Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Beatles - Don't Let Me Down


Οι Beatles, δεν έγραψαν μόνο ιστορία στην ροκ μουσική, ουσιαστικά την δημιούργησαν με τα τραγούδια τους. Αλλά σχεδόν όλα τα τραγούδια τους έχουν μια ενδιαφέρουσα ιστορία, πίσω από την δημιουργία τους. Άλλωστε σχεδόν κάθε τραγούδι τους ήταν ένα ιστορικό γεγονός, πάντα στον κόσμο της μουσικής.
 Το "Don't Let Me Down" βρίσκεται στο Let It Be, δωδέκατο και τελευταίο στούντιο άλμπουμ τους του 1969. Σαν σινγκλ κυκλοφόρησε σαν B-side στο "Get Back". Αν και είναι δημιουργία του John Lennon, αναγράφεται το δίδυμο Lennon-McCartney, σαν δημιουργοί του. Ουσιαστικά είναι το πρώτο τραγούδι, απόδειξη της χοντρής καψούρας του Lennon, για την Yoko Ono. Το τραγούδι, εκτός των άλλων είναι και προμήνυμα για την διάλυση της μπάντας και οι κραυγές του τραγουδιστή, προϊδεάζουν για το επερχόμενο John Lennon/Plastic Ono Band, άλμπουμ με την Ono. 
 Ο Richie Unterberger από Allmusic, χαρακτήρισε το τραγούδι, το πιο δυνατό ερωτικό τραγούδι της μπάντας. Αλλά και πολλοί μουσικοί αρθρογράφοι το χαρακτήριζαν σαν το πιο αδικημένο τους, μιας που δεν είχε αρκετή ανταπόκριση από το κοινό, πάντα σε σχέση με τα υπόλοιπα τραγούδια τους. Δεν ήταν να μπει αρχικά στο άλμπουμ, αλλά μόλις το άκουσε ο Phil Spector, έδωσε να συμπεριληφθεί στο άλμπουμ. Επίσης είναι από τα ελάχιστα τραγούδια, που συμμετέχει μουσικός που δεν άνηκε στα σκαθάρια, ο Billy Preston. Συγκεκριμένα, προστέθηκαν τα πλήκτρα του στο τραγούδι. Ο οργανίστας, γνωρίστηκε με την μπάντα, όταν περιόδευε με τον Little Richard το 1962.

Jacek Maniakowski


Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

System of a Down - Chop Suey!


Οι  System of a Down, όταν έβγαλαν τον πρώτο τους ομώνυμο άλμπουμ το 1998, μάλλον άφησαν κάπως άναυδο και μουδιασμένο τον κόσμο της σκληρής μουσικής. Έπρεπε να έρθει το δεύτερο του άλμπουμ το Toxicity και το πρώτο σινγκλ από αυτό, το "Chop Suey!" ... για να τους πέσει το σαγόνι και να καταλάβουν, ότι εδώ υπάρχει ένας πραγματικός ήχος. 
Η σύνθεση των Serj Tankian και Daron Malakian έβγαλε το κουαρτέτο των Αρμενίων από την αφάνεια, αλλά όχι μόνο αυτό. Μπήκαν και στις μουσικές επιλογές πολλών που δεν έχουν σχέση με την σκληρή έκφραση του rock'n'roll. Το τραγούδι αρχικά λεγόταν "Suicide", αλλά μετά από πίεση της εταιρίας το αλλάξανε σε αυτό που έγινε γνωστό. Σε κάποιες εκδόσεις του άλμπουμ τους, η φράση "We're rolling 'Suicide" ακούγεται αχνά στο τραγούδι. 
Ο  Daron Malakian αναφέρει σχετικά με το λυρικό μέρος, ότι είναι για το πως αντιμετωπίζουμε την ζωή, ανάλογα με το πως νιώθουμε. Και συνεχίζει λέγοντας, ότι αν κάποιος θα πεθάνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών, του αξίζει γιατί τα καταχράστηκε. Αυτό δηλώνει και ο στίχος  'I cry when angels deserve to die'. Ο στίχος  'Father, into your hands I commit my spirit', αναφέρεται όμως, στον Χριστό και σε μια από τις 7 φράσεις που είπε, ενώ πέθαινε πάνω στον σταυρό. 
Ο τίτλος του τραγουδιού είναι ένα κινέζικό φαγητό, κάτι σαν στιφάδο με κρέας ή ψάρι. Άλλα συστατικά του είναι bamboo, κρεμμύδια, ρύζι και νερό-κάστανα(????). Η επιλογή για τον τίτλο έγινε, γιατί με αυτό το πιάτο περιγράφεται καλύτερο το μουσικό τους ύφος. Το βιντεοκλίπ σκηνοθέτησε ο  Marcos Siega και γυρίστηκε σε πάρκινγκ ενός μοτέλ στην πατρίδα της μπάντας, παρουσία 1000 οπαδών τους. Φυσικά κατά την διάρκεια του μπορεί κάποιος να διακρίνει και μια Αρμένικη σημαία, προφανώς για να δηλώσουν και την καταγωγή τους. Το βιντεοκλίπ τους έχουν δει ως τώρα πατώ από 145 εκατομμύρια φορές. 

Jacek Maniakowski

Spiritual Beggars


Όταν ο Michael Amott αποφάσισε να αφήσει τους υπέρ - θορυβώδεις Carcass, ξαναγύρισε στην πατρίδα την Σουηδία. Φυσικά και δεν έμεινε άπραγος και το 1993 φτιάχνει και τους Spiritual Beggars, με φανερές επιρροές από τις μουσικές του ρίζες, που ήταν 70s hard rock και με ψήγματα ψυχεδέλειας των ίδιων χρόνων. Η πρώτη τους δισκογραφική απόπειρα γίνεται μια χρονιά αργότερα, το 1994, με το ομώνυμο άλμπουμ τους. Το άλμπουμ είναι μακριά από τον θόρυβο της προηγούμενης μπάντας και ορίζεται σαν stoner metal.
Το δεύτερο τους άλμπουμ έρχεται δύο χρόνια μετά, το 1996. Το Another Way To Shine, κερδίζει αναγνώριση στην Γερμανία και στην πατρίδα τους όπου βραβεύεται με ένα αντίστοιχο Grammy. Το άλμπουμ φιλοτεχνεί ο Hans Arnold, αλλά και τα μέλη της μπάντας σε έναν νεραϊδένιο κόσμο. Το τρίτο τους άλμπουμ, Mantra III, συνοδεύεται και από μια περιοδεία στην Ευρώπη, μαζί με τους Fu Manchu. Το Ad Astra, πωλείται πλέον παγκοσμίως και στην περιοδεία ανά την Ευρώπη, που περιλαμβάνει και την Ιαπωνία, συνοδεύουν γκρουπ, όπως οι Iron Maiden, Monster Magnet και Queens Of The Stone Age. Το πέμπτο τους άλμπουμ, το On Fire, τους βρίσκει με κάποιες αλλαγές στην σύνθεσή τους. Σ αυτόν τον δίσκο προσθέτουν πιο μελωδικά στοιχεία στις συνθέσεις τους και συνοδεύουν τους Clutch στην Ιαπωνία, όπου κερδίζουν νέους οπαδούς. 
Το 2005, με το Demons, απλά καθιερόνονται και ξαναεπισκέπτονται την Ιαπωνία, αυτή την φορά ανοίγοντας τις συναυλίες του Dio. Μετά από πενταετές διάλειμμα, το 2010 κυκλοφορούν το Return to Zero, όπου σταθεροποιείται πλέον η σύνθεσή τους σε Apollo Papathanasio – vocals, Sharlee D'Angelo – bass, Per Wiberg – keyboards, Ludwig Witt – drums και φυσικά τον Michael Amott – guitar. Το 2013 κυκλοφορούν ακόμα ένα άλμπουμ, το Earth Blues, αποδεικνύοντας ότι είναι σταθερή αξία στον χώρο και δεν έχουν χάσει, ούτε την διάθεση, αλλά ούτε την έμπνευση.

Jacek Maniakowski

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

The Heart Throbs


Η ροκ μουσική δεν φημίζεται για την δίκαιη μεταχείριση τον ταλέντων, που βγαίνουν μέσα από αυτήν. Ειδικά όταν υπάρχει μεγάλο κύμα από μπάντες σε κάποια συγκεκριμένη έκφραση του rock'n'roll, πολλές μπάντες μένουν στην αφάνεια ή απλά το κύμα τους πετάει στα βράχια. Όπως στην σκηνή του Seattle, στα τέλη της δεκαετίας του '80, έτσι και στην Αγγλία, την ίδια περίοδο, ένας μουσικός συνωστισμός άφησε πολλά γκρουπ "στην "απ' έξω". Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, εκτός από ταλέντο και γνώση της μουσικής, που καθορίζουν την πορεία ενός καλλιτέχνη. Δεν θα εξετάσω εδώ αν είναι δίκαιοι ή όχι.
Μια αδικημένη περίπτωση, που απλά χάθηκε στην λήθη του χρόνου είναι αυτή των The Heart Throbs. Δημιουργήθηκαν το 1986 από τους Rose Carlotti, φωνητικά και κιθάρα, και τον  Stephen Ward στην κιθάρα. Οι δυο τους καλούν στην νέα μπάντα την Rachel DeFreitas στο μπάσο, την αδελφή της Rose και τονRachel DeFreitas στα ντραμς. Και αυτοί  Οι δύο κοπέλες είναι και αδελφές του ντράμερ των  Echo & the Bunnymen, Pete DeFreitas. Στα μέσα του 1987 κυκλοφορούν το πρώτο τους σινγκλ, το "Toy", από την In-Tape.  Στην συνέχεια υπογράφουν στην  Rough Trade, με την οποία κυκλοφορούν άλλα δύο σινγκλ, τα "Bang" και "Too Many Shadows". Μετά από άλλα δύο σινγκλ στην δική τους Profumo, τα "Here I Hide" και "Blood From A Stone" υπογράφουν στην One Little Indian, για να ηχογραφήσουν και το πρώτο τους άλμπουμ. 
Η μπάντα είναι ήδη γνωστή στην indie σκηνή, πριν κυκλοφορήσει το πρώτο της άλμπουμ, το οποίο γίνεται πραγματικότητα το 1990 και όνομά του Cleopatra Grip. Εν τω μεταξύ γίνονται κάποιες αλλαγές στο γκρουπ και προστίθενται ο κιθαρίστας  Alan Barclay, γνωστός σαν Alan Borgia. Έτσι ο Stephen Ward, μετακομίζει στα πλήκτρα. Η δισκογραφική, που αναλαμβάνει να προωθήσει το άλμπουμ στην Αμερική απογοητεύεται από τις πωλήσεις και δεν αναλαμβάνει να προωθήσεις κανένα άλλο άλμπουμ τους, 
Ακολουθούν άλλα δύο άλμπουμ, τα Jubilee Twist και Vertical Smile, όπου οι πωλήσεις είναι μάλλον απογοητευτικές. Μετά την κυκλοφορία του τρίτου τους δίσκου, διαλύονται και οι Rose Carlotti και Steve Beswick δημιουργούν τους Angora, που επίσης δεν έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής. Το πρώτο και τρίτο άλμπουμ τους είναι απλά διαφορετικές ονομασίες για γυναικεία γεννητικά όργανα, ενώ το δεύτερο είναι ονομασία μια τεχνικής των πολεμικών τεχνών. 

Jacek Maniakowski

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

3 Doors Down - Kryptonite


Υπάρχουν αμέτρητες περιπτώσεις τραγουδιών, που δίνουν λόγο ύπαρξης για κάποιον καλλιτέχνη ή μπάντα. Ακόμα πιο πολλές που ένα τραγούδι ξεκινάει σαν φορέα προς την την δόξα και "πολιορκητικός κριός" που σπάει τις πύλες για το κάστρο της καλλιτεχνικής αναγνώρισης. Ένα από αυτά είναι η δημιουργία του ντράμερ και τραγουδιστή των  3 Doors Down,  Brad Arnold.
Το τραγούδι που τους έβγαλε από την αφάνεια, γράφτηκε από τον δημιουργό του όταν ο ίδιος ήταν 15 χρονών. Και μάλιστα το έγραψε στο μάθημα των μαθηματικών. Ήταν από τα πρώτα που έγραψε, αν όχι το πρώτο. Ουσιαστικά το λυρικό μέρος βασίζεται σε ερωτήσεις, "αν έχω πέσει θα είσαι εδώ για μένα;" και "αν είμαι καλά και κάνω καλό σε άλλους θα είσαι πάλι δίπλα μου;" Αλλά την πραγματική σημασία την κατάλαβε ο Brad Arnold μετά από αρκετά χρόνια και πολλές εκτελέσεις του τραγουδιού. Όταν το έγραφε, ούτε ο ίδιος ήξερε ακριβώς τι. 
Το τραγούδι ηχογραφήθηκε για το ντέμο του συγκροτήματος και γνώρισε δημοσιότητα, όταν άρχισε να παίζεται από τον 97.9 WCPR-FM, ραδιοφωνικό σταθμό του Biloxi, του Mississippi, στις αρχές του 2000. Όταν κυκλοφόρησε σε σινγκλ, έγινε πολύ δημοφιλές σε ραδιοφωνικούς σταθμούς όλης της Αμερικής. Και παραμένει μεγαλύτερη επιτυχία της μπάντας και τραγούδι σύμβολό της μπάντας.
Στην δημιουργία της μουσικής του συνέβαλαν οι Matt Roberts και Todd Harrell. Το βιντεοκλίπ σκηνοθέτησε ο  Dean Karr και δείχνει έναν ηλικιωμένο, που φορώντας την στολή ενός υπέρ-ήρωα, προσπαθεί να γίνει και τέτοιος. Αλλά κάποιος κρυπτονίτης τον εμποδίζει να το καταφέρει. Το τραγούδι παίζεται συχνά και σε αγώνες  Monster Jam, αγώνες με τεράστια αυτοκίνητα, που ποτέ δεν κατάλαβα τι σκοπιμότητα έχουν. 

Jacek Maniakowski

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Midnight Oil - Beds Are Burning


Τα protest songs, αλλά και πολιτικά τραγούδια είναι ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της μουσικής γενικά και της ροκ, συγκεκριμένα. Πολλά έγιναν μεγάλες επιτυχίες και μένουν ως σήμερα ανέπαφα από τον χρόνο. Ο στόχος αυτών των τραγουδιών είναι να ακουστεί κάποια αδύναμη φωνή, να φανερωθεί κάποιο ζήτημα και ουσιαστικά να μην μείνει κάτι στην λήθη. Γιατί απλά, κάθε γνώση που συνοδεύεται με νότες, μπορεί να φτάσει και πιο μακρυά σε χρόνο και τόπο.
Οι Αυστραλοί  Midnight Oil, σίγουρα είναι μια μπάντα που προσπαθεί, όχι μόνο να αφυπνίσει μια οικολογική συνείδηση, αλλά τακτικά ασχολείται με φλέγονται κοινωνικά θέματα. Το "Beds Are Burning" είναι ένα από αυτά τα τραγούδια. Βρίσκεται στο έκτο τους άλμπουμ, το Diesel and Dust του 1987 και είναι το τραγούδι, το οποίο έδωσε στην  μπάντα το διαβατήριο για την επιτυχία και δόξα, έξω από τα σύνορα της πατρίδας τους. 
Το λυρικό μέρος αφορά τον εκτοπισμό αρχικά και μετά την σχεδόν ολοκληρωτική εξαφάνιση των Pintupi, από την Αυστραλιανή κυβέρνηση. Οι  Pintupi ήταν μια ομάδα 400 περίπου Αβιρίγινων, που κατοικούσε στην Δυτική Έρημο, ανάμεσα στις λίμνες  MacDonald και Lake Mackay, στην δυτική Αυστραλία. Οι ομάδα αυτή άρχισε να εκτοπίζεται στην δεκαετία του '30, για να κορυφωθεί στα μέσα της δεκαετίας του '50. Η μετακόμιση αυτής της ομάδας, που σίγουρα δεν έγινε με ειρηνικό τρόπο, είχε σκοπό να τους ενώσει με τους Papunya και Haasts Bluff, σε πιο βόρειες περιοχές. Αποτέλεσμα αυτής της "Λευκής" λογικής ήταν η σχεδόν εξαφάνιση αυτής της ομάδας. Το 1984 οι τελευταίοι αντιπρόσωποι αυτής της ομάδας γύρισαν πίσω στον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους στην έρημο. 
Το 2000, στην Ολυμπιάδα του  Sydney, ζητήθηκε από την μπάντα να τραγουδήσει στη τελετή λήξης το εν λόγω τραγούδι. Ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας, John Howard, ήθελε με αυτόν το τρόπο να απολογηθεί για την πολιτική των αυστραλιανών κυβερνήσεων απέναντι στον ντόπιο πληθυσμό. Οι Midnight Oil τραγούδησαν το  "Beds Are Burning" ντυμένη στα μαύρα και στα μπλουζάκια τους αναγραφόταν η λέξη  "Sorry". 

Jacek Maniakowski

Drunk Motherfuckers Band


Η σκληρή πλευρά του rock'n'roll είναι γεμάτη ταμπέλες και ονομασίες, από black metal και white metal  μέχρι και το μοναδικό porn metal με μοναδικούς εκπρόσωπους και φυσικά βασιλιάδες, τους Mentors. Αν και όλα αυτά είναι απλά ένα παιχνίδι, γιατί It's only rock'n'roll, θα τολμούσα να παίξω το παιχνίδι αυτό, των ονομάτων χάρη σε μια μπάντα τους Drunk Motherfuckers. Όχι για να τους δώσω κάποιο λόγο ύπαρξης, μιας και το αποδεικνύουν εδώ και 9 χρόνια με τις συνθέσεις τους, αλλά να δικαιολογήσω την μοναδικότητα του ήχου τους και την γνήσια ειλικρίνεια που διαπίστωσα από τα πρώτα riff στην μουσική τους.
Μεθυστικά ειλικρινείς απέναντι στη μουσική δε μασάνε ούτε τα λόγια τους, αλλά ούτε....τις νότες τους. Αν από τρελό και μεθυσμένο μαθαίνεις την αλήθεια, από τους  Drunk Motherfuckers, μαθαίνει τι εστί καθαρό rock'n'roll, στην σκληρή του μορφή. Το Drunk rock/ metal τους μου τράβηξε την προσοχή χωρίς καμιά δυσκολία. Και σχετικά με την ταμπέλα που χρησιμοποιώ, είναι απλά για να τονίσω την μοναδικότητά τους και σαν ποιητική αδεία θα τολμήσω να τους συγκρίνω με τον  Charles Bukowski της ροκ.
Η μπάντα δημιουργήθηκε από τον τραγουδιστή Father W, από τις στάχτες των  the Drunk Earth, το 2009. Επέλεξε το όνομα Drunk Motherfuckers γιατί "ήθελε ένα νέο όνομα το όποιο θα ήταν πιο underground και θα αντικατόπτριζε ακριβώς, από την πρώτη στιγμή το ελεύθερο πνεύμα της μουσικής μας, την ελευθερία να κάνουμε ότι γουστάρουμε, χωρίς να σκεφτόμαστε τις παραμικρές συνέπειες και όπως επίσης θα έδειχνε τον σεβασμό μας προς την underground σκηνή και την πραγματική εικόνα του ροκ" όπως μας λέει ο ίδιος. Και συνεχίζει " To ροκ σαν μορφή έκφρασης ποτέ δεν ήταν γυαλισμένο και αρεστό στις μάζες. Ήταν μια ακραία μορφή έκφρασης που είχε ως σκοπό να προκαλέσει. Τώρα το έχουν κάνει μόδα."
Το 2009, την ίδια χρονιά που δημιουργήθηκαν, κυκλοφορούν και το πρώτο τους ακουστικό ΕΡ, το  “Drunk and Wasted”. Το εκδίδουν μόνοι τους και σε 666 αντίτυπα. Την απόμενη χρονιά κυκλοφορούν το We ain’t give a shit about Sobers τραγούδι τους, από την  Spinalonga’s Records, σε μια συλλογή τους. Το 2013 κυκλοφορούν το  “…and alcohol for All”, ντεμπούτο άλμπουμ τους. Αυτήν την στιγμή ετοιμάζουν το νέο τους άλμπουμ και σύντομα θα επανεκδώσουν το ντεμπούτο τους από την Highway to Hell Records, για Αμερική και Καναδά.
Οι στόχοι των Drunk Motherfuckers, που αποτελούνται από τους : Father W.:Alcoholic Poetry...στα φωνητικά, El Pedro Garcia Escobar: Drums, Soulis:Bassline, Andrew:Guitars, Wee:Guitars και τον Papits: Sound Engineer, είναι να παίξουν όσο το δυνατόν σε πιο πολλά μέρη. Όπως λένε και οι ίδιοι : "Να παίξουμε live την μουσική μας παντού, οπουδήποτε υπάρχουν άνθρωποι που γουστάρουν το ροκ, όπως πρέπει να είναι, ασυμβίβαστο με τις τάσεις μόδας και προκλητικό."
Η έδρα τους παραμένει Αθήνα και οι ίδιοι ορίζουν την μουσική τους σαν Down Tempo,Stoner Rock, Drunk n' Roll. Προσωπικά προτείνω να τους "πιείτε" άφοβα, δεν δημιουργούν hangover, το πολύ θα σας παρασύρουν σε Headbanging.....

Jacek Maniakowski