Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Rock - e - pedia : Latin metal

 

Πολλές φορές ίδια λέξη σε άλλη γλώσσα, δημιουργεί και διαφορετική αίσθηση ή συναίσθημα.

 

Latin metal (στα ισπανικά Heavy metal en español και στα πορτογαλικά Heavy metal em português)

 

Πως ακούγεται: Σαν μουσική υποθετικής ταινίας του Αλδομοβάρ για τις trans μεταμφιέσεις heavy metal συγκροτημάτων. Βασικά είναι heavy metal, που δεν ξέρεις αν είναι να κουνήσεις τον κώλο σου σε κάποιο λατινικό ρυθμό ή το κεφάλι σου κάνοντας headbaging. Είναι heavy metal στα ισπανικά με προσθήκη πνευστών και κρουστών που κατά βάσει ακούγονται σε λάτιν μουσική, με τέμπο πολλές φορές  να είναι αυτό της Salsa.

Γιατί να το ακούσουμε: γιατί σε συναυλία τέτοιου συγκροτήματος μπορείς να βγάλεις και την κοπέλα σου που θέλει λάτιν χορούς και συ θες να χτυπηθείς σαν γνήσιος μεταλλάς. Βασικά από βίτσιο, ακούγεται ενδιαφέρον και αρκετό πρωτότυπο.



Γιατί όχι: Γιατί δεν σου κάθεται στο αυτί η ισπανική γλώσσα μαζί με metal και η metal δεν είναι να κουνάς τον πωπό σου σαν να είσαι στο Rio de Janeiro την εποχή των καρναβαλιών. 

Που; Λατινική Αμερική κυρίως.

Πότε; Τέλη δεκαετίας ’70, Αλλά επίσης χρονιά ορόσημο είναι 1992, όταν η συναυλία των Iron Maiden στο Santiago της Χιλής ακυρώνεται μετά από αίτημα τοπικών εκκλησιών, ξεσηκώνοντας πολλούς να φτιάξουν δικές τους μπάντες.

Ποιοι; Ουσιαστικά ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον μουσικό δημοσιογράφο Robert Christgau, οποίος αναφερόταν στην μουσική του Carlos Santana σαν  «Latin-metal pop». Στην Ισπανία πρωτοπόροι του είδους ήταν Baron Rojo και Angeles del Infierno. Οι Αργεντινοί Hermética, Kraken από την Κολομβία και οι Khaos από την Ονδούρα είναι επίσης από τις πρώτες μπάντες του είδους.

Αλλά ακόμα να ακούσεις: Broncco, C.R.Y., Almafuerte, Malón, Kranium, Luzbel, Maleficia, Massakre, Rata Blanca, Rawhide, Ill Niño, Puya,   Acrania, Ankla



Μέρες δόξας:  Αν και δύσκολα προσδιορίζεται κάτι τέτοιο, πολλές μπάντες στην δεκαετία του ’90 έκαναν Αμερικάνικη και Ευρωπαϊκή περιοδεία. Η επιτυχία κάποιων συγκροτημάτων μπορεί να είναι τοπική.

Κόκκινη κάρτα: Οι αρχικές μπάντες του είδους ήταν απλά κακές αντιγραφές των αμερικάνικων ή ευρωπαϊκών (Αγγλικών). Γενικά η απαξίωση ισπανόφωνων συγκροτημάτων από Ευρωπαίους φίλους του είδους, κυρίως αυτών της Λατινικής Αμερικής. Πολλές φορές πολύ πρόχειρη παραγωγή.

Με τι μπερδεύεται; με βήματα ρούμπα ή σάμπα όταν κάνεις headbanging. Βασικά με πολλά ήδη metal, καθώς πολλά συγκροτήματα ακολουθούν μουσικά και άλλα υπο-είδη

Τι λες στον άσχετο; κάτι μεταλλάδες που δεν έχουν αποφασίσει αν θέλουν να παίξουν salsa ή heavy metal.


Jacek Henryk Maniakowski

Kasabian - Bumblebeee

 

Ένα rock συγκρότημα δεν είναι μόνο οι μουσικοί που το αποτελούν, αλλά ούτε μόνο η μουσική που παίζουν. Γύρω από τη βιτρίνα των ροκ σταρ, ή ακόμα των επίδοξων ροκ σταρ, υπάρχει ένα πλήθος ανθρώπων που δουλεύουν για ένα ευπρεπές αποτέλεσμα. Μια επιτυχημένη μπάντα είναι στην πραγματικότητα μια μικρή κοινωνία με δικό της, πολλές φορές, κώδικα επικοινωνίας. Αλλά η πραγματική ουσία και ο σκοπός είναι οι οπαδοί μιας μπάντας, αυτοί την αναδεικνύουν. Τα πραγματικά μεγάλα συγκροτήματα και όχι απαραίτητα με την εμπορική έννοια, σέβονται όχι μόνο τους συνεργάτες τους, αλλά και το κοινό τους. Κάποιοι φτάνουν ακόμα πιο μακριά, και δεν είναι λίγα τα παραδείγματα συγκροτημάτων που γράφουν τραγούδια για κάποιον οπαδό τους, όπως οι Kiss με το Detroit Rock City ή οι Foreigner με το Juke Box Hero. Άλλοι απλά υμνούν τους οπαδούς τους μέσα από κάποιο τραγούδι.



Μια καλή παρομοίωση θα μπορούσε να είναι ένα μελίσσι, άλλωστε ο χώρος μιας συναυλίας μοιάζει με κάτι τέτοιο, μιας που όλοι οι συμμετέχοντες πρέπει να είναι καλά συντονισμένοι. Η σωστή δόνηση είναι το ζητούμενο, όπως μια μέλισσα πετάει χάρη στη δόνηση που δημιουργεί. Αυτήν την εικόνα θα είχε προφανώς ο Sergio Pizzorno, κιθαρίστας και βασικός δημιουργός των Kasabian, όταν έγραφε το πρώτο τραγούδι για το 48:13, πέμπτο άλμπουμ των Βρετανών, που κυκλοφόρησε στα μέσα του 2014. Το 48:13 πήρε το όνομά του από τη συνολική διάρκεια του άλμπουμ — μια μινιμαλιστική ιδέα που ο Pizzorno θεωρούσε «κάθαρση» μετά από πιο περίπλοκες παραγωγές. Το τραγούδι Bumblebeee ήταν το πρώτο που γράφτηκε για το άλμπουμ αυτό, δύο χρόνια πριν την κυκλοφορία του, αλλά χωρίς να του δοθεί κάποιος τίτλος. Ουσιαστικά ο δημιουργός ήθελε να φτιάξει ένα κομμάτι που να συνδέει την μπάντα με τους οπαδούς. Και η βασική ιδέα γι’ αυτό το εγχείρημα, αλλά και η έμπνευση για τη μελωδία, ήρθε μετά από μια εμφάνιση των Damon Albarn’s Africa Express στο Granary Square του Λονδίνου, στην οποία παραβρέθηκε.

Αν και το μουσικό μέρος ήταν έτοιμο, και οι στίχοι το ίδιο, έλειπε ο τίτλος. Το λυρικό μέρος απευθύνεται στο δεύτερο πρόσωπο, στους οπαδούς της μπάντας. Life is so simple when you are with me / ’Cause when we’re together, I’m in ecstasy, οι στίχοι μοιάζουν περισσότερο με ερωτική εξομολόγηση, αλλά ο στόχος τους ήταν να δείξουν την ανάγκη του δημιουργού να βρίσκεται μαζί τους και πόσο απαραίτητοι είναι για την μπάντα. Τη λύση για τον τίτλο δίνει ο μικρός γιος του Pizzorno, ο Ennio, ο οποίος ονόμασε το τραγούδι Busy Bee. Αλλά του περήφανου τα αφτιά όλα τα ταιριάζουν και αυτό που άκουσε ο κιθαρίστας ήταν bumblebee. Οι συνειρμοί που ακολούθησαν είχαν τη μορφή χιονοστιβάδας, σαν να υπήρχε το όνομα ήδη στο μυαλό του, αλλά σε κάποια σκονισμένη γωνιά του. Εφόσον το τραγούδι είναι γραμμένο για τους οπαδούς της μπάντας και χωρίς αυτούς δεν μπορούν να κάνουν τίποτα, όπως και ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τις μέλισσες, οι οπαδοί είναι σαν μέλισσες που κάνουν επικονίαση στα λουλούδια. Και όλη αυτή η διεργασία οδηγεί τελικά στην έκσταση μιας ζωντανής εμφάνισης.

Το Bumblebeee έγινε αμέσως live favourite και άνοιγε συχνά τις συναυλίες της περιοδείας, ακριβώς επειδή είχε γραφτεί για να «ανάβει» το κοινό. Ο Pizzorno έχει δηλώσει ότι το κομμάτι είναι «ένα κάλεσμα στα όπλα για τους fans», κάτι σαν τελετουργικό έναρξης.

Στο άλμπουμ, το τραγούδι προλογίζει μια ξεχωριστή εισαγωγή, το “(shiva)” διάρκειας 1:07, που βάζει τον ακροατή σε μια… μελισσο-κατάσταση. Το “(shiva)” πήρε το όνομά του από τον ινδουιστικό θεό της καταστροφής και της αναγέννησης — μια μεταφορά για την ενέργεια που θέλει να προκαλέσει το άλμπουμ από την πρώτη κιόλας στιγμή.Ο δημιουργός το χαρακτηρίζει σαν “Beastie Boys dub μαζί με λίγο Zeppelin και Rage Against The Machine στο ρεφρέν”. Για πρώτη φορά παίχτηκε στο Παρίσι στις 30 Απριλίου 2014. Εκεί γυρίστηκε και το βιντεοκλίπ του, υπό τις οδηγίες του Alex Courtes.



Jacek Henryk Maniakowski

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Γιατί ακούμε metal ή punk μουσική; Η επιστήμη πίσω από την μουσική επιλογή

Ίσως από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που έχουμε βασανίσει τους φιλοσόφους και επιστήμονες είναι κατά πόσο έχουμε ελεύθερη βούληση να επιλέγουμε, να αποφασίζουμε ουσιαστικά τι θα συνοδεύσει στη ζωή μας και για το υπόλοιπο τους. Από τι θα ασχοληθούμε από την παιδική μας ηλικία ως με ποιον άνθρωπο θέλουμε να τελειώσουμε τη ζωή μας. Ας κάνουμε επιλέξουμε κάτι από το τι φαγητό μας αρέσει φως και τη μουσική θα ακούσουμε. Η βούληση η δικιά μας δεν είναι ακριβώς ελεύθερη, ίσως κάποιες στιγμές μπορεί να γίνει αλλά στην ουσία, είναι πολλοί άλλοι παράγοντες που μας οδηγούν να κάνουμε οποιαδήποτε επιλογή. Και η μουσική, όπως σε κάθε πτυχή της ζωής μας, δεν αποτελεί καμία εξαίρεση.



Δεν ακούμε τη μουσική τυχαία. Δεν πατάμε κάποιο κουμπί επειδή απλά μας αρέσει ο ήχος, αλλά η επιλογή ενός μουσικού είδος είμαι μια πράξη το οποίο ορίζει την ταυτότητά μας, αλλά παράλληλα και μια νευροβιολογική αντίδραση καθώς και μια κοινωνική δήλωση και σίγουρα δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε και την ψυχολογική ανάγκη. Και το γεγονός αυτό το επιβεβαιώνει και η επιστήμη, δηλαδή πώς η μουσική που ακούμε, ειδικά για κάποια είδη όπως είναι η metal και η punk, είναι αποτέλεσμα ενός σύνθετου πλέγματος παραγόντων και αίτιων τα οποία ξεκινούν από τον εγκέφαλο και φτάνουν ακόμα και στην κουλτούρα.

H ακρόαση της μουσικής καταφέρνει να ενεργοποιεί το σύστημα που σχετίζεται με την ανταμοιβή του εγκεφάλου, γεγονός το οποίο απελευθερώνει την ντοπαμίνη, δηλαδή την ουσία η οποία σχετίζεται με την ευχαρίστηση από το φαγητό, το σεξ ή ακόμα και το χρήμα. Μελέτη του Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης έδειξε ότι η χορήγηση λεβοντόπα (πρόδρομος της ντοπαμίνης) κατάφερε να αυξήσει την απόλαυση από τη μουσική, ενώ επίσης η ρισπεριδόνη (ανταγωνιστής ντοπαμίνης) την περιόρισε σημαντικά. Η μελέτη αυτή λοιπόν, αποδεικνύει πως η μουσική απόλαυση έχει και βιολογική βάση και δεν αποτελεί απλά ένα πολιτισμικό κατασκεύασμα.

Η metal και η punk, αν και πολλές φορές θεωρούνται επιθετικά είδη με αρνητική διάθεση, παρόλα αυτά προκαλούν έντονη συναισθηματική διέγερση και σαν συνέπεια βοηθούν στην εκτόνωση του άγχους, της οργής καθώς και της απογοήτευσης. Μέσα από τις μελέτες έχει αναδειχθεί το γεγονός πώς οι ακροατές και φίλε αυτών των ειδών μπορούν να βιώσουν πολύ θετικά συναισθήματα, παρόμοια με εκείνα τα οποία προκαλούνται από μουσικά είδη που είναι πιο ήπια ή αλλιώς πιο εύπεπτα. Η μουσική καταφέρνει να γίνεται ένα εργαλείο της συναισθηματικής ρύθμισης, καθώς και η επιλογή της τις περισσότερες φορές είναι ασυνείδητη αλλά ταυτόχρονα και στοχευμένη. Δηλαδή, από τη στιγμή που ακούμε metal μουσική, δεν βιώνουμε κάποιον θυμό, αλλά αντίθετα νιώθουμε εκτόνωση. Κάτι ανάλογο ισχύει και για την punk μουσική, όπου κατά τη διάρκεια της ακρόασης της δεν απορρίπτουμε, αλλά επαναπροσδιορίζουμε.



Στην επιλογή της μουσικής που ακούμε, σημαντικό ρόλο παίζει επίσης και η προσωπικότητα. Οι οπαδοί της metal και της punk έχουν την τάση να είναι πιο ανοιχτοί σε οποιαδήποτε εμπειρία και παράλληλα κρατούν αρνητική στάση απέναντι σε μια συντηρητική εξουσία, έχουν ανάγκη για μοναδικότητα και επίσης πολύ χαμηλά επίπεδα αναζήτησης κάποιας θρησκευτικής ομαδοποίησης. Μελέτη του Swami το 2013 ανέδειξε το γεγονός πως η μεταλλάδες πολλές φορές έχουνε πιο χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά ως αντίβαρο χρησιμοποιούν τη μουσική σαν έναν χώρο αυτοεπιβεβαίωσης καθώς και ταύτισης. Στην περίπτωση αυτή η μουσική γίνεται όχι απλά ένα καταφύγιο, αλλά ένας καθρέφτης της κάθε προσωπικότητας. Και σε τελική ανάλυση, δεν ακούμε την metal επειδή νιώθουμε θυμό, αλλά γιατί προσπαθούμε και θέλουμε να είμαστε αληθινοί.

Σε όλα αυτά προστίθεται και η κοινωνική πλευρά της προτίμησης μας για τη μουσική ως ένα κοινωνικό σήμα. Μια έρευνα των Clark & Lonsdale το 2023 απέδειξε πως η προτίμηση για μια πιο έντονη και επαναστατική μουσική έχει άμεση σχέση με πολύ υψηλή συλλογική αυτοεκτίμηση, δηλαδή οι ακροατές της νιώθουν υπερήφανοι για την ομάδα στην οποία ανήκουν και ταυτίζονται με αυτήν. Στην περίπτωση αυτή η μουσική γίνεται ένα badge of identity, δηλαδή ένα σύμβολο για το ποιος είμαι και πού ανήκω. Η ταύτιση αυτή δεν έχει να κάνει με τον ήχο, αλλά είναι μια δήλωση, μια φωνή, καθώς και η πίστη σε μια κοινότητα.

Η βία αποτελεί μια κρίσιμη περίοδος για τη διαμόρφωση όχι μόνο της προσωπικότητας του καθένα, αλλά και για την διαμόρφωση της μουσικής ταυτότητας. Η μουσική την οποία ακούμε μεταξύ 12 και 22 ετών αφήνει ένα ανεξίτηλο στίγμα, παράλληλα λειτουργώντας ως μουσικό imprinting το οποίο δύσκολα μπορεί να αλλάξει αργότερα. Η metal και η punk, με την ένταση και την ειλικρίνεια της, αλλά γενικά με την αντικομφορμιστική τους φύση, βρίσκουν το πιο εύκολο σημεία επικοινωνίας με την ψυχολογία ενός έφηβου, δηλαδή την ανάγκη για ανεξαρτησία, την αμφισβήτηση και την δημιουργία της ταυτότητάς του. Δεν αποτελεί ένα τυχαίο γεγονός πως οι πρώτες μπάντες που αγαπήσαμε στην εφηβεία, συνεχίζουμε να τις αγαπάμε για πάντα. Είναι οι πρώτες φωνές οι οποίες με τις νότες τους είπαν την πιο όμορφη κουβέντα σε φιλικές ψυχές: «είσαι εντάξει έτσι όπως είσαι».



Καλά στην επιλογή της μουσικής, καθοριστικό ρόλο έχει το περιβάλλον καθώς και η πολιτισμική έκθεση. Από τη στιγμή που έχουμε μεγαλώσει σε κοινότητες μέσα στις οποίες η punk ή η metal έχουν μια αισθητή παρουσία, είναι πολύ πιθανόν κράτησε ενσωματώσουμε ως ένα μέρος της πολιτισμικής μας ταυτότητας. Σε όλα αυτά προστίθεται και η γεωγραφία ως ένας ακόμα παράγοντας ο οποίος συμβάλλει στην επιλογή της μουσικής που ακούμε. Οι μελέτες έχουν δείξει πως η μουσικές μας ρίζες διαμορφώνονται πολύ νωρίς και παραμένουν σταθερές, ακόμα και αν έχουμε αλλάξει ριζικά πολιτισμικά μας περιβάλλοντα. Έτσι λοιπόν, η μουσική δεν είναι μόνο μια προσωπική επιλογή, αν αποτελεί επίσης και μια πολιτισμική μνήμη. Ουσιαστικά είναι ένα είδος soundtrack της γειτονιάς, της παρέας, της πρώτης συναυλίας. Είναι αυτή που κρατάει και τις παιδικές μας μνήμες, μαζί με τα αισθήματα μας, ακόμα ζωντανά.

Έχει πλέον αποδειχτεί πώς η μουσική έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει ένα εργαλείο για την κατανόηση του εαυτού, ουσιαστικά μπορεί να γίνει ένα κλειδί αυτογνωσίας. Από τη στιγμή που ακούμε ένα τραγούδι το οποίο μας φέρνει κάποια συγκίνηση,  δεν είναι μόνο οι νότες που μας τη φέρνουν, αλλά ουσιαστικά ακόμα τον εαυτό μας. Η metal και η punk, με την ωμή ειλικρίνεια, στα όρια του κυνισμού, την άρνησή της για κάποιο είδος τι φτιασιδώματος, την αποδοχή του σκοτεινού και του ομιχλώδους, καταφέρνει να μας προσφέρει αυτό που λίγα είδη μπορούν, δηλαδή την αίσθηση πως δεν είμαστε μόνοι. Γιώργη μπορεί μετά να μετατραπεί σε ήχο, η αμφισβήτηση σε αριθμό καθώς και η μοναξιά έχει τις λέξεις της οι οποίες αποτυπώνονται στους στίχους.



Οι πιο πρόσφατες έρευνες δεν στοχεύουν να ακυρώσουν τη μαγεία που έχει η μουσική, αλλά ίσα ίσα προσπαθούμε να την εξηγήσουν, καθώς και να την αναδείξουν. Ουσιαστικά προσπαθούν να το γεγονός πως η επιλογή ενός είδους μουσικής αποτελεί μια πράξη βαθιά ανθρώπινη, αλλά επίσης και βαθιά πολιτισμική. Όλο αυτό έρχεται μα να δείξει το γεγονός πως δεν ακούμε metal επειδή είμαστε «σκληροί καριόληδες», δεν ακούμε απλά την πανκ επειδή είμαστε αντιδραστικοί. Ακούμε τα ίδια αυτά γιατί καταφέρνουν να μας επιτρέψουν, αλλά ίσως και να μας ωθήσουν λίγο περισσότερο, στο να είμαστε αληθινοί και πιο κοντά στον εαυτό μας, ουσιαστικά να είμαστε εμείς. Αυτό ακριβώς επιβεβαιώνεται και μέσα από τις σύγχρονες επιστημονικές έρευνες.

Η μουσική ουσιαστικά αποτελεί έναν τρόπο της ύπαρξης, είναι η σωκρατική μύγα η οποία προσπαθεί να τσιμπήσει, όχι για να βλάψει αλλά για να αφυπνίσει. Είναι η φωνή του Smith που σταματά πριν τον τερματισμό. Είναι το “I get knocked down, but I get up again”. Είναι το “God Save the Queen” που δεν σώζει τίποτα. Είναι το “Master of Puppets” που κόβει τα νήματα. Είναι το “Holiday in Cambodia” που δεν είναι καθόλου διακοπές. Είναι το “Roots Bloody Roots” που φωνάζει για καταγωγή και αντίσταση.

Συνοπτικά μπορούμε να πούμε πως η μουσική δεν είναι η επιλογή του ήχου, αλλά η επιλογή της ταυτότητας. Και σε αυτό συμφωνεί και η επιστήμη με τις σύγχρονες έρευνες της, επιβεβαιώνοντας το γεγονός πως οι ακροατές και οι φίλοι αυτών των ειδών το γνωρίζουν ήδη πώς η μουσική δεν είναι απλά η διασκέδαση. Είναι ένα τρόπος να υπάρχουμε και να θυμόμαστε, αλλά επίσης και να ζούμε σε ένα αντί-κόσμου. Έχοντας τις μνήμες μας, όχι μόνο στο μυαλό μας αλλά και στην καρδιά μας και ταυτόχρονα αντιστεκόμαστε με νότες. Να δημιουργούμε κοινότητες μέσα από τους ήχους και τις νότες, οι οποίες δεν ζητούν κάτι εμείς ή έγκριση άλλα προσφέρουν απλόχερα ένα καταφύγιο. Η metal και η punk δεν αποτελούν απλά μουσικά είδη, αλλά είναι ο τρόπος και το μέσον να μπορείς να υψώσει τη φωνή σου από τη στιγμή που δεν σε ακούει κανείς. Είναι ένα είδος που δεν αρκούνται στο να χαϊδέψουν, αλλά προσπαθούν να αφυπνίσουν. Ουσιαστικά αποτελεί το καλύτερο τεκμήριο στο αξίωμα πως η τέχνη δεν χρειάζεται να είναι απλά όμορφη, για να μπορεί να είναι αληθινή.

Η επιστήμη, μέσα από τις μελέτες της, τις αναφορές της στους νευροδιαβιβαστές, τις συγκριτικές τις στατιστικές και όποιους τρόπους χρησιμοποιεί για να τη εξερευνήσει, δεν αφαιρεί το μυστήριο της μουσικής, αλλά έρχεται για να δείξει προς αυτό το μυστήριο έχει πολύ βαθιές ρίζες, όχι μόνο στην ψυχή, αλλά και στον εγκέφαλο και στην ίδια την κοινωνία που ζούμε. Έρχεται να αποδείξει πως η επιλογή να ακούσουμε ένα τραγούδι δεν προέρχεται από ένα ρηχό «μου αρέσει», αλλά ουσιαστικά βασίζεται στο «με εκφράζει», «με σώζει», καθώς και «μου θυμίζει ποιος είμαι πραγματικά».



Και από τη στιγμή που η επιλογή της μουσικής είναι η metal ή η punk, τότε μιλάμε πολύ περισσότερο από μουσική, είναι μια βουτιά στην ίδια την ψυχή μας. Ουσιαστικά μιλάμε για μια «αντίσταση στην ομοιομορφία», για την «αποδοχή του σκοτεινού» ως ένα κομμάτι του ίδιου του εαυτού μας και τέλος για την «ανάγκη να ακουστείς χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσεις τίποτα». Η επιλογή αυτών των 2 ειδών ουσιαστικά είναι μια κραυγή, ως η ασβέστη φλόγα σε κάποιον ναό του ζωροαστρισμού, η οποία δεν σβήνει ποτέ, μια οργή η οποία δεν ξεχνά ποτέ και μια συλλογική μνήμη την οποία κανένας δεν μπορεί να υποτάξει.

Κάθε μουσικό είδος αποτελεί ένα σύμβολο, η metal και η punk είναι τα πιο ειλικρινή σύμβολα που έχουμε. Είναι μουσικά ρεύματα τα οποία δεν προσφέρουν προσδοκία κάποιας λύτρωσης, ούτε ουσιαστική παρηγοριά, αλλά απλόχερα δίνουν την αλήθεια, η οποία πολλές φορές δεν είναι καθόλου ευχάριστη, όμως είναι πάντα απαραίτητη. Και αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο επιλέγουμε αυτά τα είδη, όχι επειδή μας απαλύνουν τον πόνο και μας κάνουν να νιώθουμε καλά, αλλά επειδή μας κάνουν να νιώθουμε πραγματικά. Και σε αυτό τον τομέα, η επιστήμη δίνει απλόχερα τα δεδομένα της πήγε να το επιβεβαιώσει. Δεν είμαστε απλοί παθητικοί ακροατές, αλλά είμαστε δρομείς μεγάλων αποστάσεων με τη μουσική να είναι ο ρυθμός μας που ταιριάζει με τον χτύπο της καρδιάς.

 

Jacek Henryk Maniakowski


Πηγές: 

- [Clark & Lonsdale (2023) – Music preference, social identity, and collective self-esteem](https://journals.sagepub.com/doi/pdf/10.1177/03057356221126202) 

- [Futura Labs – Psychology of Music Genres](https://futuralabs.tech/blog/music/psychology-of-music-genres-6-reasons-why-we-love) 

- [Swami et al. (2013) – Personality and Preference for Heavy Metal](https://www.apa.org/pubs/journals/features/aca-a0034493.pdf) 

- [Verywell Mind – Music Preferences and Personality](https://www.verywellmind.com/music-and-personality-2795424) 

- [Neuroscience News – The Neuroscience of Musical Tastes](https://neurosciencenews.com/music-taste-neuroscience-25588/) 

- [Frontiers in Psychology – Neural Correlates of Emotion Regulation and Music](https://www.frontiersin.org/journals/psychology/articles/10.3389/fpsyg.2017.00501/full) 

- [PNAS – Dopamine modulates the reward experiences elicited by music](https://www.pnas.org/doi/pdf/10.1073/pnas.1811878116)


Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Siva Six - Until Death Reunites Us (Dawn Of Days)

 Στην ταινία Enemy Mine με τον Dennis Quaid και Louis Gossett, Jr. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, υπάρχει ένας διάλογος ανάμεσα σε δυο εχθρούς, γήινος ο πρώτος και εξωγήινος ο δεύτερος. Οι δύο τους σε μια αερομαχία τους, συντρίβονται  σε έναν άγνωστο πλανήτη και αναγκαστικά προσπαθούν να συνυπάρξουν, είναι ο μόνος τρόπος να επιβιώσουν. Το εξωγήινο είδος, έχει μόνο ένα φύλο και μόλις φτάσει το πλήρωμα του χρόνο… απλά αναπαράγονται. Κάτι τέτοιο φάνηκε δυσνόητο στον γήινο, οποίος σκέφτηκε μάλλον πονηρά. Αλλά την απάντηση την είχε ο έτερος ήρωας της ταινίας: εσείς οι γήινοι για να ολοκληρωθείτε χρειάζεστε το δεύτερο σας μισό, το οποίο το αναζητείτε όλη σας την ζωή και δεν μπορείτε τις περισσότερες φορές να το βρείτε, εμείς ολοκληρωνόμαστε μόνοι μας.



Και η ολοκλήρωση είναι η ανακάλυψη του εσωτερικού μας εαυτού και σε αυτό το ταξείδι δε μπορούμε να είμαστε ποτέ μόνοι. Και οι άνθρωποι που συναντάμε, είναι σαν σταυροδρόμια που μας δίνουν ακόμα μια ευκαιρία να βρούμε το άλλο μας μισό.

Ο Ζ, μας αφηγείται: «Σκεφτόμουν για αρκετό καιρό ότι θα ήθελα να κάνω ένα αργό και συναισθηματικά φορτισμένο τραγούδι ,όταν άρχισα να συνθέτω το  Until Death Reunites Us  (Dawn Of Days) συνειδητοποίησα ότι αν και ποτέ δεν είχα ιδιαίτερη εμπειρία σε τέτοιου είδους φόρμες ,σχετικά γρήγορα είχα μπει στην ουσία και όλα έτρεχαν γρήγορα.

Δεν είχα διλλήματα ούτε ιδιαίτερους προβληματισμούς ως συνήθως, το τραγούδι κατάφερε από την αρχή να με κάνει « οπαδό» του και να ευχαριστιέμαι κάθε στιγμή που καταπιανόμουν με αυτό ,όσο τραγική η σκοτεινά ερωτική να είναι η ατμόσφαιρα που δημιουργεί ακούγοντας το, εγώ ένιωθα χαρούμενος για αυτό που έβγαινε ,αυτό που άκουγα.»

Το τραγούδι βρίσκεται στο 4ο άλμπουμ του Electro/ Industrial ντουέτου των Siva Six από την Αθήνα, του “Dawn of Days“ και κυκλοφόρησε το 2016, λίγους μήνες με την μετακόμισή τους στη Λειψία της Γερμανίας, όπου έχουν πλέον την έδρα τους. Είναι ένα από τα 3 τραγούδια του άλμπουμ, όπου συνεργάζονται με τον G.Diamantopoulos.

Η δημιουργία είναι, όταν εκπληρώνει τον σκοπό της είναι κάτι αυτόματο, σαν ανάσα. Όπως ακριβώς είναι και αυτόματη, αλλά όχι μηχανική, η αναζήτηση της ίδιας της ψυχής μας, με έναν τελείως τρόπο φυσικό.

Και συνεχίζει ο Ζ, η φωνή και η ψυχή του ντουέτου να μας διηγείται: «Η ιστορία πίσω από το κομμάτι είναι αληθινή αλλά και ταυτόχρονα μεγάλη για να την γράψω, αν όμως πρέπει να εξηγήσω σε κάποιον με τι έχει να κάνει όσο πιο περιληπτικά γίνεται, θα πω ότι στην ζωή κάθε ανθρώπου υπάρχουν σταυροδρόμια και αποφάσεις που δεν παίρνουν αναβολή , πισωγυρίσματα δεν επιτρέπονται στην μάχη.

Υπάρχουν πράξεις που αφήνουν πίσω το εγώ και απλώνουν το χέρι στο Φως τις δύναμης ,με πίστη, με αγώνα και με σύντροφο την αληθινή αγάπη περπατάς και ελπίζεις .»

Ίσως και αυτή η αναζήτηση μας κρατά ζωντανούς, ένα ένστικτο επιβίωσης, που γίνεται ένα εσωτερικό ταξείδι.

«Δεν υπάρχει Άλλος τρόπος από το να παλέψεις με τα πιο τρομακτικά τέρατα για να καταφέρεις να μείνεις ζωντανός , ο μεγαλύτερος αγώνας που έχεις να δώσεις στην ζωή αυτή είναι με τον ίδιο σου τον εαυτό, πρέπει πάση θυσία να τα καταφέρεις και να μην σκύψεις το κεφάλι στην σκοτεινή πλευρά που περιμένει να μαζέψει άλλη μια τσακισμένη ψύχη.»

«Το  Until Death Reunites Us  είναι ένα τραγούδι που μιλάει για αγώνα και για αγάπη που στο τέλος του δρόμου το αντίτιμο είναι η ψυχή.»Και η σκοτεινή πλευρά δεν είναι παρά η παραίτηση από αυτήν την αναζήτηση. Η ταύτιση  του εαυτού με μια μηχανική, χωρίς νόημα ζωή. Επαναλαμβανόμενη ρουτίνα, που απλά συντηρεί την βιολογική μας υπόσταση, μακριά από την ίδια την ψυχή μας. Σαν ανταλλακτικά μιας τεράστιας μηχανής, που απλά καταστρέφει…

 


Jacek Henryk Maniakowski

Μαύρη Μαγιονέζα - Περιπολικό

 

Πως μπορείς να κλειδώσεις κάπου τις νότες; Δεν έχουν βρεθεί χειροπέδες ακόμα για αυτές. Ούτε και καμιά φυλακή μπορεί να τις κρατήσει. Πάντα είναι ατίθασες και δραπετεύουν εύκολα. Είναι η φύση τους να βρίσκουν έρωτα εκεί που υπάρχει πόνος, σπάζοντας κάθε αλυσίδα προκατάληψης. Να δίνουν ανάσα εκεί που η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική. Αλλά και κει που δάκρυα ρέουν άφθονα είτε από δακρυγόνα είτε εξαιτίας του πόνου, θα μείνουν αμέτοχες, χωρίς να σκουπίσουν κάποιο δάκρυ, αν δεν σβήσουν πρώτα τα δακρυγόνα και να αφανίσουν το πόνο που τα δημιούργησε.



Και για να μην μακρηγορούμε:  

τι θα πούμε, αν δεν πούμε

δεν μπορούμε άλλο πια

ξημερώνει ήρθε η ώρα

να σε πάρω αγκαλιά.

Αυτό μας λένε οι Μαύρη Μαγιονέζα μέσα στους στίχους του τραγουδιού τους «ΠΕΡΙΠΟΛΙΚΟ» και σε ska-punk ρυθμό και με νότες που δεν κλείνονται πουθενά συνεχίζουν στο ρεφρέν:


Ω, ω! Μες το περιπολικό

Ω, ω! Θα σου πω πόσο σ’ αγαπώ

Ω, ω! Γύρνα τους την πιπίλα

Ω, ω! Σήκω και μίλα

Το τραγούδι λοιπόν, δημιουργία όλου του συγκροτήματος, βρίσκεται στο 4ο άλμπουμ τους το «Καλή Όρεξη» του 2007, αν και γράφτηκε 1-2 χρόνια πριν. Και όπως μας αποκαλύπτει ο Ανδρέας Ασημακόπουλος, η ψυχή της μπάντας, οι στίχοι και η μουσική γράφτηκαν παράλληλα: «όταν μια γάτα περπατά η ουρά κινεί το κεφάλι ή το κεφάλι την ουρά; Και τα δύο πάνε μαζί, η γάτα κινείται ολόκληρη» και κάπως έτσι γράφονται και τα τραγούδια όπως και αυτό. Το τραγούδι αγκαλιάζει τις ska-punk επιρροές του συγκροτήματος με γρήγορο ρυθμό, το χαρακτηριστικό για το είδος παίξιμο με «άρσεις» της κιθάρας, σαμπλαρισμένα πνευστά και χαρούμενο vibe.

Όσο αφορά το λυρικό μέρος, οι πάντα επίκαιροι «Μαύρη Μαγιονέζα» περιγράφουν τα γεγονότα πριν πάνω από μια δεκαετία, τα οποία δυστυχώς είναι πιο επίκαιρα από ποτέ: «Οι στίχοι είναι ως συνήθως καυστικοί και αναφέρονται στην βίαιη καταστολή διαδηλώσεων, ουσιαστικά της λαϊκής φωνής, από την εκάστοτε κυβέρνηση για πολιτικό-οικονομικούς λόγους. Ένα φαινόμενο που άρχισε να γίνεται έντονο στα μέσα της δεκαετίας των 00s, όπου γράφτηκε και το τραγούδι, και έχει πλέον σχεδόν εδραιωθεί στις μέρες μας. Ένα, από ότι φαίνεται, δυστυχώς διαχρονικό τραγούδι για το πώς αντιδρά η εξουσία στη δίψα των λαών για καλύτερες συνθήκες ζωής και ελευθερία.»

Αλλά ένα τραγούδι ερμηνεύεται πάντα, κατά ελεύθερη βούληση, φτάνει να χορεύεται, όπως ξέρει ο καθένας. Και ακούγεται όπως θέλει ο καθένας, πολλές φορές απλά ακολουθώντας τις σκέψεις των άλλων, βρίσκει κανείς τις δικές του. Τα βήματα του χορού να ακολουθούν τις νότες. Και το τραγούδι αυτό δεν κάνει εξαιρέσεις, όπως όλα τα τραγούδια του συγκροτήματος, κινεί τα πόδια μόνο με τις νότες τους. Αλλά και οι στίχοι είναι πάντα ικανοί να ξεσηκώσουν και τον νου, να χορέψει τον χορό της σκέψης και των ιδεών.

Το τραγούδι αγαπήθηκε από το κοινό της Θεσσαλονίκης και κριτικούς, ήταν για αρκετές εβδομάδες στο top-10 του 1055rock, και εκτελέστηκε ζωντανά από το συγκρότημα σε πάμπολλες συναυλίες, αλλά και σε τηλεοπτικές εμφανίσεις (Mad TV, ράδιο Αρβύλα). Στο tour για το «Καλή Όρεξη» υπήρχε πάνω από τον ενισχυτή του μπάσου ένας αστυνομικός φάρος περιπολικού, ο οποίος άναβε όταν παιζόταν το τραγούδι.  

Το περιπολικό μπορεί να είναι και συμβολικό, είναι αυτό που μπορεί να φυλακίσει τις ίδιες τις σκέψεις, ιδέες και τα συναισθήματά μας. Είναι και αυτό δικό μας δημιούργημα και οι χειροπέδες δεν είναι παρά οι ίδιες οι αγκυλώσεις μας. Μια αγκαλιά είναι όμως είναι αρκετή, για να μπορούμε να ακούσουμε τις «σκέψεις των άλλων» και να τις κατανοήσουμε.



Jacek Henryk Maniakowski