Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Dustbowl - The Great Fandango

 Πολλές φορές έχω αναφέρει τις νότες σαν ανεξάρτητες οντότητες, που χρησιμοποιούν τους μουσικούς για να μπουν στον πεζό κόσμο των ανθρώπων. Να το ομορφύνουν λίγο και ίσως να μας παρατηρήσουν. Μέσα από τα δάκτυλα ενός κιθαρίστα δραπετεύουν από τον ιδεατό τους κόσμο, για να μπουν στον δικό μας, στα αισθήματα μας, τις σκέψεις μας, αλλά καμιά φορά και στα πόδια μας, για να μπορούν να χορέψουν μαζί μας κάποιο χορό. Ένα Fandango για παράδειγμα, με ταμπεραμέντο μεξικάνικης φιεστας.  

Ένα The Great Fandango θα μπορούσε να μεταφέρει και δικές τους ιδέες, από τον δικός τους κόσμο, όπου και κυβερνούν. Και ίσως να μας μάθουν τις δομές της δικής τους κοινωνίας. 

Έτσι οι πρώτες νότες του Το Great Fandango των Dustbowl δραπέτευσαν στον δικό μας κόσμο τον Δεκέμβριο του 2015 πάνω σε ένα finger pickin’ pattern (Είναι ένας δακτυλισμός που παίζετε στην κιθάρα) που έπαιζε καιρό πριν στην ακουστική κιθάρα ο Νίκος Φυσάκης:  «(Εδώ πρέπει να πω πως όποιο τραγούδι δεν μπορεί να παιχτεί με μια κιθάρα και μια φωνή δεν αξίζει να ασχοληθείς μαζί του).» Σχολιάζει ο κιθαρίστας του συγκροτήματος. 

«Ηχογραφήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2015 και κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2016. Είναι το ομώνυμο τραγούδι του τελευταίου μας άλμπουμ και αναμφισβήτητα το κομμάτι «κλειδί» του δίσκου αν και το “Linger On” ήταν το πρώτο ολοκληρωμένο τραγούδι που γράφτηκε εκείνη την εποχή, ανοίγει και καθορίζει το άλμπουμ, τα live μας και τον ήχο μας.» Αναφέρει ο κιθαρίστας του συγκροτήματος και δημιουργός του. 

«Θυμάμαι ότι (αν και όχι στην αρχή γιατί δεν είχαμε συνείδηση του τι κάναμε αλλά από ένα διάστημα και μετά) θέλαμε ένα κόνσεπτ άλμπουμ όπου θα περιστρέφονται όλα τα τραγούδια γύρω από το Great Fandango, την μεγάλη φιέστα, το λίκνισμα της ζωής. Μια ωδή στην παντοτινή αγάπη, στη σχέση της αγάπης με την απώλεια και το χάσιμο του εαυτού μας μέσα στο χρόνο» («And I kept this old address of someone that I knew»). . Σε έναν χορό της ζωής, αν ξεκινήσει το πρώτο βήμα, τα άλλα απλά ακολουθούν αρμονικά. Άλλωστε η εύρεση του ίδιου του εαυτού μας ξεκινά από το κέντρο του, όπως ένας φανταστικός χορός. 

Και συνεχίζει ο Νίκος: «Μια προσωπική, ανώριμη (γιατί όχι!) και άναρχη πασιφιστική θεώρηση της «μητέρας γης» («Lord knows how much I’ve loved you deviant child of mother earth since the night of the great fandango when muddy trails gave you birth»). Αυτό ίσως να φαντάζει πομπώδες και αφελές αλλά είναι η δική μου, μικροαστική αν θέλετε, θεώρηση.» . Ο ίδιος δεν έχει μεγάλη αγωνιά να καταλάβει  και να εξηγήσει  τον κόσμο. Σίγουρα βλέπει της σχέση της μονάδας με το όλο όπως και ότι όλα τα όντα αισθάνονται το ίδιο με την καρδιά τους και το σώμα τους. Όλα λοιπόν σε έναν μεγάλο χορό της ζωής, χωρίς πολλές αναλύσεις. 

 «Δηλαδή πιστεύω σε «αδόκιμες ουτοπικές» θεωρήσεις πχ ότι τα ζώα έχουν τα ίδια δικαιώματα για να μη πω περισσότερα από τον άνθρωπο και άλλα τέτοια. Αυτή η προσωπική προσέγγιση,  αλλά και άλλες αντι-επαναστατικές παράδοξες θεωρήσεις με έκαναν να στραφώ σε ένα κύκλο τραγουδιών που θα έχουν την προσωπική αντίφαση σε πρώτο πλάνο καθώς και την έννοια της οποιαδήποτε μορφής της αγάπης μπροστά. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου και το καλύτερο παιδί, προσπαθώ όμως και για αυτό αναφέρομαι στην «οποιαδήποτε» μορφής αγάπης, ειδικά στο τραγούδι αυτό.» συνεχίζει ο δημιουργός με δύο λόγια παραπάνω για την έννοια των στίχων του, αλλά και την ίδια την παρουσία του μέσα σε αυτούς. 

Οι νότες, όταν μπαίνουν στον δικό μας πεζό κόσμο, πάντα παίρνουν ένα κομμάτι του καλλιτέχνη είτε για να τιμήσουν τον ξενιστή τους είτε γιατί δε μπορούν να κάνουν αλλιώς. «Η ουτοπία με την έννοια της προσμονής, της ελπίδας και του ονείρου δεν είναι μια ιρασιοναλιστική (δηλ όπου η  λογική έχει περιορισμένες δυνατότητες) φαντασίωση αλλά είναι η ρεαλιστική πραγματικότητα του αύριο. Εμπεριέχει δε τις προσδοκίες μας. Είναι τα όνειρα ουτοπικά (ουτοπικά με την έννοια του ανεκπλήρωτου)? Όχι. Είναι τα όνειρα πάντα ευχάριστα? Όχι. Ο ιστορικός χρόνος είναι επαναστατικός και αυτάρκης μέσα στην όποια ροη του.». Ίσως και οι έννοιες και ιδέες έχουν την δική τους οντότητα και πεδίο δράσης τον χρόνο. 

«Ήταν άλλη μια περίεργη και δύσκολη εποχή για τους Dustbowl, μια εποχή αλλαγών στο line-up και σε αυτά που θέλαμε να κάνουμε. Όμως νιώθαμε ότι είχαμε ένα «νέο ήχο» στα χέρια μας κάτι που είχαμε αισθανθεί και στο “Goin’ Down” παλιότερα (το προηγούμενο άλμπουμ μας. Είχαν προηγηθεί 2 singles και ένα άλμπουμ το Troublebound & Lonesome στο παρελθόν). Αυτό τον ήχο τον ονομάσαμε τώρα Mother Earth Rock. Τίποτα περισσότερο από το κιθαριστικό σύμπλεγμα που είχαμε παλιά αλλά αυτή τη φορά βάλαμε το τραγούδι σε πρώτο πλάνο έχοντας τα παιξίματα, τα arrangements και την παραγωγή σε μια άλλη προσέγγιση: μια παντελής απουσία της οποιαδήποτε φορμαλιστικής εμμονής στο ήδη τυπικό, αποδεκτό ή συμβατό με οποιοδήποτε άλλο σχήμα της εγχώριας σκηνής όπως την ξέρουμε. Αυτό δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνουμε όμως και μάλλον ούτε η τελευταία.» μας επαναφέρει στον πρακτικό κόσμο της δημιουργίας. 

«Στο Great Fandango η διακριτική χρήση του πιάνου και του Hammond ήταν κάτι το νέο για εμάς, αλλά το καταλυτικό αυτή τη φορά ήταν τα φωνητικά και το πώς αυτά τοποθετηθήκαν με μαζί με τις αρμονίες και τις εξάρσεις των backing vocals κατά την κορύφωση του τραγουδιού.»

«το Great Fandango, το τραγούδι αλλά και το άλμπουμ, είναι η επιτομή των Dustbowl της τελευταίας αυτής περιόδου αλλά συγχρόνως είναι το τέλος της μπάντας όπως την ξέραμε στο παρελθόν. Είναι το σκαλοπάτι που θέλαμε να κτίσουμε και που καλούμαστε να ανέβουμε και να ξεπεράσουμε στο μέλλον… δηλ. απλά Great Fandango είμαστε εμείς και οι ιστορικές αντιφάσεις μας!»

Άλλωστε και η ζωή μας δεν είναι παρά μια μεγάλη φιέστα, όπου άλλες φορές βρίσκουμε τα βήματα του χορού και άλλες τα χάνουμε, αυτό που συμβαίνει και πιο συχνά. Πάντα όμως μεθυσμένοι με τις φανταστικές ιδέες μας και τις θεωρήσεις περί τις αξίας της ζωής. Καλεσμένοι ή απρόσκλητοι σε ένα πάρτι που διοργανώνει κάποια θεότητα, επειδή απλά βαριέται την μεγαλοσύνη της. 



 Jacek Henryk Maniakowski


Status Quo - Down Down

 Το rock’n’roll είναι μια συνεχής κίνηση, με πολλές έννοιες. Από μια συνεχής γεωγραφική μετακίνηση των συγκροτημάτων, ως και την διαρκής εξέλιξή του. Αλλά μια μπάντα που πραγματικά έχει «πουλήσει την ψυχή της στον θεό του rock’n’roll» είναι αναγκασμένη να περιφέρεται από πόλη σε πόλη, μέχρι να γνωρίσει την επιτυχία. Ακόμα και αν την γνωρίσει το ίδιο πρέπει να κάνει, μοιάζοντας πολλές φορές με κάποιο περιπλανώμενο τσίρκο του μεσαίωνα. Και ίσως να μην πολύ μακριά η παρομοίωση και απλά να είναι συνεχιστές μιας τέτοιας παράδοσης οι ροκ μουσικοί. Μιας που το σόου είναι ένα σημαντικό μέρος μιας ζωντανής εμφάνισης. 

Οι Status Quo έχουν τιμήσει με υπερβάλλοντα ζήλο το rock’n’roll και σίγουρα το «άστρο» τους δύσκολα μπορεί να ξεχαστεί. Στις 5 δεκαετίες της ύπαρξης τους σαν συγκρότημα και με δεκάδες άλμπουμ, έχουν διασχίσει άπειρα χιλιόμετρα, αλλά αυτό ποτέ δεν τους κούρασε και συνεχίζουν να προσκυνάνε έμπρακτα τον rock’n’roll θεό. Πρόσφατα ένα τραγούδι τους ψηφίστηκε μέσα στα καλύτερα riff όλων των εποχών, από ακροατές του BBC2, το "Down Down". Το πρώτο τους και μοναδικό Νο 1 στην πατρίδα τους την Αγγλία, αν και φάνηκε πως κυκλοφορήσε κυκλοφόρησε αρχικά σαν b-side στο τραγούδι "Nightride", το 1974, κάτι τέτοιο δεν ισχύει, καθώς και τα δύο τραγούδια ηχογραφήθηκαν ταυτόχρονα και η δισκογραφική το προώθησε αρκετά. Και τα δύο τραγούδια εμπεριέχονται στο όγδοο τους άλμπουμ το On the Level, που μπήκε στα ράφια των δισκοπωλείων την επόμενη χρονιά. 

Η δημιουργία του Francis Rossi και του road manager και κατά περίσταση παίχτη φυσαρμόνικας στα live τους Bob Young, ξεκίνησε την μουσική της πορεία με τον τίτλο "Get Down". Ο λόγος που άλλαξε τίτλο ήταν μάλλον λόγο της συνωνυμίας με το τραγούδι του Gilbert O'Sullivan, μεγάλο χιτ της προηγούμενης χρονιάς. Σαν βάση το τραγούδι είχε το μουσικό μέρος, πάνω στο οποίο γράφτηκαν και οι στίχοι. Ο πρώτος στίχος που έδωσε το έναυσμα για το υπόλοιπο λυρικό μέρος ήταν ο «I want all the world to see, to see you laughing, and you're laughing at me». Όπως αποκάλυψε ο συνιδρυτής της μπάντας και τραγουδιστή, σχεδόν 40 μετά την συγγραφή του, αναφερόταν στην πρώην γυναίκα του και στον Βρετανικό Τύπο εκείνης της εποχής. 

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στα Pathway Studios του Λονδίνου, με παραγωγό τον Pip Williams. Σε αντίθεση με την πολυεπίπεδη παραγωγή που επικρατούσε τότε, οι Status Quo επέλεξαν μια σχεδόν «ζωντανή» προσέγγιση: ελάχιστα overdubs, τα όργανα ηχογραφήθηκαν ταυτόχρονα, και οι φωνές μπήκαν σε ένα-δύο takes. Αυτή η επιλογή δεν ήταν απλώς οικονομική. Ήταν αισθητική δήλωση: το rock’n’roll δεν χρειάζεται λείανση. Χρειάζεται παλμό. Το αποτέλεσμα ακούγεται σαν να παίζεται σε ένα γεμάτο pub, όχι σε κλιματιζόμενο στούντιο.

Όμως οι δυσκολίες που υπήρχαν, δεν περιοριζόταν μόνο στον τίτλο και το περιεχόμενο τον στίχων δεν ήταν το ζητούμενο. Ο στιχουργός ήθελε να δημιουργήσει ένα τραγούδι, στο οποίο και οι στίχοι θα δίνουν τον ρυθμό. Και αυτό θα μπορούσε να κατορθωθεί με την επαναλαμβανόμενη χρήση του γράμματος «D», ακριβώς όπως στο τραγούδι των T.Rex, το Deborah. Έτσι ο Bob Young θεώρησε τον τίτλο Down Down τον κατάλληλο γι’ αυτό. Με αυτήν την λογική ξεκίνησε η δημιουργία τους κατά την διάρκεια της Αμερικάνικης περιοδείας τους και συγκεκριμένα στην «πόλη των αγγέλων». Ουσιαστικά ο στιχουργός το δούλεψε μόνος του όταν η υπόλοιπη μπάντα, προσπαθούσε να σκεφτεί μια καλή ιδέα, «ακονίζοντας τα μολύβια τους», όπως λέει χαρακτηριστικά ο τραγουδιστής. Την ώρα που γευμάτιζε το συγκρότημα σε διπλανό του στούντιο εστιατόριο, το  Copper Penny. Ο Rossi ήθελε και την συμβολή του γράμματος «Β» για να έχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, κάτι που δεν χρειάστηκε τελικά. 

Αν και ο Francis Rossi υπογράφει τη σύνθεση, ο Rick Parfitt ήταν ο ρυθμικός κινητήρας του τραγουδιού. Η κιθάρα του Parfitt δεν κάνει σόλο, δεν διακοσμεί. Λειτουργεί ως η ρυθμική βάση, παίζοντας ακριβώς τις ίδιες συγχορδίες με τον Rossi, αλλά με ελαφρώς διαφορετική επίθεση και timing. Αυτό το «δίδυμο κιθαρών» δημιουργεί τον χαρακτηριστικό, σχεδόν βιομηχανικό ήχο των Quo. Χωρίς τον Parfitt, το riff θα ήταν απλώς μια μελωδία. Μαζί του αποκτά τέμπο και γίνεται σα μηχανή.

Η επανάληψη του γράμματος «D» δεν είναι απλώς στιχουργικό τέχνασμα. Ο Bob Young το αντιμετώπισε σαν κρουστό όργανο. Κάθε “down” χτυπάει σαν τύμπανο, σαν πέταλο μπάσου, σαν ρόδα που κυλάει στη άσφαλτο. Υπάρχει μάλιστα η μαρτυρία ότι ο Young εμπνεύστηκε τον ρυθμό από τον ήχο μιας παλιάς γραφομηχανής και από τον παλμό τρένου που άκουγε κατά τις αμερικανικές περιοδείες. Το “D” δεν προφέρεται απλώς χτυπάει σαν ένα κρυφό τύμπανο.

Η ευκολία στο μουσικό μέρος οφείλεται στο γεγονός, ότι κλέψανε το ίδιο τους εαυτό. Ουσιαστικά αντιγράψανε την πρώτη τους επιτυχία, από το ντεμπούτο άλμπουμ τους του 1968, το "Pictures Of Matchstick Men", που ήταν και μεγαλύτερη τους Αμερικάνικη επιτυχία. Το τραγούδι χρησιμοποιήθηκε για την καμπάνια μιας αλυσίδας σουπερ μάρκετ της Αυστραλίας και Ηνωμένου Βασιλίου. Ο τίτλος άλλαξε σε Prices are down , αλλά και οι στίχοι προσαρμόστηκαν ανάλογα. Φυσικά αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ξεφτιλιστεί «λίγο» το κομμάτι. Ήταν πράγματι μια εμπορική κίνηση που η μπάντα δεν υποδέχτηκε με ενθουσιασμό. Ο Rossi έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις ότι ένιωσε ότι το τραγούδι «υποβαθμίστηκε σε jingle». Παρ’ όλα αυτά, η διαφήμιση κράτησε το κομμάτι ζωντανό στη λαϊκή μνήμη για χρόνια, ειδικά σε οικογένειες που δεν άκουγαν rock ραδιόφωνα. Σήμερα, πολλοί το θεωρούν παράδειγμα του πώς η ποπ κουλτούρα «ανακυκλώνει» το rock, αλλά και του πώς ένα τραγούδι μπορεί να επιβιώσει ακόμη και όταν το βγάζουν από το αρχικό του πλαίσιο.

Στις συναυλίες, το “Down Down” δεν παίζεται ποτέ όπως στο δίσκο. Η μπάντα το επεκτείνει, προσθέτει αυτοσχεδιασμούς και το μετατρέπει σε μια συλλογική εμπειρία. Το κοινό φωνάζει τα “down down” πριν καν μπει η κιθάρα, ο Rossi κάνει νεύμα, τα φώτα σβήνουν, και για τρία λεπτά η αίθουσα γίνεται ένα. Αυτό ακριβώς μοιάζει με την εικόνα του «περιπλανώμενου τσίρκου» και το τραγούδι δεν τελειώνει με το fade out. Συνεχίζεται στο δρόμο, στα βαν, στις επόμενες πόλεις.

Το τραγούδι έφτασε στο Νο 1 στο UK Singles Chart τον Ιανουάριο του 1975 και παρέμεινε εκεί για μία εβδομάδα. Πούλησε πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε ψηφοφορία του BBC Radio 2 για τα «Καλύτερα Riff Όλων των Εποχών», βρέθηκε σταθερά στην πρώτη δεκάδα, συχνά μπροστά από κομμάτια των Led Zeppelin, Deep Purple και AC/DC. Παρά το γεγονός ότι είναι το μοναδικό τους Νο 1 στη Μ. Βρετανία, οι Status Quo έχουν πουλήσει πάνω από 125 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως και έχουν κυκλοφορήσει πάνω από 30 στούντιο άλμπουμ. Το “Down Down” δεν είναι η «κορυφή» της καριέρας τους, αλλά είναι η πύλη που τους άνοιξε τον δρόμο για την επιτυχία.



 Jacek Henryk Maniakowski