεκτικά στη μέση. Το δένουν πρόχειρα και συνεχίζουν σαν περιοδεύων θίασος επιβίωσης μέχρι να φτάσουν στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, από την πείνα τους, τρώνε ωμό κρέας που αγοράζουν από κρεοπώλη. Καμία ροκ λάμψη. Καμία μυθοποίηση. Μόνο δρόμος, σκόνη και στομάχι που γουργουρίζει.

Τελικά φτάνουν στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1965. Η πόλη τότε ζούσε σε μεταβατική φάση. Οι Juniors ήταν από τα ελάχιστα ελληνικά γκρουπ που έπαιζαν καθαρόαιμο ροκ εν ρολ και rhythm & blues, επηρεασμένοι από Beatles και Shadows. Οι ξένοι μουσικοί φάνταζαν εξωτικοί. Και ο Clapton ήταν απλώς ένας ακόμα Άγγλος κιθαρίστας που έψαχνε δουλειά.

Βρίσκουν δουλειά στο Igloo, ένα από τα γνωστά κλαμπ της εποχής, σαν support στους Juniors. Στο σχήμα τους μπαίνει στα ντραμς ο Μάκης Σαλιάρης και οι εμφανίσεις έχουν αρκετή αποδοχή. Ο Clapton, με τον βρώμικο blues ήχο του, ξεχωρίζει. Αρχίζει να τραβάει βλέμματα.



Τον Οκτώβριο, όμως, η ιστορία παίρνει άλλη τροπή. Ο οργανίστας των Juniors, Θάνος Σουγιούλ (γιος του γνωστού συνθέτη), σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και ο κιθαρίστας Αλέκος Καρακαντάς τραυματίζεται σοβαρά. Το σοκ είναι μεγάλο. Το κλαμπ, όμως, πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί. Ο ιδιοκτήτης, μην θέλοντας να σταματήσουν οι εμφανίσεις, ζητά από τον Clapton να παίζει και με το δικό του συγκρότημα και με τους Juniors. Έξι ώρες κάθε βράδυ. Διπλό πρόγραμμα. Διπλή εξάντληση.

Η αποθέωση έρχεται στον Πειραιά, σε συναυλία προς τιμή του αδικοχαμένου Σουγιούλ, μπροστά σε περίπου 10.000 κόσμο – νούμερο τεράστιο για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Ο Άγγλος κιθαρίστας γίνεται το κέντρο της βραδιάς. Για μια στιγμή, ίσως να ένιωσε ότι κάτι αλλάζει.

Αλλά οι συμπατριώτες του δεν αντέχουν. Η ελληνική πραγματικότητα του ’65 δεν ήταν φτιαγμένη για ροκ σταρ. Οι γκρίνιες αρχίζουν. Θέλουν να φύγουν. Και αποφασίζουν να το σκάσουν. Με τη βοήθεια του Μάκη Σαλιάρη, φεύγουν κρυφά, γιατί ο ιδιοκτήτης του κλαμπ είχε πει – και το εννοούσε – ότι αν φύγουν θα του κόψει τα χέρια.

Ο Clapton γλιτώνει τα χέρια του. Χάνει όμως την κιθάρα και τον ενισχυτή του. Και η μόνη επαφή που ξαναείχε με τον προσωρινό ντράμερ του γκρουπ ήταν όταν ένα άλλο μέλος έστειλε επιστολή στον σωτήρα τους, ζητώντας χρήματα για την κιθάρα και τον ενισχυτή.

Λίγους μήνες αργότερα, θα βρεθεί ξανά στο πλευρό του John Mayall. Το 1966 θα ηχογραφήσει το περίφημο Blues Breakers with Eric Clapton. Και τότε, σε έναν τοίχο του Λονδίνου, κάποιος θα γράψει: “Clapton is God.”

Και όμως, πριν από τον Θεό της κιθάρας, υπήρχε ο τύπος που έτρωγε ωμό κρέας στη Θεσσαλονίκη.


 Jacek Henryk Maniakowski 

Alone Again Or - Love



Το "Alone Again Or" είναι μια σύνθεση του Bryan MacLean των Love. Κυκλοφόρησε το 1967 και είναι το κομμάτι που ανοίγει το άλμπουμ Forever Changes. Έχει διασκευαστεί από μια πληθώρα καλλιτεχνών, μεταξύ τους είναι The Damned (1986), The Oblivians (1993), UFO (1977), Sarah Brightman (1990), The Boo Radleys (1991), Chris Pérez Band (1999), Calexico (2004), καθώς και από τον ίδιο τον Bryan MacLean στο προσωπικό του άλμπουμ Ifyoubelievein, 30 χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία.
Ο δημιουργός του το έγραψε το 1965 για το ντεμπούτο άλμπουμ του γκρουπ με τίτλο Alone Again, αλλά τελικά θεώρησε ότι δεν είχε ολοκληρωθεί και τελικά μπήκε στο "Forever Changes". Στιχουργικά το κομμάτι είναι εμπνευσμένο από μια ανάμνηση κάποιου, που περιμένει την κοπέλα του. Το απόσταγμα των στίχων είναι το κοντράστ ανάμεσα σε θετική οπτική και την σκοτεινή πλευρά, με το "And I will be alone again tonight, my dear" να κλείνει με ακουστική κιθάρα, με την ίδια μελωδία που αρχίζει.
Η βασική μελωδία είναι εμπνευσμένη από Lieutenant Kije Suite του Prokofiev. Στην παραγωγή του κομματιού ο διευθυντής της παραγωγής David Angel, δούλευε συγχρόνως και στην παραγωγή μιας μπάντας mariachi, είδος μεξικανικής μουσικής. Από κει πήρε και κάποια κομμάτια, από πνευστά κυρίως. Με ένα πολύ καλό μιξάρισμα ώστε τα φωνητικά του Arthur Lee να μπουν πιο μπροστά και την προσθήκη του " Or", για να γίνει πιο μυστηριώδες, ολοκληρώθηκε το κομμάτι.

Gompie - Alice, Who the Fuck Is Alice?.....



Alice, Who the Fuck Is Alice?......
Αυτό το ερώτημα έρχεται ταυτόχρονα με το τραγούδι των ντίσκο ροκ Smokie, αλλά και το τραγούδι πάντα γεννάει και το ερώτημα αυτό. Αν και έγινε γνωστό από τους Smokie, το τραγούδι ανήκει σε ένα Αυστραλιανό γκρουπ τους New World και δημιουργήθηκε από τους Nicky Chinn και Mike Chapman το 1972. Ο στίχος αρκετά πρωτότυπος ( λέμε τώρα) μιλάει για κάποιον, μετά από μια υπενθύμιση της Sally, που βλέπει την Alice να φεύγει με μια λιμουζίνα.... ένας θεός ξέρει για που. Και ξαφνικά θυμάται πως ζούσε 24 χρόνια δίπλα στην Alice και δεν βρήκε ποτέ την ευκαιρία να της εκφράσει τον έρωτα του για αυτήν. Αναρωτιέμαι πραγματικά τι έχει να πει γι όλα αυτά η Sally.... αλλά μάλλον θα συνεχίσω να αναρωτιέμαι, πάντα στον ελεύθερο μου χρόνο.
Φυσικά όλα αυτά δεν αξίζουν και ιδιαίτερης αναφοράς αν δεν υπήρχε και η διασκευή του τραγουδιού από τους Ολλανδούς Gompie, που στην εκτέλεσή τους το ερώτημα "Alice, Who the Fuck Is Alice?......" πλανιέται σε κάθε ρεφρέν. Το κομμάτι βγήκε με το ερώτημα αυτό σαν τίτλο του το 1995 και γνώρισε αρκετή επιτυχία. Βασικά, οι Gompie είναι ένα project του Peter Koelewijn και Rob Peters. Ο τελευταίος είχε επισκεφτεί ένα μπαρ το Gompie στο Nijmegen της Ολλανδίας. Όταν ο τζόκεϊ Onno Pelser έβαζε αυτό το τραγούδι,στο ρεφρέν χαμήλωνε την ένταση και ο κόσμος φώναζε ...... Alice, Who the Fuck Is Alice? Έτσι τη επομένη ο Peters δημιουργεί το πρότζεκτ και μια μέρα αργότερα ηχογραφείται και το τραγούδι..... 
Jacek Maniakowski

ROME



Το Μέγα Δουκάτο του Λουξεμβούργου είναι γνωστό σαν το κράτος με το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα, πέρα από την πανέμορφη τοποθεσία. Ένα κρατίδιο εκτός από μια γνωστή σαν "σάκος του μποξ" ομάδα ποδοσφαίρου και "φραγκάτους" τραπεζίτες δεν προσφέρει και πολλά στον πολύ κόσμο, τον "απλό και λαϊκό". Από μουσικής άποψης, το γνωρίσαμε μέσα από την eurovision, με ότι ανοστιά συνεπάγεται με αυτόν τον ψευτοδιαγωνισμό. Μια πρωτιά με την δική μας Βίκη Λέανδρος, δεν τους ανέβασε ιδιαίτερα στα μάτια αγνών μουσικόφιλων.....ώσπου.....
Ώσπου, ο κύριος Jerome Reuter, αποφάσισε να γνωστοποίησει τις μουσικές του ανησυχίες. Να αποδείξει το ταλέντο του μέσα από ένα μουσικό σχήμα, που δημιούργησε ο ίδιος. Οι ROME, δεν έχουν σχέση με την πρωτεύουσα της Ιταλίας και της πάλαι πότε, ομώνυμης αυτοκρατορίας. Το όνομα προέρχεται από το όνομα του ιδρυτή του γκρουπ Je-rome. Ουσιαστικά παρουσιάζεται σαν One Man Project and friends, με αποκλειστικό δημιουργό των συνθέσεων τον ίδιο.
Το άπειρο ταλέντο του εκφράζεται με κάτι μουσικά μοναδικό, σκοτεινό και μελωδικό συγχρόνως. Ο ίδιος προσπαθεί να δώσει στοιχεία από την μουσική παράδοση της πατρίδας του με σύγχρονα post στοιχεία. Ανακατεύει περίτεχνα dark ambient, apocalyptic folk, pop, acoustic rock, martial industrial και δημιουργεί ένα νέο είδος, το martial folk. Η ομιχλώδης ατμόσφαιρα της γενέτειρας του  μεταφράζεται σε νότες και λυρισμό επηρεασμένο από ήρωες των Ζακ Μπρελ και Léo Ferré. Οι δικοί του  πρωταγωνιστές της μουσικής του είναι οι  «αντάρτες» του Καμύ, βγαλμένοι από τις ταραχώδεις εποχές του 20ου αιώνα.
Η μουσική του στηρίζεται σε μοναδικές παραγωγές του ίδιου και χρήση πολλών τεχνικών της ηχοληψίας. Το μουσικό του κολάζ είναι μοναδική μουσική εμπειρία, προκλητική και πειραματική. Αυτό εκφράζεται σε μια τακτική δισκογραφία, από το 2005, την χρονιά που δημιούργησε αυτό το σχήμα, κάθε χρόνο κυκλοφορεί τουλάχιστον ένα άλμπουμ. Το 2006 κυκλοφορεί τα Berlin και Nera, την επόμενη χρονιά έρχεται Confessions d'un voleur d'ames. Το 2008 μας χαρίζει το Masse Mensch Material με την επόμενη διετία να είναι παραγωγικότατη για τον καλλιτέχνη με 4 δίσκους, To Die Among Strangers και Flowers From Exile το 2009, L'Assassin και Nos Chants Perdus το 2010. Η επόμενη διετία βγάζει άλλα δύο άλμπουμ, Die Æsthetik der Herrschaftsfreiheit 2011 και Hell Money 2012.
Προφανώς και το 2013 δεν θα μας απογοητεύσει και σίγουρα έχει ετοιμάσει άλλο ένα σκοτεινά λυρικό άλμπουμ.
Jacek Maniakowski



Aerosmith - Janie's Got a Gun



Το "Janie's Got a Gun"  είναι μια σύνθεση των Steven Tyler και  Tom Hamilton και βρίσκεται στο άλμπουμ  Pump των Αμερικανών  Aerosmith, από την χρονιά του 1989. Είναι το δεύτερο σινγκλ, από αυτό το άλμπουμ και το πιο πετυχημένο, μιας που σκαρφάλωσε σε πολύ ψηλές θέσεις σε λίστες της Ευρώπης, Αυστραλίας και Αμερικής.
Ο αρχικός τίτλος του τραγουδιού ήταν "Danny's Got a Gun" και αναφερόταν σε έναν στενό φίλο του Tyler, αλλά αργότερα το άλλαξε ο τραγουδιστής. Η εισαγωγή του τραγουδιού, που έχει τίτλο "Water Song", είναι έμπνευση του  instrumentalist Randy Raine-Reusch. Το μουσικό εφέ δημιουργείται από glass harmonica, wind gong, και  bullroarers, ένα παλαιολιθικό όργανο,  που οι πρώτες ενδείξεις για την χρήση του χρονολογούνται 17 000 πριν. Η μουσική γράφτηκε πρώτα και μετά σ αυτή προσαρμόστηκε το λυρικό μέρος.
Μετά την μελωδία ήρθε ο τίτλος και πάνω σ' αυτά δουλεύτηκαν και οι στίχοι. Μια διαδικασία που κράτησε 9 μήνες, γκάστρωμα κανονικό για τον τραγουδιστή της μπάντας. Ουσιαστική "γέννηση" του λυρικού μέρους, ήρθε μετά την πάροδο αυτού του διαστήματος και με αφορμή, αλλά και έμπνευση, την δημοσιοποίηση ενός άρθρου του  Newsweek, σχετικού με θύματα πυροβολισμών. Πάνω σ αυτό το θέμα ο  Tyler, ανέδειξε το θέμα της παιδικής κακοποίησης και αιμομιξίας  παιδιών που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά από τους γονείς τους. Ο στίχος "He jacked a little bitty baby" αρχικά ήταν "He raped a little bitty baby," και άλλαξε καθαρά για εμπορικούς λόγους. Για το ίδιο λόγο ο στίχος  "...and put a bullet in his brain" αλλάζει σε "...and left him in the pouring rain" , για παιχτεί σε κάποια εύθικτα ραδιόφωνα.
Jacek Maniakowski