Πολλές φορές έχω αναφέρει τις νότες σαν ανεξάρτητες οντότητες, που χρησιμοποιούν τους μουσικούς για να μπουν στον πεζό κόσμο των ανθρώπων. Να το ομορφύνουν λίγο και ίσως να μας παρατηρήσουν. Μέσα από τα δάκτυλα ενός κιθαρίστα δραπετεύουν από τον ιδεατό τους κόσμο, για να μπουν στον δικό μας, στα αισθήματα μας, τις σκέψεις μας, αλλά καμιά φορά και στα πόδια μας, για να μπορούν να χορέψουν μαζί μας κάποιο χορό. Ένα Fandango για παράδειγμα, με ταμπεραμέντο μεξικάνικης φιεστας.
Ένα The Great Fandango θα μπορούσε να μεταφέρει και δικές τους ιδέες, από τον δικός τους κόσμο, όπου και κυβερνούν. Και ίσως να μας μάθουν τις δομές της δικής τους κοινωνίας.Έτσι οι πρώτες νότες του Το Great Fandango των Dustbowl δραπέτευσαν στον δικό μας κόσμο τον Δεκέμβριο του 2015 πάνω σε ένα finger pickin’ pattern (Είναι ένας δακτυλισμός που παίζετε στην κιθάρα) που έπαιζε καιρό πριν στην ακουστική κιθάρα ο Νίκος Φυσάκης: «(Εδώ πρέπει να πω πως όποιο τραγούδι δεν μπορεί να παιχτεί με μια κιθάρα και μια φωνή δεν αξίζει να ασχοληθείς μαζί του).» Σχολιάζει ο κιθαρίστας του συγκροτήματος.
«Ηχογραφήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2015 και κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2016. Είναι το ομώνυμο τραγούδι του τελευταίου μας άλμπουμ και αναμφισβήτητα το κομμάτι «κλειδί» του δίσκου αν και το “Linger On” ήταν το πρώτο ολοκληρωμένο τραγούδι που γράφτηκε εκείνη την εποχή, ανοίγει και καθορίζει το άλμπουμ, τα live μας και τον ήχο μας.» Αναφέρει ο κιθαρίστας του συγκροτήματος και δημιουργός του.
«Θυμάμαι ότι (αν και όχι στην αρχή γιατί δεν είχαμε συνείδηση του τι κάναμε αλλά από ένα διάστημα και μετά) θέλαμε ένα κόνσεπτ άλμπουμ όπου θα περιστρέφονται όλα τα τραγούδια γύρω από το Great Fandango, την μεγάλη φιέστα, το λίκνισμα της ζωής. Μια ωδή στην παντοτινή αγάπη, στη σχέση της αγάπης με την απώλεια και το χάσιμο του εαυτού μας μέσα στο χρόνο» («And I kept this old address of someone that I knew»). . Σε έναν χορό της ζωής, αν ξεκινήσει το πρώτο βήμα, τα άλλα απλά ακολουθούν αρμονικά. Άλλωστε η εύρεση του ίδιου του εαυτού μας ξεκινά από το κέντρο του, όπως ένας φανταστικός χορός.
Και συνεχίζει ο Νίκος: «Μια προσωπική, ανώριμη (γιατί όχι!) και άναρχη πασιφιστική θεώρηση της «μητέρας γης» («Lord knows how much I’ve loved you deviant child of mother earth since the night of the great fandango when muddy trails gave you birth»). Αυτό ίσως να φαντάζει πομπώδες και αφελές αλλά είναι η δική μου, μικροαστική αν θέλετε, θεώρηση.» . Ο ίδιος δεν έχει μεγάλη αγωνιά να καταλάβει και να εξηγήσει τον κόσμο. Σίγουρα βλέπει της σχέση της μονάδας με το όλο όπως και ότι όλα τα όντα αισθάνονται το ίδιο με την καρδιά τους και το σώμα τους. Όλα λοιπόν σε έναν μεγάλο χορό της ζωής, χωρίς πολλές αναλύσεις.
«Δηλαδή πιστεύω σε «αδόκιμες ουτοπικές» θεωρήσεις πχ ότι τα ζώα έχουν τα ίδια δικαιώματα για να μη πω περισσότερα από τον άνθρωπο και άλλα τέτοια. Αυτή η προσωπική προσέγγιση, αλλά και άλλες αντι-επαναστατικές παράδοξες θεωρήσεις με έκαναν να στραφώ σε ένα κύκλο τραγουδιών που θα έχουν την προσωπική αντίφαση σε πρώτο πλάνο καθώς και την έννοια της οποιαδήποτε μορφής της αγάπης μπροστά. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου και το καλύτερο παιδί, προσπαθώ όμως και για αυτό αναφέρομαι στην «οποιαδήποτε» μορφής αγάπης, ειδικά στο τραγούδι αυτό.» συνεχίζει ο δημιουργός με δύο λόγια παραπάνω για την έννοια των στίχων του, αλλά και την ίδια την παρουσία του μέσα σε αυτούς.
Οι νότες, όταν μπαίνουν στον δικό μας πεζό κόσμο, πάντα παίρνουν ένα κομμάτι του καλλιτέχνη είτε για να τιμήσουν τον ξενιστή τους είτε γιατί δε μπορούν να κάνουν αλλιώς. «Η ουτοπία με την έννοια της προσμονής, της ελπίδας και του ονείρου δεν είναι μια ιρασιοναλιστική (δηλ όπου η λογική έχει περιορισμένες δυνατότητες) φαντασίωση αλλά είναι η ρεαλιστική πραγματικότητα του αύριο. Εμπεριέχει δε τις προσδοκίες μας. Είναι τα όνειρα ουτοπικά (ουτοπικά με την έννοια του ανεκπλήρωτου)? Όχι. Είναι τα όνειρα πάντα ευχάριστα? Όχι. Ο ιστορικός χρόνος είναι επαναστατικός και αυτάρκης μέσα στην όποια ροη του.». Ίσως και οι έννοιες και ιδέες έχουν την δική τους οντότητα και πεδίο δράσης τον χρόνο.
«Ήταν άλλη μια περίεργη και δύσκολη εποχή για τους Dustbowl, μια εποχή αλλαγών στο line-up και σε αυτά που θέλαμε να κάνουμε. Όμως νιώθαμε ότι είχαμε ένα «νέο ήχο» στα χέρια μας κάτι που είχαμε αισθανθεί και στο “Goin’ Down” παλιότερα (το προηγούμενο άλμπουμ μας. Είχαν προηγηθεί 2 singles και ένα άλμπουμ το Troublebound & Lonesome στο παρελθόν). Αυτό τον ήχο τον ονομάσαμε τώρα Mother Earth Rock. Τίποτα περισσότερο από το κιθαριστικό σύμπλεγμα που είχαμε παλιά αλλά αυτή τη φορά βάλαμε το τραγούδι σε πρώτο πλάνο έχοντας τα παιξίματα, τα arrangements και την παραγωγή σε μια άλλη προσέγγιση: μια παντελής απουσία της οποιαδήποτε φορμαλιστικής εμμονής στο ήδη τυπικό, αποδεκτό ή συμβατό με οποιοδήποτε άλλο σχήμα της εγχώριας σκηνής όπως την ξέρουμε. Αυτό δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνουμε όμως και μάλλον ούτε η τελευταία.» μας επαναφέρει στον πρακτικό κόσμο της δημιουργίας.
«Στο Great Fandango η διακριτική χρήση του πιάνου και του Hammond ήταν κάτι το νέο για εμάς, αλλά το καταλυτικό αυτή τη φορά ήταν τα φωνητικά και το πώς αυτά τοποθετηθήκαν με μαζί με τις αρμονίες και τις εξάρσεις των backing vocals κατά την κορύφωση του τραγουδιού.»
«το Great Fandango, το τραγούδι αλλά και το άλμπουμ, είναι η επιτομή των Dustbowl της τελευταίας αυτής περιόδου αλλά συγχρόνως είναι το τέλος της μπάντας όπως την ξέραμε στο παρελθόν. Είναι το σκαλοπάτι που θέλαμε να κτίσουμε και που καλούμαστε να ανέβουμε και να ξεπεράσουμε στο μέλλον… δηλ. απλά Great Fandango είμαστε εμείς και οι ιστορικές αντιφάσεις μας!»
Άλλωστε και η ζωή μας δεν είναι παρά μια μεγάλη φιέστα, όπου άλλες φορές βρίσκουμε τα βήματα του χορού και άλλες τα χάνουμε, αυτό που συμβαίνει και πιο συχνά. Πάντα όμως μεθυσμένοι με τις φανταστικές ιδέες μας και τις θεωρήσεις περί τις αξίας της ζωής. Καλεσμένοι ή απρόσκλητοι σε ένα πάρτι που διοργανώνει κάποια θεότητα, επειδή απλά βαριέται την μεγαλοσύνη της.