Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Frankie Goes to Hollywood - Two Tribes

 

Η πολιτική για τον Πλάτωνα θεωρείται η κορυφαία επιστήμη και ίσως να μην έχει και πολύ άδικο στα λεγόμενά του, αν τα πράγματα θα ήταν ιδανικά. Αλλά και οι άνθρωποι να είχαν και την ωριμότητα, που ούτε καν φανταστικοί χαρακτήρες λογοτεχνημάτων δεν έχουν. Η τέχνη της διαχείρισης της πόλης, με την ευρεία έννοια του όρου, μοιάζει εδώ χιλιετηρίδες περισσότερο με οργανωμένο έγκλημα τύπου μαφίας ή γιακούζα ή οποιασδήποτε τέτοιου είδους οργάνωσης. Η τέχνη ή επιστήμη συγκεντρώνει πολλές ευθύνες, αλλά η πλειονότητα το μεταφράζει σε εξουσίες, με τον κάθε ηγέτη να παίρνει την θέση του θεού επί της Γης, αντί να καταλάβει ότι δεν είναι παρά ένας ταπεινός διαχειριστής. Η ιδανική εφαρμογή της πολιτικής είναι μάλλον θέμα για βιβλία με ουτοπική ή ευτοπική θεματολογία. Όμως η τέχνη με διακριτικό τρόπο, προσπαθεί να ελέγξει την εξουσία και το μεγαλύτερό της όπλο είναι η σάτιρα. Η δύναμή της πολύ εύστοχα την παρουσιάζει και ο Ουμπέρτο Έκο στο «Όνομα του Ρόδου»



Στην μουσική τα παραδείγματα γελοιοποίησης των εχόντων εξουσία δεν είναι λίγα. Αν και τέτοιες προσπάθειες εύκολα λογοκρινόταν και με συνοπτικές διαδικασίες, η θαρραλέα, πολλές φορές φτάνοντας και το θράσος, επιμονή των μουσικών είχε μέγιστα αποτελέσματα. Ειδικά αν η επιτυχία του τραγουδιού ήταν τέτοια, που σκαρφάλωνε στην κορυφή των charts. Οι Frankie Goes to Hollywood ήταν ορισμός του μη πολιτικά ορθού συγκροτήματος. Αλλά το δικό τους κατόρθωμα μόνο κάποιοι άλλοι μουσικοί από την πόλη του Liverpool κατάφεραν να φτάσουν. Και αυτό 20 χρόνια πριν την κυκλοφορία του δεύτερου του σινγκλ "Two Tribes", το 1984. Ήταν το δεύτερο από τα τρία πρώτα της μπάντας που ανέβηκε στο Νο 1 της Μ. Βρετανίας, πριν καν κυκλοφορήσουν το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ. Η δημιουργία των Peter Gill, Holly Johnson και Mark O'Toole μπήκε στο άλμπουμ τους, το Welcome to the Pleasuredome του 1984.

Το τραγούδι γράφτηκε δύο χρόνια νωρίτερα, από την κυκλοφορία του άλμπουμ, όταν ακόμα ο ψυχρός πόλεμος βρισκόταν στα φόρτε του και  οι προσκείμενοι  στην μια πλευρά μποϊκόταραν τις εκδηλώσεις που γινόταν στο έδαφος της άλλης, με την κορύφωση να είναι οι δύο Ολυμπιάδες στην Μόσχα το 1980 και στο Λος Άντζελες  τέσσερα χρόνια αργότερα. Αλλά αυτό δεν εμπόδισε του Βρετανικό συγκρότημα να βάλει τους δύο ηγέτες των υπερδυνάμεων σε ένα … ρινγκ. Στην πραγματικότητα η κύρια έμπνευση για το τραγούδι υπήρχε μια ρήση του τότε Προέδρου των Η.Π.Α. Ronald Reagan, στην οποία αναφερόταν στην επιστροφή του Χριστού μετά από έναν πυρηνικό πόλεμο. Αλλά η βασική τους μουσική έμπνευση προέρχεται από την προπαγανδιστική ταινία, Βρετανικής παραγωγής, την Protect and Survive, που αναφέρεται στην προστασία από πυρηνικό πόλεμο, αλλά και την αναγνώριση του δήθεν εχθρού. Ουσιαστικά έχουν πάρει κομμάτια από την ταινία και με το κατάλληλο μιξάρισμα και συνοδεία σφυροκοπήματος του μπάσου, δημιουργήθηκε το κυρίως θέμα.

Η πρώτη εκδοχή του τραγουδιού ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο του 1982 για το ραδιοφωνικό παραγωγό του BBC, τον  John Peel. Όπως αναφέρει ο Holly Johnson, ήθελαν να συνδυάσουν την Αμερικάνικη funk μαζί με στοιχεία ρώσικης παραδοσιακής μουσικής. Αν και εποχή που κυκλοφόρησε το τραγούδι, ο κόσμος ήταν σχεδόν χωρισμένος σε δυο στρατόπεδα, το αμερικάνικο και το σοβιετικό, ουσιαστικά αναφέρεται σε οποιεσδήποτε δυο αντιμαχόμενες παρατάξεις «cowboys and Indians ή Captain Kirk and Klingons», όπως λέει σαν παράδειγμα ο ίδιος. Ωστόσο ο στίχος: "On the air America/I modelled shirts by Van Heusen" έχει αφαιρεθεί από το τραγούδι, λόγω της σαφής αναφοράς στον τότε Αμερικανό πρόεδρο και πρώην πρωταγωνιστή ταινιών γουέστερν. Η σαφήνεια της φράσης οφείλεται στο γεγονός, ότι ήταν και ο πρωταγωνιστής στην διαφημιστική καμπάνια της εταιρίας το 1953.

Η παραγωγή του τραγουδιού έγινε από τον Trevor Horn στα Sarm West Studios του Λονδίνου, με μηχανικό ήχου τον Steve Lipson. Η παραγωγή θεωρείται ορόσημο της πρώιμης ψηφιακής εποχής καθώς χρησιμοποιήθηκε εκτενώς το Fairlight CMI για sampling, συνθεσάιζερ και επεξεργασία φωνής. Τα μέλη των Art of Noise (JJ Jeczalik, Anne Dudley) συνέβαλαν στον προγραμματισμό και στο sampling, δίνοντας στο κομμάτι τον χαρακτηριστικό «μηχανικό» αλλά ταυτόχρονα οργανικό ήχο. Ο ρυθμός, που ουσιαστικά ακούγεται σαν σφυροκόπημα που θα ζήλευαν οι πιο καταξιωμένοι metal μπασίστες, δεν είναι απλό μπάσο, αλλά επεξεργασμένο kick drum + synth bass, με layering που δημιουργεί αίσθηση industrial ήχου, πριν αυτός ενταχθεί ως μουσικό είδος, μαζί με την αίσθηση μιας κλιμακούμενης απειλής.

Το τραγούδι που παρέμεινε στο Νο 1 του Βρετανικού τσαρτ για 9 εβδομάδες και θεωρείται το πιο επιτυχημένο σινγκλ μεταξύ 1978 και 1991, πήρε τον τίτλο του από την ταινία Mad Max 2. Και συγκεκριμένα από την φράση «when two great warrior tribes go to war». Στο ξεκίνημά του μιλάει ο ηθοποιός Patrick Allen, διαβάζοντας στην πραγματικότητα από ένα φυλλάδιο της Βρετανικής Κυβέρνησης για την πολιτική προστασία. Η φωνή ήταν από τις πιο γνωστές τηλεοπτικές φωνές της τηλεόρασης της χώρας. Το βιντεοκλίπ του τραγουδιού συνέβαλε επίσης στην επιτυχία του. Σκηνοθετημένο από τους Godley & Creme, απεικονίζει μια μάχη ελεύθερης πάλης ανάμεσα σε Ronald Reagan και τον Konstantin Chernenko. Αλλά και από το βίντεο κόπηκαν κάποιες σκηνές λόγω … βίαιου χαρακτήρα τους, όπως η σκηνή όπου ο αμερικανός πρόεδρος δαγκώνει το αυτί του ομότιμου του σοβιετικού.

Προφανώς η σκηνοθεσία των χρησιμοποιούσες σωσίες και όχι τους πραγματικούς ηγέτες, ίσως μπορεί ο καθένας να κάνει μία τέτοια απεικόνιση στο μυαλό του, για ευνόητους λόγους και προφανώς κανένας από τους 2 ηγέτες δεν δέχονταν κάτι τέτοιο. Παρόλα αυτά η ομοιότητα ήταν πολύ μεγάλη, κάτι που προκάλεσε και διπλωματική ενόχληση και αρκετές συζητήσεις στον τύπο. Η σκηνή του δαγκώματος στο αυτί, που κόπηκε από το μουσικό κανάλι MTV, αλλά κυκλοφόρησε τελικά σε VHS singles και σε ειδικές εκδόσεις του άλμπουμ. Υπήρξαν και εναλλακτικές εκδοχές του βίντεο με άλλους πολιτικούς (Thatcher, Gorbachev, ακόμη και ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β' σε ορισμένα bootlegs), ενισχύοντας το μήνυμα ότι η σύγκρουση είναι διαχρονική και όχι γεωπολιτικά συγκεκριμένη.

Πολλές παραλλαγές του τραγουδιού δημιουργήθηκαν, κάποιες από τις οποίες συνοδευόταν και από διαφορετικό βιντεοκλίπ, αλλά πάντα με την ίδια θεματολογία και με πολλούς πολιτικούς ηγέτες να παρελαύνουν από αυτά. Το σιγκλ πούλησε πάνω από 2 εκατομμύρια αντίτυπα και αυτό οφείλεται και στην δισκογραφική εταιρία ZTT, που το κυκλοφόρησε και στην επιθετική της καμπάνια για την προώθηση του. Οι τρεις εκδοχές του είναι : - «Annihilation» (12"): πιο επιθετική, με επιπλέον samples, spoken word αποσπάσματα και extended instrumental breaks.

- «Carnage» (12"): εστιάζει στην παρανοϊκή κλιμάκωση της σύγκρουσης, με ασύμμετρα ρυθμικά μοτίβα και χαοτική ενορχήστρωση.

- «Peace» (7"/radio edit): κλείνει με αισιόδοξο outro και φωνή του ηθοποιού Chris Barrie (γνωστού impersonator του Reagan), που διαβάζει ένα φανταστικό ανακοινωθέν ειρήνης.

Αυτή η στρατηγική δεν ήταν απλώς εμπορική. Κάθε εκδοχή αντιπροσώπευε μια διαφορετική οπτική της διπολικής λογικής, δηλαδή την καταστροφή, την παρανοϊκή κλιμάκωση και τέλος την ειρήνη. Η πολλαπλή κυκλοφορία σε διαφορετικά formats (7", 12", picture disc, cassette single) ήταν καινοτόμα για την εποχή και εκτόξευσε τις πωλήσεις.

Αν και το τραγούδι ανέμενε μεγάλη λογοκρισία, προφανώς θέλοντας να ωφεληθεί από αυτό εμπορικά, μέσα από το Forbidden fruit effect. Όμως, παρά την αρχική επιφύλαξη του BBC, εξαιτίας του πολιτικού περιεχομένου τραγουδιού και της πρόσφατης διαμάχης που είχε με το τραγούδι τους «Relax», δεν λογοκρίθηκε επίσημα. Αλλά αντίθετα μπήκε σε heavy rotation μετά από μαζικά αιτήματα ακροατών και κριτική υποστήριξη από ραδιοφωνικούς παραγωγούς. Η αφαίρεση του στίχου για τα πουκάμισα Van Heusen έγινε μόνο στην radio edit, αλλά διατηρήθηκε σε ορισμένες 12" εκδοχές και στο άλμπουμ. Η «απειλή» λογοκρισίας, παράδοξα, λειτούργησε ως μηχανισμός προώθησης, ενώ η επιθετική καμπάνια της ZTT (αφίσες, T-shirts, περιορισμένες εκδόσεις, copywriting του Paul Morley) το μετέτρεψε σε ένα είδος πολιτισμικού φαινόμενου πριν καν μπει στα charts.

Το τραγούδι κατάφερε να αφήσει και ένα πολιτισμικό καθώς και πολιτιστικό πρόσημο. Παρόλο που γράφτηκε στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, δεν είχε μόνο ένα χαρακτήρα που δήλωνε αντίθεση στα πυρηνικά προγράμματα των δύο ηγετικών χωρών, Αλλά ήταν και μία σάτιρα για την διπολική λογική που κυβερνούσε τον κόσμο και πάντα ως στόχο την κάθε δικαστική ιδεολογία. Ειδικά σε χώρες όπου υπάρχει μεγάλη χειραγώγηση της πλειοψηφίας, το διπόλικό αυτό μοντέλο χρησιμοποιείται ευρέως για τον έλεγχο των μαζών. Στις ΗΠΑ, παίχτηκε σε ραδιοφωνικούς σταθμούς college rock και alternative, ενώ στη Σοβιετική Ένωση κυκλοφόρησε παράνομα μέσω μαγνητοταινιών (magnitizdat), γίνοντας σύμβολο της νεανικής αντίστασης στη σοβιετική προπαγάνδα. Ο Reagan δεν σχολίασε ποτέ επίσημα, αλλά η σάτιρα αναγνωρίστηκε από Αμερικανούς κριτικούς ως «έξυπνη κριτική της πολιτικής θεατρικότητας και της πυρηνικής ρητορικής».

Το «Two Tribes» έχει διασκευαστεί από συγκροτήματα όπως οι The Sisters of Mercy, Moby, The Buggles και The KLF, στις ζωντανές εμφανίσεις και μόνο και χωρίς κάποια επίσημη άδεια, ενώ samples του χρησιμοποιήθηκαν σε hip-hop, industrial και electronic tracks. Ακαδημαϊκά, μελετάται ως περίπτωση του «political pop satire» και ως παράδειγμα του πώς η εμπορική μουσική μπορεί να λειτουργήσει ως κριτικός καθρέφτης της εξουσίας. Το 2014, για τα 30 χρόνια, το περιοδικό NME και το Rolling Stone το αναγνώρισαν ως ένα από τα πιο τολμηρά πολιτικά singles της δεκαετίας του ’80, ενώ το BBC Radio 2 το συμπεριέλαβε στη λίστα «100 Songs That Changed Britain».


Jacek Henryk Maniakowski

Peter Gabriel - Red Rain

 

Ο καλλιτέχνης είναι ουσιαστικά ένα ποντίφικας (από το pons «γέφυρα» και το -fex, προερχόμενο από το facio «κάνω» δηλαδή γεφυροποιός) ανάμεσα στον πραγματικό και τον φανταστικό κόσμο. «Το Online Etymology Dictionary στο pontifex επιπλέον παραθέτει διάφορες εκδοχές για την ετυμολογική προέλευση της λέξης. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ποντίφικας αρχικά σήμαινε «δημιουργός γέφυρας», γιατί πάντοτε θεωρούσαν ότι η δημιουργία αυτή χαρακτηρίζεται από θεία έμπνευση. Σύμφωνα με μια δεύτερη εκδοχή, ο όρος είχε τη μεταφορική σημασία της γεφύρωσης του επίγειου κόσμου και του βασιλείου των θεών.». Και ουσιαστικά αυτός είναι και ο ρόλος των μουσικών, να ενσαρκώνουν το «ιερό» μέσα σε μια μελωδία ή ακόμα και έναν στίχο. Εδώ όμως, την έννοια του ιερού έχει ένα όνειρο. Όπου μόνο ο καλλιτέχνης μπορεί να γειώσει κάτι αόρατο, ίσως και φανταστικό.



Δεν είναι λίγες φορές που ένα όνειρο στάθηκε έμπνευση για ένα μουσικό κομμάτι ( https://echooadventures.blogspot.com/2013/08/uriah-heep-lady-in-black.html ) . Αλλά ακόμα και ή ίδια μελωδία παρουσιάστηκε στο όνειρο του καλλιτέχνη ( https://echooadventures.blogspot.com/2026/07/giuseppe-tartini-devils-trill.html ). Η έμπνευση έχει σχεδόν παντού πηγές, οι οποίες δεν αφήνονται ανεκμετάλλευτες από κάποιον δημιουργό. Έτσι και ο μέγιστος Peter Gabriel, δεν θα άφηνε ένα έντονο όνειρο να πάει χαμένο. Αποτέλεσμα ενός τέτοιου είναι και το "Red Rain" από το πέμπτο του προσωπικό του άλμπουμ, το So του 1986. Η δημιουργία του ανήκει αποκλειστικά στον τραγουδοποιό, οποίος συμμετείχε και στην παραγωγή του με συν-παραγωγό τον Daniel Lanois σε ορισμένα κομμάτια. Το τραγούδι που ανοίγει και το άλμπουμ, ήταν το δεύτερο σινγκλ και ηχογραφήθηκε κυρίως στα Ashcombe House και Real World Studios, με μηχανικό ήχου τον David Bottrill. Η παραγωγή συνδυάζει αναλογικά όργανα με ψηφιακή επεξεργασία (Fairlight CMI, digital delay), χαρακτηριστικό της μεταβατικής περιόδου των mid-80s. Και είναι από αυτό και γνώρισε την πιο μεγάλη του αποδοχή στην Αμερική, καθώς έφτασε στο Νο 3 του Billboard Hot 100, Νο 1 του Mainstream Rock, Νο 46 στο UK, Νο 3 στον Καναδά και Νο 14 στην Αυστραλία. Ο ήχος της βροχή δημιουργήθηκε στα hi-hat από τον ντράμερ των The Police Stewart Copeland, οποίος συμμετέχει και σε άλλα κομμάτια του άλμπουμ με την πραγματική του μουσική ιδιότητα. Στο συγκεκριμένο όμως τραγούδι τα ντραμς παίζει Jerry Marotta.

Τον τίτλο, αλλά και το λυρικό μέρος είναι εμπνευσμένο από ένα συνεχόμενο όνειρο που έβλεπε ο καλλιτέχνης. Συγκεκριμένα ο Gabriel ονειρευόταν ότι κολυμπούσε σε μια θάλασσα με κόκκινο νερό, η οποία ήταν χωρισμένη από δύο κόκκινους τοίχους. Σε αυτούς υπήρχαν σαν βιδωμένες δύο φιγούρες, που γέμιζαν την θάλασσα με αίμα. Όσο πλησίαζε στην ακτή όμως, η ένταση του κόκκινου μειωνόταν. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος και έχει δηλώσει επανειλημμένα (Rolling Stone 1986, Q Magazine 2012, Uncut 2016), συνήθιζε να έχει αυτά τα έντονα όνειρα, που του δημιουργούσαν πολύ μεγάλο φόβο. Αυτά μάλλον προερχόταν από συναίσθημα συμπόνιας προς άλλους ανθρώπους. Αλλά υπάρχει και άλλη εκδοχή σχετική την έμπνευση για το τραγούδι, που πάλι προέρχεται από ένα όνειρο. Και αυτή αναφέρεται σε κάποια μπουκάλια που έπεφταν από έναν γκρεμό και είχαν σχήμα ανθρώπων. Καθώς έσπαγαν με την πτώση, έβγαινε από αυτά ένα κόκκινο υγρό και αμέσως μετά άρχισε να ρίχνει κόκκινη βροχή.

Το ανήσυχο πνεύμα του τραγουδοποιού αναζητούσε και άλλους τρόπους δημιουργικής έκφρασης. Μεταξύ αυτών ήταν η δημιουργία μια ταινίας, στην  οποία κάποιοι χωρικοί τιμωρούνται με κόκκινη βροχή για τις δικές τους αμαρτίες. Το τραγούδι προοριζόταν για να επενδύσει μουσικά την ταινία. Αλλά στην πραγματικότητα είχε έτοιμο το soundtrack ολόκληρο. Στην επανέκδοση του άλμπουμ So, αναφέρεται στις σημειώσεις ότι το τραγούδι αφορά την όξινη βροχή και κατά κάποιους άλλους σε πυρηνικό νέφος, κάτι ενισχύθηκε από το πολιτικό κλίμα της εποχής (Cold War, Τσερνόμπιλ 1986, περιβαλλοντική κρίση), αλλά ο Gabriel την άφησε σκόπιμα ανοιχτή, προτιμώντας την «πολυσημία» έναντι της πολιτικής διδαχής. Όμως, οι στίχοι 'I come to you / defenses down / with the trust of a child', κατά κάποιους άλλους αναφέρονται στην αποτυχημένη σχέση του με την ηθοποιό Rosanna Arquette. Όμως αυτό παραμένει μια ατεκμηρίωτη φημολογία. Ο Gabriel ποτέ δεν την επιβεβαίωσε, τονίζοντας ότι οι στίχοι λειτουργούν ως «καθρέφτης» για τον ακροατή, όχι ως αυτοβιογραφικό ημερολόγιο.

Το Βίντεο Κλιπ σκηνοθετήθηκε από τον Brian Grant και προτάθηκε για Best Male Video στα MTV VMAs 1987. Χρησιμοποιεί ελάχιστα σκηνικά, έντονο κόκκινο φωτισμό, υδάτινα εφέ και αργές κινήσεις κάμερας για να αποδώσει την ονειρική/εφιαλτική διάσταση. Έτσι, δεν προσπαθεί να διηγηθεί κυριολεκτικά το όνειρο αλλά το μεταφράζει σε μια σε αισθητική εμπειρία στη οποία η βροχή δεν πέφτει από τον ουρανό, αναδύεται από το έδαφος, αντιστρέφοντας τη φυσική λογική και τονίζοντας την υποσυνείδητη προέλευση του τραγουδιού.

Από πλευράς μουσική το χτίζεται πάνω σε έναν ασύμμετρο, syncopated ρυθμό που εναλλάσσεται μεταξύ 4/4 και υπονοούμενων 7/8, δημιουργώντας αίσθηση αστάθειας που ταιριάζει με την ονειρική ή εφιαλτική θεματολογία. Η γραμμή μπάσου του Tony Levin (παιγμένη σε Chapman Stick) λειτουργεί ως «υποβρύχιος παλμός», κινούμενη σε αντίρροπη μελωδία με τα φωνητικά και ενισχύοντας την αίσθηση βύθισης ή ανάδυσης. Τα πλήκτρα και τα συνθεσάιζερ δεν συνοδεύουν απλώς, αποτυπώνουν ηχητικά το όνειρο με τα pads να μιμούνται την πυκνότητα του νερού, τα arpeggiated patterns την πτώση των σταγόνων, ενώ η επεξεργασία των φωνητικών δημιουργεί μια αίσθηση απόστασης έως ηχούς, κάτι που παραπέμπει σε υποσυνείδητη φωνή.

Στα live, το «Red Rain» συχνά επεκτείνεται με ορχηστρικά μέρη, προβολές και διαφορετικούς αυτοσχεδιασμούς. Η εκτέλεση στο «Secret World Tour (1993)» και στο «Growing Up Live (2003)» θεωρείται από τις πιο συναισθηματικά φορτισμένες, με τον Gabriel να χρησιμοποιεί πιο θεατρικό φωτισμό και κίνηση για να ενισχύσει την αίσθηση βύθισης και ανάδυσης. Το τραγούδι παραμένει σταθερό στοιχείο του setlist του, πολλές φορές ως γέφυρα μεταξύ της προσωπικής και της πολιτισμικής αφήγησης. Έχει διασκευαστεί από ορχήστρες, jazz σχήματα και progressive rock συγκροτήματα, ενώ χρησιμοποιήθηκε σε ντοκιμαντέρ για την κλιματική αλλαγή και σε ψυχολογικές μελέτες για τη συμβολική επεξεργασία του τραύματος μέσω της τέχνης.

Το τραγούδι δεν παρέμεινε μόνο στα αυτιά των φίλων του μουσικού ή ακόμα στις καρδιές των οπαδών του, αλλά το ταξείδι του έφτασα ακόμα και στα ακαδημαϊκά «σαλόνια». Συγκεκριμένα μελετάται ως περίπτωση «oneirogenic songwriting» (τραγουδοποιίας εμπνευσμένης από όνειρα) και ως πολιτισμικό τεκμήριο της δεκαετίας του ’80 για την «περιβαλλοντική ανησυχία και την ψυχολογική αίσθηση που νιώθει κανείς σαν ευάλωτος απέναντι στην καταστροφή της φύσης. Η δομή του (απουσία παραδοσιακού ρεφρέν, κλιμακούμενη ένταση, ηχητική συμβολισμός) αναλύεται σε μαθήματα Μουσικής Ψυχολογίας, Πολιτισμικών Σπουδών και Ανάλυσης Λαϊκής Μουσικής ως παράδειγμα του πώς η υποσυνείδητη εμπειρία μεταφράζεται σε δομημένο καλλιτεχνικό λόγο. Οι Ακαδημαϊκές μελέτες (π.χ. Journal of Popular Music Studies του 2018 και Popular Music & Society του 2020) το αναφέρουν ως ορόσημο της «μεταμοντέρνας ροκ αφήγησης, κατά την οποία το προσωπικό όνειρο γίνεται συλλογικός μύθος.


Jacek Henryk Maniakowski

Giuseppe Tartini - The Devil’s Trill

 

Οι ρίζες ενός μουσικού είδους είναι πάντα θολές και δύσκολα ως ακατόρθωτα, μπορεί κανείς να πει ότι κάποιος συγκεκριμένος έπαιξε πρώτος ένα είδος. Άλλωστε οι μελωδίες είναι ξεχωριστές οντότητες και απλά χρησιμοποιούν τους ανθρώπους για να τις ενσαρκώσει. Έτσι η εξέλιξη των μουσικών ειδών μπορεί να είναι άμεσα συνυφασμένη με την εξέλιξη  της τεχνολογίας και των μουσικών οργάνων, αλλά πάντα υπάρχει και ένα υπερφυσικό ή καλύτερα ανεξήγητο υπόβαθρο στην δημιουργία μιας σύνθεσης.



Η κλασική μουσική ή ακόμα και προγενέστερα είδη πάντα ήταν ένα Ελντοράντο έμπνευσης για τους δημιουργούς της ροκ. Τα παντρέματα με τις σκληρές εκφράσεις, συνήθως ήταν πετυχημένα, αλλά και δημιούργησαν νέα είδη. Ταυτόχρονα έδωσαν ευκαιρία σε κάθε επίδοξο πιτσιρικά ρόκερ να γνωρίσει τις ρίζες, της ευρωπαϊκής κυρίως, μουσικής. Άλλωστε οι εκκλησιαστικοί αφορισμοί της μουσικής έχουν μακρά ιστορία. Την θέση του βιολιού πριν λίγους αιώνες, στην σημερινή εποχή έχει πάρει η ηλεκτρική κιθάρα. Η ύπαρξη του μύθου πίσω από μια σύνθεση είναι αναγκαία για την είσοδό τη στην αιωνιότητα. Και ένας από τους πιο γνωστούς μύθους είναι αυτός γύρω από το The Devil’s Trill του προκλασικού Giuseppe Tartini (1692–1770).

Το The Devils Trill ή TheDevils TrillSonata ή Violin Sonata in G Minor μια μουσική  σύνθεση  σονάτα για βιολί και Basso continuo, όργανο σχεδόν απαραίτητο για μια τέτοια σύνθεση στην εποχή της Baroque (1600–1750). Αποτελούμενη από 3 μέρη : Larghetto affettuoso , Allegro moderato, Andante Allegro assai, ακολουθεί μια συνηθισμένη δομή για μια τέτοια σύνθεση. Αλλά άνετα στέκει σε μια ροκ σύνθεση, είτε σε αποσπάσματα είτε ακόμα και ολόκληρη, πάντα όμως με σύγχρονα ηλεκτρικά όργανα ερμηνευμένη. Το περίφημο Trill βρίσκεται στο στο Andante του τρίτου μέρους, πριν την γρήγορη coda, σβήσιμο και … ουρά στην κυριολεξία. Και δεν είναι απαραίτητο να είναι κάποιο μουσικό κομμάτι που να ανήκει στην Symphonic metal.



Η καταπληκτική βιολίστρια Vanessa-Mae έκανε ευρεία γνωστό το μουσικό κομμάτι σε κοινό που δεν είναι οπαδοί της κλασικής μουσικής απαραίτητα. «Σέρβιρε» με περίσσια χάρη σε ποπ-ροκ κοινό απόσπασμα από την σονάτα μέσα το ένατο άλμπουμ της, το The Original Four Seasons and the Devil's Trill Sonata: The Classical Album 3, δίνοντας την  ευκαιρία σε πραγματικούς μουσικόφιλους για αναζήτηση της ιστορίας πίσω από την αυθεντική δημιουργία. Οποία χρονολογείται μεταξύ του 1740 και 1745,  περιγράφοντας το 1713 σαν έτος που έλαβε χώρα η αφήγηση. Αν και λανθασμένα μερικές φορές αναφέρεται αυτή η χρονολογία, αλλά η γραφή των διπλών φωνών και η ωριμότητα της αρμονίας ανήκουν στη μετέπειτα περίοδο του Tartini.

Ωστόσο ο μύθος ή ιστορία, που δημιούργησε ο ίδιος ο συνθέτης δεν αλλάζουν. Λέγεται ότι ο συνθέτης εκμυστηρεύτηκε ένα όνειρο που είδε, στον φίλο του αστρονόμο Jérôme Lalande. Συγκεκριμένα, εμφανίστηκε ο διάβολος στον ύπνο του και ζήτησε να γίνει υπηρέτης του. Αυτός τότε ξεκίνησε να του κάνει κάποια μουσικά μαθήματα και στο τέλος του έδωσε το βιολί του να δοκιμάσει τις ικανότητες στο παίξιμο. Μιας που το συγκεκριμένο όργανο έχει ταυτιστεί με τον ακατονόμαστο και δεν εννοώ τον Μητσοτ…. Γκουχ γκουχ , άρχισε να παίζει δαιμονισμένα και με τέτοια δεξιοτεχνία που κόπηκε η ανάσα του συνθέτη. Όλα αυτά φυσικά μέσα στο όνειρό του.

Αλλά ο ίδιος συνθέτης δεν το είχε αναφέρει ποτέ και καταγράφηκε από τον Γάλλο αστρονόμο Jérôme Lalande μετά από συνομιλία του με τον Tartini το 1765, σε ένα κείμενο, το Lalande's Voyage d'un François en Italie (1765 - 66): ένα βράδυ το έτος 1713, ονειρεύτηκε ότι έκανε μια συμφωνία με τον διάβολο με αντάλλαγμα την ψυχή του. Ο διάβολος αποδείχτηκε πρόθυμος να εκπληρώσει την κάθε του επιθυμία και μεταξύ άλλον του έδωσε και το βιολί του για να δει αν θα μπορούσε να παίξει. Η έκπληξη του ήταν μεγάλη, καθώς κατάφερε να συνθέσει την εν λόγω σονάτα. Μαγεμένος από την τεχνική και τον ευφυή τρόπο παιξίματος…. Ξέχασε να ανασάνει, μιας που δεν είχε συνηθίσει να αφήνει την φαντασία του ελεύθερη και να παρασυρθεί από αυτήν. Το αποτέλεσμα ήταν να ξυπνήσει, αλλά άρπαξε κατευθείαν το  βιολί και προσπάθησε να αποτυπώσεις, έστω εν μέρει, την μελωδία. Θεωρώντας και ο ίδιος το καλύτερο του δημιούργημα, δεν μπόρεσε να ξεχάσει την συγκίνηση που του δημιούργησε αυτό το όνειρο.

Σύγχρονη μουσικοψυχολογία ερμηνεύει το όνειρο ως υπναγωγική κατάσταση (hypnagogic state): μια φάση μεταξύ εγρήγορσης και ύπνου όπου ο εγκέφαλος συνδυάζει ασυνείδητες μνήμες, τεχνικές δεξιότητες και συναισθηματική ένταση σε νέες μορφές. Πολλοί συνθέτες (από τον Tartini έως τον Stravinsky και τον Paul McCartney) έχουν αναφέρει παρόμοιες «αυτόματες» δημιουργικές εμπειρίες. Ουσιαστικά ήταν ένα μόνο μικρό μέρος από την σονάτα που έπαιξε ο ίδιος ο διάβολος. Και στην ενός τετάρτου περίπου σύνθεση, επαναλαμβάνει πολλές φορές το ίδιο μοτίβο, αλλάζοντας απλά το τέμπο και την ένταση.

Η σονάτα δεν εκδόθηκε όσο ζούσε ο συνθέτης. Κυκλοφόρησε μεταθανάτια το 1798 από τον οίκο Longman & Broderip στο Λονδίνο. Ο τίτλος «The Devil’s Trill» δεν τον έδωσε ο Tartini, αλλά μεταγενέστεροι εκδότες και κριτικοί, που εντυπωσιάστηκαν από την τεχνική δυσκολία και τη δραματική ατμόσφαιρα. Δεν πρόκειται για ένα απλό trill, αλλά για σειρά ταχέων διπλών τριλιών (double-stop trills) σε εναλλασσόμενες νότες, που απαιτούν απόλυτη ανεξαρτησία των δαχτύλων του αριστερού χεριού, ακριβή κατανομή του δοξαριού και αλάνθαστη ευθυτονία ή intonazione.

Στο Baroque βιολί, οι χορδές ήταν από έντερο, το δοξάρι ελαφρύτερο και η τεχνική των διπλών τόνων, trill, βρισκόταν σε πειραματικό στάδιο. Ο Tartini τα ώθησε στα όρια, δημιουργώντας ένα πολυφωνικό εφέ που ακούγεται σαν δύο βιολιά να παίζουν ταυτόχρονα. Σήμερα, το απόσπασμα αυτό θεωρείται ένα από τα δυσκολότερα στην ιστορία της μουσική. Ερμηνευτές όπως ο Jascha Heifetz, ο Itzhak Perlman, η Hilary Hahn και η Viktoria Mullova το προσεγγίζουν διαφορετικά, άλλοι δίνουν έμφαση στην τεχνική ακρίβεια, άλλοι στη δραματική αφήγηση, αποδεικνύοντας ότι το «trill» δεν είναι απλώς επίδειξη, αλλά συναισθηματική κορύφωση.

Η σονάτα αποτελεί άμεσο πρόγονο του neoclassical metal. Κιθαρίστες όπως ο Yngwie Malmsteen, ο Marty Friedman και οι Dream Theater έχουν δηλώσει ότι η Baroque τεχνική του Tartini, του Bach και του Paganini τους δίδαξε πώς να μεταφέρουν την πολυφωνία, αρπέτζιο και τα trill στην ηλεκτρική κιθάρα.

Τεχνικές όπως το sweep picking, το legato, το tapping και τα γρήγορα εναλλασσόμενα μοτίβα στην κιθάρα είναι η ηλεκτρική μετάφραση των διπλών τριλιών και των πολυφωνικών γραμμών του βιολιού. Η σονάτα έχει διασκευαστεί ή δανειστεί από συγκροτήματα όπως οι Trans-Siberian Orchestra, οι Apocalyptica, οι Therion και οι Rhapsody of Fire, ενώ το «trill» εμφανίζεται ως μοτίβο σε prog-metal και symphonic rock συνθέσεις που αναζητούν τη δραματική ένταση του Baroque.

Η Vanessa-Mae, μπορεί να το έφερε στο ευρύ κοινό, αλλά η πραγματική «γέφυρα» με τη ροκ σκηνή χτίστηκε μέσω των κιθαριστικών διασκευών και της χρήσης του σε soundtracks ταινιών, σειρών και βιντεοπαιχνιδιών (π.χ. Assassin’s Creed, The Witcher 3 mods, κλασικά RPG).

Η σονάτα μελετάται σε πανεπιστημιακά τμήματα Ιστορικής Εκτελεστικής Πρακτικής (HIP) ως περίπτωση σύγκρισης μεταξύ μοντέρνου και Baroque βιολιού, όπως το διαφορετικό δοξάρι, χορδές, κούρδισμα, ορναμεντική και ρυθμική ελευθερία. Μουσικολόγοι όπως ο Peter Allsop (Giuseppe Tartini: Master of the Violin) και ο Daniel Leech-Wilkinson αναλύουν πώς ο μύθος λειτούργησε ως μηχανισμός αυτο-προβολής και πολιτισμικής νομιμοποίησης για έναν συνθέτη που ήθελε να τοποθετήσει την τεχνική του βιολιού στο ίδιο επίπεδο με τη φωνητική οπερατική παράδοση.

Σε λίστες «δυσκολότερων κομματιών για βιολί» (π.χ. Gramophone, Strings Magazine), το «Devil’s Trill» κατατάσσεται σταθερά στην πρώτη δεκάδα, όχι μόνο για τεχνικούς λόγους, αλλά γιατί απαιτεί συναισθηματική ωριμότητα, δηλαδή η τεχνική πρέπει να υπηρετεί την αφήγηση, όχι το αντίστροφο.

Το χειρόγραφο της σονάτας δεν σώζεται. Γνωρίζουμε το έργο μόνο μέσω των πρώτων εκδόσεων του 1798 και μεταγενέστερων αντιγράφων. Ο μύθος έχει εμπνεύσει λογοτεχνία, κόμικς, ακόμη και επιστημονικές μελέτες για τη δημιουργικότητα στον ύπνο, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη και η επιστήμη συχνά συναντιούνται στο ίδιο όνειρο.


Jacek Henryk Maniakowski