Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Penny Dreadful


Οι πόλεις είναι ένα δεδομένο στον ανθρώπινο πολιτισμό. Είναι σχεδόν ανεξάρτητες οντότητες, που μέσα από τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτές, έχουν και την δική τους προσωπικότητα. Όπως και σε έναν άνθρωπο, υπάρχουν όμορφα σημεία που την αναδεικνύουν, αλλά και αυτά που τον ασχημίζουν. Αν και όλοι αυτοί χαρακτηρισμοί είναι καθαρά υποκειμενικές έννοιες για έναν άνθρωπος, σε μια έννοια της πόλης αποκτούν πιο αντικειμενική οπτική. Το πνεύμα της πόλης, αλλά και την ψυχή της αποτελούν οι τέχνες, επειδή αυτές θα μείνουν για πάντα να υπενθυμίζουν την ύπαρξη της  και την πραγματική της φύση. Η μουσική, που ουσιαστικά είναι η αρμονική έκφραση της διάστασης της δόνησης, είναι το "Άτμα", όπως ονομάζεται η ανώτερη πνευματική κατάσταση μια ανθρώπινης οντότητας. Αυτό το μέρος της ανθρώπινης φύσης βρίσκεται στα μεγάλα βάθη της ψυχής, κάτω από την την εικόνα ή την αντιληπτή επιφάνεια. Σε μια πόλη βρίσκεται πάντα ....... Underground. 
Η σκοτεινή πλευρά της, η υπόγεια, μπορεί να τρομάζει πολλούς, αλλά για όποιον τολμήσει να την εξερευνήσει θα βρει αρκετούς θησαυρούς. Οι Penny Dreadful είναι ένας ακόμα τέτοιος θησαυρός. Αν και το όνομά τους βρήκε από φτηνά αναγνώσματα της μίας πένας, η μουσική τους μόνο αμελητέα δεν είναι. Η θεματολογία των φτηνών αυτών αναγνωσμάτων είναι αρκετά σκοτεινή και αυτήν προσπάθησε να ακολουθήσει η αθηναϊκή μπάντα. Τα τραγούδια τους είναι μικρές αυτοτελείς ιστορίες, που διαδραματίζονται σε μια πόλη, την Deadwood. Αυτό είναι και το όνομα του ντεμπούτου τους άλμπουμ που κυκλοφόρησε μέσα στο 2012. 

Η ιστορία τους ξεκινά το 2010  και όπως αναφέρουν και οι ίδιοι, δημιουρήθηκαν από μια "παρέα τριών φίλων: τον Γιάννη Καλιφατίδη (κιθάρα, φωνή), τον Πάνο Μπόμπολα (μπάσο) και τον Νίκο Παναγιώτου (τύμπανα). Με αυτή τη σύνθεση, η μπάντα κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2010 το πρώτο της demo, με τον τίτλο Sweet November. Από τον Ιούνιο του 2011, στο σχήμα προστέθηκε ως δεύτερος κιθαρίστας ο Χρήστος Καλλιμάνης" . Αυτή την μουσική ένωση οι ίδιοι την ονομάζουν " Εκρηκτικό μείγμα από κιθαριστικά ξεσπάσματα, φρενήρεις ρυθμούς και στιγμές μυσταγωγίας." στο Echo-λόγιο. Το μόνο που μπορώ να προσθέσω είναι μια σκοτεινή γοητεία που ασκούν πάνω στον ακροατή. 
Ίσως αυτή η γοητεία να προέρχεται από το γεγονός, ότι δε μπορείς να τους κατατάξεις κάπου συγκεκριμένα. Άλλωστε οι ετικέτες είναι μόνο για τα ράφια δισκοπωλείων και πάντα με στόχο να δείξει μια μουσική προσέγγιση. Οι  Penny Dreadful παίζουν απλά rock'n'roll με πολύ προσωπική ματιά. Τα τραγούδια τους δημιουργούν εικόνες, άλλοτε κάποιας ερημικής τοποθεσίας της Καλιφόρνιας, βγαλμένης από κάποιο πλάνο του Ταραντίνο και άλλοτε κάποιας κακόφημης συνοικείας. Και πάντα η μελωδία της κιθάρας να φωτίζει τα σκοτεινά πλάνα, με γνήσιο rock'n'roll λυρισμό. 

Το άλμπουμ τους δεν είναι μια απλή καταγραφή των τραγουδιών. Είναι μια χρονοκάψουλα, που μπορεί να σε πάει σε πολλά μέρη με λίγες νότες  για κινητήρια δύναμη. Είναι ένα από τα 16 συγκροτήματα που ανακάλυψα μέσα από την συλλογή The Greek Underground Scene. Και μια ακόμα απόδειξη ότι δεν μιλάμε για πλέον για ελληνικές μπάντες, αλλά για ελληνική σκηνή. 
Για τους τύπους : " Το Deadwood ηχογραφήθηκε ανάμεσα στον Αύγουστο και στον Οκτώβριο του 2012 στα αθηναϊκά Dope of Sound Studio και Peter Pan’s Garden. Τη φροντίδα της ηχογράφησης και της μίξης είχε ο Στέφανος Δουβίτσας, ο οποίος συνυπογράφει και την παραγωγή του άλμπουμ, μαζί με τους Penny Dreadful. Τέλος, το artwork είναι σχεδιασμένο όλο στο χέρι και φέρει την υπογραφή του Δημήτρη “Sidheog” Στεβή" . Και πέρα των τύπων, η δουλειά τους έχει ψυχή και αγνό rock'n'roll πνεύμα. Οι νότες φαίνονται αδάμαστες, αλλά αρμονικά δομημένες. Μια μπάντα με μοναδική συνοχή, αλλά και με αναμενόμενη συνέχεια... 
Jacek Maniakowski

Suede - Filmstar


Το όνειρο για δόξα και αναγνώριση έχει στοιχειώσει πολλούς πιτσιρικάδες, φαν της rock'n'roll, αλλά και μετέχοντες στα γρανάζια της. Όμως το τίμημα της δόξας είναι αρκετά μεγάλο και θολό, ώστε να μπορεί να αντιμετωπιστεί από κάποια φιλόδοξη μεν, αγνή και αθώα καλλιτεχνική ψυχή. Η ορμή και η ταχύτητά της μουσικής αυτής είναι ένας τυφώνας για έναν κοινό ανθρώπινο ψυχισμό, που φαντάζει σαν παράπηγμα από καλάμια μπροστά του. Με αυτό το σκεπτικό ο κίνδυνος της αποτυχίας φαντάζει απειροελάχιστος μπροστά σε αυτόν της επιτυχίας, που το "τσουνάμι" της έχει πάρει πολλές ψυχές και το τεράστιο ταλέντο δεν στάθηκε εμπόδιο για την καταστροφή. 
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κακής διαχείρισης της δόξας είναι και οι Suede. Μετά την ξαφνική επιτυχία των δυο πρώτο τους άλμπουμ, η πίεση της φήμης έκανε τα μέλη να είναι κάπως δύστροπα μεταξύ τους, με αποτέλεσμα την φυγή-εκδίωξη του κιθαρίστα τους  Bernard Butler. Αλλά την θέση του ήρθε να αναλάβει ένας 17-χρονος οπαδός της μπάντας, ο  Richard Oakes. Η κινηματογραφική του είσοδος στην μπάντα, προήλθε από την πίστη στον εαυτό του και την αγάπη τους γι'αυτή. Έστειλε μια κασέτα ντέμο στο fun club τους, που απλά έγραφε  "Take me or leave me." Τελικά όταν έπεσε στα χέρια του  Simon Gilbert και του τραγουδιστή  Brett Anderson, απλά πίστεψαν πως είναι ένα πρώιμο ντέμο των Suede. Πολύ γρήγορα κλήθηκε να μπει στην μπάντα και μάλιστα ανέλαβε και το ρόλο του δημιουργού. 
Η απλότητα που εισήγαγε στις συνθέσεις τους, μεταξύ των άλλων φαίνεται και στο τραγούδι Filmstar, από το τρίτο τους άλμπουμ Coming Up του 1993. Η μουσική ανήκει στο νεαρό κιθαρίστα, αλλά οι στίχοι είναι του frontman. Το λυρικό μέρος περιγράφει την κατάσταση ενός σταρ, ένα θέμα που σχεδόν όλες οι μπάντες, που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Το είδωλο που δημιουργείται για τους οπαδούς, κατακτά και τον ίδιο τον σταρ, κάνοντας τον να πιστεύει πως και ίδιος είναι η εικόνα που παρουσιάζει ή φαντάζεται το κοινό γι αυτόν. Ο τρόπος της δημιουργίας των τραγουδιών για την μπάντα άλλαξε και από την μουσική που έστελνε απλά ο προηγούμενος κιθαρίστας, με τον  Anderson να συμπληρώνει το λυρικό μέρος, έγινε συνδημιουργία. Προφανώς αυτή ήταν η τελευταία λάμψη στην αίσθηση πραγματικότητας, που είχε ο τραγουδιστής, καθώς η ηρωίνη το βύθιζε ακόμα πιο πολύ στην φαντασίωση μιας εικόνας. 
 Jacek Maniakowski