Η μουσική ήταν πάντα αρωγός. Ακόμα και σε ακραίες καταστάσεις, χειραγωγός
ανθρώπων. Από την Αναγέννηση, όπου συνέβαλε σημαντικά στην ίδια την πολιτιστική
της άνθηση, αν και βρισκόταν κυρίως στο πλευρό των ισχυρών και προσβάσιμη
στους πλούσιους, μέχρι την δεκαετία του ’70, όταν η punk εμφανίζεται τυπικά
και παίρνει ξεκάθαρα την θέση των περιθωριοποιημένων και των αδύναμων. Και για
όσα δεν θέλουν να μιλήσουν τα μέσα με πιο ευρεία ανταπόκριση, η punk δεν θα
σιωπήσει.
Έτσι και οι Ισπανοί Ska-P, μετά από 6 χρόνια
απουσίας σαν μπάντα (η διάλυσή τους είχε ανακοινωθεί το 2005), επιστρέφουν
δυναμικά με το δεύτερο πιο επιτυχημένο τους άλμπουμ, το Lágrimas y Gozos, το 2008. Το άλμπουμ κυκλοφορεί στις 5
Οκτωβρίου 2008 από την RCA / Sony BMG και φτάνει στο Νο.1 των ισπανικών charts.
Το πρώτο single, αλλά και το πιο αναγνωρισμένο του τραγούδι, είναι το
"Crimen Sollicitationis", το οποίο κυκλοφορεί επίσημα στις 5
Σεπτεμβρίου 2008, λίγο πριν το άλμπουμ. Το ίδιο το άλμπουμ δανείζεται φράση από
τους στίχους του κομματιού – «δάκρυα και χαρά» – αναφερόμενο στα δάκρυα των
παιδιών και στην διαστροφική “απόλαυση” των καθολικών ιερέων.
Το τραγούδι στιχουργικά καταπιάνεται με ένα
ταμπού που ακόμη και σήμερα προκαλεί αμηχανία. Είναι ένα καθαρό μουσικό
κατηγορώ προς την Καθολική Εκκλησία και την θεσμική της υποκρισία. Οι Ska-P,
γνωστοί από τη δεκαετία του ’90 για την πολιτική και αντικληρικαλική τους στάση
(βλ. “El Papa”, “Mis colegas”), δεν κάνουν πίσω ούτε εδώ. Το κομμάτι κινείται
στο γνώριμο ska-punk ύφος τους: γρήγορος ρυθμός, πνευστά που κρατάνε το groove,
ειρωνικός αλλά οργισμένος τόνος.
Η δημιουργία είναι συλλογική, όπως συμβαίνει
συνήθως με το συγκρότημα, με τον Pulpul (Roberto Gañán Ojea), κιθαρίστα και
βασικό τραγουδιστή, να αναλαμβάνει τους στίχους. Ο τίτλος αναφέρεται στην
εγκύκλιο Crimen Sollicitationis, ένα
εσωτερικό έγγραφο της Αγίας Έδρας, που συντάχθηκε αρχικά το 1922 και
επανεκδόθηκε στις 16 Μαρτίου 1962 από την Ανώτατη και Ιερά Σύνοδο των
Καρδιναλίων.
Η εγκύκλιος απευθυνόταν σε Πατριάρχες,
Αρχιεπισκόπους και Επισκόπους – «περιλαμβανομένων και αυτών του Ανατολικού
Τυπικού» – και περιέγραφε τον τρόπο διαχείρισης περιπτώσεων σεξουαλικής
προτροπής (solicitation) από ιερείς, κυρίως στο πλαίσιο της εξομολόγησης. Το
έγγραφο όριζε ότι οι υποθέσεις έπρεπε να εξετάζονται αυστηρά εντός του
εκκλησιαστικού δικαίου και να τηρείται απόλυτη μυστικότητα. Έπρεπε «να
φυλάσσεται επιμελώς στα μυστικά αρχεία» και η παραβίαση της μυστικότητας
μπορούσε να οδηγήσει σε αφορισμό.
Από το περιεχόμενο του εγγράφου συνάγεται ότι
η Αγία Έδρα επέβαλε διαδικασία εσωτερικής διαχείρισης των υποθέσεων, γεγονός
που, στην πράξη, εμπόδιζε την άμεση προσφυγή στην πολιτική δικαιοσύνη. Μέσω της
εξομολόγησης, ο ιερέας-θύτης υπαγόταν κυρίως στο εκκλησιαστικό δίκαιο και όχι
στον κοινό ποινικό κώδικα. Με απλά λόγια, εγκλήματα όπως η παιδοφιλία συχνά δεν
τιμωρούνταν με την αυστηρότητα που θα επέβαλλε το κοσμικό δικαστικό σύστημα.
Το έγγραφο ήρθε ξανά στο προσκήνιο στις 6
Αυγούστου 2003 από ρεπορτάζ του αμερικανικού τηλεοπτικού δικτύου CBS, στο
πλαίσιο των μεγάλων αποκαλύψεων για σεξουαλικά σκάνδαλα στους κόλπους της
Καθολικής Εκκλησίας. Στις 28 Αυγούστου 2003, τέσσερις Ιταλοί ευρωβουλευτές
(Maurizio Turco, Marco Pannella, Marco Cappato και Gianfranco Dell'Alba)
υπέβαλαν ερώτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την ανάγκη αλλαγής
πολιτικής έναντι του Βατικανού, ώστε να μην παραμένουν «ζώνες σκιάς και
ατιμωρησίας για τον κλήρο».
Στους στίχους του τραγουδιού γίνεται ευθεία
αναφορά και στον Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ΄, ο οποίος ως Καρδινάλιος Joseph Ratzinger
είχε διατελέσει επικεφαλής της Congregation for the Doctrine of the Faith, του
θεσμού που διαχειριζόταν τέτοιες υποθέσεις. Η προσφώνηση δεν είναι καθόλου
κολακευτική:
JUDAS, MY NAME IS RATZINGER
JUDAS, SOY BENEDICTO XXVI
Η επιλογή του ονόματος «Ιούδας» δεν αφήνει
περιθώρια παρερμηνείας.
Παρότι το 2001 η Καθολική Εκκλησία εξέδωσε νέο
κανονιστικό πλαίσιο (Sacramentorum
Sanctitatis Tutela) που τυπικά αντικαθιστούσε προηγούμενες οδηγίες, πολλά
θύματα εξακολουθούν να φοβούνται να μιλήσουν, είτε λόγω κοινωνικής πίεσης είτε
λόγω ψυχολογικού τραύματος.
Το βιντεοκλίπ του τραγουδιού ακολουθεί πιστά
την στιχουργική γραμμή. Παρουσιάζει έναν αρχιεπίσκοπο σαν παραμορφωμένο τέρας,
μια φιγούρα σχεδόν γκροτέσκα, που χειραγωγεί και τιμωρεί ανυπεράσπιστα παιδιά.
Η σκηνή όπου κρατάει ένα παιδί από το χέρι δεν αφήνει περιθώρια συμβολισμών·
είναι ευθεία αναφορά στην κακοποίηση. Το animation ύφος του βίντεο εντείνει την
ειρωνεία, αλλά ταυτόχρονα κάνει το περιεχόμενο ακόμη πιο σκληρό.
Στην περιοδεία που ακολούθησε
το 2008-2009, το "Crimen Sollicitationis" δεν ήταν απλώς ένα ακόμη
κομμάτι στο setlist. Ήταν το πολιτικό κέντρο βάρους της συναυλίας. Παιζόταν
συνήθως προς το τέλος, με τον Pulpul να προλογίζει το τραγούδι με αναφορές στην
υποκρισία των θεσμών και την ανάγκη να μιλήσουν τα θύματα. Σε πολλές πόλεις της
Ισπανίας, αλλά και σε εμφανίσεις στη Λατινική Αμερική, το κοινό φώναζε ρυθμικά
το “JUDAS” πριν καν ξεκινήσει το ρεφρέν. Οι συναυλίες εκείνης της περιόδου
είχαν έντονο πολιτικό χαρακτήρα, με πανό, σημαίες και ξεκάθαρα αντικληρικά μηνύματα, δείχνοντας ότι το τραγούδι δεν έμεινε απλώς σε δισκογραφικό επίπεδο,
αλλά μετατράπηκε σε ζωντανή δήλωση στάσης.
Οι Ska-P δεν έγραψαν ένα απλό protest song. Έγραψαν ένα τραγούδι που βάζει
δάχτυλο σε πληγή θεσμική, παγκόσμια και βαθιά ριζωμένη. Και το έκαναν με τον
μόνο τρόπο που ξέρουν: δυνατά, ειρωνικά και χωρίς να ζητήσουν άδεια.
Jacek Henryk Maniakowski
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου