Η δημιουργία ενός τραγουδιού είναι μια μυστηριώδη διαδικασία, φυσικά όταν προέρχεται από ταλαντούχους μουσικούς και με βασικό θεμέλιο την έμπνευση. Τα μυστήρια μεγαλώνουν όταν το νεκρό σημείο είναι της δημιουργίας είναι ο τίτλος. Κι όταν το τραγούδι δεν αντιπροσωπεύει ακριβώς το μουσικό ύφος της μπάντας, αλλά μπλέκεται και μυστηριώδη επανάληψη ενός αριθμού, τότε μάλλον μιλάμε για κάποιο βιβλίο του Dan Brown παρά για τραγούδι.
Ωστόσο, πρόκειται για ένα πασίγνωστο τραγούδι των Βρετανών Blur, το "Song 2". Η δημιουργία του ανήκει σε όλη την μπάντα. Ηχογραφήθηκε το 1996, για το πέμπτο και ομώνυμο άλμπουμ του συγκροτήματος. Κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά, αφού κατέληξαν όλοι στον τίτλο του τραγουδιού, που πρώτα ήταν γνωστά κα σαν .. "woo-hoo!", από το ρεφρέν του τραγουδιού. Η ιδέα για να γραφτεί προήρθε από έναν συνδυασμό του hangover του Alex James, μιας ηλιόλουστης μέρας και μιας εκπομπής για Ροκ Συζύγους.
Όπως θυμάται ο μπασίστας της μπάντας, Alex James, αφου ξύπνησε με ένα αυτοκρατορικό hangover, είχε μια δουλειά να κάνει μόνο, να βρει τίτλο για μια εκπομπή στην τηλεόραση για κάποιον φίλο του. Ο τίτλος βρέθηκε στην διαδρομή για το στούντιο και ο ίδιος θεώρησε ότι είχε τελειώσει τις υποχρεώσεις του για κείνη την ηλιόλουστη μέρα. Όταν έφτασε στο στούντιο, ο Graham Coxon είχε φέρει δύο σετ kits. Ο Dave Rowntree άρχιζαν να παίζουν ταυτόχρονα τα ντραμς και να πιάνουν δαιμονιώδες τέμπο. Στο ρεφρέν προστέθηκε και το διπλό παραμορφωμένο μπάσο και μαζί με τα φωνητικά του Damon Albarn το τραγούδι σχεδόν ολοκληρώθηκε, εκτός από τον τίτλο του.
Έτσι η ηχογράφηση κράτησε λιγότερο από μία μέρα στα Studio 13 του Λονδίνου, με παραγωγό τον Stephen Street. Από τεχνικά χαρακτηριστικά, ουσιαστικά στηρίζεται σε μια ακολουθία συγχορδιών G – C – D – Em, με τέμπο ~130 BPM. Ο Alex James χρησιμοποίησε για πρώτη φορά pedal παραμόρφωσης (Electro-Harmonix Big Muff) στο μπάσο, δημιουργώντας αυτόν τον χαρακτηριστικό «τραχύ» ήχο που γίνεται ο ρυθμικός πυλώνας του κομματιού. Ενώ ο Graham Coxon έπαιξε με δύο κιθάρες ταυτόχρονα και ο Dave Rowntree κράτησε έναν απλό αλλά εκρηκτικό ρυθμό, χωρίς περίπλοκα γεμίσματα, για να διατηρηθεί η «ωμή» αίσθηση.
Το μυστήριο του αριθμού δυο είχε ήδη ξεκινήσει να δημιουργείται. Το τραγούδι ήταν πολύ μικρό χρονικά, είχε διάρκεια μόλις 2.02. Αλλά τελικά μπήκε σαν δεύτερο track στο άλμπουμ και από κει ονομάστηκε "Song 2". Ήταν το δεύτερο σινγκλ από αυτό το άλμπουμ. Επίσης ήταν και το δεύτερο τραγούδι στη συλλογή τους Blur: The Best of. Ήταν το δεύτερο τραγούδι στο δεύτερο δίσκο του remix compilation/live "Bustin' + Dronin' " άλμπουμ. Το νούμερο 2 το συνόδευε και σε πολλά charts, όπου ήταν και πιο συχνή του θέση.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο έμεινε στο Νο 2(μπλοκαρισμένο από το «I’ll Be Missing You» των Puff Daddy), αλλά στις ΗΠΑ έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία τους, φτάνοντας στο Νο 4 των Modern Rock Tracks και ανοίγοντας την πόρτα της αμερικανικής αγοράς για τη βρετανική εναλλακτική σκηνή. Ήταν το πρώτο τραγούδι των Blur που μπήκε στο Billboard Hot 100, αποδεικνύοντας ότι η «παρωδία» του grunge είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Αμερική από το ίδιο το grunge εκείνη την περίοδο.
Πέρα από όλα αυτά το τραγούδι έχει χρησιμοποιηθεί σε οτιδήποτε χρησιμοποιεί μουσική επένδυση, είναι ένα από τα πιο αδειοδοτημένα τραγούδια στην ιστορία, αποτελώντας την απόλυτη αντίθεση με τους Chumbawamba και το εμβληματικό τους Tubthumping. Έχει χρησιμοποιηθεί σε διαφημίσεις (Nike, Pepsi, Volkswagen), αθλητικές μεταδόσεις (NBA, Premier League, Formula 1), ταινίες («The Italian Job», «Shrek 2»), σειρές και βιντεοπαιχνίδια («Tony Hawk’s Pro Skater», «FIFA 98», «Rock Band»). Ενώ το «Woo-hoo!» έχει μετατραπεί σε παγκόσμιο πολιτισμικό σήμα και αθλητικό σύνθημα, συχνά ακούγεται αυθόρμητα σε στάδια πριν από κρίσιμες φάσεις αγώνων ή σε viral βίντεο. Το βιντεοκλίπ του, που μεταξυ των άλλων ήταν και υποψήφιο για το το καλύτερο βίντεο στα MTV Video Music Awards, διεύθυνε η Sophie Muller.
Με μια ακαδημαϊκή ανάλυση μπορούμε να πούμε πως το τραγούδι αυτό αποτελεί ένα παράδειγμα της πολιτισμικής αντιστροφής, δηλαδή μια βρετανική Britpop μπάντα που κερδίζει την Αμερική παρωδώντας την αμερικανική ροκ, αποδεικνύοντας ότι η ειρωνεία και η αυθεντικότητα μπορούν να συνυπάρξουν.

