Το ζητούμενο για έναν καλλιτέχνη
είναι πάντα να περάσει από τον κόσμο μιας πεζής καθημερινότητας στον ονειρικό
κόσμο, αυτόν της παράδοξης ομορφιάς. Απαλλαγμένο από λογιστικούς υπολογισμούς
και ταπεινές συγκρίσεις. Πολλές φορές για ένα τέτοιο πέρασμα χρειάζεται μια
γέφυρα. Οποία μπορεί να είναι από ένα απλό κλαδί, το οποίο αποφάσισε κάποια
καταιγίδα να αφαιρέσει από κάποιο γέρικο δέντρο. Ως μια απλή ματιά από την
απέναντι όχθη, η οποία κατάφερε να αποκαλύψει την πραγματική φύση μιας εικόνας.
Το πρώτο άλμπουμ των Ξύλινων
Σπαθιών, το Ξεσσαλονίκη του 1993, δεν έδωσε μόνο μια τεράστια ώθηση στην ίδια
την μπάντα και τον δημιουργό της, Παύλο Παυλίδη, αλλά και σε ολόκληρη την
ελληνόφωνη σκηνή. Τα τραγούδια όμως του άλμπουμ δεν γράφτηκαν με ελληνικό
στίχο, αλλά με αγγλικό. Και ούτε καν στην Ελλάδα, αλλά σε ένα χωριό έξω από το
Παρίσι, δίπλα από ένα ποτάμι. Το χωριό λεγόταν Meriel και απέναντι του ήταν η Auvers,
όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Vincent Willem van Gogh. Ανάμεσα
στα δύο χωριά υπήρχε «Νερό που κυλάει», ή αλλιώς ο ποταμός Oise.
Η χρονιά είναι 1992, φθινόπωρο και
Παύλος Παυλίδης έχει υλικό για παραπάνω από ένα άλμπουμ, αλλά έχει μεταφράσει
τους στίχους 11 τραγουδιών και ένα τον ζορίζει πολύ. Το τραγούδι λεγόταν Black Ship και αν τα υπόλοιπα
εύκολα ντύθηκαν με ελληνικού στίχους, το 12ο του επερχόμενου άλμπουμ
λες και δεν ήθελε να μεταφραστεί. Το εισιτήριο της επιστροφής έχει ήδη
αγοραστεί, αλλά λείπει ένα τραγούδι για να ολοκληρωθεί το άλμπουμ.
Ο Παύλος συνήθιζε να πηγαίνει
βόλτες με το ποδήλατό του ως την Auvers, όταν είχε κουραστεί στο προσωπικό του
στούντιο και σαν διάλλειμα ανάμεσα στις ηχογραφήσεις. «Το μαύρο Καράβι», ζόριζε
αρκετά τον μουσικό και έτσι αποφάσισε να κάνει μια ακόμα αγαπημένη του βόλτα.
Ήταν σούρουπο. Σκεφτόμενος τον αγαπημένο του ζωγράφο, τα έργα του οποίου
στόλιζαν όλο το χωριό, σε ρεπλίκες οι οποίες ήταν δωρεά του Yves Saint Laurent
και σχεδόν ζητώντας του να δώσει μια λύση. Ο Γάλλο-Αλγερινός σχεδιαστής μόδας,
είχε στήσει σε όλο το χωριό μεταλλικές πινακίδες με αντίγραφα των έργων του van
Gogh, ακριβώς στα σημεία στα οποία είχε ο ζωγράφος την παλέτα του.
Καθήμενος σε ένα παγκάκι, ακριβώς από την εκκλησία την οποία είχε αποτυπώσει πολύ όμορφα ο Ολλανδός ζωγράφος.
Και τότε σχεδόν μεταφυσικά ο van Gogh του απάντησε, όχι με λόγια, αλλά με τα έργα του. Ουσιαστικά αποτύπωνε με τα πινέλα του αυτό που έβλεπε. Και αυτό που έβλεπε μπροστά του ο Έλληνα μουσικός ήταν… το νερό που κυλάει. Τότε σε 5 λεπτά γράφτηκαν και οι στίχοι. Μετά την επιφοίτηση, έτρεξε γρήγορα στο σπίτι του, όπου είχε το προσωπικό του στούντιο, για να ηχογραφήσει το νέο του κομμάτι. Πάνω στον ενθουσιασμό του, πήρε ένα τεράστιο κλαδί, το οποίο είχαν κόψει οι υπάλληλοι του δήμου, όπως συνήθιζαν να κάνουν κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Σέρνοντάς μέσα απ όλο το χωριό, έφτασε στο σπίτι και το τοποθέτησε δίπλα από την κονσόλα του. Με αυτό τον τρόπο, ήθελε να δώσει ένα συμβολισμό στην «επικοινωνία» του με τον μεγάλο ζωγράφο. Αλλά και στην λύση του στιχουργικού προβλήματός του.
Για τον ίδιο είναι από τις πιο
αγαπητές του ιστορίες, οι οποίες ήταν και έμπνευση για κάποιο τραγούδι.
Το τραγούδι παίχτηκε για πρώτη φορά στην πρώτη συναυλία των Ξύλινων Σπαθιών στον Μύλο Θεσσαλονίκης. Επίσης έγινε κόμικς για το "Song Stories" του Street Mode Festival το 2019.
Jacek Henryk Maniakowski
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου