Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Το φαινόμενο του ηχητικού σκουληκιού (earworm): Part I

 

Η μουσική από μόνη της αποτελεί κάτι μαγικό, αν όχι και την ίδια τη μαγεία. Άμα αναλύσουμε τη λέξη μαγεία, της οποίας η λεκτική ρίζα ή αλλιώς το έτυμο, προέρχεται από την περσική λέξη magush και ουσιαστικά δηλώνει τον ιερέα ή τελετουργό, θα μπορέσουμε να δούμε πώς συνδέεται και με τη λέξη μαγειρική, παρόλο που από φιλολογικής άποψης δεν υπάρχει σύνδεση. Όμως, πέρα της ομοιότητας των δυο λέξεων αυτών, η ομοιότητά τους συνίσταται εννοιολογικά και σαν κοινό παρονομαστή έχουν την μεταμόρφωση. Όπου ένα εργαστήριο και μια κουζίνα αποκτούν μια κοινή συνισταμένη, η οποία μεταμορφώνει την πρώτη ύλη σε κάτι καινούργιο το οποίο καταφέρνει να αποκτήσει μια καινούργια γοητεία ή αλλιώς μαγεία. Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι και ένα στούντιο μουσικής ή ένας χώρος που συνθέτει ένας μουσικός. Η πρώτη ύλη ενός μουσικού είναι οι νότες και φαινομενικά ασήμαντα πράγματα τα οποία ένας καλλιτέχνης μπορεί να δει σαν ύλη μιας μέλλουσας μεταμόρφωσης. Και όπως ένα φαγητό που προέρχεται από ταπεινή ύλη, μπορεί να μετατρέψει ένα προϊόν σε μια γαστρονομική μαγική περιήγηση, την οποία δεν μπορούμε ποτέ να ξεχάσουμε, έτσι και ένας μουσικός μπορεί να δημιουργήσει μια στοιχεία από ήχους που να μας στοιχειώσει, σαν ένα ηγετικό φάντασμα μας το κεφάλι μας ή απλά σαν μια μύγα που δεν λέει να φύγει.



Η απόλυτη σιωπή είναι ένα φαινόμενο το οποίο δεν υπάρχει φυσικό στον κόσμο. Ακόμα και όταν εξωτερικά δεν ακούγεται τίποτα, μέσα στο κεφάλι μας υπάρχουμε θόρυβοι, ομιλίες και προφανώς ήχοι και κάποια μελωδία που δεν μπορεί να βρει διέξοδο μέχρι να το ξανακούσουμε κανονικά. Ένα riff, ένα ρεφρέν ή μια μελωδική φράση επιστρέφει πολλές φορές ξανά και ξανά στο μυαλό μας χωρίς αυτό να είναι κάτι το οποίο έχουμε ζητήσει. Μπορεί να μας συμβεί στο δρόμο, λίγο πριν τον ύπνο ή ακόμα σε κάποιο όνειρό μας, στη δουλειά μας ή σε μια στιγμή που δεν ακούμε καθόλου μουσική. Αν και φαίνεται σαν να είναι κάτι μαγικό, στην ουσία πρόκειται για ένα φαινόμενο που είναι γνωστό ως ηχητικό σκουλήκι ή earworm.

Μέσα στις επιστημονικές έρευνες και μελέτες το φαινόμενο αυτό ονομάζεται earworm ή, πιο επίσημα, ακούσια μουσική απεικόνιση (Involuntary Musical Imagery – INMI). Οι μελετητές θα το περιγράφουν ως μια αυθόρμητη αναπαραγωγή μουσικής μέσα στο νου, χωρίς την ύπαρξη κάποιου εξωτερικού ερεθίσματος, αλλά επίσης και χωρίς κάποιες συνειδητή πρόθεση. Αν και φαίνεται κάπως μαγικό, η γνωστική ψυχολογία αναφέρει πως πρόκειται για ένα πολύ κοινό φαινόμενο το οποίο έχει βιώσει η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, όπως αυτό τονίζουν στις έρευνές τους οι Liikkanen & Jakubowski το 2020.

Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν «κολλάει» ένα τραγούδι;

Τα earworms Δεν είναι κάτι μεταφυσικό γενική συν σφαίρα της παραψυχολογίας, αλλά ούτε είναι κάποια ψυχολογική ή ψυχιατρική δυσλειτουργία. Όλο αυτό έχει σύνδεση με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα εγκεφαλικά συστήματα της μνήμης καθώς και της ακουστικής επεξεργασίας. Οι έρευνες έχουν δείξει πως κατά τη διάρκεια μιας ακούσιας μουσικής αναπαραγωγής ενεργοποιούνται κάποιες περιοχές του εγκεφάλου, όπως είναι ο ακουστικός φλοιός και ο ιππόκαμπος, δηλαδή είναι οι περιοχές του εγκεφάλου οι οποίες έχουν άμεση σχέση με την ακρόαση καθώς και την αποθήκευση των μουσικών αναμνήσεων. Δηλαδή ουσιαστικά πρόκειται για μια εγκεφαλική συναυλία, δηλαδή ο εγκέφαλος έχει τη δυνατότητα να παίζει μουσική εσωτερικά με τον ίδιο τρόπο που αναπαράγει εικόνες ή σκέψεις.



Η ίδια η νευροεπιστήμη βοηθάει στην πιο βαθιά κατανόηση των earworms. Μέσα από τις σύγχρονες μελέτες στις οποίες έχουν χρησιμοποιηθεί τεχνικές απεικόνισης, όπως είναι η λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), έδειξαν πώς όταν ένα τραγούδι παίζει στο κεφάλι μας χωρίς να το ακούμε εξωτερικά, ενεργοποιούνται αυτόματα τα εγκεφαλικά δίκτυα που είναι παρόμοια με εκείνα μιας πραγματικής ακρόασης της μουσικής.

Ο ακουστικός φλοιός έχει συμμετοχή, σαν ο ίδιος ο εγκέφαλος να αναπαράγει εσωτερικά τον ήχο, κάτι σαν φυσικά ακουστικά που είναι συνδεμένα κατευθείαν στον εγκέφαλο. Παράλληλα ο ιππόκαμπος, το μέρος του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη μνήμη, εμπλέκεται στην ανάκλαση του μουσικού αυτού υλικού. Αυτό το φαινόμενο δείχνει πως η μουσική δεν αποθηκεύεται απλώς ως μια πληροφορία, αλλά αποτελεί για τον εγκέφαλο μια ζωντανή εμπειρία η οποία επαναενεργοποιείται αυθόρμητα.

Επίσης, σε όλη αυτή τη διαδικασία της μουσικής αναπαραγωγής παίζει ένα μεγάλο ρόλο και το λεγόμενο default mode network, δηλαδή το δίκτυο το οποίο ενεργοποιείται όταν απλά ο νους περιπλανιέται, δηλαδή απλά ταξιδεύουμε μέσα στις σκέψεις μας. Αυτό εύκολα μπορεί να μας εξηγήσει γιατί τα earworms κάνουν την εμφάνισή τους σε στιγμές στις οποίες χαλαρώνουμε ή κάνουμε κάτι το οποίο είναι για εμάς μια ρουτίνα, δηλαδή τη στιγμή που η προσοχή δεν είναι πλήρως δεσμευμένη, ο εγκέφαλος στρέφεται στις εσωτερικές αναπαραστάσεις μεταξύ αυτών είναι και οι μουσικές μνήμες. Έτσι λοιπόν, τα ακουστικά σκουλήκια δεν αποτελούν απλά μια ιδέα που επαναλαμβάνεται, αλλά είναι μια νευρωνική αναπαραγωγή της μουσικής ως ένα είδος μιας εσωτερικής ακρόασης, κάτι σαν μια προσωπική συναυλία.

 

Η μνήμη εργασίας και ο μουσικός βρόχος

Σε όλη αυτή τη διαδικασία κεντρικό ρόλο παίζει και η μνήμη εργασίας, δηλαδή το σύστημα το οποίο κρατά προσωρινά πληροφορίες στο μυαλό μας. Τα earworms μοιάζουν με ένα γνωστικό βρόγχο της επανάληψης, κάτι το οποίο θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως ένα μουσικό μοτίβο το οποίο επαναλαμβάνεται σαν να έχει κολλήσει στο παρασκήνιο της ίδιας μας της σκέψης. Η Beaman και ο Williams (2010) περιγράφουν τα earworms ως μια μορφή “intrusive thought”, μια ακούσια εισβολή στο περιεχόμενο της συνείδησής μας, η οποία πολλές φορές είναι ακίνδυνη αλλά πάντα επίμονη.



Όμως το ερώτημα το οποίο μας ταλανίζει είναι γιατί ειδικάστο rock και στο metal τα riffs γίνονται earworms; Στην πρώτη μουσική τα εγκεφαλικά σκουλήκια συχνά είναι απλά το ρεφρέν, στη rock και ιδιαίτερα στο heavy ή prog metal, ο αντίστοιχος πολιτικός πυρήνας είναι το βασικό riff ενός μουσικού κομματιού. Τα riffs στην metal έχουν τη λειτουργία μιας δομικής μονάδας η οποία επαναλαμβάνεται στη διάρκεια όλου του κομματιού, έτσι η heavy metal μουσική, όπως έχουν δείξει διάφορες μελέτες και έρευνες πάνω στη μουσικολογία, έχει σαν βάση της τις κυκλικές φόρμες και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, κάτι που κάνει το είδος αυτό ιδιαίτερα πρόσφορο για τα earworm φαινόμενα, όπως χαρακτηριστικά το τεκμηριώνει ο Hudson, στην μελέτη του το 2021. Και να σκεφτεί κανείς ή καλύτερα να θυμηθεί κανείς το ποσό εύκολα είναι να κολλήσεις ένα τέτοιο εγκεφαλικό σκουλήκι με τραγούδια όπως είναι Smoke on the Water (Deep Purple), Paranoid (Black Sabbath), Iron Man (Black Sabbath) ή ακόμα το Enter Sandman (Metallica). Και φυσικά να μην μπορείς να το ακούσεις ποτέ μόνο μια φορά, κάτι σαν διαφήμιση από πατατάκια.

 

Τα μουσικά χαρακτηριστικά της «κολλητικότητας»

 

Όμως σε μια απάντηση, δημιουργείται πάντα ένα νέο ερώτημα και αυτό αν και είναι απλό, απασχολεί εμάς αλλά ακόμα και τους ίδιους ερευνητές και έχει να κάνει ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά ενός τραγουδιού που το κάνει να κολλάει στον εγκέφαλό μας. Μέσα από τις μελέτες έχει αναδειχθεί το γεγονός πως τα κόμματα τα οποία κολλάνε συχνότερα ή θα λεγα καλύτερα, σε πιο πολλά αυτιά, δεν είναι απαραίτητο να είναι τα πιο σύνθετα, άλλα είναι εκείνα που διαθέτουν κάποια συγκεκριμένα δομικά χαρακτηριστικά.

Οι Jakubowski και συνεργάτες (2017) ανακάλυψαν πώς αυτή η κολλητικότητα έχει άμεση σχέση με μελωδικά χαρακτηριστικά όσο και με τη συχνότητα που εκθέτονται αυτά. Και έχει κατάληξη πώς ένα τραγούδι μπορεί να γίνει εγκεφαλικό σκουλήκι εξαιτίας μιας σαφούς και αναγνωρίσιμης μελωδίας, όταν εμπεριέχει ένα έντονο hook, επαναλαμβάνει μοτίβα σε μικρές παραλλαγές και το βασικό, πώς ακούγεται συχνά στο περιβάλλον μας. Η επανάληψη λοιπόν είναι το  βασικό χαρακτηριστικό, το οποίο κάνει ένα μουσικό κομμάτι ή ένα τραγούδι earworm. Στο rock και στο metal, η επανάληψη δεν είναι απλώς μια ευκολία που έγκειται στην τεχνική, αλλά αποτελεί μια αισθητική επιλογή. Ένα riff που επανέρχεται λειτουργεί σαν “άγκυρα” μέσα στη μουσική δομή.



Ίσως είναι απαραίτητο να κάνουμε μια παρένθεση, για να δώσουμε έναν ορισμό για το τι είναι hook. To hook ορίζεται ως το χαρακτηριστικό στοιχείο ενός τραγουδιού το οποίο έχει τη δυνατότητα να σας αρπάξει άμεσα από τα αυτιά, δηλαδή να κερδίσει την προσοχή του ακροατή και πάντα μένει στη μνήμη. Συνήθως είναι μια σύντομη αλλά και επαναλαμβανόμενη μελωδική φράση είτε κάποιο ρυθμικό μοτίβο, ένα riff ή ακόμα και ένας ιδιαίτερος στίχος, ο οποίος μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς μέσα στη δομή ενός κομματιού. Ο ρόλος του hook είναι να δημιουργήσει την αναγνωρισιμότητα ενός τραγουδιού, αλλά παράλληλα να μπορεί να το κάνει κολλητικό, διευκολύνοντας έτσι την επαναφορά του εύκολα στη μνήμη και αυξάνοντας τις πιθανότητες να επαναλαμβάνετε νοητικά, ακριβώς όπως συμβαίνει στα φαινόμενα των earworms. Στη rock και metal μουσική, το hook ταυτίζεται συχνά με το κεντρικό riff, ενώ στην pop εμφανίζεται κυρίως στο ρεφρέν, αποδεικνύοντας ότι αποτελεί έναν βασικό μηχανισμό σύνδεσης ανάμεσα στη μουσική δομή και την ανθρώπινη μνήμη.

Όσο αφορά την Prog metal το earworm γίνεται λίγο πιο σύνθετο, όπως ακριβώς οι συνθέσεις αυτού του είδους. Στο progressive rock και metal τα τραγούδια δεν είναι γραμμένα για να γίνουν χιτάκια και δεν περιορίζονται στα 3 λεπτά, αλλά τις περισσότερες φορές έχουν μεγάλη διάρκεια, πολλές εναλλαγές στο μέτρο, πολύ αρρυθμίες και πιο σύνθετες αρμονίες. Ακριβώς όπως τα ποπ χιτάκια,… όχι ακριβώς έτσι, ακριβώς το αντίθετο. Και όμως ακόμα και εδώ εμφανίζονται τα εγκεφαλικά σκουλήκια, αλλά πλέον έχοντας διαφορετική μορφή. Το earworm μπορεί να μην είναι ένα απλό ρεφρέν, Αλλά μπορεί να είναι ένα ρυθμικό pattern, ένα επαναλαμβανόμενο τη βοή μουσικό θέμα, αλλά και μια χαρακτηριστική φράση κιθάρας ή μια μπασογραμμή. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το “Schism” (Tool) Αλλά και τραγούδια των Dream Theater και Opeth. Ουσιαστικά όμως, οι συνθέσεις της prog μουσικής ενισχύουν αυτό το φαινόμενο, επειδή είναι φυσική λειτουργία του εγκεφάλου να προσπαθεί να οργανώσει και να «λύσει» ένα μοτίβο, δημιουργώντας έτσι ένα πεδίο για τη δράση ενός εγκεφαλικού σκουληκιού.


Jacek Henryk Maniakowski


Πηγές:

Beaman, C. P., & Williams, T. I. (2010). Earworms (“stuck song syndrome”).

Berger, H. M. (1999). Death metal tonality and the act of listening. Popular Music.

Hudson, S. S. (2021). Compound AABA Form and Style Distinction in Heavy Metal. Music Theory Online.

Jakubowski, K., et al. (2017). Dissecting an earworm. Psychology of Aesthetics, Creativity, and the Arts.

Liikkanen, L. A., & Jakubowski, K. (2020). Involuntary musical imagery review. Psychonomic Bulletin & Review.

Floridou, G., & Müllensiefen, D. (2022). INMI repetition. Music Perception.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου