Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Rock - e - pedia : Neofolk

 Ο Bob Dylan στα πρώτα του μουσικά βήματα είχε πει κάποτε για τον Roy Orbison ότι τραγουδούσε μουσικά είδη, τα οποία δεν είχαν ακόμα εφευρεθεί.

 

Neofolk


Πως ακούγεται: Σαν να παίζει ο Bob Dylan δίπλα σε ένα εργοστάσιο σε πλήρης λειτουργία. Ουσιαστικά σαν μίξη μεσαιωνικής μουσικής με πολλούς ηλεκτρονικούς πειραματισμούς.



Γιατί να το ακούσουμε: Βασικά πολλοί έχουν ακούσει το είδος, χωρίς καν να το γνωρίζουν σε metal διασκευές. Είναι παράξενα μαγευτικός ήχος της μουσικής αυτής με πολλές ιδέες σε κάθε κομμάτι. Κατάλληλο για αυτούς που ψάχνουν για πρωτοτυπία, αλλά χωρίς να φτάνει αυτή στα άκρα.

Γιατί όχι: γιατί χουααααααχ (χασμουρητό), τι λέγαμε; Ααα ναι, ε καταντάει τελείων μονότονο και βαρετό. Άλλες πάλι κουράζει με τους υπερβολικούς πειραματισμούς.

Που; Κυρίως στην Αγγλία.

Πότε; Εδώ υπάρχει αρκετή θολούρα. Ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Αλλά χωρίς να υπάρχει το είδος, ήδη παιζόταν από την δεκαετία του ‘60

Ποιοι;  Γενικά περιγράφει την μουσική, η οποία έχει σαν βασική επιρροή τους Douglas Pearce (Death In June), Tony Wakeford (Sol Invictus) και David Tibet (Current 93), οι οποίοι είναι και πρωτοπόροι του είδους. Αλλά και οι Vulcan's Hammer, Changes, Leonard Cohen, και Comus, θεωρούν ήδη από την δεκαετία του ’60 εκπρόσωποι του είδους. Ακόμα και ο Lou Reed βρίσκεται στην κορυφή των επιρροών.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Rome από Λουξεμβούργο,  τους Ολλανδούς A Challenge of Honour και Omnia, τους Γερμανούς Forseti, τους Φιλανδούς Nest και Empyrium στα πιο πρόσφατα τους άλμπουμ.



Μέρες δόξας:  χμμ, στις αρχές των ‘90ς, αν μπορεί αυτή η έκρηξη να θεωρηθεί δόξα. Αν και από την δεκαετία ’10 βγαίνουν πολύ αξιόλογα σχήματα.

Κόκκινη κάρτα: η ενασχόληση με νέο-παγανισμό και αποκρυφισμό τραβάει ναζί και σαν οντότητες καθόλου έξυπνες μπερδεύουν τους ρούνους με σβάστικες.

Με τι μπερδεύεται; Με experimental, Martial industrial, dark folk και pagan folk"

Τι λες στον άσχετο; Μεσαιωνικά ντρίνγκι ντρίνγκι με τους μουσικούς να παθαίνουν που και που ηλεκτροπληξία ενώ παίζουν.


Jacek Henryk Maniakowski

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Rock - e - pedia : Neoclassical metal

 Δεν υπάρχει τίποτα που να έχει οντότητα και να μην έχεις παρελθόν, έστω και μη ορατό.


Neoclassical metal

 

Πως ακούγεται: σαν ο Μότσαρτ να βγήκε από τον τάφο του και έπιασε μια ηλεκτρικά κιθάρα. Βασικά σαν οι hardrockers της δεκαετίας του ’70 να «κλέβουν» τους κλασικούς, προκλασικούς, μπαρόκ και ρομαντικούς συνθέτες. 



Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί έδωσε βάσεις για την εξέλιξη της metal. Απέδειξε πως οι μουσικοί του νέου τότε είδους κατέχουν την τέχνη της μουσικής. Γιατί είναι «αριστοκρατικό» και φινιρισμένο σαν καλογυαλισμένη Rolls Royce. Ουσιαστικά μια πολύ φινετσάτη έκφραση της metal.

Γιατί όχι: Υπερβολικά γυαλισμένη και για φιγουρατζίδες κιθαρίστες. Η τεχνική παίζει υπερβολικό ρόλο και πέφτει πολύ κλέψιμο από κλασικούς συνθέτες.

Που; Βόρεια Αμερική και Ευρώπη.

Πότε; Τέλη της δεκαετίας του ’70, αρχές ’80. Αλλά ήδη υπήρχαν δείγματα του είδους τουλάχιστον μια δεκαετία πριν κυρίως με τους Deep Purple και το άλμπουμ τους Concerto for Group and Orchestra, το οποίο κυκλοφόρησε Δεκέμβριο του 1969. Σαν είδος αναγνωρίστηκε μόλις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Ποιοι; Ουσιαστικά ξεκίνησε με μουσικού που έκαναν συνδυασμό του hard rock με την κλασική μουσική όπως Jon Lord, Keith Emerson, Ritchie Blackmore, Uli Jon Roth και Randy Rhoads. Αλλά μεγάλη ώθηση έδωσε ο Yngwie Malmsteen.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Tony MacAlpine, Vinnie Moore, Joey Tafolla, Michael Angelo Batio, Paul Gilbert, David T. Chastain, Jason Becker και Marty Friedman



Μέρες δόξας:  Μέσα δεκαετίας του ’80 κυρίως μέσω των κυκλοφοριών της Shrapnel Records.

Κόκκινη κάρτα: πολλά μπλιμπλίκια από φιγουρατζίδες κιθαρίστες. Υπερβολική βάση στις τεχνικές δεξιότητες, παρά στην σύνθεση. Ακόμα και μέτριοι συνθέτες και μουσικοί, εξαιτίας της εκπαίδευσης τους, ακούγονται σαν μουσικές μεγαλοφυΐες.

Με τι μπερδεύεται; Με Power metal, symphonic metal και καμιά φορά με progressive metal

Τι λες στον άσχετο; Κάτι φιγουρατζίδες παίζουν πολύ γρήγορα ηλεκτρική κιθάρα, μπορεί να παίζουν και γρήγορα κάποιες συνθέσεις κλασικής μουσικής.

Jacek Henryk Maniakowski

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Rock - e - pedia : Nardcore

Πολλοί γνωρίζουν τις εκβολές ενός ποταμού, αλλά ελάχιστοι τις πηγές του.


Nardcore


Πως ακούγεται: Σαν μια πιο σκληρή μίμηση της αγγλικής punk. Αγνό, δυνατό και ακατέργαστο, πάντα με λίγη καλιφορνέζικη χροιά. Ουσιαστικά είναι μια πρώιμη εκδοχή του skate punk.



Γιατί να το ακούσουμε: Γιατί είναι από την Καλιφόρνια, είναι καθαρό και ακατέργαστα γνήσιο.

Γιατί όχι: ακούγεται πολύ εφηβικό και δεν γουστάρουμε Καλιφόρνια, θέλουμε σκοτεινό αρκτικό χειμώνα.

Που; Καλιφόρνια και συγκεκριμένα στο Oxnard προάστιο του Silver Strand Beach και στο Port Hueneme της περιοχής Ventura County.

Πότε; Τέλη δεκαετίας του ’70, αρχές ‘80

Ποιοι; Το όνομα προέρχεται από την περιοχή Oxnard και το hardcore και μάλλον η πρώτη μπάντα ήταν κάποιοι the Rotters, που το 1977 άρχισαν να παίζουν σε σχολικά πάρτυ… λίγο πιο άγρια. Απλά διαπίστωσαν πως γίνεται και έτσι και μπορούνε να παίζουν … λίγο πιο άγρια. Αργότερα μέλη της μπάντας σχημάτισαν τους Dr. Know και Ill Repute. Ο όρος ανήκει στον κιθαρίστα των πρώτων Ismael Hernandez. Επίσης οι Agression, False Confession, Habeas Corpus, Stalag 13, RKL και Scared Straight αποτέλεσαν το πρώτο κύμα της σκηνής.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Rich Kids on LSD, Rat Pack, In Control, California Redemption, The Last Priority, Public Defecation, The Missing 23rd, Flower Leperds, Dogends, Schismism,



Μέρες δόξας:  Κάπου στα ‘80s, αλλά πάντα σε τοπικά πλαίσια της περιοχής και κυρίως χάρης στην στήριξη της σκηνής από κάποια fanzines και την προώθηση από την Mystic Records.

Κόκκινη κάρτα: ο τοπικός χαρακτήρας του είδους, ουσιαστικά το καθιστά σαν σκηνή. Οι μπάντες έχουν να επιδείξουν μεγάλη αλληλεγγύη μεταξύ, κάτι που όντως δείχνει πολύ καλό, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια ακόμα hardcore κλίκα, η οποία λειτουργεί σε συγκεκριμένα πλαίσια.

Με τι μπερδεύεται; με Hardcore punk, thrash και skateboard punk

Τι λες στον άσχετο; Κάτι πιτσιρικάδες με καπέλα τζόκεϊ ανάποδα, παίζουν αγριεμένο punk όταν δεν κάνουν skateboard.

Jacek Henryk Maniakowski

 

Suzi Quatro - Can the Can

 

Ο χώρος της μουσικής, από τα πρώτα χρόνια της, δεν ήταν ιδιαίτερα φιλόξενος για τις γυναίκες. Αλλά γενικά ο χώρος της κάθε είδους δημιουργίας, είχε τις πόρτες κλειστές ανθρώπου θηλυκού γένους. Αυτό μάλλον οφειλόταν σε γενικά κοινωνικά στερεότυπα, που προεκτεινόταν και στον χώρο της τέχνης γενικά. Ίσως πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η περίπτωση της αδελφής του Mozart, της Nannerl. Παιδί – θαύμα και αυτή, κατά την γνώμη πολλών ειδικών, μεγαλύτερο ακόμα ταλέντο από τον ίδιο τον Amadeus, αλλά…. «η Nannerl είναι κορίτσι και ένα κορίτσι δεν έχει το δικαίωμα να συνθέτει...» όπως γράφει κάποιος για την ταινία του 2010, που αφορούσε την ζωή της. Όμως από την δεκαετία του ’70, τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν την κανονική τους ροή και με την εμφάνιση της ροκ κυρίως, το ταλέντο σταμάτησε να έχει γένος.


Και η κυρία, που από τις πρώτες γυναικείες φωνές, απέδειξε ότι το rocknroll δεν είναι μόνο αντρική υπόθεση, ήταν η Suzi Quatro. Το ντεμπούτο άλμπουμ  της Can the Can του 1973 έκανε παγκόσμια αίσθηση, ανεβάζοντάς την στην κορυφή πολλών charts, αλλά και στον θρόνο της rock’n’roll μουσική.  Και το πιο σημαντικό σκαλοπάτι για τον θρόνο αυτό ήταν το δεύτερο single και το ομώνυμο του άλμπουμ τραγούδι. Η συγκεκριμένη σύνθεση δεν ανήκει στην ίδια, αλλά στους Mike Chapman και Nicky Chinn. Δύο μουσικοί παραγωγοί που είναι υπεύθυνοι για πολλές επιτυχίες και για την μουσική παραγωγή κορυφαίων ροκ άλμπουμ, όπως και στο συγκεκριμένο άλμπουμ του 1973. Παρ’ όλο που οι περισσότερες συνθέσεις, άνηκαν στην ίδια τραγουδίστρια, αλλά και μπασίστρια, πρώτη γυναίκα που έπαιζε αυτό το όργανο και έφτασε στο Νο 1, με αυτό το τραγούδι έκανε την απόλυτη επιτυχία της. Και ουσιαστικά έβαλε την θεμέλιο λίθο για την δημιουργία και άλλων female bands.

Η επιτυχία της αυτή ήταν από τις πιο επιδραστικές στην  ιστορία της ροκ μουσικής, ώστε να δημιουργηθεί ακόμα ένα μεγάλο μουσικό ρεύμα αυτό των γυναικείων γκρουπ. Όπου ο ρόλος μιας μουσικού δεν είναι διακοσμητικός μόνο, αλλά και μπορεί άνετα να ηγηθεί μια μπάντας που ξέρει να ροκάρει. Άλλωστε και ο τίτλος του τραγουδιού είναι ένα είδος ποιητικής αδείας, που γραμματικά και συντακτικά δεν υπάρχει, αλλά προσδιορίζει ότι μπορείς να κάνεις το αδύνατο. Ο Nicky Chinn συγκεκριμένα αναφέρει ότι το δεύτερο can (μπορώ) επιτείνει την έννοια του μπορώ, πέρα από το πολύ καλό ηχητικό αποτέλεσμα. Επίσης στο ρεφρέν υπάρχει ένα λογοπαίγνιο με την λέξη «can” και όλες τις σημασίες της, μπερδεύοντας ακόμα περισσότερο κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με την σημασία των στίχων. Γενικά ο κόσμος αποδέχτηκε την φράση σχεδόν ασχολίαστα. Η ίδια ερμηνεύτρια όταν άκουσε την δημιουργία των δύο παραγωγών, κατάλαβε κατευθείαν ότι είχε στα χέρια της «κάτι μεγάλο». Η φράση «Can the Can» δεν υπήρχε ως σταθερή έκφραση στην αγγλική γλώσσα πριν το τραγούδι. Οι Chinn/Chapman την επινόησαν συνδυάζοντας δύο στοιχεία: Το ρήμα «to can» στην αργκό σημαίνει «να τα καταφέρεις», «να χειριστείς μια δύσκολη κατάσταση» ή ακόμη και «να απολύσεις/να σταματήσεις κάτι». Η επανάληψη της λέξης δημιουργεί έναν ρυθμικό, σχεδόν κρουστικό ήχο που μιμείται τον παλμό του τραγουδιού.

Ουσιαστικά, ο τίτλος λειτουργεί σαν μανιφέστο: «Μπορείς να κάνεις το αδύνατο. Μπορείς να τα βγάλεις πέρα. Μπορείς να σπάσεις το καλούπι». Η Suzi το κατάλαβε αμέσως γιατί η ίδια ζούσε καθημερινά αυτή την πραγματικότητα: μια γυναίκα με μπάσο σε έναν αντρικό κόσμο.

Το πρώτο single από αυτό το άλμπουμ ήταν το τραγούδι Rolling Stone, όμως η μόνο στην Πορτογαλία έκανε κάποια σχετική επιτυχία. Έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη για ένα νέο single και όπως αποδείχθηκε ήταν και πολύ εύστοχη κίνηση. Το τραγούδι, αν και ηχογραφήθηκε με session μουσικούς, ανέβηκε Νο 1 στην Αυστραλία, Γερμανία και στην Βρετανία, χωρίς όμως να πιάσει κορυφή, αλλά ούτε να έχει ιδιαίτερη επιτυχία στην Αμερική.  Παρ΄ όλα αυτά έχει μπει σε αρκετούς καταλόγους με τα πιο σημαντικά τραγούδια του περασμένου αιώνα. το κομμάτι ηχογραφήθηκε με session μουσικούς. Αυτό ήταν η συνήθης πρακτική του ντουέτου Chapman & Chinn στην αρχή της δεκαετίας του ’70, δηλαδή έγραφαν, παρήγαγαν και ηχογραφούσαν τα βασικά όργανα με έμπειρους στούντιο μουσικούς, ενώ ο καλλιτέχνης εστίαζε στα φωνητικά και την ερμηνεία. Η Suzi Quatro, αν και ήδη ικανή μπασίστρια, δεν έπαιξε μπάσο στην αρχική στούντιο εκτέλεση. Ωστόσο, η ενέργεια και η στάση της στο μικρόφωνο ήταν τέτοια που το τραγούδι απέκτησε αμέσως «σώμα». Σύντομα, η ίδια θα αναλάμβανε το μπάσο και στις ζωντανές εμφανίσεις και στις επόμενες ηχογραφήσεις, μετατρέποντας το project από «προϊόν παραγωγής» σε αυθεντική ροκ μπάντα.

Η επιτυχία του «Can the Can» δεν ήταν απλώς εμπορική. Ήταν οπτική και πολιτισμική. Η Joan Jett έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι βλέποντας τη Suzi Quatro στην τηλεόραση να παίζει μπάσο και να τραγουδάει με αυτή την επιθετική, αυτοπεποίθηση, κατάλαβε ότι «μια γυναίκα μπορεί να ηγηθεί ροκ μπάντας». Αυτή η στιγμή αναγνωρίζεται ως καταλυτική για τη δημιουργία των «The Runaways» και, κατ’ επέκταση, για ολόκληρη την punk, riot grrrl και alternative γυναικεία σκηνή των επόμενων δεκαετιών. Χωρίς το «Can the Can», το τοπίο του γυναικείου rock θα ήταν σημαντικά διαφορετικό.

Το promo clip του Can the Can θεωρείται ένα από τα πρώτα «rock video» που έδειχναν γυναίκα με δερμάτινα, με το μπάσο στο χέρι και στάση που δεν ταυτιζόταν με την ως τότε εικόνα μιας γυναίκας που τραγουδάει. Σε μια εποχή που οι γυναικείες φωνές στην ποπ προβάλλονταν συχνά ως «γλυκές» ή «διακοσμητικές», η εικόνα της Quatro ήταν σοκ. Δεν τραγουδούσε για αγάπη με δάκρυα. Τραγουδούσε για δύναμη, για ρυθμό, για παρουσία. Αυτή η οπτική γλώσσα επηρέασε άμεσα την glam rock αισθητική και αργότερα την punk και new wave σκηνή.

Το τραγούδι έχει συμπεριληφθεί σε πολλές λίστες «σπουδαιότερων rock τραγουδιών του 20ού αιώνα» από περιοδικά όπως το «Q», το «Mojo» και το «Classic Rock». Αναγνωρίζεται όχι μόνο για την εμπορική του επιτυχία, αλλά για το ότι «έσπασε το ταμπού του οργάνου», ουσιαστικά πριν τη Suzi, το μπάσο θεωρούνταν σχεδόν αποκλειστικά αντρικό πεδίο. Εκείνη το έκανε σύμβολο γυναικείας ροκ δύναμης. Επιπλέον, η φράση «Can the Can» έχει περάσει στην ποπ κουλτούρα ως συνώνυμο του «να τα καταφέρεις απέναντι σε όλες τις αντιξοότητες».



Jacek Henryk Maniakowski

Πάνος Βιολιστής - Μπουρλότο

 

Η ζωή πολλές φορές παρομοιάζεται με μια σκάλα. Και όπως είναι λογικό, αποτελείται από σκαλοπάτια, που άνετα μπορούν να παρομοιαστούν και με σταθμούς που σημαδεύουν και την ζωή του καθένα. Φυσικά η κουλτούρα της κάθε χώρας ορίζει και κάποιους σταθμούς, που μπορεί να είναι γενικοί, αλλά επηρεάζουν τον καθένα προσωπικά. Αλλά από τους γενικούς κανόνες, που είναι τουλάχιστον διέπουν το δυτικό πολιτισμό, είναι η φοιτητική ζωή. Ένα σχεδόν ξεχωριστό κομμάτι για κάθε νέο, που και ηλικιακά ξεπερνάει την εφηβεία και μπαίνει στον παραλογισμό της ενήλικης ζωής. Και οι μνήμες από κείνο το χρονικό κομμάτι της ζωής, πολλές φορές είναι και θεμέλια μια ισορροπημένης ζωής, αλλά και ένα δεκανίκι στις δυσκολίες της. Όμως μερικές φορές μπορεί να αποτελέσει και έμπνευση για ένα καλλιτέχνη.

Έτσι λοιπόν τα φοιτητικά βιώματα αποτέλεσαν και έμπνευση για τον Πάνο Βιολιστή των Λουδίας, να γράψει ένα τραγούδι για την συλλογή Rocknroll Republic. Αλλά ορισμένες ιδέες είναι σαν τα δέντρα και χρειάζονται πολλά χρόνια μέχρι να καρποφορήσουν, καμιά φορά μέχρι και μιά 25-ετία. Όπως και το τραγούδι Μπουρλότο, που περίμενε την κατάλληλη στιγμή (συλλογή) για να ενσαρκωθεί. Και πριν σκεφτεί κανείς κάποιο μπουρλοτιέρη, όπως ο Κ. Κανάρης, πρέπει να αναλογιστεί ότι κανένας φοιτητής δεν θυμάται την σχολική ύλη, αλλά μόνο την φοιτητική ζωή του. Και αυτή έχει λίγη σχέση με το διάβασμα, αλλά περισσότερο με το χρόνο εκτός εκάστοτε σχολής ή μάλλον εκτός πανεπιστημιακής αίθουσας. Όπως διηγείται ο δημιουργός του τραγουδιού, η πηγή έμπνευσης ήταν ακριβώς αυτός ο χρόνος, αλλά και μια συγκεκριμένη δραστηριότητα που τον γέμιζε: «… ήταν τέλη το1986 κι ήμουν φοιτητής στα ΤΕΙ της Λάρισας. Με 100 δρχ έπαιρνες ένα κρίγκερ μπύρα στην κεντρική πλατεία, ενώ ο καφές είχε 50δρχ στο κυλικείο της σχολής. Παρ’ όλα  αυτά,  χρήματα  και τότε δεν υπήρχαν και τι πιο όμορφο και συνετό και οικονομικό, από το να πιάσεις μια τράπουλα και να παίξεις μια "ξερή". Τα παιδιά στην Ν. Ελλάδα την παίζουν αλλιώς σαν "ΔΗΛΩΤΗ",  αλλά για να βρούμε κοινό παιχνίδι μαθαίνουμε σχεδόν όλοι οι συμφοιτητές ένα παιχνίδι που μοιάζει με πρέφα, μαζεύεις πόντους, παίζεται με 4 σε 2 ομάδες σαν την "ξερή" είναι πολύ πιο συναρπαστικό, δεν παίζεται με λεφτά, μπορεί να κρατήσει όσο χρόνο θες (ακόμα και 24ωρα εάν αντέχουν οι παίκτες), θέλει στρατηγική (όπως το σκάκι) κι ονομάζεται "ΜΠΟΥΡΛΟΤΟ"!!!» .

Αν και η ατμόσφαιρα που δίνει το λυρικό μέρος, θυμίζει περισσότερο ατμόσφαιρα καφενείου κάποιου ορεινού χωριού, αλλά ήταν η βασική ασχολία στην φοιτητική ζωή του δημιουργού…. «Μ’ αυτά και με τα άλλα πέρασαν 4 χρόνια πάνω στην τσόχα, πήρα πτυχίο, μα η ανάγκη για "μπουρλοτοπαίγνιο" βαστά ως τις μέρες μας, που ο καφές στο κυλικείο έχει 345δρχ, ενώ το κρίγκερ το λιγότερο 1 χιλιάρικο! Κάποια στιγμή ακούγοντας το " The Jack" των AC/DC,  σκέφτηκα πως ήταν καιρός να γράψω ένα τραγούδι  για το παιχνίδι των φοιτητικών μου χρόνων. Έτσι αβίαστα βγήκε το "Μπουρλότο"… συνεχίζει ο δημιουργός. Σίγουρα ακούγοντας τους στίχους πολλοί λάτρεις του χαρτοπαίγνιου αυτού θα αναγνωρίσουν και την αργκό που το συνοδεύει. Αλλά αυτοί που δεν το γνωρίζουν, σίγουρα δε θα το έχουν σαν οδηγό, για να μάθουν το παιχνίδι.

Η πρώτη προσπάθεια όμως να αποτυπωθεί η λατρεία για το «μπουρλότο» σε στίχους τραγουδιού, ήταν στο τραγούδι των Λουδίας, το «Μπαλάντα του μαθηματικού». Όπως αναφέρει ο Πάνος Βιολιστής: «Από το ‘95 όταν βγήκε το τραγούδι "μαθηματικός" το ‘χα αναφέρει σ’ έναν στίχο που ‘λεγε "τράπουλα δεν ήξερα ,τα ‘μαθα μια χαρά ,/ που όταν αποφοίτησα με ‘λεγαν παιχταρά!" στο "μπουρλότο" αναφέρονταν». Και καταλήγει: «σημειωτέων πως στη σχολή τα τραπέζια στο κυλικείο ήταν μεγάλα τετράγωνα και εκεί στηνόταν μυθικές παρτίδες από τις 8 το πρωί!. Δεκάδες ώρες παρακολουθήσεων χάθηκαν, καθώς και εξεταστικές, λόγω  μπουρλότου.».  Σίγουρα όμως, είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τουλάχιστο δύο τραγούδια, με το ομώνυμο του χαρτοπαίγνιου να είναι και ύμνος σε αυτό.

Η ηχογράφηση του τραγουδιού έγινε στα πλαίσια της συλλογής Rock’n’roll Republic και κει μόνο μπορεί να το βρει κανείς, στο στούντιο των Πράσσειν Άλογα. Η δημιουργία του είναι εξ ολοκλήρου του Πάνου Βιολιστή, που είναι και στα φωνητικά και κιθάρες. Στο μπάσο είναι ο Kάκκος Δημήτρης, μέλος των Λουδίας και  στα κρουστά ο Τάσος Οικονομίδης των Πράσσειν Άλογα. Για τα back vocals ο συνθέτης ζήτησε από τον Ellinator να συμμετάσχει σε αυτά, αλλά προστέθηκε και ο Θάνος Δημητρακούδης, η πρώτη φωνή των Πράσσειν Άλογα,  που απλά … πέρασε για καφέ, αλλά δεν έμεινε «ανεκμετάλλευτος» από τον Πάνο Βιολιστή.



Jacek Henryk Maniakowski

The Velvet Underground - All Tomorrow’s Parties

 

Ένα καλός τρόπος για να νικήσει κανείς την νύχτα, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά είναι να την φωτίσει. Και ένα πάρτι  είναι ένα καλό μέσο, πάντα όμως, με τους κατάλληλους καλεσμένους και κάποιον μοναδικό διοργανωτή. Σε τέτοιες περιπτώσεις μια κούφια διασκέδαση, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, γίνεται ψυχαγωγία, πειραματισμός και πάνω απ' όλα ανταλλαγή ιδεών. Ο κόσμος αλλάζει όταν οι άνθρωποι ανταλλάσσουν ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα και μέσα από κάποια πάρτι της δεκαετίας '60 γεννήθηκαν πολλά καλλιτεχνικά ρεύματα, που έδωσαν την ώθηση και για πολλές κοινωνικές μεταρυθμίσεις. Άλλωστε και αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι εκφράσεις του rock'n'roll πάντα κατηγορούνται από κάθε βολεμμένο σκοτεινόμυαλο συντηριτικό κατεστημένο.


 Στη δεκαετία του ’60, το πάρτι δεν ήταν πάντα απλώς διασκέδαση. Σε κάποιες περιπτώσεις ήταν και κατά κάποιον τρόπο ένα εργαστήριο. Ήταν χώρος όπου συναντιόντουσαν ζωγράφοι, μουσικοί, ποιητές, ηθοποιοί, κινηματογραφιστές, drag performers, μοντέλα, περιθωριακοί, πλούσιοι, φτωχοί, ιδιοφυΐες και καμένοι. Και όταν όλα αυτά ανακατεύονταν κάτω από φώτα, προβολές, δυνατή μουσική και χημικές ή συναισθηματικές υπερβολές, δεν έβγαινε απλώς ένα βράδυ. Έβγαινε εποχή.

Τα πάρτυ του Andy Warhol, του οποίου την ιδιαίτρη προσωπικότητα ανακάλυψε ο δικός μας Αλέξανδρος Ιόλας, ήταν σημείο αναφοράς και σίγουρα μια μαχαιριά στην καρδιά της υποκρισίας της εποχής. Η παραγωγή στον πρώτο άλμπουμ των  The Velvet Underground, το  The Velvet Underground & Nico του 1967, είχε το ίδιο πειραματικό χαρακτήρα και με ότι έχει ασχοληθεί ο καλλιτέχνης.

 Το άλμπουμ αυτό, με το περίφημο εξώφυλλο της μπανάνας που σχεδίασε ο Warhol, δεν γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία όταν κυκλοφόρησε. Αντίθετα, στην εποχή του πέρασε σχεδόν σαν παράξενο σώμα μέσα στη μουσική αγορά. Το Billboard το είδε να φτάνει χαμηλά στα charts, όμως η επιρροή του αποδείχθηκε τεράστια αργότερα. Γι’ αυτό και έχει μείνει η περίφημη φράση που αποδίδεται στον Brian Eno, ότι μπορεί να πούλησε λίγα αντίτυπα στην αρχή, αλλά «όλοι όσοι το αγόρασαν έφτιαξαν μπάντα». Και δεν απέχει πολύ από την αλήθεια, γιατί μέσα σε αυτόν τον δίσκο υπάρχουν σπόροι για το punk, το post-punk, το gothic rock, το noise, το alternative και σχεδόν όλη την σκοτεινή πλευρά της σύγχρονης ανεξάρτητης μουσικής.

 Φυσικά και η προσωπικότητα του  Lou Reed, η βασική κινητήριος δύναμη της μπάντας, μαζί την συνθετική του δυνότητα, δημιούργησε έναν συνδυασμό που θα επηρρέαζε ακόμα και σήμερα πολλές εκφράσεις του rock'n'roll. Φυσικά, με την προσθήκη σε τρία τραγούδια την μοναδικής Nico, μπορούσε να δημιουργήσει μόνο συνθέσεις, που ο χρόνος απλά θα τις "γυάλιζε", ώστε να φαίνονται ακόμα πιο λαμπερές στο πέρασμα του χρόνου.

 Η Nico, κατά κόσμον Christa Päffgen, δεν μπήκε ποτέ πραγματικά σαν κανονικό μέλος με την κλασική έννοια, αλλά περισσότερο σαν φιγούρα που επέβαλε ο Warhol στο αισθητικό σύμπαν του δίσκου. Και όμως, η παρουσία της στα “Femme Fatale”, “All Tomorrow’s Parties” και “I’ll Be Your Mirror” είναι απόλυτα καθοριστική. Η ψυχρή, χαμηλή, σχεδόν απόκοσμη φωνή της δεν τραγουδάει με τον συνηθισμένο rock τρόπο. Δεν «ερμηνεύει» θεατρικά τον πόνο. Τον παγώνει. Και ακριβώς γι’ αυτό τον κάνει πιο έντονο.

 Το "All Tomorrow's Parties" είναι μια από αυτές, δημιουργία του ίδιου του Lou Reed και με τα φωνητικά της Nico. Η έμπνευση για την δημιουργία του προήλθε από την συνεχόμενη παρατήρηση του Warhol και της "κλίκας" του. Ουσιαστικά ο δημιουργός του περιγράφει πρόσωπα που αποτελούσαν το περίφημο  Andy Warhol's Factory. Όπως λέει ο ίδιο ο δημιουργός του άκουγε ανθρώπους να μιλάνε για τα πιο άστοχα, εκπληκτικά, χαρούμενα και λυπηρά πράγματα μαζί. Ήταν το πιο αγαπημένο τραγούδι του παραγωγού της μπάντας.

 Ο Lou Reed παρατηρούσε τους ανθρώπους του Factory σχεδόν σαν συγγραφέας που κάθεται σε μια γωνία και καταγράφει χαρακτήρες. Στο Factory δεν υπήρχαν μόνο πάρτι. Υπήρχαν ρόλοι, μάσκες, βλέμματα, φιλοδοξίες, ματαιώσεις, λάμψη και φθορά. Το “All Tomorrow’s Parties” δεν είναι λοιπόν ένα τραγούδι για το πόσο ωραία περνάει κάποιος σε ένα πάρτι. Είναι σχεδόν το αντίθετο. Είναι ένα τραγούδι για το τι κοστούμι θα φορέσει ο άνθρωπος για να αντέξει το επόμενο πάρτι, την επόμενη εμφάνιση, την επόμενη ανάγκη να τον κοιτάξουν.

 Ο στίχος “And what costume shall the poor girl wear / To all tomorrow’s parties?” είναι από τους πιο χαρακτηριστικούς. Η “poor girl” δεν είναι απλώς μια κοπέλα που δεν ξέρει τι να βάλει. Είναι μια τραγική φιγούρα που ψάχνει ποιο πρόσωπο θα φορέσει για να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο όπου η εικόνα ήταν ταυτόχρονα ελευθερία και φυλακή. Το φόρεμα από δεύτερο χέρι, το “hand-me-down dress”, γίνεται σύμβολο μιας ταυτότητας δανεικής, φτιαγμένης από τα βλέμματα των άλλων. Πίσω από τη λάμψη των πάρτι του Warhol υπήρχαν άνθρωποι εύθραυστοι, μόνοι, συχνά αυτοκαταστροφικοί, που έγιναν τέχνη αλλά πολλές φορές κάηκαν μέσα στην ίδια τη διαδικασία.

 Κατά την διάρκεια της ηχογράφησης του έπρεπε να εμφανίζονται στο  Dom, μαι πολωνική αίθουσα χωρού, την οποία νοίκιαζε μαζί οι Andy Warhol και Paul Morrissey, αργότερα μάνατζερ της μπάντας. Κάθε μέλος πήρε 5 δολάρια για κάθε εμφάνιση. Μαζί με την Nico, που εμφανιζόταν σαν  Exploding Plastic Inevitable, άλλη μια δημιουργία του δαιμόνιου καλλιτέχνη.

 Το Exploding Plastic Inevitable δεν ήταν απλώς συναυλία. Ήταν πολυθέαμα. Οι Velvet Underground έπαιζαν, η Nico εμφανιζόταν σαν παγωμένη ιέρεια της σκηνής, οι ταινίες του Warhol προβάλλονταν πάνω στα σώματα και στους τοίχους, φώτα αναβόσβηναν, χορευτές κινούνταν μέσα στον χώρο και το κοινό δεν ήξερε πάντα αν παρακολουθούσε μουσική, happening, performance art ή κοινωνικό πείραμα. Στην πραγματικότητα ήταν όλα μαζί. Γι’ αυτό και το “All Tomorrow’s Parties” μοιάζει να κουβαλάει μέσα του όχι μόνο ένα τραγούδι, αλλά ολόκληρο το σκηνικό από το οποίο γεννήθηκε.

 Στη ηχογράφησή του πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε προηχογραφημένο πιάνο, στο οποίο είχε ανάλογο κούρδισμα και η κιθάρα του δημιουργού του.

 Εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα τεχνικά στοιχεία του κομματιού. Ο Exploding Plastic Inevitable που είχε έρθει από τον χώρο της avant-garde και είχε επηρεαστεί από τον μινιμαλισμό και το drone του La Monte Young, έδωσε στο τραγούδι αυτόν τον υπνωτικό, σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Το πιάνο δεν ακούγεται σαν συνηθισμένο rock πιάνο. Λειτουργεί περισσότερο σαν επαναλαμβανόμενο χτύπημα, σαν μηχανισμός που γυρίζει ασταμάτητα.

 Παράλληλα, ο Lou Reed χρησιμοποίησε το περίφημο “ostrich tuning”, ένα κούρδισμα στο οποίο οι χορδές της κιθάρας κουρδίζονται στην ίδια νότα ή γύρω από την ίδια τονική βάση, δημιουργώντας έναν βαρύ, μονότονο, υπνωτικό ήχο. Το όνομα προερχόταν από το παλιότερο τραγούδι του “The Ostrich”, που είχε γράψει πριν τους Velvet Underground, όταν δούλευε ως συνθέτης για την Pickwick Records. Αυτό το κούρδισμα δίνει στο “All Tomorrow’s Parties” την αίσθηση ότι δεν προχωράει απλώς από κουπλέ σε ρεφρέν, αλλά κινείται κυκλικά, σαν τελετή που επαναλαμβάνεται.

 Καθοριστικό ρόλο έχει και η Maureen Tucker στα τύμπανα. Η Tucker δεν έπαιζε σαν κλασικός rock drummer. Συχνά στεκόταν όρθια, χρησιμοποιούσε απλό set και απέφευγε τα περιττά γεμίσματα. Στο συγκεκριμένο τραγούδι ο ρυθμός της μοιάζει με πομπή. Δεν σπρώχνει απλώς το κομμάτι μπροστά, το καρφώνει στη γη. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με το νόημα του τραγουδιού: όλα τα αυριανά πάρτι θα έρθουν, οι ίδιες μάσκες θα φορεθούν, το ίδιο δράμα θα επαναληφθεί.

 Το “All Tomorrow’s Parties” είχε κυκλοφορήσει και ως single πριν από το άλμπουμ, το 1966, με b-side το “I’ll Be Your Mirror”. Η single εκτέλεση ήταν μικρότερη από αυτή του δίσκου, ώστε να μπορέσει να παιχτεί ευκολότερα στο ραδιόφωνο. Παρ’ όλα αυτά δεν έγινε επιτυχία. Ήταν πολύ σκοτεινό, πολύ επαναληπτικό, πολύ παράξενο για τα ραδιοφωνικά δεδομένα της εποχής. Το κοινό του 1966 ήταν ακόμη πιο έτοιμο να δεχτεί την pop έκρηξη των Beatles ή την ψυχεδέλεια του San Francisco, όχι όμως απαραίτητα αυτό το παγωμένο νεοϋορκέζικο μοιρολόι για τα παιδιά των πάρτι.

 Και όμως, αυτή ακριβώς η διαφορετικότητά του το έκανε αργότερα τόσο σημαντικό. Το τραγούδι μοιάζει να προαναγγέλλει πράγματα που θα εμφανίζονταν χρόνια μετά: το post-punk, το gothic rock, το art rock, το industrial, την dark wave και την alternative σκηνή. Την ώρα που το 1967 πολλοί τραγουδούσαν για λουλούδια, αγάπη και ψυχεδελική απελευθέρωση, οι Velvet Underground τραγουδούσαν για ναρκωτικά, μοναξιά, σεξουαλικά περιθώρια, αστική αποξένωση και ανθρώπους που χάνονται μέσα στην ίδια τους την εικόνα. Αν η Καλιφόρνια έδειχνε την ηλιόλουστη πλευρά της επανάστασης, η Νέα Υόρκη των Velvet Underground έδειχνε το υπόγειο.

 Το τραγούδι έδωσε όνομα σε ένα μουσικό φεστιβάλ, στο  Camber Sands, στο East Sussex της Αγγλίας, σε μια νουβέλα του William Gibson και μια ταινία του Yu Lik-wai.

 Το φεστιβάλ All Tomorrow’s Parties ξεκίνησε το 1999 και δεν ήταν ένα συνηθισμένο φεστιβάλ. Η φιλοσοφία του ήταν ότι κάθε φορά ένας καλλιτέχνης ή ένα συγκρότημα αναλάμβανε την επιμέλεια του προγράμματος, διαλέγοντας τους καλεσμένους του. Δηλαδή, λειτουργούσε σχεδόν σαν ιδανική συνέχεια της λογικής του Factory: καλλιτέχνες που καλούν άλλους καλλιτέχνες, κοινότητες που χτίζονται γύρω από συγγένειες και όχι απλώς γύρω από εμπορικά ονόματα. Κατά καιρούς με το ATP συνδέθηκαν ονόματα όπως οι Mogwai, οι Sonic Youth, οι Shellac, ο Nick Cave, οι My Bloody Valentine και πολλοί άλλοι. Ήταν ένα φεστιβάλ που κουβαλούσε έντονα το πνεύμα των Velvet Underground: ανεξαρτησία, πειραματισμό, θόρυβο, σκοτάδι και καμία ανάγκη να γίνει αρεστό σε όλους.

 Η νουβέλα του William Gibson, “All Tomorrow’s Parties”, κυκλοφόρησε το 1999 και αποτελεί μέρος της λεγόμενης Bridge Trilogy, ενώ η ταινία του Yu Lik-wai κυκλοφόρησε το 2003, δανειζόμενη και αυτή τον τίτλο από το τραγούδι. Αυτό δείχνει πόσο δυνατή αποδείχθηκε η φράση του Lou Reed. Δεν έμεινε απλώς τίτλος τραγουδιού. Έγινε εικόνα, έγινε ατμόσφαιρα, έγινε τρόπος να μιλήσεις για ένα μέλλον που υπόσχεται γιορτή αλλά κρύβει μοναξιά.

 Το “All Tomorrow’s Parties” διασκευάστηκε επίσης από αρκετούς καλλιτέχνες, κυρίως από χώρους που συγγενεύουν με το σκοτεινό, το art rock και το εναλλακτικό. Οι Japan το έφεραν στη δική τους new wave αισθητική, ο Bryan Ferry το προσέγγισε με τον κομψό, παρακμιακό του τρόπο, ενώ η ίδια η Nico το κράτησε ζωντανό και στις προσωπικές της εμφανίσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το τραγούδι βρήκε δεύτερη ζωή σε σκηνές που αγάπησαν το σκοτάδι, τη θεατρικότητα και την απόσταση.

 Ο τίτλος του παραμένει ειρωνικός και προφητικός μαζί. “All Tomorrow’s Parties”. Όλα τα αυριανά πάρτι. Από τη μία ακούγεται σαν υπόσχεση. Αύριο θα ξαναβγούμε, αύριο θα λάμψουμε, αύριο θα μας δουν, αύριο κάτι μπορεί να αλλάξει. Από την άλλη, μέσα στη φωνή της Nico και στο επαναληπτικό παίξιμο της μπάντας, το αύριο μοιάζει να είναι απλώς η επανάληψη του ίδιου κενού. Άλλο φόρεμα, ίδιος πόνος. Άλλο πάρτι, ίδια μοναξιά. Άλλο προσωπείο, ίδιο πρόσωπο από κάτω.

 Και ίσως γι’ αυτό το τραγούδι αντέχει τόσο. Γιατί δεν μιλάει μόνο για το Factory, ούτε μόνο για τη Νέα Υόρκη του Warhol. Μιλάει για κάθε σκηνή, κάθε παρέα, κάθε εποχή όπου οι άνθρωποι ντύνονται, εμφανίζονται, ποζάρουν, προσπαθούν να υπάρξουν μέσα από τα μάτια των άλλων και μετά επιστρέφουν μόνοι τους στο σκοτάδι. Το πάρτι τελειώνει. Αλλά το επόμενο έχει ήδη ανακοινωθεί.


Jacek Henryk Maniakowski

Το Metal T-Shirt ως Σύμβολο Ταυτότητας και Ιδεολογίας Part III

 

Ένας metalhead έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τα T-Shirt του, κάτι που μπορεί να παρομοιασθεί μόνο με μια έφηβη και το αγαπημένο της ρούχο. Ο καθένας φοράει το μπλουζάκι του αναλόγως με την περίσταση, ανάλογα με τη διάθεση και δεν είναι λίγες οι φορές που δίνει στη μπλούζα του μεταφυσικές ιδιότητες, όπως γούρι ή ως κάποιο εργαλείο που δίνει έξτρα δύναμη. Κανένας μεταλλάς που σέβεται τον εαυτό του δεν πετάει τα μπλουζάκια του, έχει μ αυτά μια σχέση συναισθηματική, για να μην πούμε κάτι πολύ περισσότερο. Αν και οι περισσότεροι μεταλλάδες δεν δίνουν και μεγάλη σημασία στην ενδυμασία τους, όσο αφορά το μπλουζάκι του υπάρχει μια μεγάλη διαφοροποίηση. Το κάθε μπλουζάκι περιβάλλεται με αγάπη, μνήμη και το συναίσθημα με το οποίο συνοδεύεται αυτό.

 


Εθνογραφικές Μαρτυρίες: Το T-Shirt ως Μνήμη και Τελετουργία

 

Πέρα από τις ακαδημαϊκές αναλύσεις, η πραγματική σημασία του metal T-shirt φαίνεται μέσα από τις μαρτυρίες τον των ίδιων των  οπαδών, κυρίως σε εθνογραφικά threads στο Reddit και σε άλλες online κοινότητες, δεκάδες metalheads περιγράφουν τη σχέση τους με τα μπλουζάκια τους με τέτοιο τρόπο γίνεται φανερή η βάρδια στην ασθματική σχεδόν τελετουργική σύνδεση με το ρούχο αυτό. Το T-shirts δεν αποτελεί ένα απλό ρούχο, είναι συλλεκτικό αντικείμενο, ένα άλμπουμ αναμνήσεων, ένα τελετουργικό σύμβολο το οποίο καταφέρνει να συγκρατήσει τις προσωπικές ιστορίες αλλά και τις συλλογικές εμπειρίες.

Η αγορά ενός metal T-shirt σε σε μια συναυλία ή ακόμα σε κάποιο φεστιβάλ από μόνη της είναι μια τελετουργία. Η υπομονετική αναμονή στην ουρά του merchandise stand, η επιλογή της μπλούζας, συνήθως κατά τη διάρκεια που περιμένει στην ουρά, έτσι ώστε να είναι έτοιμος μόλις έρθει η σειρά του και προφανώς ένα σημαντικό ποσό που θα πληρώσει για αυτό. Δεν υπάρχει οπαδός του μέταλ που φεύγοντας από ένα τέτοιο σταντ και κρατώντας την μπλούζα να μην χαμογελάει λες και είναι ο πρώτος είναι που ανακάλυψε την Αμερική. Δεν κρατάει στα χέρια του ένα απλό ρούχο, αλλά την απόδειξη που ήταν εκεί, μια υλική μαρτυρία για τη συμμετοχή του στην τελετουργία που έχει μια συναυλία. Το επίκεντρο μιας τέτοιας μπλούζας είναι η φράση «ήμουν και εγώ εκεί» ή όπως πολλές φορές αναφέρεται στους κύκλους των οπαδών της μέταλ «τους έχω δει και μπλούζα». Και σίγουρα σε μια εποχή που η μουσική περισσότερο είναι άυλη, το T-shirt παραμένει το μόνο χειροπιαστό, υλικό αποτύπωμα της εμπειρίας.

Δεν είναι λίγες οι μαρτυρίες των οπαδών που αποκαλύπτουν τη σχέση που έχουν με τα T-shirts και η σχέση αυτή δεν περιέχει καθόλου λογική. Οι περισσότεροι κρατάνε τα μπλουζάκια τους για δεκαετίες, ακόμα και αν έχει φθαρεί, ξεθωριάσει, αποκτήσει κάποιες τρύπες από τσιγάρα ή από άλλους λόγους, αλλά ακόμα και αν σκιστεί. Η φθορά μιας μπλούζας δεν είναι λόγος για να τη πετάξεις, αλλά αντίθετα είναι μια απόδειξη της αυθεντικότητας της. Ένα "vintage" T-shirt από μια περιοδεία του 1988, το οποίο έχει περάσει από εκατοντάδες πλυσίματα πιθανόν και δεκάδες συναυλίες, έχει τέτοια αξία που είναι αδύνατο να αντικατασταθεί από ένα καινούριο reprint. Η φθορά είναι μέρος της ιστορίας.

Δεν είναι λίγοι fans που περιγράφουν τα T-shirts τους ως «χρονοκάψουλες», δηλαδή αντικείμενα που έχουν τη δυνατότητα να τους μεταφέρουν πίσω σε συγκεκριμένες στιγμές στη ζωή τους. Κάθε φορά που ένας οπαδός κρατάει ένα μπλουζάκι ή το φοράει, θυμάται κάποιο καλοκαίρι ολόκληρο, την ίδια συναυλία με τους φίλους του, ίσως ακόμα και πολύ προσωπικές στιγμές που έχουν σχέση περισσότερο με το βγάλσιμο της μπλούζας. Τα T-shirts λειτουργούν ως triggers μνήμης, κάτι σαν πύλες οι οποίες μπορούν να ανοίξουν στο παρελθόν, στιγμές του παρελθόντος, οι οποίες θα μπορούσαν να ξεθωριάσουν σε διαφορετική περίπτωση.

Η τελετουργία που έχει ένα μπλουζάκι προεκτείνεται και στον τρόπο και τόπο φοράει κάποιος τα T-shirts. Δεν είναι λίγοι οι φανς, ασχέτως αν οι λίγοι το παραδέχονται, που έχουν συγκεκριμένα μπλουζάκια για συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως για παράδειγμα ένα τυχερό T-shirt για συναυλίες, ένα αγαπημένο για φεστιβάλ και ίσως κάποιο διαφορετικό για πιο ειδικές περιστάσεις. Κάποιοι άγραφοι κανόνες υπάρχουν και μέσα στην κοινότητα των metalheads, όπως για παράδειγμα μην πας με την μπλούζα της μπάντας που θα πας να δεις, από κάποιους θεωρείται κλισέ, παρόλο που ο συγγραφέας πάντα αυτό κάνει. Αλλά επίσης πρέπει να φορέσει κάποιος κάτι το οποίο έχει να κάνει με το εύρος του μουσικού του γούστου, δηλαδή πηγαίνοντας σε μια συναυλία μιας progressive μπάντας, να μη φοράς μια μπλούζα των Mötley Crüe. Και ίσως να υπάρχει ακόμα και ένα πλήθος άλλων κανόνων, που δείχνει πόσο σοβαρά παίρνει μια κοινότητα το θέμα του T-shirt.

Παρ όλα αυτά, κάποιες μαρτυρίες είναι ακόμα πιο συγκινητικές οι οποίες αναφέρουν πώς θα έχουν κληρονομήσει κάποια μπλουζάκια τους θα έχουν χαρίσει. Παιδιά που φοράνε τις μπλούζες των γονιών τους πλέον είναι κάτι συνηθισμένο ή στις σπάνιες περιπτώσεις, κάποιος φίλος θα χαρίσει μια μπλούζα ίσως ακόμα και να ανταλλάξεις με κάποιον άλλον. Ακόμα και κάποιοι που κρατάνε τις μπλούζες κάποιων άλλων φίλων τους που πλέον δεν είναι κοντά. Βλέποντας όλα αυτά, μπορούμε να δούμε την ιερότητα που περιβάλλει ένα T-shirt, ως κειμήλιο, ως φορέας μνήμης αλλά και συναισθήματος που ξεπερνά κατά πολύ την υλική του αξία.


Το T-Shirt ως Πρόκληση και Αντίσταση


Το metal T-shirt δεν αποτελεί μόνο ένα σύμβολο που ορίζει την ταυτότητα ούτε μόνο φορέας μνήμης, πολλές φορές είναι και ένα εργαλείο για μια κοινωνική αφύπνιση ακόμα και πρόκληση σε αντίσταση. Σε αντίσταση σε στερεότυπα, σε καταπιεστικές συμπεριφορές γενικά απέναντι σε κάτι καταπιεστικό. Τα artworks πολλές φορές που διακοσμούν τα μπλουζάκια περιλαμβάνον μερικά σύμβολα που δεν είναι κοινωνικά αποδεκτά, όπως κάποιος μορφής διαβολάκος, κάποιοι ανθρώπινοι σκελετοί, δαίμονες και δαιμόνια, μπόλικο αίμα ενίοτε συνοδευόμενο από εικόνες βίας και πάντα μπόλικα σατανιστικά και αν δεν τα σκέφτηκα μηνύματα. Οι εικόνες αυτές δεν είναι καθόλου τυχαίες και αποτελούν μια σκόπιμη πρόκληση απέναντι στην κάθε κυρίαρχη κουλτούρα και είναι μια οπτική κραυγή η οποία δηλώνει ξεκάθαρα … δεν ανήκω εκεί που θέλετε να με βάλετε.

Όπως σημειώνει η μελέτη του Berg, το metal T-shirt έχει ως βασικό ρόλο «την πρόκληση απέναντι στη γενική κοινωνική δομή». Ουσιαστικά, η φράση αυτή σημαίνει πώς το να φοράς ένα τέτοιο μπλουζάκι σε έναν δημόσιο χώρο είναι από μόνο του μια πράξη αντίστασης και άρνηση η συμμορφωθείς με τους κανόνες και τους κώδικες μιας στερεοτυπικής εμφάνισης. Δεν είναι λίγες οι χώρες, που κατά περιόδους αλλά και ακόμα και στη σημερινή εποχή τα metal T-shirts έχουν απαγορευτεί στα σχολεία, σε χώρους εργασίας, αλλά επίσης και σε δημόσιους χώρους. Ακόμα και στην Ελλάδα στη δεκαετία του 70, όσοι φορούσαν τις μπλούζες ήταν δακτυλοδεικτούμενοι και προφανώς ο κάθε αδαής σχημάτιζε πολλές ιστορίες γύρω από το άτομο που φορούσε το μπλουζάκι. Οι απαγορεύσεις αυτές δείχνουν τη δύναμη που αναγνωρίζει και πολλές φορές φοβίζει η κοινωνία σε ένα τόσο ασήμαντο κομμάτι υφάσματος.

Η προκλητική διάσταση του metal T-shirt έχει τις ρίζες της στην ίδια τη φιλοσοφία της metal μουσικής. Από την δημιουργία του είδους αυτού, ο στόχος ήταν να σοκάρει, να τρομάξει τον αδαή, να ταράξει και να αμφισβητήσει. Οι Black Sabbath τραγουδούσαν για τον διάβολο, οι Slayer για τον Άγγελο του Θανατου, όπως αλλιώς ήταν γνωστός ο Μέγκελε, οι Cannibal Corpse για φρικιαστικές σκηνές βίας. Οι μπλούζες των συγκροτημάτων αυτών έφεραν αυτές τις εικόνες στο δρόμο, στο σχολείο, σε χώρους εργασίας και γενικά σε χώρους όπου η κανονικότητα πρόσθεσε τη σιωπή και συμμόρφωση.

Προφανώς, η πρόκληση τέτοιου είδους είχε συνέπειες. Πολλοί οπαδοί μπορούν να διηγηθούν ιστορίες οι οποίες αναφέρονται στα προβλήματα που έχουμε αντιμετωπίσει εξαιτίας κάποιες μπλούζες που φορούσαν. Από αποβολές στα σχολεία, ακόμα και συγκρούσεις με την ίδια την αστυνομία και έφταναν ως και σωματικές επιθέσεις από ανθρώπους περιορίζονταν στις συμβατικές συμπεριφορές. Σε κάποιες χώρες, συγκεκριμένα T-shirts, ειδικά αυτά που έχουμε αντιθρησκευτικό περιεχόμενο πιθανόν να οδηγούσαν σε σύλληψη, αλλά αυτό δεν απέτρεπε έναν πραγματικό metalhead να συνεχίζει να το φοράει, καθώς η πρόκληση είναι και αυτό ένα μέρος της ίδιας της ταυτότητάς του κι αρνείσαι συμμόρφωση καταπιεστικών συμπεριφορών είναι θεμελιώδης αρχή της μέταλ υποκουλτούρας.

Παρ όλα αυτά, η πρόκληση το να φοράς ένα metal T-shirt δεν έχει πάντα αρνητικό αντίκτυπο ή μπορεί να είναι καταστροφική. Στη σημερινή εποχή και κυρίως στον δυτικό κόσμο πλέον είναι μια πρόκληση που ανοίγει τον διάλογο αναγκάζοντας παράλληλα τους ανθρώπους να σκεφτούν, να αμφισβητήσουν τις προκαταλήψεις τους. Ένα μπλουζάκι το οποίο απεικονίζει ένα δαίμονα πιθανόν να προκαλέσει μια συζήτηση για τη θρησκεία, τη λογοκρισία καθώς και την ελευθερία της έκφρασης, αναγκάζοντας ακόμα και τον κάτοχο του να μελετήσει αρκετά θέματα. Όπως ακόμα και ένα μπλουζάκι με ένα ξεκάθαρο αντιπολεμικό μήνυμα μπορεί να φέρει στην επιφάνεια θέματα που κυρίαρχη κουλτούρα αρέσκεται στο να τα αγνοεί.

Για αντίσταση που εκφράζει ένα μπλουζάκι μιας μπάντας επίσης είναι και αισθητική, σε έναν κόσμο ο οποίος προωθεί την ομοιομορφία καθώς και την καθαρή εμφάνιση, το metal T-shirt ξεκαθαρίζει πως υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να υπάρχεις. Είναι χαρακτηριστικό ένα meme που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και δείχνει έναν τύπο με μπλούζα των Ghost ανάμεσα σε καλοντυμένους και με τυπική εμφάνιση, με σχόλια από πάνω «ποιος ξέρει πως σημαντική είναι η δουλειά του τύπου αυτού». Η σκοτεινή αισθητική μαζί με τα βαριά σύμβολα και η βρώμικη εμφάνιση είναι μια απάντηση σε μια κουλτούρα που θέλει όλους ίδιους, ελεγχόμενους και εξωτερικά καθαρούς και ένα metal T-shirt ξεκαθαρίζει πως δεν θα γίνει αυτό που θέλετε να γίνει ο ιδιοκτήτης της μπλούζας.



Καταλήγοντας, η αντίσταση που δημιουργεί ένα metal T-shirt έχει και μια οικονομική διάσταση. Σε μια εποχή που οι μεγάλες εταιρείες έχουν τον έλεγχο όλης της μουσικής βιομηχανίας, η αγορά μιας μπλούζας κατευθείαν από την μπάντα, ειδικά από underground μπάντες είναι μια πράξη στήριξης, μαζί με την άρνηση να περάσεις από τους ενδιάμεσους που ελέγχουν τη μουσική. Και είναι όντως αλήθεια πως αρκετές μικρές και ανεξάρτητες μπάντες επιβιώνουν χάρη στις πωλήσεις merchandise, το T-shirt να γίνεται ένα εργαλείο οικονομικής αντίστασης απέναντι σε ένα ολοκληρωτικό οικονομικό σύστημα.

Συνοψίζοντας και τα τρία άρθρα, μπορούμε να πούμε πως απλά ένα κομμάτι υφάσματος με ένα τύπωμα ή μια στάμπα αποδεικνύεται ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα της σύγχρονης υποκουλτούρας, αλλά επίσης και κουλτούρας. Είναι ταυτόχρονα ένα υλικό πολιτισμό καθώς και μέσο επικοινωνίας, ενός φορές αφήγησης αλλά και τελετουργικό αντικείμενο, μέσω μνήμης και ταυτόχρονα όπλο αντίστασης απέναντι στην ομοιομορφία. Μέσα από το T-shirt, ο metalhead έχει τη δυνατότητα να δείξει ποιος είναι, που ανήκει, καθώς και τι πιστεύει και ταυτόχρονα αρνείται να ομοιόμορφοποιηθεί και να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις μιας κοινωνίας που όλους τους θέλει ελεγχόμενα ίδιους.

Σε μια εποχή όπου η μουσική έχει χάσει την υλική της υπόσταση και τα πάντα ρέουν σε streams και downloads, το metal T-shirt παραμένει ένα χειροπιαστό αντικείμενο με υλική υπόσταση και καθ όλα πραγματικό. Είναι κάτι το οποίο μπορείς να αγγίξεις, να το φορέσεις κοίτα να το κρατήσεις για πάντα. Είναι μια ακόμα απόδειξη πως μουσική δεν είναι μόνο ήχος, αλλά είναι μια εμπειρία, είναι η ένταξη σε μια κοινότητα που παράλληλα καταφέρνει να σου δίνει και την προσωπική ταυτότητα. Και όσο υπάρχουν μεταλλάδες οι οποίοι περήφανα θα φοράνε τα μπλουζάκια τους, η κουλτούρα αυτή θα συνεχίζει να ζει και να προκαλεί, ταυτόχρονα και με αντιστέκεται.

Jacek Henryk Maniakowski

Part I 

Part II