Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Γιατί η Punk δεν έχει ερωτικά τραγούδια;

 

Η μουσική μπορεί να κατευνάσει, αλλά με τον ίδιο τρόπο να ξεσηκώσει. Και όταν λέμε να ξεσηκώσει, δεν εννοούμε μόνο τον ενθουσιασμό αλλά γενικά οι έναν κοινωνικό ξεσηκωμό, ίσως ακόμα και μια κοινωνική επανάσταση. Και προφανώς αυτό δεν είναι άγνωστος σε ανθρώπους που κατέχουν εξουσία και θέλουν να τη διατηρήσουν. Πέρα από τον κλασικό έλεγχο, ο οποίος απλά συνιστά την απαγόρευση ενοχλητικών τραγουδιών, όπως κάνουν όλα τα δικτατορικά καθεστώτα, υπάρχει ένας τρόπος για την καθοδήγηση των τραγουδιών. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει σε καθεστώτα λογοκρισίας, όπου υπάρχει μόνο μία κατεύθυνση … Τα τραγούδια πρέπει να είναι γλυκανάλατα και να αναφέρονται μόνο σε αγάπη και στον έρωτα. Και όπου δεν υπάρχουν τραγούδια που να ασχολούνται με κάτι άλλο, πέρα από τις επιθυμίες κάτω από τον αφαλό, τότε κοινωνικά κάτι πάει λάθος.



Φυσικά, αν κοιτάξει κανείς τη δισκογραφία της της rock και της pop, θα μπορέσει να καταλάβει πως το ερωτικό τραγούδι είναι σχεδόν κανόνας και ουσιαστικά αποτελεί την πλειοψηφία στις επιλογές για το λυρικό μέρος. Από τις μπαλάντες  των 60ς μέχρι τις stadium rock εξομολογήσεις των ’80s, ο έρωτας είναι το βασικό προϊόν, αλλά και το πιο κερδοφόρο, για τη μουσική βιομηχανία. Η αγάπη, η απώλεια, η επιθυμία, και η λύτρωση   …. μιαααου μετατρέπονται σε αφηγήσεις που εύκολα μπορεί να τις αναγνωρίσει κανείς, αλλά και να ταυτιστεί με αυτές και πάνω από όλα είναι και πιο εμπορικές. Ο ρομαντισμός στην μουσική βιομηχανία δεν είναι η έκφραση κάποιου συναισθήματος, αλλά είναι ένα προσοδοφόρο προϊόν.

Παρ όλα αυτά, όπου υπάρχει δράση υπάρχει και αντίδραση, ένα μουσικό είδος, όχι το μοναδικό αλλά σίγουρα το πρώτο που έγραψε στα παλιά του τα παπούτσια όλο το ρομαντικό λεξιλόγιο, ίσως σε κάποιο μέρος του σώματος κάτω από τον αφαλό, εμφανίστηκε για να χαλάσει αυτήν γλυκανάλατη ισορροπία. Η punk μουσική, για αυτή μιλάμε, δεν φοβήθηκε να μιλήσει ωμά για το σώμα, για τη σεξουαλικότητα, για την επιθυμία χωρίς φίλτρα και λογοκρισία και προπάντων χωρίς να τα εξιδανικεύει. Ουσιαστικά η πανκ μουσική απογύμνωσε τον έρωτα από την ροζ αφήγηση και τον γείωσε χωρίς ιδιαίτερη μελωδία. Και παρ όλα αυτά γεννηµατά ένα βασικό ερώτημα: γιατί η punk δεν έχει ερωτικά τραγούδια;

Η απάντηση δεν βρίσκεται στην απουσία του συναισθήματος, κάτι το οποίο η πανκ μουσική προσφέρει απλόχερα και προφανώς δεν είναι άψυχη. Ουσιαστικά είναι υπερβολικά φορτισμένη για να μπορεί να είναι ουδέτερη. Αυτό που απορρίπτει δεν είναι ο έρωτας ως εμπειρία, αλλά η ρομαντική του αφήγηση. Σε μια εποχή όπου υπήρχε οικονομική κρίση, ανεργία καθώς και η κοινωνική αποσύνδεση, η υπόσχεση για πάντα ή φορεβαρ, όπως μιλάμε στα χωριά μας, ακουγόταν σχεδόν ειρωνική. Από τη στιγμή που η καθημερινότητα είναι επισφαλής η αιωνιότητα είναι απλά είδος πολυτελείας. Κατ αυτόν τον τρόπο λοιπόν, η punk δεν αρνείται τον έρωτα, αλλά αρνείται τις έτοιμες λέξεις που τον περιγράφουν σε μια μελωδική καιρός συσκευασία.



Αν ο έρωτας στη mainstream μουσική παρουσιάζεται ως λύτρωση, τις περισσότερες φορές λειτουργεί ως ένας μηχανισμός οργάνωσης και πειθαρχίας. Η φράση «ανήκω σε κάποιον» δεν αποτελεί μια απλή ρομαντική διατύπωση, αλλά μια δήλωση ιδιοκτησίας. Οι περισσότερες αφηγήσεις που αφορούν τον έρωτα στηρίζονται σε έννοιες όπως είναι η ζήλια, η αποκλειστικότητα, η υπόσχεση αιωνιότητας καθώς και θυσία. Στοιχεία από τα οποια αμα βγαλεις το ροζ περίβλημα ορίζουν περισσότερο μια δομή εξουσίας παρά την ελευθερία, στοιχείο βασικό του έρωτα.

Η punk σκηνή Δημιουργήθηκε μέσα σε μια γενικευμένη δυσπιστία απέναντι σε κάθε είδους μορφή αυθεντίας, είτε αυτοί είναι πολιτικη, είτε κοινωνική είτε θεσμική. Το γεγονός αυτό ουσιαστικά δεν επέτρεπε να αφήσει ανέγγιχτη και την πιο «ιερή» αφήγηση όλων, δηλαδή τον ρομαντικό έρωτα. Σε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο το κράτος, η αγορά και οι κοινωνικοί ρόλοι αμφισβητούνται, ένα ζευγάρι παρουσιάζεται ως μια μικρογραφία εξουσίας και προφανώς για την πανκ μουσική δεν θα μπορούσε να μείνει στο απυρόβλητο.

Ειδικά για τις γυναίκες τις πανκ σκηνής, κάθε είδους ρομαντζάδες ήταν φορτωμένες με πατριαρχικές προσδοκίες. Η ιδέα της αφοσιωμένης, της πάντα συναισθηματικά διαθέσιμης και άριστης σύντροφο κάθε άλλο παρά τέτοιες μια γυναίκα οι οποίοι φτύνει στο μικρόφωνο, ιδρώνεις στη σκηνή, βρίζει σαν νταλικέρης και ρεύεται πιο δυνατά και από τον γκοτζίλα να είναι ένα αντικείμενο που απλά το κοιτάνε οι άντρες. Άρα η απόρριψη ενός love song, ουσιαστικά ήταν η απόρριψη ενός ρόλου που ταίριαζαν σε τέτοιου είδους τραγούδια.

Έτσι, η punk δεν μπορούσε να γράψει για τον έρωτα με τον τρόπο που τα έκανε η ποπ μουσική, γιατί δεν μπορούσε να εμπιστευτεί το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο παρουσιαζόταν. Από τη στιγμή που όλα γύρω σου μοιάζουν δομημένα για να έχεις μια θέση, ως εργαζόμενος, ως καταναλωτής, ως εκπρόσωπος φύλου, τότε ακόμα και η αγάπη φάνταζε σαν ένα σενάριο που έχει γραφτεί για σένα πριν από σένα. Και προπάντων χωρίς καν να σε ρωτήσουν αν θέλεις να συμμετάσχεις.

Ο έρωτας σαν μια βασική έννοια δεν εξαφανίζεται, αλλά απογυμνώνεται. Και όταν απογυμνώνεται από τις ίδιες τις αυταπάτες του σταματάει να γίνεται ένα γλυκανάλατο τραγούδι και γίνεται μέσω μίας σύγκρουσης, αν όχι η ίδια η σύγκρουση.



Όμως, η punk δεν προφητεύει, ούτε εκπληρώνει κάποιο είδος προφητείας. Δεν κατέχει καν τις απόλυτες αλήθειες, ούτε καν προσφέρει εναλλακτικό παράδεισο ή κάποια έστω εναλλακτική λύση. Μπορεί να την παρομοιάσουμε με τον Neo του Matrix, όχι επειδή είναι εκλεκτοί, αλλά επειδή κάποια στιγμή φεύγει από το εικονικό κόσμο και βλέπει καλώδια πίσω από τον τοίχο, καλώδια με τα οποία είναι και οι ίδιοι οι άνθρωποι συνδεδεμένοι. Πανκ μουσική μπορεί να έχει την ωριμότητα ενός οκτάχρονο που βλέπει τον βασιλιά που είναι γυμνός, αλλά δεν εξηγεί τον κόσμο, τον ξεσκεπάζει και μετά κυνικά σε αφήνει να τα βγάλεις πέρα μόνος σου.

 

Η punk αρνείται την συναισθηματική εμπορευματοποίηση

 

Από τη στιγμή που ένας ρομαντικός έρωτας αρχίζει να γίνεται ένα σταθερό μοτίβο κατανάλωσης, παύει να είναι ένα συναίσθημα και μετατρέπεται σε μια δομή της αγοράς. Το είδος των love song είναι από τα πιο σταθερά προϊόντα της μουσικής βιομηχανίας. Και αυτό γιατί είναι επαναλαμβανόμενο, εύκολα αναγνωρίσιμο και πάνω από όλα ασφαλές. Ουσιαστικά λειτουργεί ως μαγικός καθρέφτης μέσα στον οποίο ο ακρατής μπορεί να προβάλλει την προσωπική του επιθυμία, χωρίς να αμφισβητήσει το πλαίσιο μέσα στην οποία πραγματοποιείται η επιθυμία.

Η punk κάνει την εμφάνισή της ακριβώς την ίδια στιγμή που η κανονικότητα έχει κρυσταλλοποιηθεί. Δεν επιτίθεται απλά στην πολιτική, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από το κράτος ή στο ίδιο το κράτος, άρα ουσιαστικά «κράζει» και επιτίθεται στην ίδια τη φόρμα. Στο τι είναι επιτρεπτό να ειπωθεί και με ποιον τρόπο. Όταν οι δισκογραφικές εταιρείες γνωρίζουν πως ένα ερωτικό τραγούδι μπορεί εύκολα να πουλήσει, τότε η άρνηση να γραφτεί ένα τέτοιο τραγούδι δεν είναι μια αισθητική επιλογή αλλά γίνεται μια πραγματικά πολιτική πράξη.



Και με αυτό τον τρόπο εξηγείται το παράδοξο πόση punk μιλάει ανοιχτά για το σεξ, την ερωτική επιθυμία και για το ίδιο το σώμα, αλλά σχεδόν είναι αδύνατο να τραγουδήσει ένα «σ αγαπώ για πάντα». Και όχι επειδή ακριβώς υπάρχουν δεν μπορεί να νιώσει δεν έχει συναισθηματικό υπόβαθρο, αλλά οι φύσεως της δεν με εμπιστεύεται το «για πάντα» όταν αυτό μοιάζει περισσότερο με ένα λόγο τυπωμένο σε κάποιο μπλουζάκι.

 

Punk “love songs” που δεν είναι love songs

 

Με μια επιφανειακή αναζήτηση θα βρει κάποιος ερωτικά τραγούδια… που δεν είναι ακριβώς ερωτικά τραγούδια, απλά μοιάζουν. Οι Ramones, για παράδειγμα, στο I Wanna Be Your Boyfriend χρησιμοποιούν τη φόρμα ενός κλασικού love song. Παρ όλα αυτά, η αμηχανία μαζί με μια σχεδόν παιδική αφέλεια και την παντελής έλλειψη ηρωισμό το μετατρέπουν σε κάτι αδέξιο ως και ειρωνικό. Δεν υπάρχει σε αυτό κάτι μεγαλειώδες, αλλά μια αφελής επιθυμία η οποία δεν ξέρει πώς να σταθεί.


Οι Sex Pistols στο Submission εκφράζουν την επιθυμία με μια υπόγεια επιθετικότητα και μπόλικη ειρωνεία. Εδώ οι στίχοι δεν εξυψώνουν αλλά από δω μόνο και ισχυρίζεται παρουσιάζεται ως ιερή ένωση αλλά ως ένα παιχνίδι επιβολής και δύναμης.

Αλλά ακόμη και η Patti Smith, ως πολύ σημαντική ποιήτρια, πολλές φορές αναφέρεται στους στίχους της για την ένωση και την ένταση, αλλά δεν παρουσιάζει ποτέ τον έρωτα ως ένα ρομαντικό καταφύγιο, αλλά ως μια πνευματική σύμπραξη, μια δημιουργική έκρηξη και πότε σαν μια μελοδραματική υπόσχεση αιωνιότητας. Στους τοίχους της δεν υπάρχει η κλασική δομή ερωτικών στίχων «ανήκουμε ένας στον άλλον», αλλά δημιουργεί μια ένταση ανάμεσα σε δυο υποκείμενα τα οποία την ίδια στιγμή συγκρούονται και συνυπάρχουν ταυτόχρονα.

Η punk, λοιπόν δεν αποφεύγει το συναίσθημα, αλλά ουσιαστικά αγνοεί μια γλυκιά αφήγηση και όταν μιλάει για τον έρωτα, το δείχνει ραγισμένο, με πληγές, ασταθή και γεμάτο ιδρώτα και αμφιβολία. Αυτή ακριβώς η κυνική έκφραση τον κάνει πιο αληθινό αλλά ποτέ εμπορεύσιμο.

 

Riot Grrrl: όταν ο έρωτας γίνεται πολιτική δήλωση

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η riot grrrl σκηνή, ως ένα κοριτσίστικο πανκ μουσικό είδος, δεν έπαιρνε έφερε απλά τον έρωτα στην punk, αλλά έκανε μια διαφορετική προσέγγιζε προς αυτόν, κάνοντας ουσιαστικά μια επαναδιαπραγμάτευση. Μπάντες όπως οι Bikini Kill και οι Bratmobile δεν έγραψα απλά ρομαντικά τραγούδια, όπως ορίζεται από μια κλασσική έννοια, αλλά έγραψαν τραγούδια που μιλάνε για το σώμα, την επιθυμία, την κακοποίηση, την αυτοδιάθεση. Δηλαδή πράγματα τα οποία ακόμα και σήμερα δεν είναι αυτονόητα για μια γυναίκα.



Στην επαναστατική αυτή περίπτωση ο έρωτας δεν είναι μια ροζ αφήγηση, αλλά γίνεται ένα πεδίο μάχης και διεκδίκησης. Εδώ ο έρωτας είναι φωνακλάς και καταγγέλλει συνεχώς, η επιθυμία δεν συνδέεται πλέον με το αντρικό βλέμμα και σταματάει να είναι ένα αντικείμενο για κατανάλωση. Αν η αρχική punk απογύμνωσε τον ρομαντισμό, η riot grrrl προσπαθεί να αποκαλύψει τις έμφυλες δομές του οι οποίες ουσιαστικά ήταν τα θεμέλια της εικόνας του. Το love song δεν απορρίπτεται σαν θέμα, αλλά αποδομείται τελείως ως ένας μηχανισμός που χρησιμοποιείται ως μέσο πειθαρχίας και στη θέση του δεν δημιουργείται μια νέα εξιδανίκευση, αλλά μια ξεκάθαρη και ειλικρινής και κατά συνέπεια άβολη αφήγηση της ίδιας της εμπειρίας του έρωτα. Στην περίπτωση αυτή λοιπόν, ο έρωτας δεν είναι ένα όνειρο αλλά η ίδια η διεκδίκηση του χώρου.

 

Τι λένε οι ίδιοι οι μουσικοί

 

Παρόλο που οι περισσότεροι πρωταγωνιστές της punk δεν διατύπωσαν καμιά συγκεκριμένη θεωρία που να έχει σχέση με την δημιουργία των ερωτικών τραγουδιών ή την έλλειψή της, αλλά έχουν μιλήσει ξεκάθαρα για την απόρριψη της ψεύτικης συναισθηματικότητας και της εμπορευματοποιημένης ροκ κουλτούρας. Ο Johnny Lydon (Johnny Rotten) έχει πει πολλές φορές σε επιθετικό ύφος μιλώντας για τον έρωτα τον οποίο θεωρούσε θεατρικό και αυτό ικανοποιητικό συναισθηματισμό της mainstream rock σκηνής των ’70s, υποστηρίζοντας πώς το punk ήταν μια αντίδραση σε μια μουσική που είχε χάσει την αλήθεια της (Lydon, High Times, 1980· Savage, England’s Dreaming, 1991). Προφανώς αυτή η στάση δεν είχε σαν στόχο τον έρωτα καθ’αυτό, αλλά την ρομαντική εξιδανίκευση του ο νους μια εμπορική φόρμα, η οποία απλά αναπαράγει πολλαπλά το ίδιο πράγμα, ως ένα χρήσιμο καλούπι για χριστουγεννιάτικα μπισκότα.



Η Patti Smith έχει περιγράψει το rock’n’roll ως ένα μέσον μιας συνολικής έκφρασης και ποιήσης, σεξουαλικότητας και πολιτικής και όχι ως μια απλά συναισθηματική εξομολόγηση (Smith, The Talks, 2010). Στο Just Kids συγκεκριμένα παρουσιάζει τον έρωτα όχι ως μια σχέση ιδιοκτησίας ή κάποια ρομαντική υπόσχεση της αιωνιότητας, αλλά ως μια πνευματική και δημιουργική σύμπραξη. Αυτή η μετατόπιση, από το ανήκω στο συν-δημιουργώ δημιουργεί μια ριζική διαφοροποίηση στην punk αντίληψη από το τυπικό love song.

Κατά τον ίδιο τρόπο, η Kathleen Hanna των Bikini Kill έχει πει σε μια συνέντευξή τους πως για αυτήν η punk ήταν «ιδέα, όχι απλώς ήχος», ουσιαστικά ένας τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να εκφραστούν οι εμπειρίες των γυναικών χωρίς να περνάει από το φίλτρο της μουσικής βιομηχανίας ή ακόμα και των ανδρικών προσδοκιών (Hanna, KQED, 2022). Στο πλαίσιο της riot grrrl σκηνής, η ρομαντική αφήγηση έχει αντιμετωπιστεί συχνά ως ένα μέρος του ευρύτερου μηχανισμού της πειθαρχίας και των έμφυλων ρόλο. Έτσι ο έρωτας δεν απορρίπτεται, αλλά από γυμνώνεται από το ίδιο το στερεότυπο που τον έκαναν να φαίνεται πλαστικός και ανούσιος, ως απλό εμπόρευμα.

Έτσι μπορούμε να πούμε, πώς η punk δεν απέτυχε να γράψει ερωτικά τραγούδια, αλλά αρνήθηκε να τραγουδήσει τον έρωτα με έναν τρόπο ο οποίος ουσιαστικά ήταν έτοιμος δοσμένος από τη βιομηχανία. Και σε έναν κόσμο όπου η αγάπη συσκευάζεται, μελοποιείται, θα μπορούσε να πούμε πως η λέξη προέρχεται και από το μέλι, κατόπιν πωλείται ως μια υπόσχεση για διαφυγή ή υπεκφυγή, η πανκ απλά επέλεξε να τους χαλάσει τη συσκευασία, δηλαδή τη μελωδία. Χωρίς ποτέ να απορρίψει το συναίσθημα αλλά το σενάριο έτοιμο δοσμένο, δεν ήταν απλά απίστευτο η αυτήν τη μουσική.

Η mainstream μουσική ουσιαστικά σου δίνει ένα μπλε χάπι, αν πάρουμε υπόψη μας την τριλογία του Matrix, Το οποίο μαζί με την ανακούφιση δίνει την ψευδαίσθηση της αιωνιότητας, την ιδέα πώς η ολοκλήρωση μπορεί να έρθει μέσα από την ένωση 2 ανθρώπων, ενώ οι πανκ σου δίνει το κόκκινο χάπι, το οποίο σου αποκαλύπτει την πραγματικότητα όπως είναι. Δεν τη σώζει φυσικά, ούτε δίνει κάποια καλύτερη ιστορία, απλά δείχνει τα ψεύτικα καλώδια τα οποία απλά κινούν την ψευδαίσθηση του μέσου ανθρώπου.

Ουσιαστικά η μουσική αυτή έδωσε μια άλλη οπτική στην έννοια του έρωτα, που πλέον δεν είναι ντυμένος με ροζ βελούδα, αλλά είναι γυμνός και χωρίς κανένα ψεύτικο και πλαστικό περιτύλιγμα. Δείχνει πως είναι διαπραγματεύσιμο και όχι ορισμένο ως ένα συγκεκριμένο προϊόν που βγαίνει από κάποιο καλούπι. Ουσιαστικά έδωσε την επιλογή στο καθένα μας να το ακολουθήσουμε ή όχι, όμως απογυμνωμένο ξεκάθαρο και πάντα πραγματικό.

 

Jacek Henryk Maniakowski

Πηγές

 

Lydon, John (Johnny Rotten). “A Rotten Interview.” High Times, 1980.

https://hightimes.com/culture/interview-with-johnny-lydon/

Savage, Jon. England’s Dreaming: Sex Pistols and Punk Rock. Faber & Faber, 1991.

Smith, Patti. Interview. The Talks, 2010.

https://the-talks.com/interview/patti-smith/

Smith, Patti. Just Kids. Ecco, 2010.

Hanna, Kathleen. Interview. KQED Arts, 2022.

https://www.kqed.org/arts/13957749/kathleen-hanna-interview-bikini-kill-le-tigre-rebel-girl

Marcus, Greil. Lipstick Traces: A Secret History of the 20th Century. Harvard University Press, 1989.Savage, Jon. England’s Dreaming: Sex Pistols and Punk Rock. Faber & Faber, 1991.

Hebdige, Dick. Subculture: The Meaning of Style. Routledge, 1979.

McRobbie, Angela. Κείμενα για youth culture, gender και subcultures (δεκαετία ’80–’90).

Smith, Patti. Just Kids. Ecco, 2010.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου