Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

The Lost Boys


Ο δρόμος του rock'n'roll, αλλά και του blues-rock, δεν είναι καμιά λεωφόρος αλλά ούτε καν δρόμος. Είναι ένα κακοτράχαλο μονοπάτι, με πολύ κόσμο να στριμώχνεται πάνω του. Το μόνο που μπορεί να σου προσφέρει είναι μοναδικές εμπειρίες αλλά και γνώση.... ένα πραγματικό ταξείδι. Ταξείδι, σημαίνει τα άξια είδα, γνώρισα αυτά που έχουν αξία και μόνο αυτά που πραγματικά αξίζουν επιβιώνουν, ακόμα και αν χρειαστούν να αναγεννηθούν από τις στάχτες τους, όπως ο φοίνικας.Αλλά και κάθε αναγέννηση και ένα βήμα μπροστά, ένα βήμα πριν την εκπλήρωση του ονείρου τους. 
Κάτι τέτοιο θυμίζει και η ιστορία των Lost Boys που, αν και υπάρχουν από το 2005, ξαναγεννήθηκαν μόλις  στις αρχές του 2013. Σε αντίθεση με το όνομά τους δεν είναι καθόλου χαμένοι και δεν λένε να εγκαταλείψουν το μονοπάτι του
 rock'n'roll, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν κάθε πρόκληση και δυσκολία
Η μπάντα δημιουργήθηκε από τον τραγουδιστή - κιθαρίστα της μπάντας Χρήστο Τσιφ. Το όνομα του συγκροτήματος βγήκε από την αγαπημένη του ταινία (The Lost Boys 1987). Δημιουργήθηκαν στη Θεσσαλονίκη και φυσικά έχουν πάρει πολλά και από το πνεύμα της. Όπως και στην πόλη αυτή, ο συνδυασμός διαφορετικών πολιτισμών την κράτησε για αιώνες ζωντανή, έτσι και οι Lost Boys συνδυάζουν πολλά είδη μουσικής. Η ισχυρή επιρροή από τους ροκ και μπλουζ καλλιτέχνες είναι εμφανής μέσα σε αυτή συνδέοντας Country και ψυχεδελικούς ρυθμούς έρχεται να δημιουργήσει ένα ενδιαφέρον μείγμα στη μελωδία των τραγουδιών τους. 

Και λίγο καιρό μετά την αναγέννηση τους έχουν ξεκινήσεις και αποτελούμενοι πλέον από τους Αντώνης - Bass, 
Anestis Poirazis - Guitar, Δήμος Δημητριάδης - Drums και Percussion, Johnny - Harmonica και φυσικά ο Xristos Tsif - Vocals & Guitar (electric blues slide guitar and acoustic slide), δέσανε με μεγάλη ευκολία μεταξύ τους. Οι ζωντανές εμφανίσεις δεν έχουν αργήσει να έρχονται, κάτι που τους έχει βοηθήσει ακόμα περισσότερο να δεθούν μουσικά μεταξύ τους. Και όπως συμβαίνει στο rock'n'roll, το οξυγόνο, αλλά και βασική πηγή έμπνευσης για μια μπάντα είναι τα live, έτσι έχουν ήδη έτοιμο υλικό για το νέο τους άλμπουμ. Ο ήχος τους τιμάει και την παράδοση του Αμερικάνικου νότου, αλλά και βαδίζει στα χνάρια πολλών ελληνικών συγκροτημάτων που επέλεξαν αυτόν τον ήχο. Είναι έτοιμοι να βάλουν την λίθο τους στην blues σκηνή της Ελλάδας, φλερτάροντας και με την rock. Η προσωπικότητα τους διακρίνεται στις νέες τους συνθέσεις, όπως και η αγάπη τους για τα '70s. Και επειδή μια ένωση ανθρώπων αξίζει πολύ περισσότερο από πολλούς ανθρώπους ξεχωριστά, αποφάσισαν και αυτοί να συμπράξουν στη  Rock N Roll Republic  κίνηση, δημιουργώντας ακόμα μια μουσική τους σύνθεση ειδικά γι αυτήν την περίσταση 
Jacek Maniakowski

The Cult - Edie (Ciao Baby)



Το "Edie (Ciao Baby)'" είναι ένα τραγούδι των Άγγλων The Cult και βρίσκεται στο καλύτερο. κατά την γνώμη πολλών, άλμπουμ τους, το Sonic Temple του 1989 και είναι το δευτερο σίγκλ από αυτό. Ορισμός της hard rock μπαλάντας, δημιουργήθηκε από τους Ian Astbury, τραγουδιστή της μπάντας και τον κιθαρίστα Billy Duffy.
Η Edie είναι πραγματικό πρόσωπο και αναφέρεται συγκεκριμένα στην Edie Sedgwick, μέλος της ομάδας ηθοποιών του Andy Warhol's Factory, στην δεκαετία του '60. Η ίδια είχε πρωταγωνιστήσει στις ταινίες Poor Little Rich Girl και Beauty No. 2, αλλά ο ρόλος της σύντομης ζωής της ήταν, όταν υποδύθηκε την Susan Superstar στο Ciao! Manhattan, εξ ου προήλθε και το δεύτερο σκέλος του τίτλου του τραγουδιού. Η Sedgwick έζησε μια ταραγμένη ζωή γεμάτη με προβλήματα ψυχικής υγείας και εθισμούς σε ναρκωτικά. Το 1971 πέθανε από υπερβολική δόση. Ήταν 28 ετών. Η ταινία Factory Girl, με πρωταγωνίστρα την Sienna Miller, αναφέρεται στη ταραχώδη ζωή της.
Η ιδέα για για την δημιουργία του κομματιού ήρθε στον φρόντμαν Ian Astbury όταν ηχογραφούσαν το Sonic Temple άλμπουμ τους στην Ν. Υόρκη. Μιας και ο Warhol μανάτζαρε τους The Velvet Underground από 1965 ως το 1967, του δημιουργήθηκε ενδιαφέρον γενικά για την καλλιτεχνική κίνηση της σκηνής της Ν. Υόρκης. Ο Billy Duffy αναφέρει ότι, το τραγούδι δεν είναι για την Edie Sedgwick, απλά την χρησιμοποιεί σαν παράδειγμα, σε ένα τραγούδι που ήθελε να τονίσει την ιδιαιτερότητα της μεγαλούπολης που έζησε η ηθοποιός.
Jacek Maniakowski  

Ederlezi



Όλοι οι φίλοι μου χορεύουν το "όρο" \Χορεύουν το oro, γιορτάζουν τη μέρα\Όλοι οι Ρομά, μαμά\ Όλοι οι Ρομά, μπαμπά, μπαμπά\Όλοι οι Ρομά, ο μαμά...
Το Ederlezi το γνωρίσαμε στη ταινία " Ο καιρός των Τσιγγάνων", του Εμίρ Κουστουρίτσα, με την εκδοχή του Γκόραν Μπρέγκοβιτς. Είναι ένα γνωστό τραγούδι της μειονότητας των Ρομά των Βαλκανίων. Το τραγούδι πήρε το όνομά του από την μεγαλύτερη γιορτή των τσιγγάνων της περιοχής της Σερβίας και της Βουλγαρίας. Θρησκευτικά ταυτίζεται με την Γιορτή του Αη-Γιώργη. Ξεκινάει να γιορτάζεται στις 23 Απριλίου και κορυφώνεται στις 6 Μαΐου. Χόρα ή όρο είναι (Πιθανότατα προερχόμενο από το αρχαιοελληνικό Χορός)κυκλωτικός τσιγγάνικος χορός. Η κορύφωση της γιορτής γίνεται 40 ημέρες μετά από την εαρινή ισημερία και συμβολίζει την επιστροφή της άνοιξης. Έχει γνωρίσει αρκετές παραλλαγές, κυρίως από καλλιτέχνες βαλκανικών χωρών, μεταξύ αυτών και από την Α. Πρωτοψάλτη με στίχους της Λ. Νικολακοπούλου.
Jacek Maniakowski 

David Bowie - Μέρος 2ο



Η δεκαετία του '80 βρίσκει τον David Bowie με καινούργιο δίσκο, το Scary Monsters (and Super Creeps) (1980), ο οποίος κλείνει έναν κύκλο του καλλιτέχνη. Η μεγάλη επιτυχία του δίσκου είναι το "Ashes to Ashes", μια συνέχεια του "Space Oddity". Με κεντρικό ήρωα τον Major Tom, ο τραγουδοποιός απαλλάσσεται από τις μάσκες και προσωπικότητες προηγούμενων ετών, σατιρίζοντας τον ήρωα. Είναι ακόμα ένα κομμάτι που ουσιαστικά αποτελεί αυτοβιογραφικό μέρος της δισκογραφίας του. Το παράξενο είναι ότι, αποτέλεσε το δεύτερο Νο 1 του καλλιτέχνη, με πρώτο το, αρχικά απαξιωμένο από το κοινό, "Space Oddity".
Ο επόμενος του δίσκος είναι το Let's Dance (1983), αν και αποτελεί ορισμό του ροκ, έχει πιο ευκολοχόνευτες συνθέσεις και την παραγωγή κάνει ο Nile Rogers, παραγωγός των ντίσκο Chic. Στον άλμπουμ παίζει κιθάρα ο Steve Ray Vaughn, αλλά δεν τον συνοδεύει στην περιοδεία που ακολουθεί την κυκλοφορία του άλμπουμ,μιας που δεν ταίριαζαν τα χνώτα τους. Επίσης περιέχει και το "China Girl", μια σύνθεση του Iggy Pop, που για καιρό το το βιντεοκλίπ υπήρχε στη μαύρη λίστα του MTV, λόγω των τολμηρών ερωτικών σκηνών, πάντα με την λογική του μουσικού καναλιού. Ο Bowie, εγκαταλείπει οριστικά την γκλάμουρ εικόνα του ροκ σταρ και υιοθετεί την εικόνα ενός τζέντλεμαν  δεχόμενος και πολλά ειρωνικά σχόλια, από αρκετούς μουσικούς δημοσιογράφους. Το Tonight (1984), έχει χλιαρή υποδοχή από τους κριτικούς, αν και έχει αρκετή ανταπόκριση από το κοινό και πολύ καλές συνεργασίες. Όπως και το επόμενο Never Let Me Down (1987), θεωρείται από τους θαυμαστές σαν χειρότερος δίσκος του. Ακόμα και ο ίδιος θέλει να ξεχάσει την ύπαρξη του.
Η επόμενη δεκαετία τον βρίσκει με τακτικό συγκρότημα, τους Tin Machine και με μεγάλες τουρνέ ανά την υφήλιο. Στο Black Tie White Noise (1993) εγκαταλείπει τον κλασικό ροκ ήχο και προσθέτει και άλλα είδη στο ρεπερτόριό, με αρκετή επιτυχία. Στο Outside (1995) ξανασυνεργάζεται με τον Brian Eno. Με το Earthling (1997), πειραματίζετα με την νέα τεχνολογία και συμπεριλαμβάνει στοιχεία jungle και drum and bass στις συνθέσεις του. Το Hours... (1999), περιλαμβάνει το "What's Really Happening", το οποίο το συνέθεσε μαζί με έναν οπαδό του καλλιτέχνη, που κέρδισε σχετικό διαγωνισμό στο ίντερνετ. Τα τελευταία δύο του άλμπουμ είναι το Heathen (2002) και Reality (2003). Και μια δεκαετία μετά θα κυκλοφορεί The Next Day στις 12 Μαρτίου. Το πρώτο σινγκλ Where Are We Now? δε με ενθουσίασε, αλλά ο δίσκος ακούγεται ολόκληρος και περιέχει αρκετά διαμάντια, που δείχνουν, ότι η ρυτίδες δεν επηρεάζουν το πνεύμα. 
Jacek Maniakowski

David Bowie - Μέρος 1ο



Ο David Robert Jones, ο χαμαιλέοντας της ροκ, ο Ziggy Stardust και πιο γνωστός σαν David Bowie. Γεννήθηκε 8 Ιανουαρίου του 1947 στο Brixton της Αγγλίας. Άλλαξε το όνομα σε David Bowie όταν ξεκίνησε να εμφανίζεται στην σκηνή, για να μην τον μπερδεύουν με τον ντράμερ των The Monkees που λεγόταν Davy Jones. Η δυσκολία του άρθρου δεν συνίσταται στην έλλειψη υλικού για αυτόν τον καλλιτέχνη, αλλά στο ότι, ό,τι και να γράψω θα είναι το λιγότερο ελλιπές  Ούτε ένα πολυσέλιδο βιβλίο δεν μπορεί να χωρέσει μια 47χρονη πορεία αυτού του τραγουδιστή, τραγουδοποιού, στιχουργού,ηθοποιού, μουσικού παραγωγού..... και μια σελίδα ακόμα χαρακτηρισμών. Η επιρροή του ήταν και είναι ακόμα καταλυτική σε αμέτρητους καλλιτέχνες.
Μια επιγραμματική αναφορά, όμως, αξίζει τον κόπο να γίνει με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του άλμπουμ, την ημέρα των 66ων γενεθλίων του, μετά από δεκάχρονη απουσία από την δισκογραφία. Η μουσική του τραγουδιστή που έχει πουλήσει πάνω από 136 εκατομμύρια δίσκους ξεκινά το 1966, με την κυκλοφορία του ομώνυμου άλμπουμ του. Πιο πριν έπαιζε σε διάφορα rythm'n'blues σχήματα, μεταξύ των οποίων οι The Lower Third, παίζοντας σαξόφωνο και τραγουδώντας, χωρίς ιδιαίτερη ανταπόκριση. Η απόφασή του να ακολουθήσει σόλο πορεία, ήταν καθοριστική για την συνέχεια. Η πρώτη του κυκλοφορία παίρνει πολύ καλές κριτικές, αλλά το κοινό ακόμα δεν ανταποκρίνεται στις μουσικές προτάσεις του πρωτοπόρου καλλιτέχνη. Το 1969 κυκλοφορεί το Space Oddity ( κοσμική προσωπικότητα) και με το ομώνυμο τραγούδι του άλμπουμ μας δίνει την πρώτη γεύση για τα μελλούμενα του, αν και στην αρχή πάλι κανένας δεν δίνει δεκάρα για το, αργότερα, κλασικό ομώνυμο του δίσκου τραγούδι.
Η επόμενη δεκαετία ξεκινάει για τον Bowie με το The Man Who Sold the World (1970). Εγκαταλείπει της φολκ και ακουστικές φόρμες και συνεργάζεται με τον hard rock κιθαρίστα Mick Ronson, δημιουργώντας πλέον πιο σκληρό ήχο. Το πρωτόγνωρο όμως η εμφάνιση του, φοράει φούστα, ειδικά σχεδιασμένη γι αυτόν από το Michael Fish, γνωστό σχεδιαστή μόδας. Προβάλει έναν αντρόγυνο τύπο από το κόσμο του Ziggy Stardust. Με αυτό προσωνύμιο κυκλοφορεί και το The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars (1972), ένα concept άλμπουμ, που μιλάει για ένα εξωκοσμικό πρόσωπο, το οποίο γίνεται ροκ σταρ στον πλανήτη Γη. Ασπάζεται πλήρως τον ρόλο του Ziggy Stardust και εμφανίζεται με αυτό το όνομα παντού. Ένα χρόνο αργότερο εγκαταλείπει αυτό το πρόσωπο δηλώνοντας ότι σταματάει τις εμφανίσεις τους... αλλά σαν Ziggy Stardust και επιστρέφει στον David Bowie.
Η συνέχεια είναι άκρως παραγωγική, αν και ο καλλιτέχνης ακροβατεί ανάμεσα σε τρέλα και τον εθισμό του στην κοκαΐνη. Πέρα από πλούσια δισκογραφία, πρωταγωνιστεί και στην ταινία The Man Who Fell to Earth. Συνεχίζει να πρωτοπορεί μουσικά από concept άλμπουμ ( Diamond Dogs) άλμπουμ βασισμένο στο 1984 του George Orwell μέχρι και την περίφημη Βερολινέζικη Τριλογία, τρία άλμπουμ γραμμένα και ηχογραφημένα στο Βερολίνο και επηρεασμένα από την krautrock, γερμανική ροκ. Καθορίζει το απόλυτο στυλ του καλλιτέχνη, ειδικά με το πρώτο από τα τρία άλμπουμ, το Low. Στη δεύτερη πλευρά, που έχει μόνο ινστρουμένταλ συνθέσεις, δεσπόζει το Warszawa. Κομμάτι αυτό έδωσε το όνομα στους Warsaw , τους μετέπειτα Joy Division.
Jacek Maniakowski