Πίσω από τη δόξα, αλλά και κάθε επιτυχία, υπάρχουν πάμπολλοι παράγοντες που ουσιαστικά χτίσανε τα θεμέλιά της. Και αν ένα συγκρότημα δημιουργεί ένα άλμπουμ που είναι δεύτερο στις πωλήσεις όλων των εποχών στην ιστορία της μουσικής, σίγουρα τα θεμέλια είναι πολύ βαθιά. Στους AC/DC το βασικό θεμέλιο θα μπορούσε να είναι ο Bon Scott, που σε «μια λεωφόρο προς την κόλαση» ( http://echooadventures.blogspot.gr/2013/11/acdc-highway-to-hell.html ) οδηγούσε την μπάντα σταθερά στην κορυφή. Αλλά το συγκρότημα την άγγιξε πραγματικά όταν ο τραγουδιστής χάθηκε τελικά σε αυτή τη λεωφόρο και απεβίωσε από αναρρόφηση.
Το συγκρότημα όμως έμεινε ασταμάτητο. Λίγους μήνες μετά τον θάνατο του τραγουδιστή τους κυκλοφορούν το πιο δημοφιλές τους δημιούργημα, το Back In Black του 1980. Έβδομο άλμπουμ τους και ντεμπούτο για τον Brian Johnson ως νέο τραγουδιστή. Αν και ήταν έτοιμοι να τα παρατήσουν, με την παρότρυνση των γονιών του Bon Scott συνέχισαν την ξέφρενη πορεία τους. Και αυτή ξεκίνησε με καμπάνες από την κόλαση, σαν μια σύνδεση ανάμεσα σε δύο κόσμους. Το Hells Bells, που ανοίγει το άλμπουμ, είναι δημιουργία των αδελφών Angus και Malcolm Young, με τον Brian Johnson να αναλαμβάνει το λυρικό μέρος, όπως και σε όλα τα τραγούδια του δίσκου.
Το τραγούδι ξεκινά με χτύπημα μιας καμπάνας, που συνολικά θα χτυπήσει 13 φορές, με την τελευταία στο 1:10. Η καμπάνα αυτή δεν ήταν τυχαία: παραγγέλθηκε ειδικά από το χυτήριο
John Taylor & Co. στο Loughborough της Αγγλίας, ζυγίζει περίπου έναν τόνο και ηχογραφήθηκε στο War Memorial Carillon, επειδή οι προσπάθειες να χρησιμοποιηθεί πραγματική εκκλησιαστική καμπάνα απέτυχαν λόγω των πουλιών που πετούσαν κάθε φορά που χτυπούσε. Πάνω της χαράχτηκε η επιγραφή: “Made by John Taylor Bellfounders. For AC/DC. 1980”. Η αυθεντική καμπάνα χρησιμοποιήθηκε για χρόνια στις περιοδείες (την κατέβαζαν στη σκηνή με γερανό), ενώ σήμερα μία από αυτές εκτίθεται στο Rock and Roll Hall of Fame. Στις σύγχρονες περιοδείες χρησιμοποιούνται αντίγραφα. Στην τελική ηχογράφηση ο ήχος της καμπάνας είναι ελαφρώς επιταχυνόμενος για να ταιριάζει καλύτερα στο tempo του κομματιού.
John Taylor & Co. στο Loughborough της Αγγλίας, ζυγίζει περίπου έναν τόνο και ηχογραφήθηκε στο War Memorial Carillon, επειδή οι προσπάθειες να χρησιμοποιηθεί πραγματική εκκλησιαστική καμπάνα απέτυχαν λόγω των πουλιών που πετούσαν κάθε φορά που χτυπούσε. Πάνω της χαράχτηκε η επιγραφή: “Made by John Taylor Bellfounders. For AC/DC. 1980”. Η αυθεντική καμπάνα χρησιμοποιήθηκε για χρόνια στις περιοδείες (την κατέβαζαν στη σκηνή με γερανό), ενώ σήμερα μία από αυτές εκτίθεται στο Rock and Roll Hall of Fame. Στις σύγχρονες περιοδείες χρησιμοποιούνται αντίγραφα. Στην τελική ηχογράφηση ο ήχος της καμπάνας είναι ελαφρώς επιταχυνόμενος για να ταιριάζει καλύτερα στο tempo του κομματιού.
Η εισαγωγή συνεχίζεται με τη διπλή κιθάρα των αδελφών Young, χαρακτηριστικό που σηματοδοτεί όλο το άλμπουμ. Στη συνέχεια μπαίνουν όλα τα όργανα. Το τραγούδι, όπως και ολόκληρος ο δίσκος, είναι αφιερωμένο στον πρώην τραγουδιστή της μπάντας, που κατά κάποιον τρόπο δεν την άφησε ούτε μετά τον θάνατό του.
Ο Brian Johnson θυμάται κατά τη συγγραφή των στίχων μια σχεδόν μεταφυσική εμπειρία. Δεν είχε μεταφυσικές ανησυχίες ούτε πίστευε σε κόλαση ή παράδεισο. Το άλμπουμ ηχογραφούταν στα Compass Point Studios στις Μπαχάμες, όχι στο ίδιο στούντιο με το Highway to Hell, όπως συχνά αναφέρεται. Ο Johnson είχε μπει στο συγκρότημα μόλις δύο μήνες μετά την απώλεια του Bon Scott και έπρεπε να προσθέσει στίχους σε ήδη ηχογραφημένα τραγούδια. Ξεκίνησε να γράφει σε μια λευκή κόλλα χωρίς να συνειδητοποιεί τι ακριβώς έγραφε, με μουντζούρες στην αρχή, σαν αυτόματη γραφή. Μέσα στη νύχτα ολοκλήρωσε τους στίχους, σαν να ήταν απών από τη διαδικασία και όπως έχει πει αργότερα, ένιωθε σαν το χέρι του Bon να τον καθοδηγούσε. Φυσικά, μετά την ολοκλήρωση, απουσίαζε και το περιεχόμενο ενός μπουκαλιού ουίσκι.
Οι ιστορίες γύρω από το τραγούδι δεν τελειώνουν εκεί. Στην αμερικανική εισβολή στη Σομαλία το 1993 καταρρίφθηκε το ελικόπτερο Black Hawk. Ο διασωθείς πιλότος, βαριά τραυματισμένος, κρύφτηκε στα χαλάσματα της Mogadishu. Στο ελικόπτερο που ανέλαβε τη διάσωσή του βρίσκονταν φίλοι του, που γνώριζαν τη λατρεία του για τους AC/DC. Στα ηχεία έπαιζαν το Hells Bells για να καταλάβει ότι τον αναζητούν. Ο Michael Durant, αν και με σπασμένα και τα δύο πόδια, κατάφερε να συρθεί έξω από την κρυψώνα του και να κάνει σήμα στους διασώστες του με τη φανέλα του.
Το τραγούδι είναι από τα πιο διάσημα που παίζονται στην είσοδο αθλητών, ειδικά του pitcher Trevor Hoffman των San Diego Padres. Όλες οι γυναικείες tribute bands των AC/DC στο Seattle λέγονται Hell’s Belles. Το single είχε στη Β’ πλευρά το What Do You Do for Money Honey, με τον τίτλο να αφήνει πολλές υπόνοιες.
Η επιρροή του Hells Bells ξεπερνά κατά πολύ τα ραδιόφωνα και τις συναυλίες. Κυκλοφόρησε ως single τον Οκτώβριο του 1980 και, αν και δεν μπήκε στα charts σε όλες τις χώρες, έγινε τεράστια ραδιοφωνική επιτυχία και συνέβαλε στις υποψηφιότητες των AC/DC για Grammy. Το Back In Black παραμένει ένα από τα ελάχιστα άλμπουμ που έχουν πιστοποιηθεί με διαμάντια και πάνω. Το τραγούδι έχει εμφανιστεί σε δεκάδες ταινίες και σειρές, χαρακτηριστικά στην ταινία Maximum Overdrive του Stephen King, καθώς και σε μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις, όπως NHL και NFL, όπου παίζεται συχνά όταν η γηπεδούχος ομάδα βρίσκεται σε φάση άμυνας για να «τρομάξει» τους αντιπάλους. Έχει χρησιμοποιηθεί και στο WWE ως theme song του Hell in a Cell το 2009 και ως μουσική εισόδου για τον Undertaker σε ειδικές εμφανίσεις.
Το Back In Black, με το εντελώς μαύρο εξώφυλλο, συμβολικό πένθος για τον Bon Scott. έχει πουλήσει πάνω από 50 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Το Hells Bells, διάρκειας 5:12, έχει συμπεριληφθεί σε λίστες όπως αυτή του Rolling Stone για τα κορυφαία τραγούδια όλων των εποχών. Ακόμη και ο Stephen King το έχει αναφέρει ως ένα από τα αγαπημένα του — γιατί κάποια τραγούδια ακούγονται απλώς, αλλά βιώνονται.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου