Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

City - Am Fenster

Η πορεία ενός ανθρώπου καθορίζεται από αμέτρητους εξωτερικούς παράγοντες και έναν εσωτερικό: τη βούλησή του να υπάρξει και να πορευτεί. Και τα τραγούδια, όπως οι άνθρωποι, είναι οντότητες. Ανεξάρτητες πολλές φορές από τον ίδιο τον δημιουργό τους, μοιάζουν να έχουν επιλέξει μια δική τους πορεία. Μια πορεία που δεν υπακούει σε δισκογραφικά πλάνα ή εμπορικές στρατηγικές, αλλά στη φυσική τους ανάγκη να φτάσουν σε όσο περισσότερα αυτιά γίνεται. Ίσως μπορούμε να τα παρομοιάσουμε με τον επίλογο του Fahrenheit 451 του Ray Bradbury, όπου κάθε άνθρωπος ενσαρκώνει ένα βιβλίο που το έχει μάθει απ’ έξω και το κουβαλάει σαν μνήμη, σαν αποστολή.

Το Am Fenster των City είναι ένα τέτοιο τραγούδι. Ένα κομμάτι που δεν γράφτηκε για να γίνει ύμνος, αλλά έγινε. Στην Ελλάδα, έγινε γνωστό το 1978, όταν ένας πειρατικός σταθμός της Αθήνας, ο «Moonflowers», το έπαιζε ξανά και ξανά, σαν σήμα έναρξης και λήξης. Μετά τη Γερμανία, η Ελλάδα είναι η χώρα όπου το τραγούδι βρήκε τη μεγαλύτερη ανταπόκριση. Και όμως, η ιστορία του ξεκινά λίγα χρόνια νωρίτερα, στην Ανατολική Γερμανία, εκεί όπου μια μελωδία ήθελε να ενσαρκωθεί, και πολλοί παράγοντες συνωμότησαν για να γίνει αυτό.

Το τραγούδι δημιουργήθηκε τον Απρίλιο του 1974, πολύ πριν την έλευση του Toni Krahl στο συγκρότημα. Ο Fritz Puppel (κιθάρα), ο Klaus Selmke (drums), ο Georgi Gogow (μπάσο και βιολί) και ο Emil Bogdanow (φωνητικά), οι τότε City ή αλλιώς City Band Berlin, είχαν ήδη 2–3 χρόνια στο ενεργητικό τους, παρά τις συνεχείς αλλαγές στα μέλη. Η ιστορία δεν θα γραφόταν αν ο θείος του Selmke δεν του έστελνε ένα σετ ντραμς και ένα βιολί από τη Δυτική Γερμανία, μια πράξη σχεδόν παράνομη για τα δεδομένα της εποχής.

Ένα απόγευμα, ο Gogow έφερε το βιολί στην πρόβα και άρχισε να παίζει μια μελωδία εμπνευσμένη από τους τσιγγάνους της Βουλγαρίας. Δύο μέρες αργότερα, ο Emil εμφανίστηκε με το ποίημα Am Fenster, της Γερμανίδας ποιήτριας Hildegard Maria Rauchfuß (1918–2000), από τη συλλογή Versuch es mit der kleinen Liebe. Το τραγούδησε με τη συνοδεία του γκρουπ, και όπως λέει ο Selmke: «Μας κυρίευσε μια ακατανίκητη έκσταση και πάθος, μια μαγεία! Ποτέ δεν είχαμε φανταστεί πως αυτός ο μουσικός αυτοσχεδιασμός θα γινόταν εθνικός ύμνος της καταπιεσμένης νεολαίας της Ανατολικής Γερμανίας.»

Το ποίημα είναι γραμμένο με ατελείς φράσεις, σχεδόν υπερρεαλιστικές, που δεν ακολουθούν τους συντακτικούς κανόνες της γερμανικής γλώσσας. Μιλά για την βαθιά αγάπη, την επιθυμία, την ελευθερία, τον φόβο του αύριο. Είναι μια κραυγή που δεν φωνάζει, σιωπηλή σαν την Φωνή της Σιγής, απλώς κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο.

Το τραγούδι είχε και τις περιπέτειές του. Ο Emil Bogdanow αυτομόλησε στη Σουηδία. Η δισκογραφική εταιρεία Amiga αρνήθηκε να το ηχογραφήσει λόγω της μεγάλης διάρκειας (7:20) και της χρήσης βιολιού, κάτι που ήταν ασυνήθιστο για την εποχή. Το 1976, ηχογραφήθηκε με τον νέο τραγουδιστή Toni Krahl, ο οποίος από το άγχος του ξέχασε τη δεύτερη στροφή και επανέλαβε την πρώτη. Η κασέτα έφτασε στα χέρια του Peter Schimmelpfennig, μουσικού συντάκτη της εκπομπής Stimme der DDR, και το τραγούδι απογειώθηκε.

Το Am Fenster κυκλοφόρησε τελικά το 1977 ως single και το 1978 ως maxi single. Έγινε χρυσός δίσκος στην Ελλάδα και τη Γερμανία, και θεωρείται ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά κομμάτια της ανατολικογερμανικής ροκ. Στην Ελλάδα, έγινε σύμβολο μιας γενιάς που έψαχνε κάτι πέρα από τα σύνορα, κάτι που να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο.

Η μουσική δομή του κομματιού έχει μια ιδιαιτερότητα στον ήχο, ίσως σε αυτό οφείλεται και η μοναδικότητά του. Το Am Fenster ξεχωρίζει για την τριμερής του δομή, κάτι σπάνιο για ροκ τραγούδι της εποχής.

Εισαγωγή: Ένα σχεδόν μινιμαλιστικό, ατμοσφαιρικό βιολί, που παίζει ο Γεωργιανός μουσικός Georgi Gogow. Η μελωδία βασίζεται σε βαλκανικά και τσιγγάνικα μοτίβα, με έντονη συναισθηματική φόρτιση.

Φωνητικό μέρος: Ο Toni Krahl τραγουδά το ποίημα της Rauchfuß με εσωτερικότητα και ένταση. Η ενορχήστρωση παραμένει λιτή, με έμφαση στη φωνή και το βιολί.

Ορχηστρική κορύφωση: Το τραγούδι μετατρέπεται σε ένα σχεδόν συμφωνικό crescendo, με το βιολί να οδηγεί σε μια έκρηξη συναισθήματος και να τολμήσουμε να πούμε, σαν μια κραυγή αναζήτησης της ελευθερίας. Το τρίπτυχο αυτό, δηλαδή η εισαγωγή, η αφήγηση και τελικά το ξέσπασμα που οδηγεί σε μια έκσταση, ουσιαστικά κάνει το τραγούδι αυτό να μοιάζει με ένα μουσικό ποίημα παρά με ένα συμβατικό τραγούδι.

Η Rauchfuß ήταν συγγραφέας, ποιήτρια και δημοσιογράφος από τη Λειψία, της οποίας το έργο πολλές φορές επικεντρωνόταν σε υπαρξιακά και κοινωνικά ζητήματα. Το συγκεκριμένο αυτό ποίημα, το Am Fenster, γράφτηκε στη δεκαετία του 60 και δημοσιεύτηκε σε μια συλλογή που κυκλοφόρησε το 1973. Ο στόχος του δεν ήταν να μελοποιηθεί, αλλά η δύναμη των εικόνων που είχε, ως ένα είδος λεκτικού παραθύρου με βλέμμα προς το έξω και αίσθημα αναμονής και σιωπηλής ελπίδας, το έκανε ιδανικό για να μεταφερθεί και να ενσαρκωθεί σε κάποιο τραγούδι.

Η ίδια η Rauchfuß, όταν άκουσε το τραγούδι, συγκινήθηκε βαθιά και το χαρακτήρισε “μια από τις πιο όμορφες μεταγραφές ποίησης σε μουσική που είχε ποτέ φανταστεί”.

Όπως ήταν φυσικό, το τραγούδι αυτό έγινε ένα σύμβολο της αντίστασης και της εσωτερικής ελευθερίας για την νεολαία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Σε μια χώρα όπου η λογοκρισία και η κρατική επιτήρηση ήταν μια συνηθισμένη καθημερινότητα, το τραγούδι αυτό, χωρίς να έχει πολιτική διάθεση, ουσιαστικά παρότρυνε να μιλήσει κάποιος για την ανάγκη να κοιτάξεις έξω από το παράθυρο, να μπορέσεις να ονειρευτείς, να νιώσεις και να υπάρξεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το Am Fenster θεωρείται σήμερα ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, και συχνά περιλαμβάνεται σε λίστες με τα “100 τραγούδια που διαμόρφωσαν την DDR”.

Το τραγούδι μας δείχνει το γεγονός όπως κάθε επανάσταση χρειάζεται καταρχήν έναν επαναστάτη, όπως η ελευθερία χρειάζεται ένα τραγούδι για να της το δείξει. Ότι δεν καταφέρνουν τα όπλα, μπορεί να καταφέρει η πένα και οι νότες. Προφανώς η πτώση του τείχους άργησε μια δεκαετία, αλλά ήταν ένα μικρό λιθαράκι στην απομυθοποίηση μιας ακόμα δικτατορίας. Γι αυτό πολλοί δικτάτορες ή οι κυβερνήσεις προσπαθούν να φιμώσουν και να σιωπήσουν τα μουσικά όργανα. 


Jacek Henryk Maniakowski