Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Linkin Park - In the End



"I tried so hard and got so far, but in the end, it doesn't really matter." Αυτό έγραφε το σημείωμα που άφησε ο 15χρονος Charles Andrew Williams, αφού σκότωσε δύο συμμαθητές  στο λύκειο της πόλης Santee, της California. Ήταν Μάρτιος του 2001. Οι στίχοι ανήκουν στο τραγούδι των  Linkin Park, από ντεμπούτο τους άλμπουμ, το  Hybrid Theory (2000).  Το κομμάτι λέγεται "In the End" και είναι το τέταρτο και τελευταίο σινγκλ από αυτό το άλμπουμ. Η μεγαλύτερη επιτυχία της μπάντα και το πιο αναγνωρίσιμο τους τραγούδι, σίγουρα δεν ήταν ή αιτία για αυτό το άσχημο συμβάν. Αν και οι στίχοι του θα μπορούσαν να είναι αφορμή. 
Αν και το λυρικό μέρος του τραγουδιού είναι κάπως διφορούμενο, σε γενικές γραμμές μιλάει για την έννοια της προσωπικής αποτυχίας ενός ατόμου. Μια άλλη ερμηνεία είναι ότι ότι μιλάει για γκρεμισμένη εμπιστοσύνη στις ανθρώπινες σχέσεις , φιλικές ή ερωτικές. Είναι γεγονός ότι, αν ένας στίχος επιτυγχάνει να έχει διφορούμενος έννοιες, πετυχαίνει το λυρικό του στόχο, να είναι μέρος της ψυχής του κάθε ακροατή. Η έμπνευση προήλθε από από την εμπειρίες του τραγουδιστή Chester Bennington και τον "αγώνα" του στο σχολείο.
Μουσικά, το κομμάτι είναι "υβριδικό". Συνδυάζει κλασικό πιάνο, rap και σκληρό rock ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας. Η δημιουργία του τραγουδιού "χρεώνεται" σε όλη την μπάντα. Το βιντεοκλίπ γυρίστηκε στη έρημο της California, ανάμεσα στις εμφανίσεις της περιοδεία τους  Ozzfest tour, από τους  Nathan "Karma" Cox και τον DJ της Joe Hahn. 

Jacek Maniakowski


Balanescu Quartet



Όταν ακούσουμε για τσέλο και ροκ μουσική, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό κάθε οπαδού της σκληρής μουσικής είναι οι  Apocalyptica να διασκευάζουν τους  Metallica. Αλλά αν και αυτό τους καθιέρωσε και φαινόταν πρωτοπόρο, στην πραγματικότητα ήταν .... δευτεροπόρο. Το εγχείρημα αυτό, να διασκευάζοντα με εγχορδα κλασικής μουσικής, ροκ ήχοι ξεκίνησε καμιά πενταετία πριν  από αυτούς. Και μάλιστα σε μια χώρα που η παιδεία πάνω στη κλασική μουσική είναι σαφώς υποδεέστερη των Σκανδηναβικών χωρών. Οι πραγματικοί πρωτοπόροι είναι οι Balanescu Quartet, ένα δημιούργημα του Ρουμάνου Alexander Bălănescu. 
Το ταλέντο του του επέτρεψε να σπάσει το "σιδηρούν παραπέτασμα" και να σπουδάσει από το νωρίς εκτός της, αυταρχικής τότε, Ρουμανίας. Την περίοδο του 1975-1979, σπουδάζει στη Νέα Υόρκη στην Juilliard School, μαζί με Pinchas Zukerman, Itzhak Perlman, Felix Galimir και Robert Mann. Μετά την αpoφοίτησή του ξεκινάει μια 15 ετή περιοδεία ανά τον κόσμο με τους Michael Nyman Ensemble, σαν ηγέτης μουσικός. Παράλληλα συμμετάσχει και στους Gavin Bryars Ensemble. Μετά από 4 χρόνια σtους Arditti Quartet, το 1987 κάνει δικού του κουαρτέτο, τους Balanescu Quartet. 
Οι εμφανίσεις τους ξεκινούν από πολιτιστικούς συλλόγους και φτάνουν μέχρι τα στάδια. Οι συνεργασίες τους πολλές, , αλλά αυτό που τους ξεχωρίζει, είναι ο τρόπος και η επιλογή των συνθετών που διασκευάζει το κουαρτέτο, John Lurie, David Byrne, Keith Tippett, Carla Bley, Rabih Abou Khalil Spiritualized, και τους Pet Shop Boys. Το 1992 κυκλοφορούν την πρώτη τους δουλειά, το Possessed. Παίζουν με έγχορδα κομμάτια των  Kraftwerk, εγχείρημα μοναδικό και σίγουρα πρωτοπόρο  Έκτοτε έχουν κυκλοφορήσει άλλα 5 άλμπουμ. Ο Alexander Bălănescu, ενδιάμεσα των υποχρεώσεων της μπάντας  έχει συνθέσει μουσική για σχεδόν τα πάντα. Αλλά και με την μπάντα του έχουν ντύσει μουσικά και ταινίες. 
Ένα πολύ ενδιαφέρον μουσικό εγχείρημα, που δείχνει ότι τα μουσικά όρια είναι μια απλή φαντασίωση και απλά αναγκαίο κακό, ορισμένο από τις δισκογραφικές εταιρίες, για τα ράφια των δισκοπωλείων. 
Jacek Maniakowski



The Police - Roxanne



Υπάρχει μια κινεζική ρήση που λέει πως μια εικόνα αξίζει όσο 1000 λέξεις, ίσως στη σημερινή εποχή μπορεί να θεωρηθεί και προφητική κιόλας, καθώς έχουμε περάσει στην εποχή της εικόνας εδώ και δεκαετίες και ίσως στην αντεξέλιξη του ανθρώπου, που από homo sapiens έχει γίνει homo videms, ανθρωπος κοιτάζει δηλαδή άνθρωπος που κοιτάζει χωρίς να βλέπει, πάντα παίζοντας με την αρχαία ελληνική γλώσσα όπου το βλέπω σημαίνει και γνωρίζω. Αλλά αν υποθέσουμε προς μία νότα μπορεί να δημιουργήσει 1000 εικόνες, τότε η μουσική μπορεί να πάει την ανθρώπινη εξέλιξη πολλά βήματα μπροστά. Σίγουρα σε ένα εμπειρικό πλαίσιο έχουν αποδεχτεί πως οι νότες μπορεί να δημιουργήσουν εικόνες και για τον καθένα ξεχωριστές, αλλά ένα τραγουδισμένο όνομα μπορεί να μας πάει σε μία συγκεκριμένη πηγή, δηλαδή σε ένα συγκεκριμένο τραγούδι.

Ένα τέτοιο όνομα είναι και το «Roxanne», που δεν αποτελεί απλά ένα τραγούδι, αλλά επίσης το κλειδί για την πόρτα της επιτυχίας των The Police στην παγκόσμια σκηνή και ένα τραγούδι ορόσημο της μπάντας. Επίσης, είναι από τα πιο τολμηρά μουσικά πειράματα ύστερης δεκαετίας του 70, καθώς κατάφερε να συνδυάσει πολλά μουσικά ρεύματα δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα καινούριο είδος.

Γραμμένo αποκλειστικά από τον Sting, κυκλοφόρησε ως single τον Απρίλιο του 1978 και εντάχθηκε στο ντεμπούτο άλμπουμ Outlandos d’Amour τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς. Ακολουθώντας το τραγούδι ένα μοτίβο που θέλει τα πιο εμβληματικά τραγούδια να αντιμετωπίζονται αρχικά με αδιαφορία, κατάφερα να αναδειχθεί σε παγκόσμιο hit φτάνοντας στο Νο 12 του UK Singles Chart το 1979, στο Νο 32 του Billboard Hot 100 και σε δεκάδες Top 10 σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η πηγή της έμπνευσης για το τραγούδι ήταν το Παρίσι, κατά τη διάρκεια πιθανόν της πρώτης διεθνής περιοδείας και όπως ορίζει ο κανόνας του rock n roll, η μπάντα διέμενε σε ένα πολύ φτηνό ξενοδοχείο κοντά στην περιοχή Pigalle, γνωστή για τη νυχτερινή της ζωή στην οποία κυριαρχούσαν κυρίως γυναίκες όπου έρωτας είχε το χρώμα του χρήματος, δηλαδή εκεί που υπήρχαν πολλά πορνεία. Ο Sting, ένας κλασικός παρατηρητικός καλλιτέχνης έβλεπε την καθημερινή πραγματικότητα του δρόμου εκείνου και σκέφτηκε να συνθέσει ένα τραγούδι το οποίο δεν καταδικάζει τίποτα και κανένα, αλλά συμπάσχει και δείχνει συμπόνια.

Ο στίχος  «You dont have to put on the red light» δεν στοχεύει σε κάποια ηθικολογία, αλλά απευθύνεται προς μια γυναίκα η οποία όπως θεωρεί ο ίδιος ο τραγουδιστής, έχει παράγει δεχτεί σε έναν φαύλο κύκλο της εμπορευματοποίησης, ένας κύκλος που ισχύει ακόμα και σήμερα και χωρίς καν να υπάρχουν κόκκινα φωτάκια ούτε περιθωριακός χαρακτηρισμός, αλλά μεταφράζεται σε έναν «επιτυχημένο» γάμο.

Το όνομα «Roxanne» δεν επιλέχθηκε τυχαία, προήλθε από μια θεατρική αφίσα του Cyrano de Bergerac που κρεμόταν στην είσοδο του ξενοδοχείου όπου διέμενε η μπάντα. Η ειρωνεία που εκφράζει το τραγούδι, δεν μπω δηλαδή μια τυχαία επιλογή αν είναι ξεκάθαρα σκόπινη καθώς το όνομα του τραγουδιού και της θεατρικής ηρωίδας συμβολίζει την αγνή, ιδεατή αγάπη στο θεατρικό δράμα ενώ στο τραγούδι, ορίζει μία σκληρή καθαρά υλική πλευρά της ανθρώπινης επαφής.

Από πλευράς μουσικής, το «Roxanne» ήταν ξεκάθαρα επαναστατικό για την εποχή του Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στα Surrey Sound Studios με προϋπολογισμό μόλις 1.500 λιρών και χωρίς εξωτερικό παραγωγό (η παραγωγή πιστώνεται στους ίδιους τους Police, με μηχανικό ήχου τον Nigel Gray). Αρχικά, ο Sting το φαντάστηκε σε ρυθμό bossa nova, αλλά ο ντράμερ Stewart Copeland το μετέτρεψε σε έναν υβριδικό παλμό που συνδύαζε reggae offbeats, syncopated αποχρώσεις τάνγκο και λατινική ρυθμική και ότι κατέβαζε η κούτρα του σε τέμπο, αλλά μάλλον περιορίστηκε στα παραπάνω. Σε όλο αυτό ήδη μεγάλο μπέρδεμα ο κιθαρίστας Andy Summers εφάρμοσε reggae upstrokes με ελαφριά παραμόρφωση, ενώ το μπάσο του Sting κινείται μελωδικά, λειτουργώντας ως δεύτερη φωνή. Αλλά ακόμα και η ίδια η δομή του τραγουδιού παρακάμπτει τους γνωστούς κανόνες και το παραδοσιακό τύπο τύπο verse-chorus-verse και βασίζεται σε επαναλαμβανόμενες στροφές με κλιμακούμενη δραματική ένταση, καθιστώντας το ένα από τα πρώτα παραδείγματα «αφηγηματικού rock». Αλλά ακόμα και intro του τραγουδιού είναι εμβληματικό και δημιουργήθηκε με ένα ελαφρώς ξεκούρδιστο upright piano και ένα απότομο drum fill, δημιουργώντας παράλληλα την άμεση αναγνωρισιμότητα του τραγουδιού από το πρώτο δευτερόλεπτο.

Όπως σε κάθε γέννηση, ειδικά τη γέννηση κάτι σημαντικού, η κυκλοφορία του δεν είχε τίποτα να κάνει με ομαλότητα. Η A&M Records το απέρριψε αρχικά ως «μη εμπορικό» και «πολύ σκοτεινό για το ραδιόφωνο». Το πίστευε και το κυκλοφόρησε ανεξάρτητα, χωρίς όμως κάποια θετική ανταπόκριση από τους κριτικούς και το κοινό κάτι που ανάγκασα αργότερα την δισκογραφική να το επανεκδώσω το 1979. Το BBC το απαγόρευσε προσωρινά εξαιτίας της θεματολογίας του τραγουδιού που είχε να κάνει με την πορνεία, μια κίνηση που τελικά το εκτόξευσε το τραγούδι στην κορυφή και όπως γίνεται συνήθως αντί να το θάψει, του έδωσε underground αίγλη και ώθησε τις πωλήσεις. Η ομορφιά της ροκ μουσικής είναι πως η λογοκρισία, για κάποιο παράδοξο λόγο λειτουργεί πάντα ως καλύτερος μηχανισμός προώθησης είτε της μπάντας είτε του τραγουδιού, κάτι που λειτουργεί ακόμα και στην τέχνη γενικά.

Το πολιτισμικό στίγμα που άφησε το τραγούδι «Roxanne» elie κατάφερε να ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της δεκαετίας του 70 φτάνοντας ο σύμβολο στη δεκαετία του 80 και κρατώντας ακόμα το χαρακτήρα του και τη φρεσκάδα του ως σήμερα. Η διασκευή του τραγουδιού έχει γίνει άπειρες φορές και με διάφορα τέμπο και εκδοχές, από τη θεατρική, tango-can-can εκδοχή της ταινίας Moulin Rouge! (2001) μέχρι jazz, gypsy, symphonic και acoustic ερμηνείες. Χρησιμοποιήθηκε σε ταινίες (The Full Monty, Love Actually, 50 First Dates), τηλεοπτικές σειρές, διαφημίσεις και βιντεοπαιχνίδια, ενώ παραμένει σταθερό στοιχείο των live εμφανίσεων της μπάντας ή του προσωπικού πρότζεκτ του δημιουργού του, συχνά επεκταμένο με reggae και jazz αυτοσχεδιασμούς. Το 2004, το περιοδικό Rolling Stone το κατέταξε στη λίστα «500 Greatest Songs of All Time», ενώ το NME το ανακήρυξε «οριστικό κομμάτι της post-punk εποχής».

Αλλά και από την μεριά της ακαδημαϊκής ματιάς ως και την μουσικολογία, το τραγούδι δεν έμεινα αδιάφορα και έχει μελετηθεί η περίπτωση του ως μια σπάνια πολιτισμική υβριδικότητα η οποία κατάφερε να συνδυάσει το τζαμαϊκανό reggae, τη βρετανική rock, τους λατινικούς ρυθμούς και τη γαλλική θεατρική αναφορά σε ένα ενιαίο αφήγημα.

Ακόμα και σήμερα το «Roxanne» παραμένει συνεχίζει να ήταν ζωντανό, όχι απλά ως υπενθύμιση του παρελθόντος αλλά είναι ένας ενεργός πολιτισμικός κώδικας ακόμα και στους νέους της εποχής. Είναι απόδειξη πώς μια απλή σπίτια μπορεί να γίνει μια τεράστια φωτιά, πώς μπορεί ένα τραγούδι να γεννηθεί από μια μικρή βόλτα στο Παρίσι, να ηχογραφηθεί με ελάχιστα χρήματα, ακόμα και να λογοκριθεί από την τηλεόραση και τελικά να γίνει ήχος μιας ολόκληρης γενιάς και ξεπερνώντας την παράλληλα. Και αυτό μπορεί να φαντάζει ένα μεγάλο μυστήριο της μουσικής, δηλαδή ότι η πιο σκληρή πραγματικότητα η οποία καταφέρνει να μεταμορφωθεί σε ρυθμό και στίχους μπορεί να γίνει αθάνατη, αλλά στη μουσική κάτι τέτοιο μπορεί να είναι κοινότυπο.


Jacek Henryk Maniakowski

 


Spitfire



Σαν συνέχεια του αφιερώματος στην αδικημένη HARD ROCK – HEAVY METAL ελληνική σκηνή από το ντίρι-ντάχτα μουσικό κατεστημένο θα αναφερθούμε στους Spitfire. Ίσως γίνουμε γραφικοί επαναλαμβάνοντας ότι, αν η μουσική τους δράση είχε σαν βάση μια χώρα όπως Αγγλία, θα μιλούσαμε τώρα απλά για μια μεγάλη μπάντα και όχι σαν νοσταλγική αναφορά. Αν και οι Spitfire επανήλθαν πολύ δυναμικά, σίγουρα στέρησαν πολλά δημιουργικά τους χρόνια από φαν του είδους.
Η ιστορία ξεκινάει γι αυτούς το πριν 28 χρόνια, το 1984. Οι Ντίνος Κωστάκης, Γιώργος Βελέντζας, Θάνος Κρεμμύδας, Κώστας Κυριακίδης και ο Ηλίας Λογγινίδης δουλεύουν πάνω σε δικές τους συνθέσεις, όχι με κάποιον απώτερο σκοπό, άλλα απλά για το γούστο τους και ελπίζοντας σε κάποιες ζωντανές εμφανίσεις  μιας και η δημιουργία και κυκλοφορία ενός δίσκου εκείνη την εποχή ούτε σαν όνειρο φάνταζε. Μετά από έναν χρόνο και μετά από πολλές εμφανίσεις και πάντα με δικός υλικό, παίρνουν μέρος σε φεστιβάλ, που γίνεται στο Αμερικάνικο Κολέγιο Αθηνών. Εκεί αποσπούν την προσοχή του Γιάννη Κουτουβού, που εκείνη τη εποχή εργαζόταν για την ΕΜΙ. Το ντέμο τους παρουσιάζεται στη δισκογραφική εταιρία, ενώ συγχρόνως τα τραγούδια τους ακούγονται ακούγονται για πρώτη φορά στο ραδιόφωνο. Ανοίγουν την συναυλία των SAXON στην Ριζούπολη με ένα συμβόλαιο στις αποσκευές τους, το πρώτο για ελληνική heavy metal μπάντα σε πολυεθνική. Λίγο πριν την κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου “First Attack”, ο τραγουδιστής τους μένει σε κώμα μετά από ατύχημα. Ο Ντίνος Κωστάκης αντικαθίσταται από τον CORNELIUS (Douglas) για την πρώτη τους συναυλία στην Κύπρο.
Η δισκογραφική τους πορεία δεν ήταν η αναμενόμενη μιας και το 1990 κυκλοφόρησαν από μια μικρή εταιρία (Μολών Λαβέ) ένα live με τίτλο “100% Live”. Ξανά εμφανίζονται μόλις το 2009 με το “Die Fighting” που είχε αρκετή ανταπόκριση από το κοινό. Ο Klaus Meine τους καλεί να παίξουν σαν support στις εμφανίσεις των scorpions. Επίσης μοιράζονται την σκηνή με τους W.A.S.P και Orange Goblin στις εμφανίσεις τους ανά την Ελλάδα. Επίσης δημιουργήθηκε ένα ντοκιμαντέρ για τις μέρες των Spitfire: Back to Zero. Τη σκηνοθεσία έχει κάνει ο Βαγγέλης Ρήγας και το μοντάζ ο Γιώργος Ταμπακάκης.

Jacek Maniakowski

Riverside



Οι Riverside είναι τα τελευταία χρόνια πιο γνωστοί αντιπρόσωποι της Πολωνικής progressive rock σκηνής. Από τις ακτές του Βιστούλα και την Βαρσοβία, το 2013 κλείνουν 12 χρόνια ζωής σαν συγκρότημα και μια δεκαετία δισκογραφίας. Το νέο τους άλμπουμ Shrine of New Generation Slaves αποδεικνύει ότι έχουν φτάσει σε σημείο ωριμότητας, τέτοιο που μπορούν πλέον να αγγίξουν πολύ μεγαλύτερο κοινό. Και αυτό θέλουν να μας το δείξουν με την παγκόσμια περιοδεία που συνοδεύει την νέα τους κυκλοφορία, που συμπεριλαμβάνει και την χώρα μας, την Θεσσαλονίκη στις 1 Ιουνίου και την Αθήνα μια μέρα αργότερα.
Η ιστορία τους ξεκινά κάπου στο 2001, στην πολωνική πρωτεύουσα. Ο κιθαρίστας Piotr Grudziński από τους Unnamed και ο ντράμερ Piotr Kozieradzki από τους Hate καλούν τον Mariusz Duda, πρώην μέλος των Xanadu. Στη παρέα τους προστίθεται Jacek Melnicki, στα πλήκτρα,πρώην μέλος των Cedamus. Έναν χρόνο αργότερα πραγματοποιούν την πρώτη τους εμφάνιση στην γενέτειρα πόλη του γκρουπ, την Βαρσοβία. Το 2003 έχουν έτοιμο και το πρώτο τους promo demo, το ομώνυμο Riverside. Σε 300 αντίτυπα και ηχογραφημένο σε ένα club της Βαρσοβίας, το Kopalnia. Το πρώτο τους σινγκλ, Loose Heart παίζεται στο Τρίτο Πρόγραμμα τη Πολωνικής Ραδιοφωνίας και φτάνει στο Νο 17. Ως το τέλος της χρονιάς το πρώτο τους άλμπουμ, το Out of Myself, είναι γεγονός. Το ηχογραφούν στο DBX Studio, που ανήκει και στον Jacek Melnicki. κημπορτίστα τους, οποίος αποχωρεί και την θέση του παίρνει ο Michał Łapaj. Η σύνθεση του συγκροτήματος δεν έχει αλλάξει από τότε.
Οι μουσικές τους προθέσεις γίνονται γνωστές μέσα από πολλές ζωντανές εμφανίσεις, μεταξύ των οποίων και συμμετοχές σε φεστιβάλ της υπόλοιπης Ευρώπης. Ο πειραματικός τους ήχος, αλλά και πολλές φορές έντονο φλερτάρισμα με metal, δεν τους αποτρέπει να συμπεριλάβουν την μελωδία σαν κυρίαρχο στοιχείο των συνθέσεων τους. Το 2005 εμφανίζεται το minialbum Voices in My Head, οποίο τροφοδοτεί το τσαρτ του Τρίτου Προγράμματος της Πολωνικής Ραδιοφωνίας με άλλες δυο συνθέσεις  Στην συνέχεια υπογράφουν στην InsideOut Music ξεκινώντας και νέα τουρνέ την Out Of Myself European Tour 2005, για την προώθηση του Second Life Syndrome. Το 2007 συνοδεύουν τους Dream Theater στην ευρωπαϊκή τους περιοδεία και παράλληλα κυκλοφορούν και το Rapid Eye Movement.
Ο ήχος τους γίνεται ακόμα πιο αποδεκτός με το Anno Domini High Definition, που κυκλοφορεί το 2009. Δυο χρόνια αργότερα το Memories in My Head, ένα minialbum απλά συντηρεί την σταθερή ανοδική πορεία τους, για να φτάσουμε στο 2013 και το Shrine of New Generation Slaves, που άνετα τους κατατάσσει σε κορυφαία ονόματα της progressive rock σκηνής. Όλοι οι στίχοι των συνθέσεων τους ανήκουν στον Mariusz Duda και μουσική τους γράφεται απ' όλο το γκρουπ. Ο ήχος δεν είναι εύκολος, αν και εύκολα μπορεί να κερδίσει την προσοχή σου. Πρέπει να τους ξανακούσεις σίγουρα, για μένα προσωπικά, δεν αποτελεί κάποιο πρόβλημα.... 

Smashing Pumpkins - Zero



Το Zero είναι ένα κομμάτι των Smashing Pumpkins και βρίσκεται στο Mellon Collie And The Infinite Sadness άλμπουμ τους του 1995. Είναι δημιουργία του Billy Corgan και έμπνευση του ήρθε όταν βρισκόταν σε ένα δωμάτιο που δεν είχε καμιά προσωπικότητα, μετά από πυρκαγιά δεν είχε καμιά ανάμνηση ούτε κάποιο αντικείμενο να θυμίζει κάποιο θέμα. Το τραγούδι αυτό σχετίζεται με την κατάσταση απάθειας του Billy Corgan. Τα λυρικά "Μεθυσμένος με την τρέλα  είμαι ερωτευμένος με τη λύπη μου" δείχνει πως δεν έχει τα συναισθήματα και τις αισθήσεις που επιθυμεί και είναι ερωτευμένος με κάτι που δε μπορεί να έχει. Το θέμα του τραγουδιού είναι η μη ανταπόκριση στις προσευχές. Λέει να κρατάς τις προσευχές σου για όταν πραγματικά τις χρειαστείς. Ο Billy Corgan συχνά φορούσε ένα μαύρο πουκάμισο με τη λέξη "ZERO" τυπωμένη στο μπροστινό μέρος. Συνοδευόταν συνήθως με ασημί παντελόνι και φορέθηκε στο βίντεο "Bullet with Butterfly Wings". Σε ένα άρθρο στο spin magazine θεωρήθηκε από τους αναγνώστες ότι τα σόλα του Billy δεν είναι ούτε για να ακούγονται από γάτες, αν και και το Zero γράφτηκε με 6 ρυθμικές κιθάρες και δυο 12χορδες ακουστικές, συν αυτές που παίζει η εκκεντρική Iha .Οι ίδιοι ονομάζουν την μουσική τους Cybermetal, με το Zero να είναι το πιο αντιπροσωπευτικό. 



Progressive rock - Τα είδη της



Ο χαρακτηρισμός της prog rock ουσιαστικά εμπεριέχεται σε μια φράση: " Progressive rock είναι αυτό που ηχεί σαν Progressive rock", δηλαδή ο χαρακτηρισμός είναι πολύ ρευστός, όπως και τα μουσικά του σύνορα. Σίγουρα, για τους φαν του είδους, αυτό αποτελεί ένα χαρακτηριστικό μιας αυτοκρατορίας, μουσικής αυτοκρατορίας. Αν και η τοποθέτηση αυτή δεν είναι μακριά από την πραγματικότητα, μιας και μουσικός χώρος που καταλαμβάνει είναι πολύ μεγάλος και μάλλον δεν υπάρχει μουσικός στην σημερινή ροκ σκηνή, που να μην πάτησε στα μουσικά εδάφη του.
Ο διαχωρισμός γίνεται με την στροφή μιας μπάντας σε μια πειραματική αναζήτηση,συνήθως με ένα άλμπουμ ορόσημο ή ακόμα και ένα τραγούδι. Φυσικά η παραμονή στο μουσικό αυτόν χώρο προϋποθέτει και ανάλογη συνέχεια. Μπορεί ακόμα να είναι μια σόλο έκφραση, μέσα από ένα προσωπικό σχήμα κάποιου μέλους μιας ήδη φτασμένης μπάντας. Αλλά το βασικό είναι η ανάγκη για αναζήτηση, μέσα από μουσικά μονοπάτια. Αναζήτηση που μοιάζει με ένα κυνήγι κάποιου μουσικού Γκράαλ. Κατά πολλούς την αρχή την έκανε ο Franka Zappa με το άλμπουμ του Freak Out! (1966), μαζί με το συγκρότημά του The Mothers of Invention.
Από τότε η φυγοκεντρική πορεία του είδους ακολούθησε πολλά μονοπάτια, τα οποία θα προσπαθήσω να αναφέρω επιγραμματικά, με πιθανότητα λάθους να καραδοκεί σε κάθε κατηγορία.
- Symfonic rock, με κύριο χαρακτηριστικό την τον πλούσιο σε ορχηστρικά μέρη ήχο τους, που οφείλεται σε έντονη παρουσία των synth, melotron και με προσθήκη της ορχήστρας να μην σπάνια. Πολλές φορές ονομάζεται και alternative και barok rock όρος σπάνια πλέον χρησιμοποίηται. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι : Electric Light Orchestra, Yes, Genesis, Rick Wakeman, Kansas, Procol Harum
- Experimental rock, οι πρωτοπόροι της Progressive σκηνής και κατά κάποιον η εμποσθοφυλακή της. Τα βασικά της χαρακτηριστικά ο πειραματισμός με οποιαδήποτε μουσικά όργανα και αφαιρετικότητα στον ήχο. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι : Captain Beefheart and His Magic Band, King Crimson, Gentle Giant, Henry Cow, Faust, Can, Van der Graaf Generator.
- Η σκηνή Canterbury(Canterbury sound), είναι τα γκρουπ που δημιουργήθηκαν γύρω από την ομώνυμη πόλη της Αγγλίας. Αν και τοποθέτηση μπορεί να χαρακτηριστεί γεωγραφική έχει και μουσικές ιδιαιτερότητες, όπως η μοναδική επιρροή από την τζαζ. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι : Soft Machine, Henry Cow, Caravan, Gong.
- Folk Progressive, αποκαλείται από μουσικούς που προέρχονται από τον χώρο της Folk ή αυτούς που είναι υπό την επιρροή της. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι : Jethro Tull, Gryphon
- Jazz rock, υβρίδιο ανάμειξης των δύο ειδών. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι: Weather Report, Miles Davis, Frank Zappa, Brand-X, Colosseum, Blood, Sweat & Tears
- Art rock. Η πολυπλοκότητα και συχνή αλλαγή των μουσικών φορμών τα βασικά χαρακτηριστικά του. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι: Pink Floyd, Camel, Focus.
- New Progressive, χρονολογική τοποθέτηση για μπάντες μετά το 1980. Τα πιο χαρακτηριστικά γκρουπ είναι: Marillion, IQ, Credo, Pendragon, Arena, Fish, FM, Pallas; w Polsce Collage, Abraxas, Quidam
- Progressive Metal, με 3 υποκατηγορίες: heavy metal -Queensrÿche, Dream Theater/ thrash metal - Voivod, Coroner, Watchtower, Mekong Delta/ death metal - Death, Pestilence, Atheist, Cynic , Opeth και πάντα με πρόθεμα το Progressive . 

David Bowie - The Next Day



Το όνομα του David Bowie και μόνο στο άκουσμα του, φέρνει εκατοντάδες μελωδίες στο νου. Σε κλάσματα του δευτερολέπτου περνάει όλη η μουσική ιστορία μπρος στα μάτια, αλλά και στα αυτιά. Ο καλλιτέχνης αυτός δεν έγραψε μόνο ιστορία, είναι ιστορία. Και μετά από δεκάχρονη απουσία από τα δισκογραφικά δρώμενα ξανά-επιστρέφει με νέο άλμπουμ. Το να κάνεις κριτική σε κάποιο του δίσκο φαντάζει περισσότερο με το ανέκδοτο όπου ένα μυρμήγκι κρεμασμένο στον λαιμό ενός ελέφαντα, προσπαθεί να τον πνίξει.
Ο κύριος "μουσική ιστορία" επέστρεψε και μάλιστα με παραγωγό τον Tony Visconti, παραγωγό του Space Oddity, της αρχής της μουσικής του ιστορίας από την χρονιά του 1969. Ελπίζω να μην θέλει να την κλείσει με αυτόν τον τρόπο, μια που μετά από 44 χρόνια προσφοράς και πίστης στον θεό του rock'n'roll δεν έχει στερέψει. Κάπου μέσα στον Ιανουάριο, μοιράστηκε μια πρώτη γεύση από το επερχόμενο του άλμπουμ με το τραγούδι "Where Are We Now?" .... και με μια ξινίλα  το ίδιο αναρωτήθηκα. Αλλά με την κυκλοφορία του άλμπουμ The Next Day, ήρθε στα αυτιά μου και το "The Stars (Are Out Tonight)", το δεύτερο single από αυτό το άλμπουμ. Σίγουρα το ερωτικό σκίρτημα που ένιωθα με την πρώτη μου μουσική γνωριμία με τον Bowie δεν ήρθε, αλλά μια ζεστή ηλιαχτίδα πολύχρονης αγάπη με διαπέρασε. Ναι, ήταν σα μια συνάντηση με ένα αγαπημένο πρόσωπο που έχεις να δεις καιρό.
Η κατανόηση του καλλιτέχνη δεν είναι μια εύκολη υπόθεση και το νέο του άλμπουμ δεν αποτελεί εξαίρεση. Όπως και το παρθενικό του Space Oddity, που χρειάστηκε δύο χρόνια για να αναγνωριστεί, έτσι κι αυτό, μετά από δύο χρόνια ηχογραφήσεων, θέλει τον χρόνο του. Το "έχτισε" μουσικά και στιχουργικά μόνος του. Σίγουρα η έννοια της καλής προσπάθειας δεν ισχύει για τραγουδοποιό του βεληνεκούς του και οι απαιτήσεις από αυτόν, μετά από 23 albums, είναι μεγάλες. Και με σιγουριά, μετά από 3 ακούσματα του νέου του album, μπορώ να πω ότι ανταποκρίνεται σε αυτές. Δεν κουράζει και όσο το ακούς, τόσο μπαίνεις στην μουσική του πραγματικότητα, σε απορροφάει αργά και ηδονικά. Δεν το ακούς, το βιώνεις, δεν είναι εύκολο στο άκουσμα, αλλά είναι μια ακόμα ηχητική περιπέτεια, την οποία μας καλεί να ζήσουμε. Θα επιμείνω να μην ξεχωρίζω τραγούδια, γιατί λειτουργεί σαν συμφωνία κλασικής μουσικής, με χωριστά κομμάτια, καλά δομημένα που δημιουργούν μια ενιαία αρμονία . Από την αρχική "ξινίλα" μου, η μουσική "επίγευση" που μένει περιγράφεται με μια λέξη: ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ!


Tenacious D



Το rock'n'roll έχει μια δική του λογική, δικούς του κανόνες και δικούς του τρόπους να ενσαρκώνεται. Για την ενσάρκωση του βρίσκει πολλές αφορμές, απλές και πολύπλοκες, λογικές και παράλογες. Και μερικές φορές φαινομενικά σε ανέφικτες καταστάσεις καταφέρνει να εκφραστεί ακόμα σε ηθοποιούς  Να δημιουργήσει μια μπάντα, με αφορμή ένα σενάριο τηλεοπτικής σειράς, ακόμα ανάμεσα σε ανθρώπους που μισιούνται. Όταν η αιτία είναι το rock'n'roll η αφορμή δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία. 
Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν οι Tenacious D (γνωστοί και σαν  „The D”) . Όλα ξεκίνησα το 1985, όταν ο 16 χρονος Jack Black, συνάντησε τον 24 χρονο Kyle Gass στα πλαίσια μιας θεατρικής ομάδας, της „The Actors' Gang”. Οι δύο τους απλά μισιούνταν, αλλά ο "θεός" του rock'n'roll είχε άλλα σχέδια για αυτούς. Με τον καιρό οι σχέσεις τους καλυτέρευσαν εντυπωσιακά. Ο δεύτερος έμαθε κιθάρα στον πρώτο και αποφάσισαν να φτιάξουν μπάντα. Της έδωσαν όνομα Tenacious D, από τον αθλητικό εκφωνητή Marv Albert και μια έκφραση που χρησιμοποίουσε σε αγώνες μπάσκετ. Σημαίνει " κομμένη Α" (άμυνα), ένας μπασκετικός όρος. 
Το 1997, το κανάλι  HBO έβγαλε στο αέρα δύο επεισόδια από μια σειρά με το όνομα της μπάντας και πρωταγωνιστές τους δύο ηθοποιούς. Το σενάριο έλεγε για μια μπάντα που θέλει να κερδίσει μια θέση στη ροκ σκηνή. Πέρασαν δυο χρόνια για να παιχτούν άλλα 4 επεισόδια. Τα επεισόδιο είχαν ονόματα τραγουδιών που μπήκαν στο πρώτο άλμπουμ: The Search for Inspirado, Angel in Disguise, Death of the Dream, The Greatest Song in the World, The Fan και  Road Gig.
Και η νέα χιλιετηρίδα μπαίνει και με το πρώτο τους άλμπουμ και μια απρόσμενη επιτυχία να το συνοδεύει. Τους βοήθησαν οι Dave Grohl, από τους  Foo Fighters, Page McConnell από Phish,  Warren Fitzgerald από The Vandals και Steven Shane McDonald από Redd Kross. Το πρώτο σινγκλ είναι το "Wonderboy" και ακολουθεί το "Tribute", το μεγάλο τους hit. Το 2004 ξεκινάνε να φτιάχνουν την ταινία Tenacious D in: The Pick of Destiny, που συνοδεύεται από το δεύτερο τους άλμπουμ, με το ίδιο όνομα. Σε αυτό συμμετέχουν ακόμα και οι Ronnie James Dio και Meat Loaf, στο κομμάτι „Kickapoo”.  Το 2012 βγαίνει και το Rize of the Fenix. 
Έτσι το  rock'n'roll ενσαρκώθηκε μέσα από folk metal, comedy rock και country rock. Με δύο παράξενους τύπους να το υπηρετούν μέσα από αυτά τα είδη του. 

Jacek Maniakowski