Ανάμεσα στο φάρμακο και στο δηλητήριο υπάρχει πολύ θολός διαχωρισμός. Όπως ο θάνατος και η ζωή, που στην ουσία είναι συμπληρωματικές έννοιες, ορίζονται ανάλογα της θέσης που βρίσκεται κάποιος, αλλά και της οπτικής. Έτσι ο θάνατος μπορεί να είναι και σωτήριος και το δηλητήριο να γίνει φάρμακο. Όπως ο θάνατος μια κάμπιας, ουσιαστικά είναι η γέννηση της πεταλούδας. Και η μουσική, ιδιαίτερα η rock'n'roll, είναι μέρος της φύσης, άρα και διέπεται και από τους ίδιους κανόνες. Και δεν είναι λίγες οι φορές, που μουσική της πεθαίνουν και ανασταίνονται, εμπορικά και μουσικά.
Ο Alice Cooper είναι μια πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα της hard rock και δεν είναι λίγες οι φορές που φλέρταρε και με τις δύο όψης της φύσης, την ζωή και θάνατο. Αλλά και της ροκ, την δόξα και την απαξίωση. Ωστόσο κατάφερνε πάντα να κερδίζει την προσοχή του ροκ κοινού, αν και συνεχής πηγή έμπνευση για πολλές μπάντες.
Όταν όμως, το παλιό κοινό του, άρχισε να τον ξεχνά και ο ίδιος να μην αποκτά νέο, μια τετράλεπτη δόση δηλητηρίου (Poison), βγαλμένο από τα σκουπίδια (Trash). "Poison" λέγεται η δημιουργία των Desmond Child, Alice Cooper και John McCurry που ακούγεται από την φωνή του Vincent Damon Furnier, όπως λέγεται κανονικά ο Alice Cooper, και κυκλοφόρησε το 1989 μέσα από το 18ο άλμπουμ του καλλιτέχνη, το Trash. Η ηχογράφηση δεν βασίστηκε στη σταθερή μπάντα του, αλλά σε κορυφαίους session μουσικούς (όπως ο Hugh McDonald στο μπάσο και ο Bobby Chouinard στα τύμπανα), με τον παραγωγό Desmond Child να εφαρμόζει τη γνωστή του μέθοδο της δομημένης εμπορικής αρχιτεκτονικής, δίνοντας έμφαση στη μελωδική πρόσκρουση και στην επαναληψιμότητα.
Το τραγούδι στηρίζεται σε έναν βαρύ, επαναλαμβανόμενο κιθαριστικό ριφ σε drop tuning, ενώ το μπάσο κινείται σε αντίρροπη μελωδία, δημιουργώντας την χαρακτηριστική ρυθμική ώθηση που το κάνει αναγνωρίσιμο από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Το τραγούδι έγινε παγκόσμιο hit, φτάνοντας κοντά στην κορυφή των επιτυχιών, σχεδόν όλων των χωρών. Συγκεκριμένα, έφτασε στο Νο 7 του Billboard Hot 100, στο Νο 2 στο UK Singles Chart και κατέκτησε την κορυφή σε Καναδά, Αυστραλία, Ιρλανδία και Νέα Ζηλανδία, πουλώντας πάνω από 1,5 εκατομμύρια αντίτυπα και σηματοδοτώντας την απόλυτη εμπορική και καλλιτεχνική επανεκκίνησή του μετά από μια περίοδο παρακμής στα μέσα της δεκαετίας του ’80.
Ο θεατρικός χαρακτήρας του τραγουδιστή, πιθανόν να πλάθει και φανταστικές ιστορίες και στο συγκεκριμένο τραγούδι. Το λυρικό μέρος μιλάει μάλλον για ένα είδος εξαρτημένης σχέσης, που φτάνει και στα όρια του μαζοχισμού. Ο τίτλος «Poison» επιλέχτηκε σκόπιμα για τη διττή του σημασία, αναφερόμενος ταυτόχρονα σε μια τοξική ερωτική δυναμική και στη ροκ «δηλητηριώδη» γοητεία της σκηνής, ενώ ο ίδιος ο Cooper έχει δηλώσει ότι το τραγούδι λειτουργεί ως αλληγορία για κάθε μορφή εξάρτησης, ακόμη και για την ίδια τη φήμη.
Φυσικά και στο βιντεοκλίπ του τραγουδιού, οι άνθρωποι που ήταν στο στήσιμο αυτής της επιτυχίας, φρόντισαν να σοκάρουν. Για το διάσημο μουσικό κανάλι έπρεπε να γυριστούν δύο εκδοχές του, αλλά πάντα με το μοντέλο Rana Kennedy να πρωταγωνιστεί. Στο ένα φορούσε μόνο ένα στρινγκ, ενώ στο λογοκριμένο φορούσε και κορσέ..... μάλλον θα έπεσε η θερμοκρασία. Η σκηνοθεσία ανατέθηκε στον Marty Callner και η στρατηγική της λογοκρισίας ήταν απόλυτα υπολογισμένη: η «απαγορευμένη» εκδοχή δημιούργησε buzz και περιέργεια, ενώ η broadcast-safe εκδοχή εξασφάλισε heavy rotation στο MTV χωρίς αποκλεισμό. Οπτικά, το κλιπ συνδύαζε τη σκοτεινή, θεατρική αισθητική του Cooper με τη γυαλιστερή εικόνα των late-80s, δημιουργώντας ένα υβρίδιο που γέφυρωσε παλιούς και νέους ακροατές.
Η επιτυχία του «Poison» δεν ήταν παροδική και διασκευάστηκε από δεκάδες καλλιτέχνες (όπως οι The Rasmus, Within Temptation, Halestorm), παραμένει σταθερό κλείσιμο ή άνοιγμα των live εμφανίσεών του με θεατρικά εφέ, και αναλύεται ακαδημαϊκά ως κλασικό παράδειγμα πολιτισμικής αναπροσαρμογής, όπου ένας καλλιτέχνης του shock rock των ’70ς κατάφερε να «μεταφραστεί» στην αισθητική των late-80s χωρίς να προδώσει τον πυρήνα της ταυτότητάς του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου