Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Γιατί ακούμε metal ή punk μουσική; Η επιστήμη πίσω από την μουσική επιλογή

Ίσως από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που έχουμε βασανίσει τους φιλοσόφους και επιστήμονες είναι κατά πόσο έχουμε ελεύθερη βούληση να επιλέγουμε, να αποφασίζουμε ουσιαστικά τι θα συνοδεύσει στη ζωή μας και για το υπόλοιπο τους. Από τι θα ασχοληθούμε από την παιδική μας ηλικία ως με ποιον άνθρωπο θέλουμε να τελειώσουμε τη ζωή μας. Ας κάνουμε επιλέξουμε κάτι από το τι φαγητό μας αρέσει φως και τη μουσική θα ακούσουμε. Η βούληση η δικιά μας δεν είναι ακριβώς ελεύθερη, ίσως κάποιες στιγμές μπορεί να γίνει αλλά στην ουσία, είναι πολλοί άλλοι παράγοντες που μας οδηγούν να κάνουμε οποιαδήποτε επιλογή. Και η μουσική, όπως σε κάθε πτυχή της ζωής μας, δεν αποτελεί καμία εξαίρεση.



Δεν ακούμε τη μουσική τυχαία. Δεν πατάμε κάποιο κουμπί επειδή απλά μας αρέσει ο ήχος, αλλά η επιλογή ενός μουσικού είδος είμαι μια πράξη το οποίο ορίζει την ταυτότητά μας, αλλά παράλληλα και μια νευροβιολογική αντίδραση καθώς και μια κοινωνική δήλωση και σίγουρα δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε και την ψυχολογική ανάγκη. Και το γεγονός αυτό το επιβεβαιώνει και η επιστήμη, δηλαδή πώς η μουσική που ακούμε, ειδικά για κάποια είδη όπως είναι η metal και η punk, είναι αποτέλεσμα ενός σύνθετου πλέγματος παραγόντων και αίτιων τα οποία ξεκινούν από τον εγκέφαλο και φτάνουν ακόμα και στην κουλτούρα.

H ακρόαση της μουσικής καταφέρνει να ενεργοποιεί το σύστημα που σχετίζεται με την ανταμοιβή του εγκεφάλου, γεγονός το οποίο απελευθερώνει την ντοπαμίνη, δηλαδή την ουσία η οποία σχετίζεται με την ευχαρίστηση από το φαγητό, το σεξ ή ακόμα και το χρήμα. Μελέτη του Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης έδειξε ότι η χορήγηση λεβοντόπα (πρόδρομος της ντοπαμίνης) κατάφερε να αυξήσει την απόλαυση από τη μουσική, ενώ επίσης η ρισπεριδόνη (ανταγωνιστής ντοπαμίνης) την περιόρισε σημαντικά. Η μελέτη αυτή λοιπόν, αποδεικνύει πως η μουσική απόλαυση έχει και βιολογική βάση και δεν αποτελεί απλά ένα πολιτισμικό κατασκεύασμα.

Η metal και η punk, αν και πολλές φορές θεωρούνται επιθετικά είδη με αρνητική διάθεση, παρόλα αυτά προκαλούν έντονη συναισθηματική διέγερση και σαν συνέπεια βοηθούν στην εκτόνωση του άγχους, της οργής καθώς και της απογοήτευσης. Μέσα από τις μελέτες έχει αναδειχθεί το γεγονός πώς οι ακροατές και φίλε αυτών των ειδών μπορούν να βιώσουν πολύ θετικά συναισθήματα, παρόμοια με εκείνα τα οποία προκαλούνται από μουσικά είδη που είναι πιο ήπια ή αλλιώς πιο εύπεπτα. Η μουσική καταφέρνει να γίνεται ένα εργαλείο της συναισθηματικής ρύθμισης, καθώς και η επιλογή της τις περισσότερες φορές είναι ασυνείδητη αλλά ταυτόχρονα και στοχευμένη. Δηλαδή, από τη στιγμή που ακούμε metal μουσική, δεν βιώνουμε κάποιον θυμό, αλλά αντίθετα νιώθουμε εκτόνωση. Κάτι ανάλογο ισχύει και για την punk μουσική, όπου κατά τη διάρκεια της ακρόασης της δεν απορρίπτουμε, αλλά επαναπροσδιορίζουμε.



Στην επιλογή της μουσικής που ακούμε, σημαντικό ρόλο παίζει επίσης και η προσωπικότητα. Οι οπαδοί της metal και της punk έχουν την τάση να είναι πιο ανοιχτοί σε οποιαδήποτε εμπειρία και παράλληλα κρατούν αρνητική στάση απέναντι σε μια συντηρητική εξουσία, έχουν ανάγκη για μοναδικότητα και επίσης πολύ χαμηλά επίπεδα αναζήτησης κάποιας θρησκευτικής ομαδοποίησης. Μελέτη του Swami το 2013 ανέδειξε το γεγονός πως η μεταλλάδες πολλές φορές έχουνε πιο χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά ως αντίβαρο χρησιμοποιούν τη μουσική σαν έναν χώρο αυτοεπιβεβαίωσης καθώς και ταύτισης. Στην περίπτωση αυτή η μουσική γίνεται όχι απλά ένα καταφύγιο, αλλά ένας καθρέφτης της κάθε προσωπικότητας. Και σε τελική ανάλυση, δεν ακούμε την metal επειδή νιώθουμε θυμό, αλλά γιατί προσπαθούμε και θέλουμε να είμαστε αληθινοί.

Σε όλα αυτά προστίθεται και η κοινωνική πλευρά της προτίμησης μας για τη μουσική ως ένα κοινωνικό σήμα. Μια έρευνα των Clark & Lonsdale το 2023 απέδειξε πως η προτίμηση για μια πιο έντονη και επαναστατική μουσική έχει άμεση σχέση με πολύ υψηλή συλλογική αυτοεκτίμηση, δηλαδή οι ακροατές της νιώθουν υπερήφανοι για την ομάδα στην οποία ανήκουν και ταυτίζονται με αυτήν. Στην περίπτωση αυτή η μουσική γίνεται ένα badge of identity, δηλαδή ένα σύμβολο για το ποιος είμαι και πού ανήκω. Η ταύτιση αυτή δεν έχει να κάνει με τον ήχο, αλλά είναι μια δήλωση, μια φωνή, καθώς και η πίστη σε μια κοινότητα.

Η βία αποτελεί μια κρίσιμη περίοδος για τη διαμόρφωση όχι μόνο της προσωπικότητας του καθένα, αλλά και για την διαμόρφωση της μουσικής ταυτότητας. Η μουσική την οποία ακούμε μεταξύ 12 και 22 ετών αφήνει ένα ανεξίτηλο στίγμα, παράλληλα λειτουργώντας ως μουσικό imprinting το οποίο δύσκολα μπορεί να αλλάξει αργότερα. Η metal και η punk, με την ένταση και την ειλικρίνεια της, αλλά γενικά με την αντικομφορμιστική τους φύση, βρίσκουν το πιο εύκολο σημεία επικοινωνίας με την ψυχολογία ενός έφηβου, δηλαδή την ανάγκη για ανεξαρτησία, την αμφισβήτηση και την δημιουργία της ταυτότητάς του. Δεν αποτελεί ένα τυχαίο γεγονός πως οι πρώτες μπάντες που αγαπήσαμε στην εφηβεία, συνεχίζουμε να τις αγαπάμε για πάντα. Είναι οι πρώτες φωνές οι οποίες με τις νότες τους είπαν την πιο όμορφη κουβέντα σε φιλικές ψυχές: «είσαι εντάξει έτσι όπως είσαι».



Καλά στην επιλογή της μουσικής, καθοριστικό ρόλο έχει το περιβάλλον καθώς και η πολιτισμική έκθεση. Από τη στιγμή που έχουμε μεγαλώσει σε κοινότητες μέσα στις οποίες η punk ή η metal έχουν μια αισθητή παρουσία, είναι πολύ πιθανόν κράτησε ενσωματώσουμε ως ένα μέρος της πολιτισμικής μας ταυτότητας. Σε όλα αυτά προστίθεται και η γεωγραφία ως ένας ακόμα παράγοντας ο οποίος συμβάλλει στην επιλογή της μουσικής που ακούμε. Οι μελέτες έχουν δείξει πως η μουσικές μας ρίζες διαμορφώνονται πολύ νωρίς και παραμένουν σταθερές, ακόμα και αν έχουμε αλλάξει ριζικά πολιτισμικά μας περιβάλλοντα. Έτσι λοιπόν, η μουσική δεν είναι μόνο μια προσωπική επιλογή, αν αποτελεί επίσης και μια πολιτισμική μνήμη. Ουσιαστικά είναι ένα είδος soundtrack της γειτονιάς, της παρέας, της πρώτης συναυλίας. Είναι αυτή που κρατάει και τις παιδικές μας μνήμες, μαζί με τα αισθήματα μας, ακόμα ζωντανά.

Έχει πλέον αποδειχτεί πώς η μουσική έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει ένα εργαλείο για την κατανόηση του εαυτού, ουσιαστικά μπορεί να γίνει ένα κλειδί αυτογνωσίας. Από τη στιγμή που ακούμε ένα τραγούδι το οποίο μας φέρνει κάποια συγκίνηση,  δεν είναι μόνο οι νότες που μας τη φέρνουν, αλλά ουσιαστικά ακόμα τον εαυτό μας. Η metal και η punk, με την ωμή ειλικρίνεια, στα όρια του κυνισμού, την άρνησή της για κάποιο είδος τι φτιασιδώματος, την αποδοχή του σκοτεινού και του ομιχλώδους, καταφέρνει να μας προσφέρει αυτό που λίγα είδη μπορούν, δηλαδή την αίσθηση πως δεν είμαστε μόνοι. Γιώργη μπορεί μετά να μετατραπεί σε ήχο, η αμφισβήτηση σε αριθμό καθώς και η μοναξιά έχει τις λέξεις της οι οποίες αποτυπώνονται στους στίχους.



Οι πιο πρόσφατες έρευνες δεν στοχεύουν να ακυρώσουν τη μαγεία που έχει η μουσική, αλλά ίσα ίσα προσπαθούμε να την εξηγήσουν, καθώς και να την αναδείξουν. Ουσιαστικά προσπαθούν να το γεγονός πως η επιλογή ενός είδους μουσικής αποτελεί μια πράξη βαθιά ανθρώπινη, αλλά επίσης και βαθιά πολιτισμική. Όλο αυτό έρχεται μα να δείξει το γεγονός πως δεν ακούμε metal επειδή είμαστε «σκληροί καριόληδες», δεν ακούμε απλά την πανκ επειδή είμαστε αντιδραστικοί. Ακούμε τα ίδια αυτά γιατί καταφέρνουν να μας επιτρέψουν, αλλά ίσως και να μας ωθήσουν λίγο περισσότερο, στο να είμαστε αληθινοί και πιο κοντά στον εαυτό μας, ουσιαστικά να είμαστε εμείς. Αυτό ακριβώς επιβεβαιώνεται και μέσα από τις σύγχρονες επιστημονικές έρευνες.

Η μουσική ουσιαστικά αποτελεί έναν τρόπο της ύπαρξης, είναι η σωκρατική μύγα η οποία προσπαθεί να τσιμπήσει, όχι για να βλάψει αλλά για να αφυπνίσει. Είναι η φωνή του Smith που σταματά πριν τον τερματισμό. Είναι το “I get knocked down, but I get up again”. Είναι το “God Save the Queen” που δεν σώζει τίποτα. Είναι το “Master of Puppets” που κόβει τα νήματα. Είναι το “Holiday in Cambodia” που δεν είναι καθόλου διακοπές. Είναι το “Roots Bloody Roots” που φωνάζει για καταγωγή και αντίσταση.

Συνοπτικά μπορούμε να πούμε πως η μουσική δεν είναι η επιλογή του ήχου, αλλά η επιλογή της ταυτότητας. Και σε αυτό συμφωνεί και η επιστήμη με τις σύγχρονες έρευνες της, επιβεβαιώνοντας το γεγονός πως οι ακροατές και οι φίλοι αυτών των ειδών το γνωρίζουν ήδη πώς η μουσική δεν είναι απλά η διασκέδαση. Είναι ένα τρόπος να υπάρχουμε και να θυμόμαστε, αλλά επίσης και να ζούμε σε ένα αντί-κόσμου. Έχοντας τις μνήμες μας, όχι μόνο στο μυαλό μας αλλά και στην καρδιά μας και ταυτόχρονα αντιστεκόμαστε με νότες. Να δημιουργούμε κοινότητες μέσα από τους ήχους και τις νότες, οι οποίες δεν ζητούν κάτι εμείς ή έγκριση άλλα προσφέρουν απλόχερα ένα καταφύγιο. Η metal και η punk δεν αποτελούν απλά μουσικά είδη, αλλά είναι ο τρόπος και το μέσον να μπορείς να υψώσει τη φωνή σου από τη στιγμή που δεν σε ακούει κανείς. Είναι ένα είδος που δεν αρκούνται στο να χαϊδέψουν, αλλά προσπαθούν να αφυπνίσουν. Ουσιαστικά αποτελεί το καλύτερο τεκμήριο στο αξίωμα πως η τέχνη δεν χρειάζεται να είναι απλά όμορφη, για να μπορεί να είναι αληθινή.

Η επιστήμη, μέσα από τις μελέτες της, τις αναφορές της στους νευροδιαβιβαστές, τις συγκριτικές τις στατιστικές και όποιους τρόπους χρησιμοποιεί για να τη εξερευνήσει, δεν αφαιρεί το μυστήριο της μουσικής, αλλά έρχεται για να δείξει προς αυτό το μυστήριο έχει πολύ βαθιές ρίζες, όχι μόνο στην ψυχή, αλλά και στον εγκέφαλο και στην ίδια την κοινωνία που ζούμε. Έρχεται να αποδείξει πως η επιλογή να ακούσουμε ένα τραγούδι δεν προέρχεται από ένα ρηχό «μου αρέσει», αλλά ουσιαστικά βασίζεται στο «με εκφράζει», «με σώζει», καθώς και «μου θυμίζει ποιος είμαι πραγματικά».



Και από τη στιγμή που η επιλογή της μουσικής είναι η metal ή η punk, τότε μιλάμε πολύ περισσότερο από μουσική, είναι μια βουτιά στην ίδια την ψυχή μας. Ουσιαστικά μιλάμε για μια «αντίσταση στην ομοιομορφία», για την «αποδοχή του σκοτεινού» ως ένα κομμάτι του ίδιου του εαυτού μας και τέλος για την «ανάγκη να ακουστείς χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις τίποτα». Η επιλογή αυτών των 2 ειδών ουσιαστικά είναι μια κραυγή, ως η ασβέστη φλόγα σε κάποιον ναό του ζωροαστρισμού, η οποία δεν σβήνει ποτέ, μια οργή η οποία δεν ξεχνά ποτέ και μια συλλογική μνήμη την οποία κανένας δεν μπορεί να υποτάξει.

Κάθε μουσικό είδος αποτελεί ένα σύμβολο, η metal και η punk είναι τα πιο ειλικρινή σύμβολα που έχουμε. Είναι μουσικά ρεύματα τα οποία δεν προσφέρουν προσδοκία κάποιας λύτρωσης, ούτε ουσιαστική παρηγοριά, αλλά απλόχερα δίνουν την αλήθεια, η οποία πολλές φορές δεν είναι καθόλου ευχάριστη, όμως είναι πάντα απαραίτητη. Και αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο επιλέγουμε αυτά τα είδη, όχι επειδή μας απαλύνουν τον πόνο και μας κάνουν να νιώθουμε καλά, αλλά επειδή μας κάνουν να νιώθουμε πραγματικά. Και σε αυτό τον τομέα, η επιστήμη δίνει απλόχερα τα δεδομένα της πήγε να το επιβεβαιώσει. Δεν είμαστε απλοί παθητικοί ακροατές, αλλά είμαστε δρομείς μεγάλων αποστάσεων με τη μουσική να είναι ο ρυθμός μας που ταιριάζει με τον χτύπο της καρδιάς.

 

Jacek Henryk Maniakowski


Πηγές: 

- [Clark & Lonsdale (2023) – Music preference, social identity, and collective self-esteem](https://journals.sagepub.com/doi/pdf/10.1177/03057356221126202) 

- [Futura Labs – Psychology of Music Genres](https://futuralabs.tech/blog/music/psychology-of-music-genres-6-reasons-why-we-love) 

- [Swami et al. (2013) – Personality and Preference for Heavy Metal](https://www.apa.org/pubs/journals/features/aca-a0034493.pdf) 

- [Verywell Mind – Music Preferences and Personality](https://www.verywellmind.com/music-and-personality-2795424) 

- [Neuroscience News – The Neuroscience of Musical Tastes](https://neurosciencenews.com/music-taste-neuroscience-25588/) 

- [Frontiers in Psychology – Neural Correlates of Emotion Regulation and Music](https://www.frontiersin.org/journals/psychology/articles/10.3389/fpsyg.2017.00501/full) 

- [PNAS – Dopamine modulates the reward experiences elicited by music](https://www.pnas.org/doi/pdf/10.1073/pnas.1811878116)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου