Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

The Velvet Underground - All Tomorrow’s Parties

 

Ένα καλός τρόπος για να νικήσει κανείς την νύχτα, μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά είναι να την φωτίσει. Και ένα πάρτι  είναι ένα καλό μέσο, πάντα όμως, με τους κατάλληλους καλεσμένους και κάποιον μοναδικό διοργανωτή. Σε τέτοιες περιπτώσεις μια κούφια διασκέδαση, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, γίνεται ψυχαγωγία, πειραματισμός και πάνω απ' όλα ανταλλαγή ιδεών. Ο κόσμος αλλάζει όταν οι άνθρωποι ανταλλάσσουν ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα και μέσα από κάποια πάρτι της δεκαετίας '60 γεννήθηκαν πολλά καλλιτεχνικά ρεύματα, που έδωσαν την ώθηση και για πολλές κοινωνικές μεταρυθμίσεις. Άλλωστε και αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι εκφράσεις του rock'n'roll πάντα κατηγορούνται από κάθε βολεμμένο σκοτεινόμυαλο συντηριτικό κατεστημένο.


 Στη δεκαετία του ’60, το πάρτι δεν ήταν πάντα απλώς διασκέδαση. Σε κάποιες περιπτώσεις ήταν και κατά κάποιον τρόπο ένα εργαστήριο. Ήταν χώρος όπου συναντιόντουσαν ζωγράφοι, μουσικοί, ποιητές, ηθοποιοί, κινηματογραφιστές, drag performers, μοντέλα, περιθωριακοί, πλούσιοι, φτωχοί, ιδιοφυΐες και καμένοι. Και όταν όλα αυτά ανακατεύονταν κάτω από φώτα, προβολές, δυνατή μουσική και χημικές ή συναισθηματικές υπερβολές, δεν έβγαινε απλώς ένα βράδυ. Έβγαινε εποχή.

Τα πάρτυ του Andy Warhol, του οποίου την ιδιαίτρη προσωπικότητα ανακάλυψε ο δικός μας Αλέξανδρος Ιόλας, ήταν σημείο αναφοράς και σίγουρα μια μαχαιριά στην καρδιά της υποκρισίας της εποχής. Η παραγωγή στον πρώτο άλμπουμ των  The Velvet Underground, το  The Velvet Underground & Nico του 1967, είχε το ίδιο πειραματικό χαρακτήρα και με ότι έχει ασχοληθεί ο καλλιτέχνης.

 Το άλμπουμ αυτό, με το περίφημο εξώφυλλο της μπανάνας που σχεδίασε ο Warhol, δεν γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία όταν κυκλοφόρησε. Αντίθετα, στην εποχή του πέρασε σχεδόν σαν παράξενο σώμα μέσα στη μουσική αγορά. Το Billboard το είδε να φτάνει χαμηλά στα charts, όμως η επιρροή του αποδείχθηκε τεράστια αργότερα. Γι’ αυτό και έχει μείνει η περίφημη φράση που αποδίδεται στον Brian Eno, ότι μπορεί να πούλησε λίγα αντίτυπα στην αρχή, αλλά «όλοι όσοι το αγόρασαν έφτιαξαν μπάντα». Και δεν απέχει πολύ από την αλήθεια, γιατί μέσα σε αυτόν τον δίσκο υπάρχουν σπόροι για το punk, το post-punk, το gothic rock, το noise, το alternative και σχεδόν όλη την σκοτεινή πλευρά της σύγχρονης ανεξάρτητης μουσικής.

 Φυσικά και η προσωπικότητα του  Lou Reed, η βασική κινητήριος δύναμη της μπάντας, μαζί την συνθετική του δυνότητα, δημιούργησε έναν συνδυασμό που θα επηρρέαζε ακόμα και σήμερα πολλές εκφράσεις του rock'n'roll. Φυσικά, με την προσθήκη σε τρία τραγούδια την μοναδικής Nico, μπορούσε να δημιουργήσει μόνο συνθέσεις, που ο χρόνος απλά θα τις "γυάλιζε", ώστε να φαίνονται ακόμα πιο λαμπερές στο πέρασμα του χρόνου.

 Η Nico, κατά κόσμον Christa Päffgen, δεν μπήκε ποτέ πραγματικά σαν κανονικό μέλος με την κλασική έννοια, αλλά περισσότερο σαν φιγούρα που επέβαλε ο Warhol στο αισθητικό σύμπαν του δίσκου. Και όμως, η παρουσία της στα “Femme Fatale”, “All Tomorrow’s Parties” και “I’ll Be Your Mirror” είναι απόλυτα καθοριστική. Η ψυχρή, χαμηλή, σχεδόν απόκοσμη φωνή της δεν τραγουδάει με τον συνηθισμένο rock τρόπο. Δεν «ερμηνεύει» θεατρικά τον πόνο. Τον παγώνει. Και ακριβώς γι’ αυτό τον κάνει πιο έντονο.

 Το "All Tomorrow's Parties" είναι μια από αυτές, δημιουργία του ίδιου του Lou Reed και με τα φωνητικά της Nico. Η έμπνευση για την δημιουργία του προήλθε από την συνεχόμενη παρατήρηση του Warhol και της "κλίκας" του. Ουσιαστικά ο δημιουργός του περιγράφει πρόσωπα που αποτελούσαν το περίφημο  Andy Warhol's Factory. Όπως λέει ο ίδιο ο δημιουργός του άκουγε ανθρώπους να μιλάνε για τα πιο άστοχα, εκπληκτικά, χαρούμενα και λυπηρά πράγματα μαζί. Ήταν το πιο αγαπημένο τραγούδι του παραγωγού της μπάντας.

 Ο Lou Reed παρατηρούσε τους ανθρώπους του Factory σχεδόν σαν συγγραφέας που κάθεται σε μια γωνία και καταγράφει χαρακτήρες. Στο Factory δεν υπήρχαν μόνο πάρτι. Υπήρχαν ρόλοι, μάσκες, βλέμματα, φιλοδοξίες, ματαιώσεις, λάμψη και φθορά. Το “All Tomorrow’s Parties” δεν είναι λοιπόν ένα τραγούδι για το πόσο ωραία περνάει κάποιος σε ένα πάρτι. Είναι σχεδόν το αντίθετο. Είναι ένα τραγούδι για το τι κοστούμι θα φορέσει ο άνθρωπος για να αντέξει το επόμενο πάρτι, την επόμενη εμφάνιση, την επόμενη ανάγκη να τον κοιτάξουν.

 Ο στίχος “And what costume shall the poor girl wear / To all tomorrow’s parties?” είναι από τους πιο χαρακτηριστικούς. Η “poor girl” δεν είναι απλώς μια κοπέλα που δεν ξέρει τι να βάλει. Είναι μια τραγική φιγούρα που ψάχνει ποιο πρόσωπο θα φορέσει για να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο όπου η εικόνα ήταν ταυτόχρονα ελευθερία και φυλακή. Το φόρεμα από δεύτερο χέρι, το “hand-me-down dress”, γίνεται σύμβολο μιας ταυτότητας δανεικής, φτιαγμένης από τα βλέμματα των άλλων. Πίσω από τη λάμψη των πάρτι του Warhol υπήρχαν άνθρωποι εύθραυστοι, μόνοι, συχνά αυτοκαταστροφικοί, που έγιναν τέχνη αλλά πολλές φορές κάηκαν μέσα στην ίδια τη διαδικασία.

 Κατά την διάρκεια της ηχογράφησης του έπρεπε να εμφανίζονται στο  Dom, μαι πολωνική αίθουσα χωρού, την οποία νοίκιαζε μαζί οι Andy Warhol και Paul Morrissey, αργότερα μάνατζερ της μπάντας. Κάθε μέλος πήρε 5 δολάρια για κάθε εμφάνιση. Μαζί με την Nico, που εμφανιζόταν σαν  Exploding Plastic Inevitable, άλλη μια δημιουργία του δαιμόνιου καλλιτέχνη.

 Το Exploding Plastic Inevitable δεν ήταν απλώς συναυλία. Ήταν πολυθέαμα. Οι Velvet Underground έπαιζαν, η Nico εμφανιζόταν σαν παγωμένη ιέρεια της σκηνής, οι ταινίες του Warhol προβάλλονταν πάνω στα σώματα και στους τοίχους, φώτα αναβόσβηναν, χορευτές κινούνταν μέσα στον χώρο και το κοινό δεν ήξερε πάντα αν παρακολουθούσε μουσική, happening, performance art ή κοινωνικό πείραμα. Στην πραγματικότητα ήταν όλα μαζί. Γι’ αυτό και το “All Tomorrow’s Parties” μοιάζει να κουβαλάει μέσα του όχι μόνο ένα τραγούδι, αλλά ολόκληρο το σκηνικό από το οποίο γεννήθηκε.

 Στη ηχογράφησή του πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε προηχογραφημένο πιάνο, στο οποίο είχε ανάλογο κούρδισμα και η κιθάρα του δημιουργού του.

 Εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα τεχνικά στοιχεία του κομματιού. Ο Exploding Plastic Inevitable που είχε έρθει από τον χώρο της avant-garde και είχε επηρεαστεί από τον μινιμαλισμό και το drone του La Monte Young, έδωσε στο τραγούδι αυτόν τον υπνωτικό, σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Το πιάνο δεν ακούγεται σαν συνηθισμένο rock πιάνο. Λειτουργεί περισσότερο σαν επαναλαμβανόμενο χτύπημα, σαν μηχανισμός που γυρίζει ασταμάτητα.

 Παράλληλα, ο Lou Reed χρησιμοποίησε το περίφημο “ostrich tuning”, ένα κούρδισμα στο οποίο οι χορδές της κιθάρας κουρδίζονται στην ίδια νότα ή γύρω από την ίδια τονική βάση, δημιουργώντας έναν βαρύ, μονότονο, υπνωτικό ήχο. Το όνομα προερχόταν από το παλιότερο τραγούδι του “The Ostrich”, που είχε γράψει πριν τους Velvet Underground, όταν δούλευε ως συνθέτης για την Pickwick Records. Αυτό το κούρδισμα δίνει στο “All Tomorrow’s Parties” την αίσθηση ότι δεν προχωράει απλώς από κουπλέ σε ρεφρέν, αλλά κινείται κυκλικά, σαν τελετή που επαναλαμβάνεται.

 Καθοριστικό ρόλο έχει και η Maureen Tucker στα τύμπανα. Η Tucker δεν έπαιζε σαν κλασικός rock drummer. Συχνά στεκόταν όρθια, χρησιμοποιούσε απλό set και απέφευγε τα περιττά γεμίσματα. Στο συγκεκριμένο τραγούδι ο ρυθμός της μοιάζει με πομπή. Δεν σπρώχνει απλώς το κομμάτι μπροστά, το καρφώνει στη γη. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με το νόημα του τραγουδιού: όλα τα αυριανά πάρτι θα έρθουν, οι ίδιες μάσκες θα φορεθούν, το ίδιο δράμα θα επαναληφθεί.

 Το “All Tomorrow’s Parties” είχε κυκλοφορήσει και ως single πριν από το άλμπουμ, το 1966, με b-side το “I’ll Be Your Mirror”. Η single εκτέλεση ήταν μικρότερη από αυτή του δίσκου, ώστε να μπορέσει να παιχτεί ευκολότερα στο ραδιόφωνο. Παρ’ όλα αυτά δεν έγινε επιτυχία. Ήταν πολύ σκοτεινό, πολύ επαναληπτικό, πολύ παράξενο για τα ραδιοφωνικά δεδομένα της εποχής. Το κοινό του 1966 ήταν ακόμη πιο έτοιμο να δεχτεί την pop έκρηξη των Beatles ή την ψυχεδέλεια του San Francisco, όχι όμως απαραίτητα αυτό το παγωμένο νεοϋορκέζικο μοιρολόι για τα παιδιά των πάρτι.

 Και όμως, αυτή ακριβώς η διαφορετικότητά του το έκανε αργότερα τόσο σημαντικό. Το τραγούδι μοιάζει να προαναγγέλλει πράγματα που θα εμφανίζονταν χρόνια μετά: το post-punk, το gothic rock, το art rock, το industrial, την dark wave και την alternative σκηνή. Την ώρα που το 1967 πολλοί τραγουδούσαν για λουλούδια, αγάπη και ψυχεδελική απελευθέρωση, οι Velvet Underground τραγουδούσαν για ναρκωτικά, μοναξιά, σεξουαλικά περιθώρια, αστική αποξένωση και ανθρώπους που χάνονται μέσα στην ίδια τους την εικόνα. Αν η Καλιφόρνια έδειχνε την ηλιόλουστη πλευρά της επανάστασης, η Νέα Υόρκη των Velvet Underground έδειχνε το υπόγειο.

 Το τραγούδι έδωσε όνομα σε ένα μουσικό φεστιβάλ, στο  Camber Sands, στο East Sussex της Αγγλίας, σε μια νουβέλα του William Gibson και μια ταινία του Yu Lik-wai.

 Το φεστιβάλ All Tomorrow’s Parties ξεκίνησε το 1999 και δεν ήταν ένα συνηθισμένο φεστιβάλ. Η φιλοσοφία του ήταν ότι κάθε φορά ένας καλλιτέχνης ή ένα συγκρότημα αναλάμβανε την επιμέλεια του προγράμματος, διαλέγοντας τους καλεσμένους του. Δηλαδή, λειτουργούσε σχεδόν σαν ιδανική συνέχεια της λογικής του Factory: καλλιτέχνες που καλούν άλλους καλλιτέχνες, κοινότητες που χτίζονται γύρω από συγγένειες και όχι απλώς γύρω από εμπορικά ονόματα. Κατά καιρούς με το ATP συνδέθηκαν ονόματα όπως οι Mogwai, οι Sonic Youth, οι Shellac, ο Nick Cave, οι My Bloody Valentine και πολλοί άλλοι. Ήταν ένα φεστιβάλ που κουβαλούσε έντονα το πνεύμα των Velvet Underground: ανεξαρτησία, πειραματισμό, θόρυβο, σκοτάδι και καμία ανάγκη να γίνει αρεστό σε όλους.

 Η νουβέλα του William Gibson, “All Tomorrow’s Parties”, κυκλοφόρησε το 1999 και αποτελεί μέρος της λεγόμενης Bridge Trilogy, ενώ η ταινία του Yu Lik-wai κυκλοφόρησε το 2003, δανειζόμενη και αυτή τον τίτλο από το τραγούδι. Αυτό δείχνει πόσο δυνατή αποδείχθηκε η φράση του Lou Reed. Δεν έμεινε απλώς τίτλος τραγουδιού. Έγινε εικόνα, έγινε ατμόσφαιρα, έγινε τρόπος να μιλήσεις για ένα μέλλον που υπόσχεται γιορτή αλλά κρύβει μοναξιά.

 Το “All Tomorrow’s Parties” διασκευάστηκε επίσης από αρκετούς καλλιτέχνες, κυρίως από χώρους που συγγενεύουν με το σκοτεινό, το art rock και το εναλλακτικό. Οι Japan το έφεραν στη δική τους new wave αισθητική, ο Bryan Ferry το προσέγγισε με τον κομψό, παρακμιακό του τρόπο, ενώ η ίδια η Nico το κράτησε ζωντανό και στις προσωπικές της εμφανίσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το τραγούδι βρήκε δεύτερη ζωή σε σκηνές που αγάπησαν το σκοτάδι, τη θεατρικότητα και την απόσταση.

 Ο τίτλος του παραμένει ειρωνικός και προφητικός μαζί. “All Tomorrow’s Parties”. Όλα τα αυριανά πάρτι. Από τη μία ακούγεται σαν υπόσχεση. Αύριο θα ξαναβγούμε, αύριο θα λάμψουμε, αύριο θα μας δουν, αύριο κάτι μπορεί να αλλάξει. Από την άλλη, μέσα στη φωνή της Nico και στο επαναληπτικό παίξιμο της μπάντας, το αύριο μοιάζει να είναι απλώς η επανάληψη του ίδιου κενού. Άλλο φόρεμα, ίδιος πόνος. Άλλο πάρτι, ίδια μοναξιά. Άλλο προσωπείο, ίδιο πρόσωπο από κάτω.

 Και ίσως γι’ αυτό το τραγούδι αντέχει τόσο. Γιατί δεν μιλάει μόνο για το Factory, ούτε μόνο για τη Νέα Υόρκη του Warhol. Μιλάει για κάθε σκηνή, κάθε παρέα, κάθε εποχή όπου οι άνθρωποι ντύνονται, εμφανίζονται, ποζάρουν, προσπαθούν να υπάρξουν μέσα από τα μάτια των άλλων και μετά επιστρέφουν μόνοι τους στο σκοτάδι. Το πάρτι τελειώνει. Αλλά το επόμενο έχει ήδη ανακοινωθεί.


Jacek Henryk Maniakowski

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου